Σελίδες

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Ο μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος Καλαμαράς (1980-2012)




«Οι δί­και­οι έ­χουν ως ο­δη­γό την α­κε­ραι­ό­τη­τα τους» (Παρ. 11: 3.6)


π. Αν­τώ­νιος Πι­να­κού­λας
θε­ο­λό­γου συγ­γρα­φέ­α


Ε­άν στις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του '70 τύ­χαι­νε να γνω­ρί­σει κά­ποι­ος τον αρ­χι­μαν­δρί­τη Με­λέ­τιο Κα­λα­μα­ρα-Βε­λα­νι­δι­ώ­τη και πι­θα­νο­λο­γού­σε τη μελ­λον­τι­κή του στα­δι­ο­δρο­μί­α, θα τον έ­βλε­πε η­γού­με­νο σέ μο­νή του Ά­γίου Ό­ρους ή γέ­ρον­τα μι­κρό­τε­ρης συ­νο­δεί­ας στον ί­διο τό­πο. Αυ­τή τη στα­δι­ο­δρο­μί­α εί­χαν τό­τε ι­ε­ρο­μό­να­χοι σαν τον π. Με­λέ­τιο και αυ­τό προσ­δο­κού­σαν οι νε­ό­τε­ροι α­πό ό­σους τον γνώ­ρι­ζαν. Γύ­ρω α­πό προ­σω­πι­κό­τη­τες σαν τη δι­κή του άρ­χι­σαν νά συγ­κρο­τούν­ται ο­μά­δες α­πό νέ­ους άν­θρώ­πους που α­να­κά­λυ­πταν τους Πα­τέ­ρες, τον μο­να­χισμό και τη λει­τουρ­γι­κή ζω­ή. Στις ο­μά­δες αυ­τές κυ­ρι­αρ­χού­σε η α­να­νε­ω­τι­κή α­τμό­σφαι­ρα της θε­ο­λο­γί­ας που εμ­φα­νί­στη­κε με­τά την κρί­ση του ευ­σε­βι­σμού το 1960 και γι­νό­ταν λό­γος για η­συ­χα­σμό, πα­λα­μι­κή θε­ο­λο­γί­α, ά­σκη­ση και θέ­ω­ση. Με αυ­τά έ­δε­σε και η ε­πελ­θού­σα Με­τα­πο-λί­τευ­ση, που για τους νέ­ους χρι­στια­νούς ση­μα­το­δο­τού­σε το τέ­λος των ο­ρα­μά­των του ευ­σε­βι­σμού για μια εκ­συγ­χρο­νι­σμέ­νη Εκ­κλη­σί­α στα πλαί­σια του α­στι­κού πο­λι­τι­σμού. Η τελευ­ταί­α γρα­φι­κή προ­σπά­θεια δι­α­ψεύ­στη­κε κα­τά τα χρό­νια της ε­πτά­χρο­νης δι­κτα­το­ρί­ας στην Ελ­λά­δα των Ελ­λή­νων Χρι­στια­νών.

Ή­ταν τό­τε που η Ι­ε­ραρ­χί­α εί­χε βια­ίως ε­ξευ­σε­βι­στεί σε με­γά­λο πο­σο­στό και εί­χε δι­αι­ρε­θεί σε "πρε­σβυ­τέ­ρα" και "νε­ο­τέ­ρα". Στήν "πρε­σβυ­τέ­ρα" κυ­ρι­αρ­χού­σε ο τύ­πος ε­πι­σκό­που α­νώ­τε-ρου α­ξι­ω­μα­τού­χου του κρά­τους. Αυ­τό σή­μαι­νε μια πε­ρισ­σό­τε­ρο στα­τι­κή και δι­α­χει­ρι­στι­κή στά­ση των εκ­κλη­σι­α­στι­κών πραγ­μά­των μέ­σα στά κα­θι­ε­ρω­μέ­να πλαί­σια της κρα­τι­κής ι­δε­ο­λο­γί­ας, ό­πως δι­α­μορ­φώ­θη­καν α­πό τη στε­νή σχέ­ση Εκ­κλη­σί­ας και κρά­τους. Αν­τί­θε­τα στη "νε­ο­τέ­ρα", που α­πο­τε­λούν­ταν α­πό στε­λέ­χη του ευ­σε­βι­σμού, στα ί­δια πλαί­σια της κρα­τι­κής ι­δε­ο­λο­γί­ας, κυ­ρι­αρ­χού­σε ο τύ­πος ε­πι­σκό­που α­να­νε­ω­τή της εκ­κλη­σι­α­στι­κής ζω­ής, στά πλαίσια ό­μως ε­νός ξε­πε­ρα­σμέ­νου α­στι­κού εκ­συγ­χρο­νι­σμού. Ή­ταν ε­πό­με­νο της πο­ρεί­ας του ευ­σε-βι­σμού, που α­πό κί­νη­μα εκ­συγ­χρο­νι­σμού, ε­πί έ­ναν πε­ρί­που αι­ώ­να, κα­τέ­λη­ξε με­τά την πο­λι­τι-στι­κή ε­πα­νά­στα­ση του '60 σε φο­ρέ­α αν­τί­δρα­σης σε κά­θε προ­σπά­θεια α­να­νέ­ω­σης, σύ­νη­θες φαι­νό­με­νο για εκ­συγ­χρο­νι­στι­κά κι­νή­μα­τα κα­τά την εκ­πνο­ή τους. Με πρό­σχη­μα την α­πο­χου-ντο­ποί­η­ση, που πο­τέ δέν έ­γι­νε, έ­χου­με το 1974 έ­να τε­λι­κό ξε­κα­θά­ρι­σμα λο­γα­ρια­σμών με­τα­ξύ των δύ­ο ο­μά­δων, "πρε­σβυ­τέ­ρας" καί "νε­ο­τέ­ρας", που πρω­τα­γω­νί­στη­σαν κα­τά τις δύ­ο φά­σεις της δι­κτα­το­ρί­ας, υ­πέρ της "πρε­σβυ­τέ­ρας". Στη Με­τα­πο­λί­τευ­ση εγ­και­νι­ά­στη­κε α­πό το κρά­τος νέ­α εκ­κλη­σι­α­στι­κή πο­λι­τι­κή με κύ­ριο γνώ­ρι­σμα την α­δι­α­φο­ρί­α α­πέ­ναν­τι στα έκ­κλη­σι­α­στι­κά πράγ­μα­τα. Ο μει­ω­μέ­νος ρό­λος της Ι­ε­ραρ­χί­ας στον δη­μό­σιο χώ­ρο συρ­ρί­κνω­σε και το ρό­λο του μη­τρο­πο­λί­τη α­ξι­ω­μα­τού­χου του κρά­τους, ε­νώ ο α­πο­λι­θω­μέ­νος συν­τη­ρη­τι­σμός των ευ­σε­βισ-τών ποι­μέ­νων δεν έ­βρι­σκε θέ­ση στη νέ­α πο­λι­τι­κή και πο­λι­τι­σμι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

Μέ τον νέ­ο Κα­τα­στα­τι­κό Χάρ­τη του 1977 έ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε η γρα­φει­ο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση της Εκ­κλη­σί­ας, που εί­χε συν­τε­λε­στεί στον Με­σο­πό­λε­μο. Για λό­γους πο­λι­τι­κούς, κοι­νω­νι­κούς και ορ­γα­νω­τι­κούς, σε αλ­λη­λε­πί­δρα­ση και αλ­λη­λο­πε­ρι­χώ­ρη­ση, άρ­χι­σε να φαί­νε­ται η αυ­το­νόμη­ση της Ι­ε­ραρ­χί­ας τό­σο α­πό την κοι­νω­νί­α ό­σο και α­πό το εκ­κλη­σι­α­στι­κό σώ­μα. Αυ­τού του συλ­λο­γι­κού σώ­μα­τος θα εί­ναι μέ­λος ο π. Με­λέ­τιος για πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τριά­ντα χρό­νια.

Μια στα­δι­ο­δρο­μί­α σαν αυ­τή που α­να­φέρ­θη­κε στην αρ­χή δεν ή­ταν για τον π. Με­λέ­τιο. Ή σχέ­ση του με τις α­να­νε­ω­τι­κές κι­νή­σεις της ε­πο­χής δεν εί­χε α­φε­τη­ρί­α τον ευ­σε­βι­σμό και τους προ­βλη­μα­τι­σμούς που γέν­νη­σε στους κόλ­πους του η κρί­ση του 1960. Εί­χε κα­ρεί μο­να­χός στην μο­νή Βε­λα­νι­διάς της Κα­λα­μά­τας το 1954, σε έ­να α­πο­μει­νά­ρι του πα­ρα­δο­σια­κού μο­να­χι­σμού, και εί­χε μα­θη­τεύ­σει κον­τά στον α­εί­μνη­στο π. Ι­ω­ήλ Γι­αν­να­κό­που­λο, με­τα­φρα­στή της Πα­λαι-άς Δι­α­θή­κης και με­λε­τη­τή του Πα­σκάλ, του Κίρ­κεγ­κωρ και του Πα­πί­νι. Μι­λού­σε τις κύ­ρι­ες ευ­ρω­πα­ϊ­κές γλώσ­σες και στη βι­βλι­ο­θή­κη του, μα­ζί με τη Φι­λο­κα­λί­α, για την δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση της ο­ποί­ας εί­χε κο­πιά­σει δι­ορ­θώ­νον­τας τα δο­κί­μια, εί­χαν εμ­φα­νή θέ­ση τα υ­πο­μνή­μα­τα των εκ­δό­σε­ων Herder στά βι­βλί­α της Α­γί­ας Γρα­φής. Η σχέ­ση του με τους Πα­τέ­ρες φαί­νε­ται στη με­τά­φρα­ση έρ­γων του Δι­δύ­μου του Τυ­φλού1, του Μ. Βα­σι­λεί­ου2 καί του Γρη­γο­ρί­ου του Θε­ο­λό­γου (3). Προς τά τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του '70, άρ­χι­σε να με­τα­φρά­ζει τα Πρα­κτι­κά της Ε' Οι-κου­με­νι­κής Συ­νό­δου α­πό τη σω­ζό­με­νη λα­τι­νι­κή τους με­τά­φρα­ση που κυ­κλο­φό­ρη­σαν αρ­γό­τε-ρα4. Ως Μη­τρο­πο­λί­της Νι­κο­πό­λε­ως φρόν­τι­σε για την έκ­δο­ση των σχο­λί­ων του Νι­κη­φό­ρου Καλ­λί­στου Ξαν­θο­πού­λου στην Κλί­μα­κα5. Η σχέ­ση του με τη σύγ­χρο­νη θε­ο­λο­γί­α φαί­νε­ται στη με­τά­φρα­ση της Θέ­ας του Θε­ού του Βλ. Λό­σκι (6) και άρ­θρων του π. Γ. Φλο­ρόφ­σκι με τί­τλο Α­να­το­μί­α προ­βλη­μά­των πί­στε­ω­ς (7). Ο μο­να­χι­σμός, οι Πα­τέ­ρες και η λει­τουρ­γι­κή ζω­ή δεν ή­ταν για τον π. Με­λέ­τιο α­να­κά­λυ­ψη της ε­πο­χής, αλ­λά ορ­γα­νι­κή συ­νέ­χεια και προ­σω­πι­κό βί­ω­μα. Ταυ­τό­χρο­να έ­νας α­πο­λο­γη­τι­κός τό­νος και μια ε­πι­λε­κτι­κή χρή­ση των χρι­στια­νών δια­νο-ου­μέ­νων της Δύ­σης, κλη­ρο­νο­μιά του π. Ι­ω­ήλ, θα συ­νο­δεύ­ουν τη σκέ­ψη του σ’ ο­λό­κλη­ρη τη ζω­ή του.

