Σελίδες

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2007

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

ρχ. Βασίλειος Γοντικάκης

(Πρώην Ἡγούμενος Ἱ. Μ. Ἰβήρων Ἁγίου Ὄρους)

Διάλεξα να κομμάτι πό τό Εαγγέλιο, πό τήν γία Γραφή, καί διαίτερα τό «Πάτερ μν», γιατί νομίζω εναι πιό χαρακτηριστική προσευχή, φ᾿ σον εναι «Κυριακή» προσευχή, προσευχή πο μς δωσε Κύριος.

Καί νομίζω τι Κύριος μς δίδαξε τήν προσευχή πού κενος κανε, μς δωσε τή ζωή πού κενος ζησε καί μς δίδαξε τν διο τν αυτόν Του· κι ατό εναι λήθεια το ησο Χριστο. Καί πως μς επε λλη φορά «γώ εμί μπελος, μες τά κλήματα» (ω. ιε´ 5)· πως σχέση το κλήματος καί τς μπέλου εναι μιά σχέση ργανική καί θόρυβα προχωρ χυμός τς μπέλου πρός τά κλήματα, τσι καί Κύριος μς δωσε λη τήν παρξή Του, πότε, μέσα στήν προσευχή ατή - ν τήν κάνουμε συνειδητά καί ν τήν ζομε - νομίζω τι ζομε ν Χριστ ησο.

λλά ς ρχίσουμε νά διαβάζουμε τήν προσευχή ατή καί νά τήν παρακολουθομε φράση πρός φράση.

πρώτη φράση λέει: «Πάτερ μν, ν τος ορανος».

Νομίζω τι μαρτία μας μεγάλη εναι μιά· πολλές φορές πογοητευόμαστε καί ξεχνμε να πργμα: χι τι εμαστε δύνατοι, λλ᾿ τι Θεός μς γαπάει. ν χουμε να κεφάλαιο μες ο δύνατοι, εναι τι Θεός μς γαπ καί τι Θεός εναι Πατέρας μας.

Λέμε τι πατέρας, μάνα, γαπον τό παιδί τους χι γιατί εναι καλό, λλά γιατί εναι παιδί τους· πότε εναι μεγάλο πργμα ν ατή τή συνείδηση τήν ποκτήσουμε καί νοιώσουμε τι μπορομε μες νά πομε τό Θεό Πατέρα μας. Γιατί ατή λέξη τά λέει λα. μέσως μς βάζει μέσα στό κλίμα τς κκλησίας. Μπορε νά εναι κανένας ρφανός, μπορε νά τν χουν γκαταλείψει ο δικοί του, μπορε λα νά τά χει χάσει καί νά ασθάνεται μόνος· πό τή στιγμή μως πού Θεός εναι Πατέρας του, νοιώθει μιά σφάλεια, μιά σιγουριά καί λος κόσμος γίνεται σπίτι του.

Θά τολμοσα νά π καί τό ξς: μήπως δέν θταν καλύτερα νά μς γκαταλείψουν λοι, γιά νά νοιώθουμε ατή τήν γάπη το Θεο; Θαρρ πώς κι ατό μπορομε νά τό πομε. Γι᾿ ατό, βλέπετε κι Κύριος στούς μακαρισμούς Του λέγει: «Μακάριοι ο πενθοντες, μακάριοι ο διψντες, μακάριοι ο πεινντες, μακάριοι ο κλαίοντες...». Δηλ. Μακάρι νά στερηθομε τή στοργή τήν νθρώπινη, νά τά χάσουμε λα, γιά νά νοιώσουμε τι Θεός εναι Πατέρας μας.

Θυμμαι μιά φορά πού εχαμε ρωτήσει μιά γριά στό Παρίσι, Ρωσίδα, τί εναι μοναχός, καί ατή μς επε αθόρμητα τι μοναχός εναι νας νθρωπος, ποος κρέμεται πό να σχοινί, καί τό σχοινί ατό εναι γάπη το Θεο. Νομίζω τι ατό τελικά μπορομε νά τό πομε γιά κάθε νθρωπο: τι νθρωπος χει μιά δύναμη στή ζωή του καί δύναμη ατή εναι τι Θεός τν γαπ. λθαμε στή ζωή καί λπίζουμε, γιατί κάποιος μς γαπ· κι ατός κάποιος εναι δυνατός σχετα ν μες εμαστε δύνατοι.

