Σελίδες

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Κυριακή των αγίων Πατέρων

 του Ιωάννη Καραβιδόπουλου, Ομότ. Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.


Σήμερα Κυριακή των αγίων 318 Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, που συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ., η Εκκλησία μας διαβάζει ως ευαγγελικό ανάγνωσμα ένα τμήμα της Αρχιερατικής Προσευχής, που ο Ιησούς  απηύθυνε προς τον Θεό Πατέρα λίγο πριν από το πάθος του και τη διασώζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης (Ιωάν, 17, 1-13), και ως αποστολικό ανάγνωσμα ένα τμήμα από τον Αποχαιρετιστήριο λόγο του Απ. Παύλου προς τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Εφέσου (Πράξ. 20, 16-18 και 28-36). Το αποστολικό αυτό ανάγνωσμα με το οποίο θα ασχοληθούμε εδώ είναι σε μετάφραση το εξής:
 «Εκείνες τις μέρες ο Παύλος αποφάσισε να παρακάμψει την  Έφεσο, για να μη χρονοτριβήσει στην επαρχία της Ασίας· βιαζόταν να είναι στα Ιεροσόλυμα, αν του ήταν δυνατό, την ημέρα της Πεντηκοστής. Από τη Μίλητο ο Παύλος έστειλε στην Έφεσο και κάλεσε τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας. 'Οταν ήρθαν και τον συνάντησαν τους είπε: ‘Προσέχετε, λοιπόν, τον εαυτό σας και όλο το ποίμνιο, στο οποίο το Πνεύμα το 'Αγιο σας έθεσε επισκόπους για να ποιμαίνετε την εκκλησία του Κυρίου και Θεού, που την έκανε δική του με το αίμα του. Εγώ το ξέρω ότι μετά την αναχώρησή μου θα εισβάλουν σ' εσάς λύκοι άγριοι, που δε θα λυπηθούν το ποίμνιο. Ακόμα και από ανάμεσά σας θα βγουν πρόσωπα που θα διδάσκουν πλάνες για να παρασύρουν τους πιστούς με το μέρος τους. Γι' αυτό να αγρυπνείτε, και να θυμάστε ότι τρία χρόνια συνέχεια δεν έπαψα νύχτα και μέρα να νουθετώ με δάκρυα τον καθένα σας. Τώρα, αδερφοί, σας εμπιστεύομαι στον Θεό και στο κήρυγμα που σας αποκάλυψε η χάρη του. Αυτός μπορεί να σας κάνει ώριμους στην πίστη και να σας δώσει την επουράνια ζωή μαζί με όλους όσοι είναι δικοί του. Ασήμι ή χρυσάφι ή ιματισμό από κανένα δεν ζήτησα. Εσείς οι ίδιοι ξέρετε ότι για τις ανάγκες τις δικές μου και των συνοδών μου δούλεψαν αυτά εδώ τα χέρια. Με κάθε τρόπο σάς έδωσα το παράδειγμα, ότι πρέπει να εργάζεστε έτσι σκληρά, για να μπορείτε να βοηθάτε αυτούς που έχουν ανάγκη. Να θυμάστε τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού, που είπε: ‘καλύτερο είναι να δίνεις παρά να παίρνεις’. Αφού είπε αυτά τα λόγια, γονάτισε αυτός κι όλοι εκείνοι και προσευχήθηκε».


Η σκέψη του μεγάλου Αποστόλου καθώς πορεύεται προς την Ιερουσαλήμ, όπου θα συλληφθεί και θα φυλακισθεί, είναι στραμμένη προς την Εκκλησία, την οποία δια του αίματός του θεμελίωσε ο Χριστός και εμπιστεύθηκε εν συνεχεία στους αποστόλους του και δι’ αυτών στους διαφόρων βαθμών ηγέτες (επισκόπους, πρεσβυτέρους, διακόνους) να την καθοδηγούν και να την προφυλάγουν ως ποιμένες από τους λύκους, δηλ. τους αιρετικούς που την απειλούν σε κάθε εποχή. Με την ευκαιρία αυτή ας δούμε πώς αντιλαμβάνεται ο Απ. Παύλος την Εκκλησία και κυρίως ας αναλύσουμε μερικά από τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα.