Έ­να στοι­χεί­ο που τον ξε­χώ­ρι­ζε α­πό τους άλ­λους γέ­ρον­τες της ε­πο­χής ή­ταν η θέ­ση του στην εκ­κλη­σι­α­στι­κή γρα­φει­ο­κρα­τί­α. Α­πό το 1968 δι­ο­ρί­στη­κε γραμ­μα­τέ­ας της Ε­πι­τρο­πής ε­πί των Ε­ξω­τε­ρι­κών της Ι­ε­ράς Συ­νό­δου της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος. Ή γλωσ­σο­μά­θειά του και ι­δι-αί­τε­ρα η γνώ­ση των ρω­σι­κών, έ­παι­ξαν ε­δώ α­πο­φα­σι­στι­κό ρό­λο. Α­πό τη θέ­ση αυ­τή υ­πη­ρέ­τη­σε με συ­νέ­πεια τις δι­ορ­θό­δο­ξες και δι­α­χρι­στι­α­νι­κές σχέ­σεις της Εκ­κλη­σί­ας. Δεν υ­πήρ­ξε μό­νο δι­εκπε­ραι­ω­τής υ­πάλ­λη­λος και μέ­λος των ε­πί­ση­μων αν­τι­προ­σω­πει­ών της Εκ­κλη­σί­ας μας, αλ­λά κά­τι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Καρ­ποί αυ­τής της δι­α­κο­νί­ας του εί­ναι οι ει­ση­γή­σεις της Εκ­κλη­σί­ας μας προς τη Μέλ­λου­σα Πα­νορ­θό­δο­ξο Σύ­νο­δο γιά τό Γά­μο και τό Η­με­ρο­λό­γιο που συν­τά­χτη-καν, κα­τό­πιν α­νά­θε­σης, α­πό τον ί­διο, έ­γι­ναν α­πο­δε­κτές και εκ­δό­θη­καν α­πό την Ι­ε­ρά Σύ­νο­δο (8). 

Η έ­γνοι­α του για τις δι­ορ­θό­δο­ξες σχέ­σεις συ­νε­χί­στη­κε και με­τά τη χει­ρο­το­νί­α του σε ε­πί-σκο­πο, ό­πως φαί­νε­ται α­πό τη συμ­με­το­χή του στις Β' (1982) και Γ' (1986) προ­συ­νο­δι­κές δια­σκέ-ψεις και ει­δι­κό­τε­ρα με τη συμ­βο­λή του στη σύν­τα­ξη του ο­ρι­στι­κού κει­μέ­νου σχε­τι­κά με το θέ­μα της νη­στεί­ας. Το ί­διο συ­νέ­βη και με τη συμ­με­το­χή του στο δι­ά­λο­γο με τους Αν­τι­χαλ­κη-δο­νί­ους και τη συμ­βο­λή του στην υ­πο­γρα­φή της κα­θο­ρι­στι­κής για την πε­ραι­τέ­ρω πο­ρεί­α του Β’ Κοι­νής Δή­λω­σης (Γε­νεύ­η 1990).

Τρεις συ­νι­στώ­σες λοι­πόν κα­θο­ρί­ζουν τη στα­δι­ο­δρο­μί­α του π. Με­λε­τί­ου. Η μο­να­χι­κή του α­φι­έ­ρω­ση, η εν­τα­ξή του στον ά­γα­μο κλή­ρο της Εκ­κλη­σί­ας μας και η θέ­ση του στην εκ­κλη­σια-στι­κή γρα­φει­ο­κρα­τί­α. Ο π. Με­λέ­τιος υ­πήρ­ξε μο­να­χός, αρ­χι­μαν­δρί­της και συ­νο­δι­κός γραμ­ματέ­ας. Το να ε­κλε­γεί μη­τρο­πο­λί­της δεν εί­ναι κά­τι που πρέ­πει να ξαφ­νιά­ζει, αλ­λά πρέ­πει να κα­τα­νο­εί­ται ως συ­νέ­χεια και ορ­γα­νι­κή κα­τά­λη­ξη των πα­ρα­πά­νω συ­νι­στω­σών της στα­δι­ο­δρομί­ας των στε­λε­χών της Εκ­κλη­σί­ας μας. Οι πα­ρα­πά­νω συ­νι­στώ­σες δεν εί­χαν το ί­διο βά­ρος στη συ­νεί­δη­σή του. Το με­γα­λύ­τε­ρο εξ αυ­τών ή­ταν η μο­να­χι­κή του α­φι­έ­ρω­ση. Εί­πε ο ί­διος: «Η κο­ρυ­φαί­α και πιο ι­ε­ρή στιγ­μή στη ζω­ή ό­λων μας εί­ναι η στιγ­μή που βα­πτι­ζό­μα­στε και παίρ­νου­με τη σφρα­γί­δα του Χρι­στού. Εξ ί­σου κο­ρυ­φαί­α ι­ε­ρή στιγ­μή για μέ­να ή­ταν η η­μέ­ρα που α­φι­έ­ρω­σα τη ζω­ή μου στον Χρι­στό και έ­γι­να μο­να­χός»9.

Στη μο­να­χι­κή του α­φι­έ­ρω­ση ο π. Με­λέ­τιος έ­μει­νε πι­στός μέ­χρι τέ­λους. Προ­σευ­χή, νησ-τεί­α, α­κτη­μο­σύ­νη, μα­κριά α­πό συγ­γε­νείς, ε­σω­τε­ρι­κευ­μέ­νη α­φο­σί­ω­ση στους εκ­κλη­σι­α­στι­κούς θε­σμούς. Στη Μο­νή του πα­ρέ­μει­νε μέ­χρι την ου­σι­α­στι­κή δι­ά­λυ­σή της το 1959. Τό­τε, με τη χει­ρο­το­νί­α του σε πρε­σβύ­τε­ρο, εν­τά­χτη­κε στον ά­γα­μο κλή­ρο και δι­ο­ρί­στη­κε ι­ε­ρο­κή­ρυ­κας της Μη­τρο­πό­λε­ως Μεσ­ση­νί­ας. Ά­γα­μος κλη­ρι­κός-αρ­χι­μαν­δρί­της-ι­ε­ρο­κή­ρυ­κας εί­ναι έ­να εί­δος υβ-ρί­διο στη νε­ό­τε­ρη ι­στο­ρί­α της Εκ­κλη­σί­ας μας, που α­φο­ρά αν­θρώ­πους χω­ρίς οι­κο­γέ­νεια, μο­ναχούς χω­ρίς α­δελ­φό­τη­τα, πρε­σβυ­τέ­ρους χω­ρίς κοι­νό­τη­τα. Ί­σως πρό­κει­ται για το τρα­γι­κό­τε­ρο εκ­κλη­σι­α­στι­κό τάγ­μα. Ε­νώ δεν έ­χουν θέ­ση τα­κτι­κού ε­φη­με­ρί­ου, εί­ναι ε­ξο­πλι­σμέ­νοι μέ προ­νόμια υ­πε­ρο­χής έ­ναν­τι του έγ­γα­μου κλή­ρου. Εί­ναι υ­πο­ψή­φιοι ε­πί­σκο­ποι, αλ­λά η σχέ­ση τους με τον έ­πί­σκο­πο εί­ναι εύ­θραυ­στη, με α­πο­τέ­λε­σμα να γί­νον­ται τα πρώ­τα θύ­μα­τα κά­θε α­να­τροπής. Ε­άν λά­βει κα­νείς υ­πό­ψη του την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αυ­τής της ι­δι­ό­τη­τας, με τις κοι­νω­νι­κές και τις ψυ­χο­λο­γι­κές πα­ρα­μέ­τρους της, εί­ναι να θαυ­μά­ζει πώς ο π. Με­λέ­τιος μπό­ρε­σε, στα πά-νω α­πό εί­κο­σι χρό­νια που βρέ­θη­κε σ’ αυ­τή τή θέ­ση, να κρα­τή­σει ι­σορ­ρο­πί­ες μέ­σα του και στά­ση προς το πε­ρι­βάλ­λον του τέ­τοι­α που πο­τέ δεν φά­νη­κε σ’ αυ­τήν ά­κρι­τος ζη­λω­τι­σμός, χυ­δαί­ος φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός, α­λα­ζο­νι­κή συμ­πε­ρι­φο­ρά προ­ϊ­στα­μέ­νου, ή κα­τα­πι­ε­σμέ­νος κα­ρι­ε­ρι-σμός. Αν­τί­θε­τα, ή­ταν πάν­το­τε γε­μά­τος προ­σή­νεια, κα­τα­δε­κτι­κό­τη­τα, τα­πεί­νω­ση και α­πέ­ραντη κα­λο­σύ­νη. Α­κρι­βής τη­ρη­τής των πα­ρα­δό­σε­ων, ε­νη­με­ρω­μέ­νος, έ­τοι­μος και α­νοι­κτός σε κάθε συ­ζή­τη­ση.

Ο π. Με­λέ­τιος δεν ξε­χώ­ρι­σε στη συ­νεί­δη­ση και στην πρα­κτι­κή του πο­τέ την ι­δι­ό­τη­τα του Αρ­χι­μαν­δρί­τη α­πό ε­κεί­νην του μο­να­χού και θε­ω­ρού­σε αυ­το­νό­η­τη την ταύ­τι­σή τους. Θε­ω­ρού-σε ό­τι κλει­δί της ζω­ής του ά­γα­μου κλη­ρι­κού εί­ναι η α­σκη­τι­κή ζω­ή. Α­πό τις πρώ­τες φρον­τί­δες του ως μη­τρο­πο­λί­του ή­ταν η ί­δρυ­ση της μο­νής του Προ­φή­του Η­λιού, για την εγ­κα­τα­βί­ω­ση σ’ αυ­τήν των μα­θη­τών του που τον α­κο­λού­θη­σαν στην Πρέ­βε­ζα και ε­πι­θυ­μού­σαν να μο­νά­σουν. Τή μο­νή ε­ξό­πλι­σε με θε­σμούς για την α­πρό­σκο­πτη λει­τουρ­γί­α της σύμ­φω­να με την πα­ρά­δο-ση και της ά­φη­σε κλη­ρο­νο­μιά το "πιο τί­μιο", το α­σκη­τι­κό του ή­θος. Πα­ρα­τη­ρού­με ταυ­τό­χρο­να και συ­νέ­χει­ες της ι­δι­ό­τη­τας του ά­γα­μου κλη­ρι­κού ό­πως πα­ρα­πά­νω την α­να­φέ­ρα­με. Θά χει­ρο-το­νή­σει εκ των μο­να­χών της ε­πι­σκο­πής του κλη­ρι­κούς, θα τους χει­ρο­θε­τή­σει αρ­χι­μαν­δρί­τες και θα τους α­πο­στεί­λει ι­ε­ρο­κή­ρυ­κες. Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ό­τι α­πό τους εί­κο­σι πέν­τε μο­ναχούς της πα­ρα­πά­νω μο­νής οι μι­σοί εί­ναι αρ­χι­μαν­δρί­τες. Ο λό­γος του πε­ρί ι­ε­ρο­σύ­νης -δέν γνω­ρί­ζω αν α­κού­στη­κε κα­λύ­τε­ρος σε βά­θος και έν­τα­ση στις μέ­ρες μας- ή­ταν ου­σι­α­στι­κή ε­ξή­γη­ση της ι­ε­ρο­σύ­νης του Χρι­στού και βι­ω­μα­τι­κή έκ­φρα­ση της πι­στό­τη­τάς του σ’ αυ­τήν. Πα-ράλ­λη­λα ό­μως, ή­ταν πάν­το­τε α­σύν­δε­τος με τη συγ­κε­κρι­μέ­νη ε­νο­ρί­α και σύ­να­ξη του χει­ρο­το-νου­μέ­νου. Ή­ταν γε­νι­κός και α­ό­ρι­στος, αν­τα­πο­κρι­νό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο σε προ­ϋ­πο­θέ­σεις που υ­πάρ­χουν σε πε­ρι­ο­δεύ­ον­τα υ­πη­ρέ­τη του κη­ρύγ­μα­τος και σε κλη­ρι­κό πνευ­μα­τι­κό – κα­θο­δη­γητή ο ο­ποί­ος δέ­χε­ται αν­θρώ­πους χω­ρίς τη δι­α­με­σο­λά­βη­ση της κοι­νό­τη­τας.