»Πάτερ μν, ν τος ορανος «. Πατέρας μας λοιπόν δέν εναι πλς κάποιος πο μπορε νά ντοπισθε δ καί κε, λλά εναι ν τος ορανος, οράνιος Πατέρας, πότε, λος κόσμος, λος ορανός γίνεται σπίτι μας. τσι, λοιπόν, μπορομε νά νοιώθουμε νετα κι λεύθερα. Γι᾿ ατό, λέγεται, τι ταν επαν στόν Εάγριο Ποντικό, να πό τούς πρώτους σκητές τς Νιτρίας, τι πατέρας του πέθανε, ατός ντέδρασε αθόρμητα καί λέει: «Μή βλαστημετε· Πατέρας μου δέν πέθανε ποτέ»!

τσι, λοιπόν, μέ τήν πρώτη φράση Κύριος μς δίνει κουράγιο, μς κάνει δικούς Του δελφούς, καί μς λέει τν Πατέρα Του νά τν λέμε καί δικό μας Πατέρα. Καί κάτι λλο λένε ο Πατέρες: Λέμε τό Θεό «Πάτερ μν» - δέν λέμε πλς Πατέρα μου - πότε Θεός εναι λων Πατέρας μας καί, τσι, λοι εμαστε μεταξύ μας δελφοί.

πόμενη φράση λέει, «γιασθήτω τό νομά σου, λθέτω βασιλεία σου...».

Σ᾿ ατές τίς δύο φράσεις ο Πατέρες τς κκλησίας μας βλέπουν τήν παρουσία το Υο καί το γίου Πνεύματος. Καί τσι λοιπόν, σ᾿ ατές τίς τρες φράσεις «Πάτερ μν... λθέτω βασιλεία σου», εναι παροσα λη γία Τριάς. Τό νομα το Θεο Πατρός εναι Λόγος το Θεο Πατρός, Υός το Θεο, καί βασιλεία το Θεο εναι τό Πνεμα τό γιον. (πάρχει μάλιστα μιά γραφή το Εαγγελίου παλαιότερη, πού ντί νά λέει «λθέτω βασιλεία σου» λέει «λθέτω τό Πνεμα σου τό γιον φ᾿ μς καί καθαρισάτω μς). πότε δ χουμε παροσα τήν γία Τριάδα. Εναι ατό πού λέμε: «Πιστεύω ες να Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα..., καί ες να Κύριον ησον Χριστόν..., καί ες τό Πνεμα τό γιον...».

»γιασθήτω τό νομά σου...». Παρακαλομε μες νά γιασθε τό νομα το Θεο. δ, ν βλέπουμε ατά πού λένε ο Πατέρες, τι τό νομα το Θεο Πατρός εναι Υός καί Λόγος το Θεο, ατό τό «γιασθήτω τό νομά σου» μπορομε νά τό συνδέσουμε μέ κενο πού λέει Κύριος: «γώ γιάζω μαυτόν, να καί ατοί σιν γιασμένοι ν ληθεί» (ω. ιζ´ 19). Καί τό «γιάζω μαυτόν» το Κυρίου σημαίνει τι, γώ θυσιάζω τν αυτό μου γιά νά γιασθον ν ληθεί, στήν πραγματικότητα, ο πιστοί. τσι λοιπόν, ταν καί μες λέμε «γιασθήτω τό νομά σου», εναι σάν νά λέμε, ς γιασθε θυσία το Υο καί Λόγου το Θεο. Γι᾿ ατό Κύριος εναι γιασμός, πολύτρωση καί δικαιοσύνη μν. Καί, «λθέτω βασιλεία σου», νά λθει τό Πνεμα τό γιο στήν Πεντηκοστή· καί πάντοτε ρχεται τό γιο Πνεμα, καί κκλησία εναι μιά συνεχής Πεντηκοστή.

Μέσα, λοιπόν, σ᾿ ατές τίς τρες φράσεις βλέπουμε παροσα λη τήν γία Τριάδα. λλά, μπορομε νά δομε σ᾿ ατές τίς τρες φράσεις, καί τήν πραγματικότητα τς πικλήσεως τς κεντρικς εχς τς Θείας Λειτουργίας: Ατό πού ερεύς, παρακαλε τν Οράνιο Πατέρα, νά στείλει δηλ. τό Πνεμα τό πανάγιον καί νά ποιήσει τν ρτον καί τν ονον Σμα καί Αμα Χριστο.

Καί φθάνουμε στήν τέταρτη φράση, ποία εναι κεντρική φράση το «Πάτερ μν», καί τό κεντρικό σημεο τς ζως το Κυρίου καί τς δικς μας ζως: εναι τό «γενηθήτω τό θέλημά σου».