1.  Πρώτα-πρώτα η Εκκλησία, όπως συνάγεται από τις επιστολές του Απ. Παύλου, είναι ένα οργανικό σύνολο, ένα σώμα με κεφαλή τον Χριστό και μέλη όλους τους χριστιανούς. Αυτό το οργανικό σύνολο δεν προέρχεται από την εξέλιξη ανθρώπινων παραγόντων και  ενδοκοσμικών συνθηκών, ούτε στηρίζεται στις ασθενικές δυνάμεις των ανθρώπων που την αποτελούν ή αυτών ειδικότερα που την διοικούν, αλλ’ είναι αποτέλεσμα και δωρεά της αγάπης του Θεού προς τον κόσμο. Μέσα στο χάος και τις διασπαστικές δυνάμεις του προχριστιανικού κόσμου ο Θεός προσφέρει δια του Ιησού Χριστού τη δυνατότητα συνενώσεως των ανθρώπων σε ένα  σώμα, συγκεντρώνει τους εχθρικά διακειμένους μεταξύ των ανθρώπους (π.χ. Ιουδαίους και εθνικούς) σε μια νέα κοινωνία αγάπης και ειρήνης. Η ενότητα λοιπόν αποτελεί βασικό γνώρισμα της Εκκλησίας που μαρτυρεί την εκ Θεού προέλευσή της. Μια διασπασμένη Εκκλησία με διαιρέσεις και σχίσματα μας δημιουργεί την υποψία ότι εγκατέλειψε τον Θεό και δέχτηκε την επίδραση των καταλυτικών δυνάμεων του κόσμου.


2. Ο Ιησούς γνωρίζει πολύ καλά και προλέγει στους μαθητές του την εχθρική στάση του κόσμου έναντι της Εκκλησίας. Εάν καταδιώχθηκε και σταυρώθηκε ο ίδιος ο ιδρυτής της, δεν είναι δυνατόν να έχουν καλύτερη τύχη όσοι πιστεύουν σ΄ αυτόν. «Να θυμάστε το λόγο που σας είπα: δεν υπάρχει δούλος ανώτερος από τον κύριό του. Αν εμένα καταδίωξαν, θα καταδιώξουν κι εσάς· αν εφάρμοσαν τα λόγια μου, θα εφαρμόσουν και τα δικά σας». (Ιωάν, 15, 20). Το ίδιο προβλέπει και ο Απ. Παύλος στον Αποχαιρετιστήριο λόγο του που παραθέσαμε παραπάνω. Μιλάει μάλιστα για λύκους, εννοώντας τους πάσης φύσεως αιρετικούς, οι οποίοι προέρχονται μέσα από τα σπλάχνα της Εκκλησίας. Όπως όμως ο σταυρός αποτελεί τη «δόξα» του Χριστού, έτσι αποτελεί και τη «δόξα» των μαθητών του, και εν συνεχεία των πιστών του. Εάν η Εκκλησία αισθάνεται ασφάλεια μέσα στον κόσμο, εξουσία, πλούτη και δύναμη και δεν γνωρίζει σταυρό, πάθος και μαρτύριο, τότε δεν είναι η ίδια με αυτήν που ίδρυσε ο Χριστός. Ο Θεός προστατεύει την Εκκλησία μέσα στις θλίψεις και τις ταραχές του κόσμου, μόνο εάν αυτή μένει πιστή στον ιδρυτή και Κύριό της.


3. Τέλος, η διδασκαλία του Παύλου περί της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού έχει μεγάλο ενδιαφέρον για την εποχή μας. Σε αντίθεση με την επικρατούσα σήμερα ατομοκρατία, υπογραμμίζει την κοινωνική προοπτική της χριστιανικής θεωρήσεως του ανθρώπου, σύμφωνα με την οποία ο χριστιανός δεν αποτελεί μεμονωμένη ύπαρξη στον κόσμο, αλλά βρίσκεται σε σχέση επικοινωνίας με τους άλλους αδελφούς. Επίσης, η σχέση του με τον Θεό επιβεβαιώνεται και απηχείται στη σχέση του με τους άλλους ανθρώπους, και δεν εννοούμε μόνο με τα άλλα μέλη της Εκκλησίας αλλά με όλους τους άλλους ανθρώπους, οι οποίοι είναι δυνάμει μέλη της Εκκλησίας και μπορούν να γίνουν και ενεργείᾳ μέλη με την κατάλληλη συμπεριφορά των συνειδητών μελών της. Πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι η συμμετοχή των πιστών στο σώμα του Χριστού με την ιδιότητα του μέλους δεν είναι κατάσταση στατική και οριστική αλλά δυναμική, σημαίνει δηλ. την αρχή μιας πορείας με τέρμα τη βασιλεία του Θεού και η πορεία αυτή συνεπάγεται συνεχή προσπάθεια και επαγρύπνηση. Γι’ αυτό και ο ιερός Χρυσόστομος κρούει τον κώδωνα και χαρακτηριστικά υπενθυμίζει: «Μὴ τοίνυν θαρρῶμεν ὅτι γεγόναμεν ἅπαξ τοῦ σώματος».  

Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

Η Θεία Ανάληψη



Του Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου

Σαράντα ημέρες μετά την Ανάστασή Του ο Χριστός αναλήφθηκε στους ουρανούς, όπου ήταν προηγουμένως, κατά τον λόγο του Ιδίου προς τους Μαθητάς.
Γιατί σαράντα μέρες;
Ο Χριστός, κατά την ανθρώπινη φύση Του, έλαβε τρεις γεννήσεις, από την Παρθένο Μαρία, από το Βάπτισμα και από την Ανάσταση. Και στις τρεις γεννήσεις 
ονομάστηκε Πρωτότοκος.
Από την πρώτη είναι πρωτότοκος εν «πολλοίς αδελφοίς» κατά την κοινωνία της σαρκός, από την δεύτερη της καινής κτίσεως και κατά την Τρίτη, πρωτότοκος των
νεκρών.
Σαράντα μέρες μετά από τις τρεις αυτές γεννήσεις ακολούθησε ένα σημαντικό γεγονός.
Σαράντα μέρες μετά τη γέννηση προσφέρθηκε στον Ναό και έχουμε την εορτή της Υπαπαντής.
Σαράντα μέρες μετά την Βάπτισή Του στον Ιορδάνη ποταμό νίκησε τον διάβολο στους τρεις εκείνους πειρασμούς.
Σαράντα μέρες μετά την Ανάστασή Του ανέβηκε στους Ουρανούς και προσέφερε στον Πατέρα Του την απαρχή της δικής μας φύσεως.
Θα μπορούσε να γίνει η Ανάληψη αμέσως μετά την Ανάσταση. Δεν το έκανε όμως για να στερεώσει την Πίστη των Μαθητών Του με τις συνεχείς εμφανίσεις Του και
τα θαύματα. Για να μην φανεί ότι η Ανάσταση ήταν φαντασία. Τέλος τους κατέστησε όλους θεατές της Αναλήψεώς Του.
Με την Ανάσταση έχουμε τη νίκη εναντίον του Θανάτου, με την Ανάληψη την άνοδο της ανθρωπίνης φύσεως στον θρόνο του Θεού. Με την Ανάληψη βλέπουμε την τελειότητα
και το πλήρωμα της θείας Οικονομίας.
Οι Μαθητές είδαν το τέλος της Ανάστασης, αφού δεν είδε κανείς τον Χριστό την ώρα που εξερχόταν από το Μνημείο. Αντίθετα, είδαν την αρχή της Ανάληψης, δηλαδή
τον είδαν να αναλαμβάνεται στους ουρανούς.
Πρώτα γεννιόμαστε κατά Χριστόν, έπειτα πάσχουμε μαζί με τον Χριστό, στη συνέχεια νικούμε το κράτος του διαβόλου και ανασταινόμαστε. Τέλος μπορούμε να ζήσουμε
τη θέωση.
Ο Άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς λέει ότι η Ανάσταση συνδέεται με όλους τους ανθρώπους, ενώ η Ανάληψη μόνο με τους Αγίους.
Όλοι θα αναστηθούν κατά την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού και δίκαιοι και αμαρτωλοί, αλλά δεν θα αναληφθούν όλοι. Μόνο οι δίκαιοι θα αρπαγούν
μέσα σε νεφέλες για να προϋπαντήσουν τον Χριστό ερχόμενο από τους Ουρανούς.
Υπήρχαν πολλές αναστάσεις προ Χριστού, αλλά κανείς δεν πήγε στον Ουρανό.
Ο Προφήτης Ηλίας πήγε «ως τον ουρανόν». Αυτό σημαίνει μια μετάθεση που τον ανύψωσε από την γη, αλλά δεν τον εξήγαγε έξω από αυτήν. Επίσης όσοι αναστήθηκαν
και επέστρεψαν στη γη, πάλι μετά από λίγο πέθαναν. Όμως ο Χριστός αναστήθηκε και ο θάνατος δεν έχει κυριαρχία επάνω Του. Αφού αναλήφθηκε στους ουρανούς,
κάθε ύψωμα είναι κατώτερο από Αυτόν.
Η μετάσταση του Προφήτου Ηλία, δείχνει πως περίπου θα έφευγαν οι άνθρωποι, εάν δεν είχε αμαρτήσει ο Αδάμ και δεν είχε εισέλθει στην κτίση ο θάνατος.