Πί­στευ­ε και το δι­α­κή­ρυσ­σε ό­τι τα κα­τά και­ρούς εμ­φα­νι­ζό­με­να σκάν­δα­λα α­πό τη ζω­ή των α­γά­μων έ­χουν πη­γή την ου­σι­α­στι­κή α­θέ­τη­ση των υ­πο­σχέ­σε­ων του μο­να­χού. Χω­ρίς να αμ­φισ-βη­τή­σει κα­νείς την το­πο­θέ­τη­σή του πε­ρί α­σκη­τι­κής ζω­ής, ού­τε στο ε­λά­χι­στο, έ­χου­με τη γνώ-μη ό­τι η πα­ρα­πά­νω θε­ώ­ρη­ση της ι­ε­ρο­σύ­νης, που προ­ϋ­πο­θέ­τει μια σχε­δόν αυ­τό­νο­μη ύ­παρ­ξη του μο­να­χού-κλη­ρι­κού, έ­να εί­δος ξε­χω­ρι­στού τάγ­μα­τος, πέ­ρα α­πό τις βα­σι­κές εκ­κλη­σια­στι-κές μο­νά­δες της ε­νο­ρί­ας και της μο­νής, εί­ναι ου­σι­α­στι­κός πα­ρά­γον­τας προ­βλη­μά­των στον ά­γα­μο κλή­ρο. Η θε­σμο­ποί­η­ση του ά­γα­μου κλή­ρου της Εκ­κλη­σί­ας μας έ­χει τις ρί­ζες της στην ε­πο­χή της Τουρ­κο­κρα­τί­ας, εν­τεί­νε­ται στο νε­ο­ελ­λη­νι­κό κρά­τος και α­πο­τε­λεί το θε­μέ­λιο της γρα­φει­ο­κρα­τι­κής ορ­γά­νω­σης της Εκ­κλη­σί­ας μας. Το ση­μεί­ο έκ­φρα­σης της θε­σμο­ποί­η­σής του εί­ναι ο κα­τά­λο­γος των υ­πο­ψη­φί­ων προς αρ­χι­ε­ρα­τεί­α, στον ο­ποί­ο εγ­γρα­φό­με­νοι οι αρ­χι­μαν-δρί­τες ο­λο­κλη­ρώ­νουν την έν­τα­ξή τους σε μια συλ­λο­γι­κό­τη­τα που ό­χι μό­νο εί­ναι πέ­ρα της ε­νο­ρί­ας και της μο­νής, αλ­λά και πέ­ρα της ε­πι­σκο­πής. Η θε­σμο­ποί­η­ση αυ­τή εί­ναι α­νοι­κτό εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό πρό­βλη­μα.

Η εκ­κλη­σι­α­στι­κή ζω­ή έ­χει χρω­μα­τι­στεί βα­θιά α­πό τη γρα­φει­ο­κρα­τί­α που αν­τι­κα­τέ­στη­σε τη συ­νο­δι­κό­τη­τα. Η ε­κλο­γή των ε­πι­σκό­πων γί­νε­ται α­πό τη Σύ­νο­δο, ό­χι με βά­ση το τρι­πρό­σω-πο που κα­τά τους Ι­ε­ρούς Κα­νό­νες κα­ταρ­τί­ζε­ται εν­τός της ε­πι­σκο­πής, αλ­λά με βά­ση το τριπρό­σω­πο που κα­ταρ­τί­ζει, κα­τά πα­ρά­βα­ση πά­σης εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κής αρ­χής, το ί­διο όρ­γα­νο που κά­νει την τε­λι­κή ε­κλο­γή. Η ε­κλο­γή των ε­φη­με­ρί­ων και η συγ­κρό­τη­ση των εκ­κλη­σι­α­στι­κών συμ­βου­λί­ων και του μη­τρο­πο­λι­τι­κού γί­νον­ται α­πό τον μη­τρο­πο­λί­τη. Τα α­νώ­τε­ρα όρ­γα­να, αντί να ε­λέγ­χουν, να εγ­γυ­ών­ται και να βε­βαι­ώ­νουν τη συ­νο­δι­κό­τη­τα, έ­χουν κα­ταρ­γή­σει την ου­σι­α­στι­κή λει­τουρ­γί­α των ε­νο­ρι­ών και των ε­πι­σκο­πών. Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό αυ­τής της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας η κα­τάρ­γη­ση της κα­τά­στα­σης των ε­πι­σκό­πων και των πρε­σβυ­τέ­ρων και η αν­τι­κα­τά­στα­σή της α­πό το δι­ο­ρι­σμό, που ση­μαί­νει α­νά­θε­ση δι­οι­κη­τι­κής θέ­σης. Ο ε­πί­σκο­πος ποι­μαί­νει ο­λο­μό­να­χος, χω­ρίς πο­τέ ν’ α­κού­ει τη γνώ­μη των πρε­σβυ­τέ­ρων και χω­ρίς ν’ α­πο­βλέπει στη συμ­φω­νί­α του λα­ού. Πάν­τες έ­χουν μί­α υ­πο­χρέ­ω­ση και έ­να δι­καί­ω­μα. Υ­πα­κο­ή στο α-νώ­τε­ρο όρ­γα­νο, τό ο­ποί­ο και μπο­ρεί να κα­ταρ­γή­σει κά­θε α­πό­φα­ση του κα­τώ­τε­ρου. Ό μη­τρο-πο­λί­της μπο­ρεί να κα­ταρ­γεί τις α­πο­φά­σεις των εκ­κλη­σι­α­στι­κών συμ­βου­λί­ων και η Σύ­νο­δος ε­κεί­νες του μη­τρο­πο­λί­τη. Σύγ­χυ­ση ε­πι­κρα­τεί γύ­ρω α­πό την έν­νοι­α της υ­πα­κο­ής. Πρό­κει­ται για την εν­το­λή του Θε­ού, ή για τη δι­οι­κη­τι­κή υ­πο­χρέ­ω­ση παν­τός υ­παλ­λή­λου στον προ­ϊ­στά-με­νο του;

Ο π. Με­λέ­τιος, ό­πως έ­βλε­πε την θε­σμο­ποί­η­ση του ά­γα­μου κλή­ρου ως φυ­σι­κή έκ­φρα­ση της ι­ε­ρο­σύ­νης, με τον ί­διο τρό­πο έ­βλε­πε και τη γρα­φει­ο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση της Εκ­κλη­σί­ας. Το 1987, ό­ταν η Πο­λι­τεί­α α­πο­πει­ρά­θη­κε με τρό­πο αυ­θαί­ρε­το κά­ποι­ον εκ­δη­μο­κρα­τι­σμό της εκκ-λη­σι­α­στι­κής δι­οί­κη­σης, ο π. Με­λέ­τιος αν­τι­τά­χτη­κε, και σω­στά. Σε συ­νέν­τευ­ξή του την ε­πο­χή ε­κεί­νη, στην ε­ρώ­τη­ση: « - Τί γί­νε­ται σή­με­ρα σε άλ­λες το­πι­κές Ορ­θό­δο­ξες Εκ­κλη­σί­ες;», με­τα­ξύ άλ­λων α­πάν­τη­σε: « - Πάν­τως σε γε­νι­κές γραμ­μές σή­με­ρα στις 'Ορθόδοξες Εκ­κλη­σί­ες υ­πάρ­χει συμ­με­το­χή του λα­ϊ­κού στοι­χεί­ου στή δι­οί­κη­σή τους, που κα­θο­ρί­ζε­ται με κα­νο­νι­σμούς που ψη­φί­ζον­ται α­πό τήν Ι­ε­ραρ­χί­α, που σε τε­λι­κή α­νά­λυ­ση έ­χει τη δυ­να­τό­τη­τα α) να α­κυ­ρώ­νει τις α­πο­φά­σεις των κα­τω­τέ­ρων ορ­γά­νων, β) να δι­ο­ρί­ζει και να παύ­ει τα μέ­λη τους, και γ) να τρο-πο­ποι­εί τους σχε­τι­κούς κα­νο­νι­σμούς»10. Α­νε­πί­γνω­στα, με την α­πάν­τη­σή του έ­κα­νε πε­ρι­γρα­φή του ε­πι­κρα­τούν­τος συ­στή­μα­τος δι­οί­κη­σης, που εί­ναι το ί­διο με αυ­τό που ε­φαρ­μό­ζουν τα σο­σια­λι­στι­κάκομ­μου­νι­στι­κά κόμ­μα­τα, δη­λα­δή του δη­μο­κρα­τι­κού συγ­κεν­τρω­τι­σμού.

Ε­κεί­νο που μπο­ρεί ξε­κά­θα­ρα να δει κά­ποι­ος ή­ταν ό­τι την εκ­κλη­σι­α­στι­κή ορ­γά­νω­ση την έ­βλε­πε πάν­το­τε «πνευ­μα­τι­κά». Στήν ί­δια συ­νέν­τευ­ξη εί­πε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Η Εκ­κλη­σί­α εί­ναι κοι­νω­νί­α υ­πα­κο­ής των πάν­των στο λό­γο του Θε­ού. Και φρου­ροί της κα­θα­ρό­τη­τας του λό­γου του Θε­ού εί­ναι οι αρ­χι­ε­ρείς». Α­νε­πι­φύ­λα­κτα μπο­ρού­με να πού­με ό­τι στην πε­ρί­πτω­σή του αυ­τό ί­σχυ­ε α­πό­λυ­τα. Το ε­ξα­σφά­λι­ζε η α­κε­ραι­ό­τη­τά του, η ι­δι­ό­τη­τα ε­κεί­νη που σύμ­φω­να με τή Βίβλο εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των δι­καί­ων (Παρ. 11: 3.6 κ.ά.). Ο π. Με­λέ­τιος δεν φαί­νε­ται να εί­χε ε­πη­ρε­α­στεί α­πό τις νε­ό­τε­ρες θε­ο­λο­γι­κές θε­ω­ρή­σεις πε­ρί συ­νο­δι­κό­τη­τας. Ε­ξάλ­λου, οι τε­λευ-ταί­ες δεν άγ­γι­ξαν μέ­χρι στιγ­μής τη θε­σμι­κή ορ­γά­νω­ση της Εκ­κλη­σί­ας μας. Όν­τας αν­τι­ρο­μαν-τι­κός και ρε­α­λι­στής, δεν τον εν­δι­έ­φε­ρε μια συ­ζή­τη­ση πε­ρί συ­νο­δι­κό­τη­τας στην ο­ποί­α δεν δι­ευ-κρι­νί­ζον­ται οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις της και οι δι­α­φο­ρές της α­πό τις δη­μο­κρα­τι­κές δι­α­δι­κα­σί­ες και που ρί­χνει νε­ρό στον μύ­λο μιας θρι­αμ­βι­κής Ορ­θο­δο­ξί­α­ς11. Έ­χου­με τη γνώ­μη ό­τι η συ­ζή­τη­ση πε­ρί συ­νο­δι­κό­τη­τας πρέ­πει ν’ α­φή­σει την α­φε­λή θε­ώ­ρη­ση της εκ­κλη­σι­α­στι­κής ι­στο­ρί­ας και να ε­πι­κεν­τρω­θεί στα ση­με­ρι­νά προ­βλή­μα­τα. Μέ αυ­τό τον τρό­πο, θα κα­τα­φέ­ρει να δεί­ξει ό­τι η γρα­φει­ο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση εί­ναι α­συμ­βί­βα­στη με την εκ­κλη­σι­α­στι­κή. Η συ­νο­δι­κό­τη­τα πρέ­πει να α­πο­κτή­σει ε­κτό­πι­σμα μέ­σα στο πλή­ρω­μα της Εκ­κλη­σί­ας που θα μπο­ρέ­σει να α­πει­λή­σει και να α­να­τρέ­ψει το ι­σχύ­ον σύ­στη­μα. Δι­α­φο­ρε­τι­κά θα συ­νε­χί­ζε­ται ό,τι και μέ­χρι τώ­ρα, ο δη-μο­κρα­τι­κός συγ­κεν­τρω­τι­σμός να θρι­αμ­βεύ­ει και οι ε­ξαι­ρέ­σεις τύ­που π. Με­λε­τί­ου να εί­ναι πε­ρι­πτώ­σεις πε­φω­τι­σμέ­νης ε­πι­σκο­πεί­ας.