σως ατή φράση, «γενηθήτω τό θέλημά σου», μπορε νά παρομοιασθε μέ τό «μήν» τς πικλήσεως. Καί ατό τό «γενηθήτω τό θέλημά σου» εναι κατάληξη καί νακεφαλαίωση τν προηγουμένων φράσεων· στίς προηγούμενες φράσεις λέμε, «γιασθήτω τό νομά σου», «λθέτω βασιλεία σου», «γενηθήτω τό θέλημά σου». ναφερόμαστε στό Θεό, λέμε τό νομά Του νά γιασθε, βασιλεία Του νά λθει, τό θέλημά του νά γίνει. Δίνουμε τά πάντα στό Θεό, καί ατό πικυρώνεται καί νακεφαλαιώνεται μ᾿ ατή τή φράση, «γενηθήτω τό θέλημά σου».

Γιά νά καταλάβουμε καλύτερα τί σημασία χει τό «γενηθήτω τό θέλημά σου», θά εναι καλά νά θυμηθομε ατό πού επε Κύριος, γιατί κατέβηκε π᾿ τν Ορανό: «γώ καταβέβηκα κ το ορανο να ποι τό θέλημα το πέμψαντός με Πατρός καί τελειώσω ατο τό ργον». Καί τό λλο πάλι πού λέει, τι « κρίσις μή δικαία στί...»· κρίσις μου εναι δίκαιη καί σωστή γιατί «ο ζητ τό θέλημα τό μόν, λλά τό θέλημα το πέμψαντός με Πατρός». Καί κάτι λλο: θυμστε πού Κύριος συναντήθηκε μέ τή Σαμαρείτιδα· ταν λθαν ο μαθητές, επαν στόν Κύριο: «Ραββί, φάγε»· κι κενος τούς πάντησε, τι «γώ βρσιν χω φαγεν, ν μες οκ οδατε...». γώ χω νά φάω να φαγητό τό ποο σες δέν ξέρετε. «μόν βρμα στίν να ποι τό θέλημα το πέμψαντός με καί τελειώσω ατο τό ργον».

Ατό, λέει, πού μένα μέ τρέφει εναι νά ποι τό θέλημα το πέμψαντός με Πατρός. Καί νομίζω τι ατό εναι τό βασικό πργμα τό ποο καθορίζει τή ζωή το Κυρίου καί τή ζωή τή δική μας. Γι᾿ ατό βλέπουμε τν Κύριο στή συνέχεια, τήν ρα τς Γεθσημαν, δηλ. τήν ρα τς πραγματικς γωνίας - θλεγε κανείς τήν ρα νός δυνατο σεισμο πού τά πάντα δοκιμάζονται, καί Κύριος «γενόμενος ν γωνί κτενέστερον προσηύχετο» - νά λέει «Πάτερ μου, ε ο δύναται τοτο τό ποτήριον παρελθεν π᾿ μο άν μή ατό πίω, γενηθήτω τό θέλημά σου» (Ματθ. κστ´ 42). Ατό πο μς επε Κύριος νά λέμε, καί κενος τό επε στή δύσκολη στιγμή καί προχωρε Κύριος ρεμα, λλά παντοκρατορικά πρός τό πάθος κριβς γιατί λέγοντας, «χι τό δικό μου θέλημα, λλά τό δικό σου νά γίνει», μέσως στρέφεται σωτερικά, παίρνει λλη δύναμη καί προχωρε.

Δέν θταν σχημα νά πμε τώρα γιά μιά στιγμή καί στή δικιά μας ζωή. γωνιζόμαστε στή ζωή μας, ρχίζουμε, χουμε σχέδια, χουμε προγράμματα, προχωρμε καλά, λλά σέ μιά στιγμή μπορε νά περάσουμε δυσκολίες. Νομίζω τι δέν πάρχει νθρωπος πού νά μήν περάσει τή Γεθσημαν του. Καί τήν ρα πού τά πάντα καταρρέουν, τότε μόνο τά πάντα νασταίνονται, καί τότε μόνο καταλαβαίνει κανείς ατό πού επε Κύριος, τι τό νά ποι τό θέλημα το πέμψαντός με Πατρός καί χι τό δικό μου, ατό εναι πο μ τρέφει. κείνη τή στιγμή πού τά πάντα καταστρέφονται καί δέν πάρχει καμμιά λπίδα πουθενά καί κανένα φς, καί τά πάντα εναι σκεπασμένα μέ σκοτάδι, ν νθρωπος πε - Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου, μέσως παίρνει μιά λλη δύναμη, νασταίνεται καί προχωρε παντοκρατορικά καί σεμνά πρός τήν δό, πρός τή διάβαση, πρός τό Πάσχα πού εναι Χριστός, σέ μιά ξέλιξη πού δέν σταματ ποτέ. Καί τότε, κ τν στέρων, θά εχαριστε κανείς τό Θεό χι γιά τίς εκολίες, λλά γιά τίς δυσκολίες τς ζως του καί γιά τή Γεθσημαν του, ποία τν νάγκασε, μέσα στήν ξάρθρωση το αυτο του, νά πε τό λογισμό του λεύθερα, νά καταλήξει στό: «Θεέ μου, νά γίνει τό δικό σου θέλημα».