Δεν ευλόγησε τους Μαθητές Του και στη συνέχεια ανερχόταν στον ουρανό, αλλά άρχισε να τους ευλογεί και ευλογώντας τους Μαθητές ανερχόταν στον ουρανό, δίνοντας
σε αυτούς δύναμη για την κατόρθωση της εργασίας των εντολών, τηρώντας αυτό που τους είπε «ιδού εγώ μεθ΄υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του
αιώνος».
Τούτο είναι αλήθεια διότι ο Χριστός είναι ο Βασιλεύς και ο Κύριος του ουρανού και της Γης, είναι εκείνος που στέλνει τη Χάρη και ευλογία στους ανθρώπους, είναι
ο μόνος ευλογητός, ο Οποίος δια της ευλογίας Του, ενισχύει και καθιστά τους αξίους της ευλογίας ευλογημένους.



Μετά την Ανάληψη παρατηρούμε μερικά ενδιαφέροντα σημεία.
Πρώτον, οι Μαθητές έφυγαν από το όρος των Ελαιών με μεγάλη χαρά, καίτοι στερήθηκαν τον Χριστό. Χάρηκαν υπερβολικά γιατί απέκτησαν τη βεβαιότητα ότι θα
λάβουν το Πνεύμα το Άγιον, και ότι θα γίνουν μέλη του Σώματός Του.
Δεύτερον, μεταξύ Αναλήψεως και Πεντηκοστής παρεμβάλλεται περίοδος προσευχής, δεήσεως και ησυχίας, τόσο σωματικής όσο και ψυχικής. Δεν μπορεί κανείς να
μεθέξει του Αγίου Πνεύματος αν δεν βρίσκεται σε κατάσταση προσευχής και εσωτερικής νήψεως.
Τρίτον, οι Μαθητές βρίσκονται σε μια διαρκή σύναξη, προσκαρτερούν, έχοντας στο μέσον την Παναγία, την Μητέρα του Χριστού. Αυτό δείχνει την αξία της λατρείας της Εκκλησίας, αφού στο κέντρο της υπάρχει το πιο αγαπητό πρόσωπο στον Χριστό και στους Χριστιανούς, δηλαδή η Παναγία. Η Θεοτόκος δεν διεκδίκησε καμιά εξουσία και καμιά διακονία στην Εκκλησία, αλλά ήταν στο κέντρο της λατρείας, ο πιο πολύτιμος θησαυρός που είχε και έχει η Εκκλησία.
Τέταρτον, πρέπει πάντοτε να υπακούμε στις εντολές του Χριστού, γιατί έχουν καλή και άγια κατάληξη.
Η Ανάληψη του Χριστού είναι το κόσμημα όλων των Δεσποτικών εορτών, η τελείωση όλων όσων έκανε ο Χριστός για μας, με το έργο της θείας Οικονομίας.


Η πρώτη άλωση


«Τό αὐτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο καί ὁ ναύσταθμος τέθηκαν ὑπό φρούρηση, ἀλλά, μέ ἐξαίρεση αὐτά τά δύο, οἱ στρατιῶτες καί οἱ ναῦτες εἶχαν δικαίωμα νά λαφυραγωγήσουν ὅ,τι ἤθελαν χωρίς διάκριση. 