Ο π. Με­λέ­τιος έ­βλε­πε τα προ­βλή­μα­τα της γρα­φει­ο­κρα­τί­ας και στη σκέ­ψη του υ­πάρ­χουν τα βα­σι­κά στοι­χεί­α της συ­νο­δι­κό­τη­τας. Στην πα­ρα­πά­νω συ­νέν­τευ­ξη υ­πο­στή­ρι­ξε ο­τι: «Στην Εκ­κλη­σί­α δεν εί­χα­με πο­τέ δη­μο­κρα­τι­κές δι­α­δι­κα­σί­ες. Για­τί δεν έ­χουν ό­λα τα μέ­λη της Εκ­κλη-σί­ας "ι­σό­τυ­πη κα­τά­στα­ση"»· και «η ε­κλο­γή ι­ε­ρέ­ων και αρ­χι­ε­ρέ­ων εί­ναι υ­πευ­θυ­νό­τη­τα των ι­ε­ρέ-ων και άρ­χι­ε­ρέ­ων». Ό­ταν το 2007 εκ­δό­θη­κε άρ­θρο μας ό­που υ­πο­στη­ρί­ζε­ται ό­τι η ε­κλο­γή των ε­πι­σκό­πων κα­τά τους Ι­ε­ρούς Κα­νό­νες και τη βυ­ζαν­τι­νή νο­μο­θε­σί­α γι­νό­ταν α­πα­ραί­τη­τα κα­τό-πιν πρό­τα­σης του κλή­ρου και του λα­ού της ε­πι­σκο­πή­ς (12) και προ­τεί­νε­ται τρό­πος συμ­με­το­χής τους για σή­με­ρα, ο π. Με­λέ­τιος μας έ­γρα­ψε ό­τι ο τρό­πος πα­ρου­σί­α­σης «δεί­χνει πνευ­μα­τι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό και πνευ­μα­τι­κή πρό­σβα­ση στο θέ­μα. Δυ­στυ­χώς ό­μως το θέ­μα έ­χει μπλέ­ξει σε ά­σχη­μα γρα­νά­ζια». Πα­ρό­τι προ­ερ­χό­ταν α­πό τα σπλά­χνα της γρα­φει­ο­κρα­τί­ας και την υ­πη­ρέ-τη­σε με τα α­γνό­τε­ρα κί­νη­τρα, ο π. Με­λέ­τιος δεν γλύ­τω­σε α­πό τα ‘’­γρα­νά­ζια­’’ της ό­πως πα­ρακά­τω θά δεί­ξου­με.

Δεν θα α­σχο­λη­θού­με με την δρα­στη­ρι­ό­τη­τα του π. Με­λε­τί­ου για να α­να­δι­ορ­γα­νώ­σει τη Μη­τρό­πο­λη Νι­κο­πό­λε­ως. Η α­να­νέ­ω­ση του κλή­ρου της, η ί­δρυ­ση και ε­πάν­δρω­ση μο­νών, η α­νέ­γερ­ση κτη­ρί­ων υ­πο­δο­μής του εκ­κλη­σι­α­στι­κού έρ­γου στις πό­λεις της Μη­τρο­πό­λε­ως, η α­να­στή­λω­ση των εκ­κλη­σι­α­στι­κών μνη­μεί­ων, αλ­λά κυ­ρί­ως και πά­νω α­π’ ό­λα η α­να­νέ­ω­ση της εκ­κλη­σι­α­στι­κής ζω­ής των με­λών της το­πι­κής Εκ­κλη­σί­ας εί­ναι έ­να γι­γαν­τια­ίο έρ­γο που πρέ­πει να βρει τον ι­στο­ρι­κό του. Ξε­χω­ρι­στό κε­φά­λαι­ο πρέ­πει να α­πο­τε­λέ­σει η α­πο της εν­θρονί­σε­ώς του και ε­ξής συγ­γρα­φή, με­τά­φρα­ση και έκ­δο­ση βι­βλί­ων και έν­τυ­πων που α­πευ­θύ­νον-ταν προς τους α­πλούς πι­στούς με σκο­πό την κα­τάρ­τι­σή τους. Πρό­κει­ται για πλή­θος δη­μο­σι-ευ­μά­των γραμ­μέ­νων α­πό τον ί­διο, αλ­λά και α­πό άλ­λους κλη­ρι­κούς της μη­τρο­πό­λε­ώς του που δεί­χνουν τη με­γά­λη προ­σπά­θεια. Ού­τε ε­πί­σης θά α­σχο­λη­θού­με με τη δι­α­κο­νί­α του ως μέ­λους της Ι­ε­ραρ­χί­ας, της Δια­ρκούς Ι­ε­ράς Συ­νό­δου και των δι­α­φό­ρων συ­νο­δι­κών ε­πι­τρο­πών στις ο­ποί­ες υ­πη­ρέ­τη­σε πάν­το­τε με ευ­θύ­νη και συ­νέ­πεια. Θα προ­σπα­θή­σου­με να α­να­φερ­θού­με σε τρεις χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές πε­ρι­πτώ­σεις της πο­λι­τεί­ας του που έ­χουν γε­νι­κό­τε­ρο εν­δι­α­φέ­ρον για το μέλ­λον της εκ­κλη­σι­α­στι­κής μας ζω­ής.

Ό­πως πα­ρα­πά­νω έ­γι­νε λό­γος, ο π. Με­λέ­τιος έ­λα­βε μέ­ρος στο δι­ά­λο­γο με τις Αν­τι­χαλ-κη­δό­νι­ες Εκ­κλη­σί­ες και υ­πέ­γρα­ψε ως εκ­πρό­σω­πος της Εκ­κλη­σί­ας μας τη Β’ Κοι­νή Δή­λω­ση τό 1990. Η συμ­με­το­χή του προ­τά­θη­κε α­πό τους μέ­χρι τό­τε συμ­με­τέ­χον­τες στο δι­ά­λο­γο, ε­πει­δή ή­ταν κα­λός γνώ­στης της χρι­στο­λο­γι­κής προ­βλη­μα­τι­κής του δι­α­λό­γου και ει­δι­κό­τε­ρα της λα-τι­νι­κής θε­ο­λο­γι­κής ο­ρο­λο­γί­ας που χρη­σι­μο­ποι­εί­ται στον Τό­μο του Λέ­ον­τος, βα­σι­κού κει­μέ­νου της με­τα­ξύ Ορ­θο­δό­ξων και Αν­τι­χαλ­κη­δο­νί­ων δι­έ­νε­ξης. Κά­να­με ή­δη λό­γο ό­τι με­τέ­φρα­σε α­πό τα λα­τι­νι­κά τα Πρα­κτι­κά τής Ε’ Οι­κου­με­νι­κής Συ­νό­δου (553), με την ο­ποί­α ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε η μα­κρά και ε­πί­πο­νος δι­α­δι­κα­σί­α πρόσ­λη­ψης της Συ­νό­δου της Χαλ­κη­δό­νος (451). Δεν θα α­σχο-λη­θού­με με τις λε­πτο­μέ­ρει­ες της συμ­με­το­χής του, αλ­λά με την πρόσ­λη­ψη των δι­α­λό­γων α­πό το εκ­κλη­σι­α­στι­κό σώ­μα, την ου­σι­α­στι­κή δη­λα­δή θέ­ση των α­πο­τε­λε­σμά­των τους.

Συ­νή­θως οι δι­ά­λο­γοι γί­νον­ται α­πό κα­θη­γη­τές των θε­ο­λο­γι­κών μας σχο­λών που δι­ο­ρί­ζονται α­πό τη Σύ­νο­δο, με τη συμ­με­το­χή σπά­νια ε­πι­σκό­πων η κλη­ρι­κών κα­τώ­τε­ρων βαθ­μών. Τα πε­ρί αυ­τών (πρα­κτι­κά συ­ζη­τή­σε­ων, κοι­νές δη­λώ­σεις, ε­κτι­μή­σεις της πο­ρεί­ας τους, συ­ζη­τήσεις) δη­μο­σι­εύ­ον­ται σε ε­πί­ση­μα θε­ο­λο­γι­κά πε­ρι­ο­δι­κά, πολ­λές φο­ρές του ε­ξω­τε­ρι­κού, προ­σβάσι­μα σε λί­γους και ει­δι­κούς. Κά­ποι­α ξέ­φτια και α­πο­σπα­σμα­τι­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες γί­νον­ται γνω-στα α­πό πε­ρι­θω­ρια­κά καί λα­θρό­βια έν­τυ­πα, ό­που η εί­δη­ση δεν ξε­χω­ρί­ζει α­πό το σχό­λιο, το ο­ποί­ο τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές κα­τα­φέ­ρε­ται κα­τά του δι­α­λό­γου, οι συμ­με­τέ­χον­τες κα­ταγ­γέλ-λον­ται ως προ­δό­τες της ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ως και η ό­λη υ­πό­θε­ση πνί­γε­ται μέ­σα σέ ζό­φο ά­γνοι-ας, υ­πο­ψί­ας και α­μυν­τι­κού ορ­θο­δο­ξι­σμού. Οι συμ­με­τέ­χον­τες δεν α­παν­τούν, οι αν­τι­τι­θέ­με­νοι πάν­το­τε κα­ταγ­γέλ­λουν και το εκ­κλη­σι­α­στι­κό σώ­μα πα­ρα­μέ­νει σε α­φα­σί­α. Στε­νο­χω­ρι­έ­ται κα­νείς ό­ταν βλέ­πει αυ­τή την κα­τά­στα­ση, τό­σος κό­πος των συμ­με­τε­χόν­των να μην α­να­γνω­ρίζε­ται, αλ­λά αν­τί­θε­τα να συ­κο­φαν­τεί­ται και να κα­θυ­βρί­ζε­ται και το έρ­γο του Χρι­στού, το ο­ποί­ο υ­πη­ρε­τούν οι δι­ά­λο­γοι, να κα­τα­λή­γει στο κε­νό.

Ε­δώ ο π. Με­λέ­τιος έ­κα­νε τη δι­α­φο­ρά. Με­τά την υ­πο­γρα­φή της Κοι­νής Δή­λω­σης και α­φού δέ­χτη­κε τις πρώ­τες βο­λές, άρ­χι­σε ν’ α­παν­τά σε ό­λους. Στα ε­πί­ση­μα και ε­πι­στη­μο­νι­κά πε­ριοδι­κά, στα πε­ρι­θω­ρια­κά και λα­θρό­βια έν­τυ­πα, σε πε­ρι­ο­δι­κά πνευ­μα­τι­κής οι­κο­δο­μής και σε νεα­νι­κά, σε ε­πι­στή­μο­νες και σε ι­δι­ώ­τες. Ε­πί­σης, α­παν­τού­σε σε ε­πι­στο­λές που δε­χό­ταν, έ­δι­νε συνεν­τεύ­ξεις και συ­ζη­τού­σε. Χρη­σι­μο­ποι­ού­σε κά­θε φο­ρά τη γλώσ­σα του συ­νο­μι­λη­τή του, δεν έ­κρυ­βε τί­πο­τα και φα­νέ­ρω­νε ό­τι ο δι­ά­λο­γος εί­ναι ευ­θύ­νη της Εκ­κλη­σί­ας και του κά­θε χρι­στιανού που θέ­λει να εί­ναι, μα­θη­τής του Χρι­στού και ε­πο­μέ­νως α­γω­νιά και υ­πο­φέ­ρει για τη στέ-ρη­ση των α­δελ­φών που δεν θέ­λουν και δεν μπο­ρούν να κοι­νω­νή­σουν μα­ζί του στο Σταυ­ρό και την Α­νά­στα­σή του. Τα ε­πι­χει­ρή­μα­τά του ή­ταν α­πό τη θε­ο­λο­γί­α των Πα­τέ­ρων, τους βί­ους των α­γί­ων και την εκ­κλη­σι­α­στι­κή ι­στο­ρί­α. Άν και έ­νας κού­κος δέν φέρ­νει την ά­νοι­ξη, ο δρόμος που υ­πέ­δει­ξε ο π. Με­λέ­τιος εί­ναι ο μό­νος που μπο­ρεί να δώ­σει νό­η­μα και προ­ο­πτι­κή στους δι­ά­λο­γους της Εκ­κλη­σί­ας μας. Δι­α­φο­ρε­τι­κά θα γί­νον­ται στον α­έ­ρα, θα κα­λύ­πτουν δημό­σι­ες σχέ­σεις και ου­δέ­πο­τε θα γί­νουν δε­κτοί α­πό τα μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας μας, πα­ρα­μέ­νοντας στο πε­ρι­θώ­ριο της εκ­κλη­σι­α­στι­κής γρα­φει­ο­κρα­τί­ας και στην α­νυ­πο­λη­ψί­α των χρι­στια­νών μας.