Νομίζω τι ατό τό «γενηθήτω τό θέλημά σου» μοιάζει μέ τό «γενηθήτω» τό δημιουργικό (ατό πού λέει Κύριος, «Επε καί γενήθησαν, νετείλατο καί κτίσθησαν»), καί μέ τό λειτουργικό γενηθήτω (ταν ερεύς ερουργε τό μυστήριο τς Θείας Εχαριστίας καί παρακαλε τν Πατέρα νά καταπέμψει τό γιο Πνεμα καί νά ποιήσει τν ρτον Σμα Χριστο καί τό ν τ Ποτηρί Αμα Χριστο καί λέει τό μήν, μήν, μήν, πότε δη γινε τό μυστήριο. πάρχει μιά σχέση μεταξύ το δημιουργικο γενηθήτω καί το λειτουργικο). ταν νθρωπος συνειδητά πε, Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου καί σέ μένα, μοιάζει καί μέ ατό πού επε Παρθένος στόν ρχάγγελο Γαβριήλ: «γένοιτό μοι κατά τό ρμα σου»· νά γίνει σέ μένα, στήν παρξή μου, μέσα μου, κατά τό ρμα σου· Θεέ μου, νά γίνει κατά τό θέλημά σου. πότε νθρωπος γιάζεται καί παίρνει μιά λλη δύναμη.

Λέει ββς σαάκ κάπου, τι νθρωπος μπορε, πακούοντας στό Θεό, νά γίνει Θεός κατά χάριν, καί νά δημιουργήσει κ το μή ντος νέους κόσμους: νθρωπος γίνεται τελείως νέος, δύνατος παίρνει λλη δύναμη καί νεκρός παίρνει νέα ζωή καί προχωρε. Τότε καταλαβαίνει τι, πράγματι, εναι τροφή πραγματική τό νά καταλήξει νά πε ρεμα, «Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου καί χι τό δικό μου».

Γι᾿ ατό βλέπετε τι ληθινός θεολόγος δέν εναι ατός πού πάει στό πανεπιστήμιο καί παίρνει ριστα πειδή θυμται μερικές χρονολογίες καί μερικά νόματα γράφει μιά ργασία· λλά, ληθινός θεολόγος πού γνωρίζει ποιά εναι δύναμη καί λήθεια τς διδασκαλίας το Κυρίου, εναι ατός ποος στή δύσκολη στιγμή λέγει: μή τό μόν, λλά τό σόν γενέσθω θέλημα. Τότε λος Θεός μπαίνει μέσα του, τν διο τν νθρωπο τν κάνει θεολόγο, τν κάνει θεό κατά χάριν καί προχωρε ν Χριστ ησο μέ να λλο τρόπο μπροστά. Καί πως Κύριος ναστημένος προχωροσε κεκλεισμένων τν θυρν τσι καί νθρωπος, ατός δύνατος λλά καί παντοδύναμος μέ τή χάρη το Θεο, προχωρε ετε τά προβλήματα εναι λυμένα νοικτά. Γι᾿ ατό ν τυχόν περνμε δυσκολίες ς λέμε τό λογισμό μας λεύθερα· πως θέλει κανείς νά κφρασθε, ς κφρασθε, γιατί Θεός εναι Πατέρας μας. λλά στή συνέχεια ς πομε, Θεέ μου, γώ δέν ξέρω, σύ ξέρεις, σύ μέ γαπς πιό πολύ πό ,τι τούς γαπ γώ καί πιό πολύ νήκουν σέ σένα λοι π᾿ ,τι νήκουν σέ μένα. πότε ς γίνει τό θέλημά σου. ν τυχόν τό θέλημά σου ξωτερικά φαίνεται καταστροφή, νναι καταστροφή. Καλύτερα μιά θεοθέλητη καταστροφή παρά ποιαδήποτε πιτυχία μέ τήν νθρώπινη βούληση, πού εναι ληθινό χαντάκωμα καί ληθινή καταστροφή. Τότε τό «γενηθήτω τό θέλημά σου» εναι φράση πο μς τρέφει καί μς νασταίνει σέ να λλο χρο.