Ποτέ στήν Εὐρώπη δέν εἶχε πραγματοποιηθεῖ μιά τόσο συστηματική καί ἀνελέητη λεηλασία. Ποτέ ὁ στρατός ἑνός χριστιανικοῦ κράτους δέν εἶχε λεηλατήσει μιά πόλη μέ τόσο βάρβαρο τρόπο, ὅσο ἐκεῖνος μέ τόν ὁποῖο λεηλάτησαν τήν Πόλη ἐκεῖνοι οἱ στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, πού εἶχαν ὁρκιστεῖ νά παραμείνουν ἁγνοί, εἶχαν ὑποσχεθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ νά μή χύσουν χριστιανικό αἷμα κι ἔφεραν πάνω τους τό ἔμβλημα τοῦ Πρίγκιπα τῆς Εἰρήνης. 


Περιγράφοντας τά ἐγκλήματα πού διέπραξαν οἱ Σταυροφόροι, ὁ Χωνιάτης γράφει μέ ὀργή:  "Πήρατε τό Σταυρό καί ὁρκιστήκατε πάνω σ' αὐτόν καί στά ἱερά εὐαγγέλια, ὅτι θά περνούσατε ἀπό τήν ἐπικράτεια τῶν χριστιανῶν χωρίς νά χύσετε αἷμα καί χωρίς νά στραφεῖτε πρός τά δεξιά ἤ πρός τά ἀριστερά. Μᾶς εἴπατε ὅτι εἴχατε πάρει τά ὅπλα μόνο ἐναντίον τῶν Σαρακηνῶν καί θά πνίγατε μόνο ἐκείνους στό αἷμα τους. 


Ὑποσχεθήκατε νά παραμείνετε ἁγνοί ἐνόσω φέρατε τό Σταυρό, ὅπως ἅρμοζε σέ στρατιῶτες πού ὑπηρετοῦν τή σημαία τοῦ Χριστοῦ. Ἀντί νά ὑπερασπιστεῖτε τόν τάφο Του, βιαιοπραγήσατε σέ βάρος τῶν πιστῶν πού εἶναι μέλη Του. Φερθήκατε στούς χριστιανούς χειρότερα ἀπ' ὅ,τι οἱ Ἄραβες φέρονται στούς Λατίνους γιατί οἱ τελευταῖοι, σέβονται τουλάχιστον τίς γυναῖκες". 

Τεράστιοι θησαυροί βρέθηκαν στά αὐτοκρατορικά ἀνάκτορα, καθώς καί σέ ἐκεῖνα τῶν εὐγενῶν. Κάθε βαρόνος κατέλαβε ἕνα κάστρο ἤ ἀνάκτορο πού τοῦ παραχωρήθηκε καί τοποθέτησε μιά φρουρά στό θησαυρό πού βρῆκε ἐκεῖ. "Ποτέ ἀπό τή δημιουργία τοῦ κόσμου", γράφει ὁ Μαρεσάλος, "δέν ὑπῆρξαν τόσα πολλά λάφυρα σέ μιά πόλη. Καθένας πῆρε τό σπίτι πού τοῦ ἄρεσε καί ὑπῆρχαν ἀρκετά γιά ὅλους. 


Ἐκεῖνοι πού ἦταν φτωχοί, βρέθηκαν ξαφνικά νά εἶναι πλούσιοι. Κατελήφθησαν τεράστιες ποσότητες χρυσοῦ καί ἀργύρου, ἐπίχρυσων σκευῶν καί πολύτιμων λίθων, μεταξωτῶν καί σατέν, γουναρικῶν καί κάθε εἴδους πλούτου πού βρίσκεται ἐπί τῆς γῆς". 


Ἡ λεηλασία τῆς πλουσιότερης πόλης τῆς Χριστιανοσύνης, πού ἦταν τό δέλεαρ πού εἶχε προσφερθεῖ στούς Σταυροφόρους, προκειμένου νά παραβοῦν τούς ὅρκους τους, πραγματοποιήθηκε ὑπό τό πνεῦμα ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι, ἔχοντας ἅπαξ παραβεῖ τίς δεσμεύσεις τους, καθίστανται πλέον ἀχαλίνωτοι. Ἅπαξ καί ἐγκατέλειψαν τήν ἀποχή καί τήν ἁγνότητά τους, οἱ τελευταῖοι ἐπιδόθηκαν σέ κάθε εἴδους ὄργια».



EDWIN PEARS, Ἡ Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης τό 1204, σελ. 360-361.