Έ­να άλ­λο θέ­μα που α­πα­σχό­λη­σε τον π. Με­λέ­τω και τον έ­φε­ρε αν­τι­μέ­τω­πο με τους ί­διους σχε­δόν κύ­κλους ή­ταν το θέ­μα του "σφρα­γί­σμα­τος του 666-αν­τί­χρι­στου". Το πρό­βλη­μα προέ­κυ­ψε α­πό την η­λε­κτρο­νι­κή-ψη­φια­κή ορ­γά­νω­ση της α­γο­ράς και την ε­πέ­κτα­σή της σε ό­λους σχε­δόν τους το­μείς τή­ρη­σης αρ­χεί­ων και ε­πε­ξερ­γα­σί­ας στοι­χεί­ων. Πη­γή των α­νη­συ­χι­ών των "ορ­θο­δό­ξων" εί­ναι, ό­πως πάν­τα, ο συλ­λο­γι­κός ψυ­χο­λο­γι­κός α­μυν­τι­σμός, και α­φορ­μή έ­γι­ναν οι ι­δέ­ες κά­ποι­ας Mary Stewart Relfe, που άρ­χι­σαν να γί­νον­ται γνω­στές στην Ελ­λά­δα α­πό το 1981. Οι ι­δέ­ες αυ­τές συ­νο­ψί­ζον­ται στο ο­τι το χά­ραγ­μα του αν­τί­χρι­στου, το ό­νο­μα του αν­τί­χρι-στου και ο α­ριθ­μός του ο­νό­μα­τός του, το 666, αλ­λη­λο­πε­ρι­χω­ρούν­ται και ταυ­τί­ζον­ται και στο ό­τι το νέ­ο οι­κο­νο­μι­κό σύ­στη­μα συ­ναλ­λα­γών (με κομ­πι­ού­τερ και με το bar code), ει­σά­γει στη ζω­ή των αν­θρώ­πων το σφρά­γι­σμά του. Οι ι­δέ­ες αυ­τές, με τη δι­α­με­σο­λά­βη­ση κλη­ρι­κών και α­γι­ο­ρει­τών μο­να­χών, μέ­σω εν­τύ­πων, προ­κά­λε­σαν φο­βε­ρή α­να­στά­τω­ση. Στα μέ­σα της δε­κα­ε-τί­ας του 1990 τα πράγ­μα­τα πή­ραν με­γά­λες δι­α­στά­σεις. Δι­α­δη­λώ­σεις, δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες, συλ­λο­γές υ­πο­γρα­φών ή­ταν στην η­με­ρή­σια δι­ά­τα­ξη. Η ί­δια η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος α­ναγ­κά­στη­κε να εκ­δώ­σει δύ­ο εγ­κυ­κλί­ου­ς (13).

Η ου­σί­α του θέ­μα­τος εί­ναι γνω­στή και δεν έ­χει κα­μιά ση­μα­σί­α. Ση­μα­σί­α έ­χει ό­μως η αν­τι­με­τώ­πι­σή του. Η υ­πό­θε­ση δο­κί­μα­σε για τα κα­λά την αυ­το­συ­νει­δη­σί­α του πλη­ρώ­μα­τος της Εκ­κλη­σί­ας, τη σχέ­ση ευ­σέ­βειας-α­σκη­τι­κής ζω­ής με τη θε­ο­λο­γί­α και την πα­ρά­δο­ση της Εκ-κλη­σί­ας και, το κυ­ρι­ό­τε­ρο, την αυ­θεν­τί­α της εκ­κλη­σι­α­στι­κής δι­δα­σκα­λί­ας μα­ζί με την α­νά­λη-ψη ευ­θύ­νης των αρ­μο­δί­ων. Δυ­στυ­χώς, α­πο­τέ­λε­σε τη φα­νέ­ρω­ση των χει­ρό­τε­ρων. Το πλή­ρω­μα α­πο­δε­χό­ταν τις θέ­σεις ε­νός α­κραί­ου φον­τα­μεν­τα­λι­στι­κού προ­τε­σταν­τι­σμού ως ορ­θό­δο­ξες, ευ­λα­βείς κλη­ρι­κοί και χα­ρι­σμα­τού­χοι μο­να­χοί έ­γι­ναν δι­α­πρύ­σιοι κή­ρυ­κες αυ­τών των θέ­σε­ων και οι ε­πί­σκο­ποί της δέν τολ­μού­σαν προ­σω­πι­κά να αν­τι­τε­θούν για να μη χα­ρα­κτη­ρι­στούν ο­πα­δοί του σφρα­γί­σμα­τος του αν­τί­χρι­στου και μά­λι­στα εν μέ­σω προ­ε­κλο­γι­κής πε­ρι­ό­δου για την ε­κλο­γή αρ­χι­ε­πι­σκό­που.

Ο π. Με­λέ­τιος πα­ρε­νέ­βη στο πρό­βλη­μα εκ­δί­δον­τας το βι­βλί­ο του «Το χά­ραγ­μα του Αν­τίχ-ρι­στου»14, στο ο­ποί­ο δι­α­κή­ρυ­ξε με σα­φή­νεια την ορ­θό­δο­ξη θέ­ση με βά­ση την δι­δα­σκα­λί­α των Πα­τέ­ρων και τις βα­σι­κές αρ­χές της εκ­κλη­σι­α­στι­κής πα­ρα­δό­σε­ως. Χω­ρίς δι­σταγ­μό α­πο­κά­λυ­ψε την πη­γή των κα­κό­δο­ξων α­πό­ψε­ων και καυ­τη­ρί­α­σε τον τρό­πο και τις με­θό­δους πα­ρα­πλά­νη-σης του πλη­ρώ­μα­τος . Κά­νον­τας αυ­το­κρι­τι­κή σε πα­λαι­ό­τε­ρη θέ­ση του­15, α­να­λύ­ον­τας α­πλά και δι­δα­κτι­κά το θέ­μα, χω­ρίς προ­σω­πι­κές ε­πι­θέ­σεις, αλ­λά και με χι­ού­μορ, πα­ρου­σί­α­σε τη θε-ο­λο­γί­α της Εκ­κλη­σί­ας και έ­δει­ξε ό­τι τα προ­βλή­μα­τα αν­τι­με­τω­πί­ζον­ται με τη συ­νε­πή και ξε­κά­θα­ρη θέ­ση των υ­πευ­θύ­νων. Έ­γρα­φε συμ­πε­ρα­σμα­τι­κά: «Ε­ξευ­τε­λί­σα­με την μό­νη ελ­πί­δα! Την ελ­πί­δα του κό­σμου, ό­τι μπο­ρεί να βρει κον­τά στο Χρι­στό φώς. Για­τί ποι­ος άν­θρω­πος του σύ-γχρο­νου κό­σμου, που σέ­βε­ται στοι­χει­ω­δώς τον ε­αυ­τό του, θα δε­χθεί πο­τέ να πά­ρει στά σο­βα­ρά, ό­τι παίρ­νον­τας μια σο­κο­λά­τα ή μια ο­δον­τό­κρε­μα με bar code χά­νει τη σω­τη­ρί­α του; Να η πα­γί­δα, να κα­τα­φρο­νη­θεί η Εκ­κλη­σί­α! Να η πα­γί­δα, που θα κά­μει την εν Χρι­στώ σω­τη­ρί­α α­πό γλυ­κιά ελ­πί­δα γε­λοί­α και μι­ση­τή στον κό­σμο!»16. Οι αν­τί­πα­λοι α­φή­νια­σαν και του ε­πι­τέ­θη­καν προ­σω-πι­κά ο­νο­μά­ζον­τάς τον "αι­ρε­τι­κό" και "ά­γράμ­μα­το". Ε­κεί­νος α­πάν­τη­σε: «Δεν ψά­χνω να μου πουν ό­λοι μπρά­βο. Δεν ε­πέ­τρε­ψα πο­τέ στον ε­αυ­τό μου πρά­ξεις πα­ρά συ­νεί­δη­ση, για να κά­μω με­ρι­κούς νά έ­χουν κα­λή γνώ­μη γιά μέ­να. Μεί­ζων πλού­τος α­πό ό­λους τους θη­σαυ­ρούς της "Αι­γύ­πτου" (= εν προ­κει­μέ­νω α­πό κά­θε ε­πί­γεια δό­ξα καί τι­μή καί ά­πό κά­θε θώ­κο) ο ο­νει­δι­σμός του Χρι­στού»17. Και στις δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις, στον δι­ά­λο­γο με τους Αν­τι­χαλ­κη­δο­νί­ους και στο λε­γό­με­νο σφρά­γι­σμα, ο π. Με­λέ­τιος έ­δει­ξε την ευ­θύ­νη του ε­πι­σκό­που που δεν δι­στά­ζει ν’ α­να­λά­βει το κό­στος της "βρώ­μι­κης δου­λεί­ας" αν­τα­πο­κρι­νό­με­νος στις α­νάγ­κες του πλη­ρώ­ματος.