λλη φράση εναι, «ς ν οραν καί πί τς γς».

δ πέρα, λέγει γιος ωάννης Χρυσόστομος, Χριστός, βάζει τν καθένα μας πεύθυνα γιά τή σωτηρία λου το κόσμου. Δέν λέει, «Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου στή ζωή μου», λλά νά γίνει τό θέλημά σου ς ν οραν καί πί τς γς, νά γίνει σ᾿ λόκληρη τή γ. Θυμμαι σ᾿ να νησί, στήν Κ, πού εχα πάει μιά φορά εχα δε μιά γριούλα. Μο λέει, «γώ δέν ξέρω γράμματα καί δέν ξέρω νά κάνω καμιά προσευχή, μά οτε τό Πιστεύω μπορ νά π οτε τό Πάτερ μν. Γι᾿ ατό, τό βράδυ ταν πέσω νά κοιμηθ, κάνω τό σταυρό μου καί παρακαλ Θεός νά ξημερώσει μέ τό καλό λον τν κόσμο». Μέ ρωτ, «Καλά κάνω;» Τς λέω, «Καλά κάνεις».

Βλέπετε, γριούλα εχε συλλάβει τό μυστικό τς εχς ατς· καί πειδή ζοσε μέσα στήν κκλησία, καί πειδή εχε τή χάρη το Χριστο πού κυκλοφοροσε μέσα στήν παρξή της θόρυβα, πως πάει χυμός τς μπέλου πρός τό κλμα, γι᾿ ατό, χωρίς νά ξέρει γράμματα, κανε ατό τό ληθινό: παρακαλοσε Θεός νά ξημερώσει μέ τό καλό λο τν κόσμο. τσι λοιπόν λέμε «ς ν οραν καί πί τς γς».

Παρακάτω λέμε, «τόν ρτον μν τν πιούσιον».

ταν φθάσουμε στό σημεο νά περάσουμε τή Γεθσημαν καί νά πομε στή δύσκολη στιγμή, «Θεέ μου, γενηθήτω τό θέλημά σου» καί δέν δυσανασχετομε, δέν γανακτομε, λλά ατό τό δεχόμαστε μέ καρτερία καί ρεμία, τότε νομίζω τι εναι κανό τό πνευματικό μας στομάχι νά χωνέψει τήν ντως τροφή. Καί ντως τροφή πάλιν εναι διος Κύριος, ησος Χριστός. Εδατε τι επε: «γώ εμί ρτος ζν κ το ορανο καταβάς· άν τίς φάγη κ τούτου το ρτου, ζήσεται ες τν αἰῶνα» (ω. στ´ 51). γώ εμαι ληθινός ρτος, ζωντανός, πού κατέβηκε πό τν ορανό· καί ν κανείς φάει π᾿ ατόν τν ρτο θά ζήσει καί δέν πρόκειται νά πεθάνει. Δηλ. παίρνει πό τώρα μιά δύναμη καί μιά χάρη, ποία τν βοηθ νά ξεπεράσει τό θάνατο· δη πό τώρα, ν βρίσκεται ν σαρκί, βρίσκεται μέσα στήν αώνια ζωή.

Γι᾿ ατό ταν λέει Κύριος, «τόν ρτον μν τν πιούσιον δός μν σήμερον», τί κριβς θέλει νά πε; Καί λένε ο Πατέρες «πιούσιος» σημαίνει ρτος πού φορ τήν οσία το νθρώπου ρτος τς πιούσης μέρας. πιοσα μέρα εναι πόμενη μέρα· καί πόμενη μέρα εναι πόμενος αών, εναι βασιλεία τν ορανν. τσι λοιπόν, παρακαλομε τό Θεό Πατέρα νά μς ξιώσει τς «πιούσης μέρας», το ορανίου ρτου, το ησο Χριστο, νά μς Τν δώσει σάν τροφή ληθινή πό σήμερα. Καί ν βρισκόμαστε ν σαρκί, ν βρισκόμαστε σ᾿ ατό τν κόσμο, ληθινός ρτος πού θά μς τρέφει νναι ρτος τν γγέλων, ρτος τς «πιούσης μέρας», ρτος τς μελλούσης ζως καί βασιλείας.

»Καί φες μν τά φειλήματα μν ς καί μες φίεμεν τος φειλέταις μν».

δ πέρα θυμόμαστε τήν προσευχή το Κυρίου πού επε γιά τούς σταυρωτές του: «Πάτερ, φες ατος· ο γάρ οδασι τί ποιοσι» (Λουκ. κγ´ 34). Κύριος τούς συγχώρεσε καί πειδή δέν πρχε καμιά δικαιολογία γι᾿ ατό, Κύριος βρκε μιά δικαιολογία γι᾿ ατούς, τι δέν ξέρουν τί κάνουν.

»Καί φες μν..., ς καί μες φίεμεν...». φράση ατή χει κάτι λίγο πιό παιτητικό. Δέν μς λέει Κύριος νά παρακαλομε τό Θεό Πατέρα νά μς βοηθήσει νά συγχωρομε τούς λλους, λλά λέμε τι μες πωσδήποτε συγχωρομε. Καί λέει Γρηγόριος Νύσσης τι δ πέρα, μες σάν νά λέμε στό Θεό Πατέρα νά λάβει μς σάν πόδειγμα καί νά μς συγχωρήσει καί μς.

λλά ν τυχόν μες δέν συγχωρομε, τότε τίποτε δέν γίνεται, τό επε Κύριος ξεκάθαρα: «άν δέ μή φτε τος νθρώποις τά παραπτώματα ατν, οδέ Πατήρ μν φήσει τά παραπτώματα μν» (Ματθ. στ´ 15). Μπορε νά πηγαίνουμε στά Κατηχητικά, μπορε νά πηγαίνουμε στίς μιλίες, στήν κκλησία, νά κοινωνομε καί νά προχωρομε στήν πνευματική ζωή, μπορε νά κάνουμε θαύματα, καί μως νά μή συγχωρομε κάποιον. λλά άν δέν συγχωρομε δέν γίνεται πολύτως τίποτα.

Στό σημεο ατό θθελα νά θυμηθομε κάτι πού λεγε γιος Κοσμς Ατωλός στούς νθρώπους πού πευθυνόταν: «Πονάω γιατί δέν χω χρόνο νά σς δ λους χωριστά τν καθένα σας καί νά ξομολογηθετε καί νά μο πετε τά παράπονά σας καί νά σς π καί γώ ,τι μέ φωτίσει Θεός. λλά πειδή δέν μπορ νά σς δ λους, θά σς π μερικά πράγματα τά ποα πρέπει νά φαρμόσετε. Κι ν ατά φαρμόσετε θά προχωρήσετε καλά. Τό πρτο εναι νά συγχωρτε τούς χθρούς σας». Καί γιά νά τούς κάνει νά καταλάβουν τί θελε νά πε, τούς δίνει να παράδειγμα: «λθαν δύο νά ξομολογηθον, Πέτρος καί Παλος. Πέτρος μο επε: «γιε το Θεο, γώ πό μικρός πρα τν καλό δρόμο. Ζ στήν κκλησία, χω κάνει λα τά καλά, προσεύχομαι, κάνω λεημοσύνες, χω κτίσει κκλησίες, χω κτίσει μοναστήρια, χω να μικρό λαττωματάκι, τι δέν συγχωρ τούς χθρούς μου». Καί λέει γιος Κοσμς τι, «γώ, ατόν τν ποφάσισα γιά τήν κόλαση, κι επα «ταν πεθάνει θά τν πετάξουν στό δρόμο νά τν φνε τά σκυλιά»». Μετά πό λίγο ρχεται Παλος, ποος ξομολογήθη καί μο λέει: «γώ πό μικρός πρα τό στραβό δρόμο, χω κλέψει, χω τιμάσει, χω σκοτώσει, χω κάψει κκλησίες, μοναστήρια, δηλ. εμαι σάν δαιμονισμένος· μόνο να καλό χω, τι συγχωρ τν χθρό μου». Καί λέει γιος Κοσμς, «γώ κατέβηκα, τν γκάλιασα, τν φίλησα καί το επα σέ τρες μέρες νά κοινωνήσει».