Έ­να άλ­λο θέ­μα που α­πα­σχό­λη­σε τον π. Με­λέ­τιο και έ­γι­νε α­φορ­μή συ­ζη­τή­σε­ων και αν­τε-γκλή­σε­ων εί­ναι το αί­τη­μα της λει­τουρ­γι­κής α­να­νέ­ω­σης. Α­πό­το­κο του εν­δι­α­φέ­ρον­τος για τη λει­τουρ­γι­κή ζω­ή, έ­γι­νε έ­να α­πό τα καί­ρια προ­βλή­μα­τα του εκ­κλη­σι­α­στι­κού βί­ου. Για τη λειτουρ­γι­κή α­να­νέ­ω­ση γι­νό­ταν λό­γος σε κύ­κλους θε­ο­λο­γούν­των, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να εί­χα­με και κά­ποι­ους καρ­πούς με­τα­φρα­στι­κών προ­σπα­θει­ών α­γι­ο­γρα­φι­κών και λει­τουρ­γι­κών κει­μέ­νων. Στα τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του '90, η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος συ­νέ­στη­σε ει­δι­κή ε­πι­τρο­πή που δι­ορ­γα­νώ­νει συ­νέ­δρια για την συ­ζή­τη­ση των θε­μά­των της λει­τουρ­γι­κής α­να­νέ­ω­σης. Η συ­ζή­τη­ση αυ­τή πα-ρα­μέ­νει σε α­κα­δη­μα­ϊ­κό ε­πί­πε­δο και ε­άν ε­ξαι­ρέ­σει κα­νείς τους τό­μους που πε­ρι­λαμ­βά­νουν τις ε­κά­στο­τε ει­ση­γή­σεις των κα­θη­γη­τών των θε­ο­λο­γι­κών μας σχο­λών γύ­ρω α­πό τη συγ­κρό­τη­ση της α­κο­λου­θί­ας και τις προ­τά­σεις τους για ορ­θό­τε­ρη τέ­λε­σή της, ου­δέν άλ­λο προ­σκό­μι­σε στο καί­ριο αυ­τό ζή­τη­μα. Ο π. Με­λέ­τιος κι­νή­θη­κε πέ­ρα των α­κα­δη­μα­ϊ­κών συ­ζη­τή­σε­ων και των α­κίν­δυ­νων μι­κρο­δι­ορ­θώ­σε­ων. Ξε­κι­νών­τας α­πό την α­πλή και σκλη­ρή δι­α­πί­στω­ση του ποι­μέ­να ό­τι η λει­τουρ­γι­κή γλώσ­σα εί­ναι α­κα­τα­νό­η­τη, προ­χώ­ρη­σε στο κρί­σι­μο βή­μα της με­τά­φρα­σης των πε­ζών κει­μέ­νων της θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας και των Μυ­στη­ρί­ων και την τέ­λε­σή τους στην ο­μι-λού­με­νη γλώσ­σα. Το εγ­χεί­ρη­μα έ­δει­ξε πό­σο εύ­κο­λο εί­ναι να μι­λά­ει κα­νείς για λει­τουρ­γι­κή α­να­νέ­ω­ση και πό­σο δύ­σκο­λο να την ε­φαρ­μό­ζει. Έ­δει­ξε ε­πί­σης τί αν­τί­κρι­σμα έ­χει στη συ­νεί­δηση των πι­στών μας και στη συ­νέ­πεια των υ­πευ­θύ­νων η με ά­νε­ση δι­α­τυμ­πα­νι­ζό­με­νη θέ­ση των ορ­θο­δό­ξων ό­τι δέν έ­χουν ι­ε­ρή γλώσ­σα καί ό­τι εί­ναι έ­τοι­μοι να με­τα­φρά­ζουν στις το­πι­κές γλώσ­σες τα λει­τουρ­γι­κά κεί­με­να. Αλ­λά η υ­πό­θε­ση α­νέ­δει­ξε και άλ­λες πα­ρα­μέ­τρους της εκκλη­σι­α­στι­κής ζω­ής, ό­πως το έλ­λειμ­μα συ­νο­δι­κό­τη­τας και το πλε­ό­να­σμα της γρα­φει­ο­κρα­τί­ας.

Τα ει­δι­κό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα που α­νέ­κυ­ψαν με την α­νά­λη­ψη αυ­τής της πρω­το­βου­λί­ας εί­ναι ε­άν πρέ­πει να γί­νει με­τά­φρα­ση, ποι­ός εί­ναι αρ­μό­διος γι’ αυ­τό, με ποι­ον τρό­πο θα ε­φαρ­μο­σθεί και με ποι­ον τρό­πο θα γί­νει η με­τά­φρα­ση. Το πρώ­το εί­ναι δυ­στυ­χώς το αυ­το­νό­η­το. Πρέ­πει να με­τα­φρα­στούν τα λει­τουρ­γι­κά κεί­με­να; Λες και θέ­λει πολ­λή σκέ­ψη τι πρέ­πει να κά­νου­με ό­ταν οι πι­στοί μας δεν κα­τα­νο­ούν α­πό αυ­τά που α­κού­νε πα­ρά μό­νο λέ­ξεις. Ό­ταν και οι λο­γι­ό­τε­ροι εξ αυ­τών χρει­ά­ζον­ται λε­ξι­κό για να τα κα­τα­νο­ή­σουν. Και ό­μως. Ε­πει­δή κα­νείς δεν μπο­ρεί να υ­πο­στη­ρί­ξει και να πεί­σει ό­τι η λει­τουρ­γι­κή γλώσ­σα εί­ναι κα­τα­νο­η­τή, υ­πο­στη­ρί­ζει ό­τι η με­τά­φρα­ση δεν χρει­ά­ζε­ται, α­φού το παν εί­ναι η μέ­θε­ξη και ό­χι η κα­τα­νό­η­ση. Ο π. Με­λέ-τιος α­πο­δύ­θη­κε σ’ έ­ναν α­γώ­να να ε­ξη­γή­σει τί εί­ναι μέ­θε­ξη και τί κα­τα­νό­η­ση α­κο­λου­θών­τας τη βι­βλι­κή-πα­τε­ρι­κή πα­ρά­δο­ση πε­ρί δι­α­κρί­σε­ως πνεύ­μα­τος και νο­ός ή νο­ός και δι­α­νοί­ας ή νο­ός και λό­γου ή καρ­δί­ας και νο­ός ή αι­σθή­σε­ως και πρά­ξε­ω­ς18. Χω­ρίς τη βα­σι­κή αυ­τή αν­θρω-πο­λο­γι­κή δι­ά­κρι­ση δεν μπο­ρεί να γί­νει ού­σι­α­στι­κή συ­ζή­τη­ση πε­ρί με­τά­φρα­σης των λει­τουρ­γικών κει­μέ­νων. Πά­νω σ’ αυ­τή τη δι­ά­κρι­ση, «προ­σεύ­ξο­μαι τω πνεύ­μα­τι προ­σεύ­ξο­μαι δε και τω νοι» (Α' Κορ. 14: 15), ο α­πό­στο­λος Παύ­λος οι­κο­δό­μη­σε τα πε­ρί της λο­γι­κής λα­τρεί­ας (Ρωμ. 12: 1), και ο­λό­κλη­ρη η πα­ρά­δο­σή μας τη συ­νέ­χι­σε.

Κα­τά τον π. Με­λέ­τιο, αρ­μό­διος να προ­χω­ρή­σει στη χρή­ση με­τά­φρα­σης εί­ναι ο υ­πεύ­θυ­νος ποι­μέ­νας. Έ­γρα­ψε: «Δέν έ­κα­μα πο­τέ κα­νέ­να γκά­λοπ. Τα θε­ω­ρώ α­στει­ό­τη­τες. Ο Κύ­ριος με έ­κα-με ποι­μέ­να, ό­χι πρό­βα­το. Ο Κύ­ριος με έ­κα­με κε­φα­λή, ό­χι ου­ρά. Η ευ­θύ­νη μου δεν με­τα­το­πί­ζε­ται σέ κα­νέ­ναν»19. Στο ί­διο κεί­με­νο υ­πο­στή­ρι­ξε, με συγ­κε­κρι­μέ­να πα­ρα­δείγ­μα­τα α­πό την αρ­χαί­α και νε­ό­τε­ρη εκ­κλη­σι­α­στι­κή ι­στο­ρί­α, ό­τι κα­μιά με­τά­φρα­ση της Α­γί­ας Γρα­φής ή των λει­τουρ­γι-κών κει­μέ­νων δεν έ­γι­νε με προ­η­γού­με­νη συ­νο­δι­κή α­πό­φα­ση ή έγ­κρι­ση, αλ­λά δι­α­πι­στώ­θη­κε η χρη­σι­μό­τη­τά τους και α­θό­ρυ­βα κα­θι­ε­ρώ­θη­κα­ν (20). Τη χρή­ση της με­τά­φρα­σης πρό­τει­νε στους ε­φη­με­ρί­ους της Μη­τρο­πό­λε­ως. Ε­άν κά­ποι­ος συμ­φω­νού­σε και έ­πει­θε τους ε­νο­ρί­τες του, άρ­χι­ζε η ε­φαρ­μο­γή της. Πα­ράλ­λη­λα, εί­χε εκ­δώ­σει α­πό­φα­ση σύμ­φω­να με την ο­ποί­α η α­κο­λου­θί­α γι-νό­ταν α­πό ό­λους στη γλώσ­σα που ε­φαρ­μο­ζό­ταν στη συγ­κε­κρι­μέ­νη ε­νο­ρί­α. Δη­λα­δή, η α­κο-λου­θί­α έ­πρε­πε να γί­νει σύμ­φω­να με την τά­ξη που εί­χε κα­θι­ε­ρω­θεί και ό­χι σύμ­φω­να με την προ­τί­μη­ση του κλη­ρι­κού που τυ­χόν θα προ­ΐ­στα­το, ως ι­ε­ρο­κή­ρυ­κας ή με άλ­λη ι­δι­ό­τη­τα. Την α­πό­φα­ση τη­ρού­σε και ο ί­διος και ό­ταν λει­τουρ­γού­σε σε ε­νο­ρί­α που δεν εί­χε κα­θι­ε­ρώ­σει τη με­τά­φρα­ση, λει­τουρ­γού­σε στο πρω­τό­τυ­πο. Με τον τρό­πο αυ­τό, η με­τά­φρα­ση εί­χε ε­πι­κρα­τή­σει στο έ­να τέ­ταρ­το των ε­νο­ρι­ών της Μη­τρο­πό­λε­ως. Μέ­ρη της Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας, μυ­στή­ρια και τε­λε­τές γί­νον­ταν α­πό με­τά­φρα­ση σε πε­ρισ­σό­τε­ρες ε­νο­ρί­ες και με­ρι­κά σε ό­λες.

Τα κεί­με­να με­τέ­φρα­ζε ο ί­διος, δο­κι­μά­ζον­ταν κα­τά την ε­φαρ­μο­γή τους και βελ­τι­ώ­νον­ταν. Στη δι­α­δι­κα­σί­α αυ­τή λά­βαι­ναν μέ­ρος και άλ­λοι κλη­ρι­κοί της Μη­τρο­πό­λε­ως, ε­νώ δεν υ­πάρ­χει ο­ρι­στι­κή και ε­πί­ση­μη έκ­δο­σή τους. Η με­τά­φρα­ση εί­ναι θε­ο­λο­γι­κά α­κρι­βής, γλωσ­σι­κά α­πλή και ε­ξη­γη­τι­κή, και ρέ­πει προς την πα­ρά­φρα­ση. Εν­δι­α­φέ­ρε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο για το νό­η­μα του κει­μέ­νου και ό­χι για τη μορ­φή. Χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται λα­ϊ­κό­τρο­πες εκ­φρά­σεις, α­κό­μη και α­κραί­ας μορ­φής. Προ­φα­νώς α­πη­χεί την προ­σω­πι­κή του αν­τί­λη­ψη και σκο­πεύ­ει στη συμ­με­το­χή του εκ­κλη­σι­ά­σμα­τος. Ό­λοι γνω­ρί­ζου­με ό­τι ε­δώ το θέ­μα έ­χει πολ­λές πα­ρα­μέ­τρους. Τά λει­τουρ­γι-κά κεί­με­να έ­χουν γρα­φτεί σέ δι­ά­φο­ρες χρο­νι­κές πε­ρι­ό­δους, εί­ναι σε πολ­λές γλωσ­σι­κές μορφές και πά­νω τους έ­χει κα­θί­σει το βά­ρος της ι­στο­ρί­ας, ό­πως εί­ναι φυ­σι­κό, α­πό τη συ­νε­χή χρήση και την ευ­λα­βή αν­τι­με­τώ­πι­σή τους. Η με­τά­φρα­ση των λει­τουρ­γι­κών κει­μέ­νων α­παι­τεί ευρεί­α συ­ζή­τη­ση, που θα κα­λύ­πτει ό­λες τις πτυ­χές του προ­βλή­μα­τος και θα κα­τα­λή­ξει σε "συμφω­νί­α" γύ­ρω α­πό τα βα­σι­κά προ­βλή­μα­τα. Αλ­λά πως μπο­ρεί να γί­νει η συ­ζή­τη­ση ό­ταν και μό-νο η πρό­τα­ση πε­ρί της ύ­παρ­ξης του προ­βλή­μα­τος δη­μι­ουρ­γεί α­κρα­ϊ­ες αν­τι­δρά­σεις που δεν ε­πι­τρέ­πουν καν την εκ­κί­νη­ση;