Ατός πού εχε λα τά καλά, μέ τήν κακότητα νά μή συγχωρε τν χθρό του, λα ατά τά μόλυνε, πως χουμε 100 κάδες ζυμάρι καί βάζουμε λίγο προζύμι καί κουφίζει λο τό ζυμάρι. πό τήν λλη μεριά λλος πού χει κάνει λα τά κακά, συγχωροσε τν χθρό του· ατό δρασε μέσα σ᾿ λα ατά σάν μιά φλόγα κεριο καί τκαψε λα. Νομίζω, τι ατό εναι βασικό. Καί πολλές φορές ζωή μας λόκληρη βγάζει μιά ποφορά ντί νναι ρωμα Χριστο, καί δέν ξέρουμε γιατί γίνεται ατό. Νά συγχωρομε, λοιπόν. Νά μήν κρατήσουμε καμιά κακότητα γιά κανένα. Τότε ζωή μας θά προχωρήσει μπροστά. ν ατό δέν κάνουμε, τότε λες ο θεολογίες μας κι λες ο γιότητές μας πνε χαμένες. Γι᾿ ατό κριβς λέει Κύριος, «φες μν τά φειλήματα μν ς καί μες φίεμεν τος φειλέταις μν». να λάχιστο πργμα φτάνει γιά νά σέ βάλει στή βασιλεία τν ορανν, καί να λάχιστο πργμα μπορε νά βρωμίσει λη τή ζωή μας.

»Καί μή εσενέγκης μς ες πειρασμόν, λλά ρσαι μς πό το πονηρο».

Λέμε, «μή εσενέγκης μς ες πειρασμόν», καί πό τήν λλη γιος άκωβος πόστολος λέει, «Πσαν χαράν γήσασθε, δελφοί μου, ταν πειρασμος περιπέσητε ποικίλοις» (άκ. α´ 2). Τήν πορία μς τήν λύνουν ο Πατέρες. γιος Μάξιμος μολογητής, λέει τι πάρχουν δύο εδν πειρασμοί: πό τή μιά μεριά χουμε τούς δονικούς καί προαιρετικούς πού γεννον τήν μαρτία· σ᾿ ατούς παρακαλομε τν Κύριον νά μήν πιτρέψει νά μπομε καί νά παρασυρθομε. π᾿ τήν λλη μεριά πάρχουν λλοι πειρασμοί καί δοκιμασίες, ο προαίρετοι καί δυνηροί πειρασμοί, ο ποοι κολάζουν τήν φιλαμαρτήμονα γνώμη, ο ποοι σταματον τήν μαρτία. τσι, λοιπόν, παρακαλομε νά μήν πέσουμε στούς πρώτους πειρασμούς, τούς δονικούς καί προαιρετικούς, λλά ν τυχόν πέσουμε στίς λλες δοκιμασίες πρέπει νά τίς δεχόμαστε μέ κάθε χαρά, γιατί ατοί ο πειρασμοί φέρνουν τήν γνώση, τήν ταπείνωση, τή χάρη το γίου Πνεύματος. Καί θυμστε ατό πού λέει στό Γεροντικό: «παρον τούς πειρασμούς καί οδείς σωζόμενος». ν βγάλεις πό τή ζωή μας τούς πειρασμούς, ατές τίς δοκιμασίες, κανείς δέν πρόκειται νά σωθε.

»...λλά ρσαι μς πό το πονηρο». τελευταία φράση ατς τς προσευχς εναι πονηρός. πρώτη φράση τς προσευχς εναι τό «Πάτερ μν». Θεός εναι πρώτη λέξη, πρώτη πραγματικότητα, τελευταία δέ εναι πονηρός. ζωή μας κινεται μεταξύ το πονηρο καί το Θεο. πονηρός δέν φησε κανένα πείραστο· οτε τν πρτο δάμ στόν Παράδεισο οτε τό δεύτερο δάμ, τν Κύριο ησο Χριστό, ταν βγκε στήν ρημο. Καί λέει Κύριος πάλι, τι «τό γένος τοτο ν οδενί δύναται ξελθεν ε μή ν προσευχ καί νηστεί» (Μαρκ. θ´ 29). Δέν μπορομε νά λευθερωθομε πό τν πονηρό παρά μέ τήν προσευχή καί τή νηστεία. Δέν φεύγει πονηρός μέ τή λογική πως δέν φεύγει τό καρκίνωμα μέ τίς σπιρίνες. Δέν φεύγει διάβολος μέ τίς ξυπνάδες. Λέγει καί νας μοναχός, τι μεγαλύτερος δικηγόρος δέν μπορε νά τά βγάλει πέρα μέ τό μικρότερο διάβολο. Γι᾿ ατό δέν πρέπει νά ρχίζομε συζήτηση μέ τν πονηρό. ς τν φήνουμε καί νά φεύγουμε.