Στο ση­μεί­ο αυ­τό α­να­δει­κνύ­ε­ται η προ­φη­τι­κή στά­ση του π. Με­λε­τί­ου. Για­τί το θέ­μα της με­τά­φρα­σης των λει­τουρ­γι­κών κει­μέ­νων δεν έ­χει μό­νο τα πα­ρα­πά­νω δευ­τε­ρεύ­ον­τα προ­βλήμα­τα τα ο­ποί­α ο π. Με­λέ­τιος προ­σπά­θη­σε ν’ αν­τι­με­τω­πί­σει, αλ­λά έ­χει α­πέ­ναν­τί του έ­να ισχυ­ρό συλ­λο­γι­κό α­συ­νεί­δη­το. Αυ­τό το α­συ­νεί­δη­το οι­κο­δο­μή­θη­κε με τον χρό­νο, τις ι­στο­ρι­κές πε­ρι­πέ­τει­ες της Εκ­κλη­σί­ας μας, τη θέ­ση της στο νε­ό­τε­ρο ελ­λη­νι­κό κρά­τος, τις α­να­πλη­ρω­μα­τικές συλ­λο­γι­κές νο­ο­τρο­πί­ες που γεν­νά­ει έ­να κα­χε­κτι­κό πα­ρόν μπρο­στά σε έ­να φαν­τα­στι­κό με­γα­λει­ώ­δες πα­ρελ­θόν. Η πρό­τα­ση της με­τά­φρα­σης δεν έ­χει ν’ αν­τι­πα­λέ­ψει λο­γι­κές, αλ­λά συμ­πτώ­μα­τα του συλ­λο­γι­κού θρη­σκευ­τι­κού βί­ου. Εί­ναι τα συμ­πτώ­μα­τα που αν­τι­με­τώ­πι­σαν οι προ­φή­τες του αρ­χαί­ου Ισ­ρα­ήλ, ο ί­διος ο Χρι­στός, οι Α­πό­στο­λοι και κά­θε μάρ­τυ­ρας της εκκλη­σι­α­στι­κής πι­στό­τη­τας. Γι’ αυ­τό και η προ­φη­τι­κή στά­ση του εί­ναι η μό­νη που μπο­ρεί ν’ ο­δηγή­σει στη λύ­ση του προ­βλή­μα­τος. Συ­νέ­δρια, προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νες δι­α­δι­κα­σί­ες και σχε­τι­κές κα­νο­νι­κό­τη­τες θα βερ­νι­κώ­νουν το πα­ρελ­θόν και θα ρί­χνουν νε­ρό στο μύ­λο της α­να­πο­φα­σιστι­κό­τη­τας και, ό­πως θα πα­ρα­τη­ρού­σε ο Μάξ Βέμ­περ, ελ­λεί­ψει προ­φή­τη το ρό­λο του θα α­να-λά­βουν οι κα­θη­γη­τές με τις πα­ρα­δό­σεις τους, ως α­μει­βό­με­νοι α­πό το κρά­τος ή ως προ­νο­μιού-χοι μι­κροί προ­φή­τες χω­ρίς βέ­βαι­α α­πο­τέ­λε­σμα.

Στις 14 Α­πρι­λί­ου 2010 ο π. Με­λέ­τιος κλή­θη­κε για δι­ευ­κρι­νί­σεις πε­ρί της με­τα­φρά­σε­ως στη Δια­ρκή Ι­ε­ρά Σύ­νο­δο με­τά α­πό σχε­τι­κές α­να­φο­ρές. Με­τά τις δι­ευ­κρι­νί­σεις του η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος ε­ξέ­δω­σε α­να­κοί­νω­ση με την ο­ποί­α δή­λω­νε ό­τι εμ­μέ­νει στην τέ­λε­ση της Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας και των Ι­ε­ρών Μυ­στη­ρί­ων στο πρω­τό­τυ­πο, ό­τι α­παι­τεί­ται ά­δεια της Ι­ε­ράς Συ­νό­δου για α­νάγνω­ση κει­μέ­νων σε με­τά­φρα­ση, και κα­λού­σε σε α­να­μο­νή μέ­χρι το θέ­μα να συ­ζη­τη­θεί, να μελε­τη­θεί και να λη­φθούν α­πο­φά­σεις α­πό την Ι­ε­ραρ­χί­α. Ρη­τά στην α­να­κοί­νω­ση της ΔΙΣ α­να­φέρε­ται ό­τι: «Το θέ­μα α­πο­δε­σμεύ­τη­κε α­πό την πρα­κτι­κή που γί­νε­ται στην ι­ε­ρά Μη­τρό­πο­λη Νι-κο­πό­λε­ως και Πρε­βέ­ζης και αν­τι­με­τω­πί­στη­κε γε­νι­κά, α­πό πλευ­ράς θε­ο­λο­γι­κής, λει­τουρ­γι­κής και ποι­μαν­τι­κής». Ο π. Με­λέ­τιος συ­νέ­χι­σε να χρη­σι­μο­ποι­εί με­τά­φρα­ση ό­πως πα­ρα­πά­νω α­να-φέρ­θη­κε. Με­τά την κοί­μη­σή του, ο το­πο­τη­ρη­τής α­πα­γό­ρευ­σε τη με­τά­φρα­ση, πράγ­μα που συνε­χί­ζει ο ε­κλε­γείς δι­ά­δο­χός του, ε­πι­κα­λού­με­νοι την α­να­κοί­νω­ση της Συ­νό­δου. Σκέ­πτε­ται κανείς: Για­τί η βι­α­σύ­νη της α­πα­γό­ρευ­σης; Για­τί η βι­α­σύ­νη να α­πα­ξι­ω­θεί μια προ­σπά­θεια πολ-λών ε­τών; Για­τί δέν σκέ­φτη­καν οι α­πα­γο­ρεύ­σαν­τες τις ποι­μαν­τι­κές και ψυ­χο­λο­γι­κές συ­νέ­πει-ες της α­πα­γό­ρευ­σης σε αν­θρώ­πους που τε­λού­σαν τη λα­τρεί­α τους σε με­τά­φρα­ση πολ­λά χρό-νια; 'Αλλά και έ­να άλ­λο έ­ρώ­τη­μα: Για­τί η α­πα­γό­ρευ­ση δεν έ­γι­νε με τον τρό­πο που ε­φαρ­μόστη­κε η με­τά­φρα­ση, με συ­νεν­νό­η­ση καί συ­ναί­νε­ση; Η υ­πό της ΔΙΣ ρη­τή α­πο­δέ­σμευ­ση του θέμα­τος για τη Μη­τρό­πο­λη Νι­κο­πό­λε­ως καί Πρε­βέ­ζης κά­νει τα πα­ρα­πά­νω ε­ρω­τή­μα­τα πιο εύλο­γα.

Έ­χου­με τη γνώ­μη ό­τι ό­λα ξε­κι­νούν α­πό τη γρα­φει­ο­κρα­τι­κή αν­τί­λη­ψη του θέ­μα­τος. Μια δι­α­φο­ρε­τι­κή αν­τί­λη­ψη θα έ­βλε­πε ό­τι η υ­πό­θε­ση της με­τά­φρα­σης δέν εί­ναι δι­οι­κη­τι­κό θέ­μα και δεν αν­τι­με­τω­πί­ζε­ται με δι­οι­κη­τι­κές α­πο­φά­σεις. Εί­ναι θέ­μα που προ­ϋ­πο­θέ­τει ό­χι μό­νο την αυ­το­συ­νει­δη­σί­α της Εκ­κλη­σί­ας, αλ­λά και τις συλ­λο­γι­κές νο­ο­τρο­πί­ες στη δι­α­δι­κα­σί­α του πο­λι-τι­σμού. Α­κό­μη και δευ­τε­ρεύ­ον­τα θέ­μα­τα, ό­ταν εμ­πί­πτουν στην πα­ρα­πά­νω κα­τη­γο­ρί­α, δεν ρυθ­μί­ζον­ται δι­οι­κη­τι­κά. Για πα­ρά­δειγ­μα, η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος με α­πο­φά­σεις της τα έ­τη 1882 καί 18 83 α­πα­γό­ρευ­σε την πε­ρι­φο­ρά ε­πι­τα­φί­ων πέ­ρα του να­ού ­22. Με πα­ρό­μοι­ες α­πο­φά­σεις προ του 1865, του 1865 και του 1990 α­πα­γό­ρευ­σε τον ε­πι­τά­φιο ύ­μνο στην Κοί­μη­ση της Θε­ο­τό­κου­ 23. Δεν δι­α­νο­εί­ται βέ­βαι­α κα­νείς να τε­λέ­σει την α­κο­λου­θί­α της Με­γά­λης Πα­ρα­σκευ­ής χω­ρίς πε­ρι­φο-ρά του ε­πι­τα­φί­ου. Αλ­λά και η δεύ­τε­ρη α­πα­γό­ρευ­ση δεν α­πέ­τρε­ψε τη συ­νή­θεια ό­που έ­χει ε­πικ-ρα­τή­σει. Ε­άν ε­ξαι­ρέ­σου­με την πε­ρί­πτω­ση του π. Με­λε­τί­ου θα πα­ρα­τη­ρή­σου­με ό­τι τέ­λε­ση της Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας α­πό με­τά­φρα­ση γί­νε­ται με­μο­νω­μέ­να και α­πό άλ­λους ε­πι­σκό­πους και πρε-σβυ­τέ­ρους, ό­πως ε­πί­σης και μυ­στή­ρια, α­νά­γνω­ση κει­μέ­νων και ευ­χών. Τό θέ­μα έ­χει α­νοί­ξει και ας ελ­πί­σου­με ό­τι στο μέλ­λον η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος θα φρον­τί­σει με θε­τι­κές ε­νέρ­γει­ες στη προ­ώ-θη­ση της λει­τουρ­γι­κής α­να­νέ­ω­σης.

 Ό­πως η λει­τουρ­γι­κή α­να­νε­ω­τι­κή προ­σπά­θεια του π. Με­λε­τί­ου μπλό­κα­ρε στα γρα­νά­ζια της γρα­φει­ο­κρα­τί­ας, στα ί­δια γρα­νά­ζια μπλό­κα­ρε και η δι­α­δο­χή του. Σύμ­φω­να με την κα­νονι­κή πα­ρά­δο­ση, δύ­ο ό­ροι εί­ναι α­πα­ραί­τη­τοι για την έγ­κυ­ρο έ­κλο­γή. Οι υ­πο­ψή­φιοι πρέ­πει να εί­ναι μέ­λη του κλή­ρου της μη­τρο­πό­λε­ως και το τρι­πρό­σω­πο πρέ­πει να κα­ταρ­τι­σθεί εν­τός της μη­τρο­πό­λε­ως με ψη­φί­σμα­τα των πρε­σβυ­τέ­ρων και των πρώ­των της πό­λε­ως. Υ­πάρ­χει μά­λιστα πρό­βλε­ψη για την πε­ρί­πτω­ση που η μη­τρό­πο­λη δεν εί­χε υ­πο­ψη­φί­ους ή δεν προ­έ­βαι­νε σε πρό­τα­ση­24. Δυ­στυ­χώς αυ­τά δεν ι­σχύ­ουν σή­με­ρα και η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος ε­κλέ­γει τους μη­τρο­πο­λίτες χω­ρίς να εί­ναι υ­πο­χρε­ω­μέ­νη να τη­ρεί τους πα­ρα­πά­νω ό­ρους. Ή­δη ά­να­φέ­ρα­με πως υ­ποψή­φιοι για κά­θε χη­ρεύ­ου­σα μη­τρό­πο­λη εί­ναι ά­παν­τες οι εγ­γε­γραμ­μέ­νοι στον κα­τά­λο­γο προς αρ­χι­ε­ρα­τεί­α και ό­χι μό­νο οι κλη­ρι­κοί της μη­τρο­πό­λε­ως. Ε­πί­σης η μη­τρό­πο­λη που έ­χει χη­ρέ­ψει δεν μπο­ρεί να προ­τεί­νει υ­πο­ψη­φί­ους. Αυ­τό γί­νε­ται συ­νή­θως για κά­θε μη­τρό­πο­λη που χη­ρεύ­ει και δεν θα χρει­α­ζό­ταν κα­νέ­νας σχο­λια­σμός ε­άν δεν συ­νέ­βαι­νε η μη­τρό­πο­λη Νι­κο­πό­λε­ως να έ­χει πολ­λούς υ­πο­ψη­φί­ους. Μα­ταί­ως οι κλη­ρι­κοί της «ψη­φί­σμα­τα ε­ποί­η­σαν» και μα­ταί­ως οι «πρώ­τοι της πό­λε­ως», βου­λευ­τές και δη­μο­τι­κοί άρ­χον­τες, έ­κα­μαν πα­ρα­στά­σεις και εκ­κλή­σεις στους αρ­μο­δί­ους. Η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος α­κο­λού­θη­σε την πά­για τα­κτι­κή της και έ­ξέ­λε­ξε μη­τρο­πο­λίτη εκ του γε­νι­κού κα­τα­λό­γου, ε­νώ θα μπο­ρού­σε νο­μί­μως να ε­κλέ­ξει εκ των υ­πο­ψη­φί­ων της μη­τρο­πό­λε­ως. Ε­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε με αυ­τόν τον τρό­πο ό­τι η γρα­φει­ο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση της Εκκ-λη­σί­ας μας δεν ε­πι­τρέ­πει τη λει­τουρ­γί­α εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κών κρι­τη­ρί­ων.

Ποι­ά εί­ναι η κλη­ρο­νο­μιά του π. Με­λε­τί­ου; Θα έ­λε­γε κα­νείς με βά­ση τα πα­ρα­πά­νω ό­τι οι προ­σπά­θει­ες του α­πέ­τυ­χαν. Ο δι­ά­λο­γος με τους Αν­τι­χαλ­κη­δό­νιους πα­ρα­μέ­νει στά­σι­μος. Η φα­σα­ρί­α για τον αν­τί­χρι­στο έ­χει κο­πά­σει, αλ­λά ό­χι ε­πει­δή ε­πι­κρά­τη­σαν οι α­πό­ψεις του. Η τέλε­ση της Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας α­πό με­τά­φρα­ση α­πα­γο­ρεύ­τη­κε στη μη­τρό­πο­λη του. Η υ­πο­ψη­φιότη­τα του κλη­ρι­κού που προ­τά­θη­κε α­πό τους πρε­σβυ­τέ­ρους της μη­τρο­πό­λε­ως του για τη διαδο­χή του συν­τρί­φτη­κε. Σκό­νη στον ά­νε­μο λοι­πόν; Σε έ­να τέ­τοι­ο συμ­πέ­ρα­σμα θα κα­τα­λή­γα­με ε­άν σκε­φτό­μα­στε χω­ρίς να εί­μα­στε μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας. Ε­άν δη­λα­δή δεν βλέ­πα­με την προ-φη­τι­κή δι­ά­στα­ση του π. Με­λε­τί­ου. Κα­νέ­νας γνή­σιος προ­φή­της δεν α­πέ­βλε­ψε σε τί­πο­τε πε­ρισ-σό­τε­ρο α­πό το να κο­μί­σει έ­να μή­νυ­μα. Και κα­νε­νός προ­φή­τη η πο­ρεί­α δεν ή­ταν ε­πι­τυ­χής στα μά­τια των αν­θρώ­πων. Για τον ί­διο τον Χρι­στό έ­χει γρα­φτεί: «Τον α­γνο­ή­σα­με, σα να ‘ταν έ­να τί­πο­τα, του δώ­σα­με την κα­τα­φρό­νια μας, κι ε­κτί­μη­ση ού­τε μια στά­λα» (Ήσ. 53: 3). Ό π. Με­λέ­τιος δεν ά­φη­σε για κλη­ρο­νο­μιά τί­πο­τε χει­ρο­πια­στό και με­τα­βι­βά­σι­μο σύμ­φω­να με τους νό­μους. Σάν άλ­λος πα­τριά­ρχης Ι­α­κώβ μοί­ρα­σε στο ποί­μνιο του και στους μα­θη­τές του τις ε­παγ­γε­λί­ες του Θε­ού. Ό­πως ε­κεί­νος στην Αί­γυ­πτο, μα­κριά α­πό τη γη της Ε­παγ­γε­λί­ας, ξέ­νος και πά­ροι-κος, κά­λε­σε τους γιούς του για να τους α­ναγ­γεί­λει τον ερ­χο­μό του Χρι­στού (Γεν. 49,10), με τον ί­διο τρό­πο και ο π. Με­λέ­τιος με τη ζω­ή του κά­λε­σε ό­σους του εμ­πι­στεύ­τη­κε ο Θε­ός να μεί­νουν πι­στοί σ’ αυ­τό που έ­μα­θαν κον­τά του.

Έ­λε­γε: «Ό­ταν πή­γα στο μο­να­στή­ρι (1954, Βε­λα­νι­διά Κα­λα­μά­τας), α­σκή­τευ­ε ε­κεί ο π. Πο­λύ­καρ-πος ο ο­ποί­ος έ­γι­νε κα­λό­γη­ρος με­τά που πέ­θα­νε η γυ­ναί­κα του. Τα πρώ­τα χρό­νια κα­τά­φερ­νε και δι­ά­βα­ζε την α­κο­λου­θί­α. Αρ­γό­τε­ρα δέν μπο­ρού­σε». Τόν ρω­τή­σα­με: «Δεν έ­βλε­πε; Εί­χε πρό­βλη­μα με τα μά­τια του;» «Ό­χι», α­πάν­τη­σε, «αλ­λά ό­ταν έ­φτα­νε στο Πι­στεύ­ω του Με­σο­νυ­κτι­κού και στο ση­μεί­ο "…τον δι’ η­μάς τους αν­θρώ­πους και δια την η­με­τέ­ραν σω­τη­ρί­αν κα­τελ­θόν­τα...", σκε­φτό­ταν την φι­λαν­θρω­πί­α του Θε­ού, ερ­χό­ταν σε κα­τά­νυ­ξη και πλημ­μύ­ρι­ζαν τα μά­τια του δάκρυ­α. Έ­χα­νε τη σει­ρά και άρ­χι­ζε πά­λι α­πό την αρ­χή. Με­τά α­πό μί­α, δύ­ο φο­ρές οι πα­τέ­ρες του έ­λε­γαν: "Έ­λα στήν ά­κρη, πά­τερ Πο­λύ­καρ­πε, για να τε­λει­ώ­σου­με κά­πο­τε την α­κο­λου­θί­α"»

Ξέ­ρου­με ό­λοι τί ση­μα­σί­α έ­χει αυ­τό που θέ­λου­με να θυ­μό­μα­στε, αυ­τό που κρα­τά­με συ­νεχώς στη μνή­μη μας. Σ’ αυ­τό που θέ­λου­με να δι­η­γού­μα­στε εν­τάσ­σου­με τον ε­αυ­τό μας και γι-νό­μα­στε μέ­ρος της α­φή­γη­σης. Σ’ αυ­τή τη με­γά­λη α­φή­γη­ση, της ε­ναν­θρώ­πη­σης του Θε­ού, του μυ­στη­ρί­ου του Χρι­στού, ή­ταν ορ­γα­νι­κά εν­ταγ­μέ­νος ο π. Με­λέ­τιος και αυ­τό ά­φη­σε κλη­ρο­νομιά στο ποί­μνιο του και στους μα­θη­τές του. «Σχοί­νι­σμα κλη­ρο­νο­μιάς Ι­α­κώβ».


    
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. Πε­ρί του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος (Α­πό αρ­χαί­α λα­τι­νι­κή με­τά­φρα­ση), Β. Ρη­γό­που­λος, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1973.
2. Ε­πι­στο­λαί 31-55, 105-196, 301-366, Κα­τά Ευ­νο­μί­ου, Πε­ρί του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, στη σει­ρά «Ά­παν­τα των Α­γί­ων Πα­τέ­ρων», τόμ. 2, 4, 5, 8, 9, 10, Α­θή­ναι 1972-1976.
3. Θε­ο­λο­γι­κοί Λό­γοι, «Ά­παν­τα των Α­γί­ων Πα­τέ­ρων», τόμ. 1, Α­θή­ναι 1976.
4. Η Πέμ­πτη Οι­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος, Α­θή­ναι 1985.
5. Ε­ξή­γη­σις σύν­το­μος εις την Κλί­μα­κα του Ι­ω­άν­νου, Πρέ­βε­ζα 2002.
6. Β. Ρη­γό­που­λος, θεσ­σα­λο­νί­κη 1973.
7. Β. Ρη­γό­που­λος, θεσ­σα­λο­νί­κη 1977. 8. Τα κω­λύ­μα­τα του γά­μου και Το η­με­ρο­λο­για­κόν ζή­τη­μα, Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος, Α­θή­ναι 1971.
9. Συ­νέν­τευ­ξη στην ε­φη­με­ρί­δα Νι­κό­πο­λη της Πρέ­βε­ζας, 20.5.2000.
10. Συ­νέν­τευ­ξη στη ε­φη­με­ρί­δα Χρι­στι­α­νι­κή, 28-5-1987
11. Βλέ­πε και το άρ­θρο μας «Η συ­νο­δι­κό­τη­τα εν­τός της ε­πι­σκο­πής στην Εκ­κλη­σί­α της Ελ­λά­δος σή­με-ρα», θε­ο­λο­γί­α 80.2 (2009), σσ. 151-172.
12. Ψή­φω κλή­ρου και λα­ού, έκδ. Εν πλω, Α­θή­να 2007.
13. Με α­ριθ­μό 1097/7-4-97, και με α­ριθ­μό 445/9-2-98. Αι Συ­νο­δι­καί Εγ­κύ­κλιοι, τόμ. Ζ', Α­πο­στο­λι­κή Δι­α­κο­νί­α, Α­θή­ναι 2006, σσ. 47 κ.έ. και σσ. 87 κ.έ.
14. Πρέ­βε­ζα 1997. Το βι­βλί­ο έκ­δό­θη­κε άλ­λες δύ­ο φο­ρές, τό 1998 καί τό 2011. Οι πα­ρα­πομ­πές γί­νον­ται στη δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση ε­πει­δή εί­ναι εμ­πλου­τι­σμέ­νη με πα­ραρ­τή­μα­τα και α­παν­τή­σεις του συγ­γρα­φέ­α.
15. Τό Χά­ραγ­μα, σ. 203.
16. "Ο.π., σ. 194.
17. "Ο.π., σ. 240.
18. ‘’Μέθεξη ή κα­τα­νό­η­ση;’’, Πρέ­βε­ζα 2011. Πρό­κει­ται για βι­βλί­ο ό­που ο π. Με­λέ­τιος, ό­πως και με ‘’Το Χά­ραγ­μα του Αν­τί­χρι­στου­’’, προ­σπα­θεί να α­παν­τή­σει στους αν­τι­τι­θέ­με­νους στη με­τά­φρα­ση.
19. «Πε­ρί με­τα­φρά­σε­ων των λει­τουρ­γι­κών κει­μέ­νων α­νοι­χτή ε­πι­στο­λή σε α­δελ­φό αν­τιρ­ρη­σί­α», Σύ­να­ξη 112 (2009), σ. 103.
20. Ό.π., σσ. 104-105.
21. Η ε­πι­στή­μη ως ε­πάγ­γελ­μα, μτφρ. Μ. Κυ­πραί­ου, Πα­πα­ζή­σης, 'Αθήνα 1989, σ. 124.
22. Εγ­κύ­κλιοι της 12-5-1882 και της 14-3-1883, Αρ­χι­μι. Σ. Γι­αν­νο­πού­λου, Συλ­λο­γή των εγ­κυ­κλί­ων της Ι­ε­ρας Συ­νό­δου της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος, Α­θή­ναι 1901, σσ. 619-620.
23. Εγ­κύ­κλιος της 21-4-1865, ο.π., σ. 608, και της 6-6-1990, A­ι Συ­νο­δι­καί Εγ­κύ­κλιοι, τόμ. ΣΤ', Α­πο­στο­λι­κή Δι­α­κο­νί­α, Α­θή­ναι 2001, σ. 401.
24. Πρά­ξεις φ' καί ι γ' της Δ’ Οι­κου­με­νι­κής Συ­νό­δου.