Τό θέμα στήν πνευματική ζωή εναι νά ποκτήσουμε τή διάκριση τήν πνευματική, νά ξεκαθαρίζουμε τά πράγματα ν κάτι εναι πό τό Θεό πό τό διάβολο. Μά θά πε κανένας: γώ εμαι δύνατος νθρωπος· πς μπορ νά ποκτήσω ατή τή διάκριση; Νομίζω τά πράγματα εναι πλά άν τυχόν κάνουμε συνειδητά ατή τήν προσευχή πο μς δίδαξε Κύριος. Μπορομε τώρα νά ρχίσουμε πό πίσω: άν συγχωρομε τούς χθρούς μας συζητητί· άν τρεφόμεθα μέ τν οράνιον ρτον· άν στή δύσκολη στιγμή λέμε, «Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου» καί άν νοιώθουμε τό Θεό, Πατέρα μας, τότε, ν εμαστε πάρα πολύ δύνατοι, θά εμαστε ταυτόχρονα καί πανίσχυροι. άν, ντίθετα, κάνουμε τό θέλημά μας καί δέν συγχωρομε τν λλο, τότε τν διάβολο πό μυρμήγκι τν κάνουμε λιοντάρι καί δέν μπορομε νά τά βγάλουμε πέρα μέ καμιά δύναμη. ντίθετα, άν λέμε: τό θέλημα το Θεο νά γίνει, γώ δέν ξέρω τίποτα· ν συγχωρομε συζητητί· ν τή στιγμή πο μς χουν σκοτώσει, μες, σκοτωμένοι, μπορομε νά πομε τι δέν κρατμε καμιά κακότητα γι᾿ ατόν πο μς σκότωσε καί λέμε χει Θεός, δέν πειράζει· τότε νθρωπος, ατός δύνατος, εναι παντοδύναμος καί μπορε νά τά βγάλει πέρα καί διάβολος μπροστά του εναι μυρμήγκι. Καί προχωρε λεύθερα.

Θυμστε, στή Γεθσημαν, ταν Κύριος «γενόμενος ν γωνί κτενέστερον προσηύχετο» καί επε «ο τό μόν θέλημα γενέσθω», ναφέρεται κε στήν γία Γραφή τι, «φθη δέ ατ γγελος π᾿ ορανο νισχύων ατό» (Λουκ. κβ´ 43). Καί πίσης ταν στήν ρημο επε, «παγε πίσω μου, σαταν· γέγραπται γάρ, Κύριον τν Θεόν σου προσκυνήσεις καί ατ μόν λατρεύσεις», τότε τν φησε διάβολος «καί δού γγελοι προσλθον καί διηκόνουν ατ» (Ματθ. δ´ 10-11). τσι, λοιπόν, συμβαίνει καί σ᾿ μς· ν λέμε τήν προσευχή ατή, ν ζομε τή ζωή ατή, πονηρός φεύγει, διάκριση πνευματική ρχεται μέσα μας καί γγελοι μς διακονον. Καί μπορομε νά νοιώσουμε ατή τή συντροφιά τν γγέλων· καί μπορομε πό τώρα νά ζήσουμε στόν Ορανό· καί μπορομε νά χρησιμοποιήσουμε ατές τίς φράσεις τίς κυπριακές καί νά πομε τι ζωή μας γίνεται τότε «γγελόκτιστη», ««Θεοσκέπαστη». Τότε ὁ ἄνθρωπος ὁ μικρός γίνεται μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ παντοδύναμος...


Σάββατο 2 Ιουνίου 2007

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΝΕΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Π. ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ, 26/11/2006.

ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΥΤΟ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΑΠΟ ΚΑΤΩ ΑΡΘΡΟ.

Νομίζουμε ότι είναι καιρός να θέσουμε στην εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία ορισμένα επώδυνα ζητήματα. Αν θεωρούμε ότι η Εκκλησία εικονίζει και προετοιμάζει την ερχόμενη Βασιλεία του Θεού, έναν καινούργιο κόσμο αγάπης, δικαιοσύνης και καταλλαγής με τον Θεό και τους συνανθρώπους, τότε στην Εκκλησία ανήκουν δυνάμει όλοι οι άνθρωποι: Ιουδαίοι και εθνικοί, δούλοι και ελεύθεροι, άνδρες και γυναίκες, υπερβαίνοντας έτσι εν Χριστώ τις κάθε λογής διαιρέσεις (φυλής, φύλου, θρησκείας, πολιτισμού, κοινωνικής τάξης, ιεραρχίας και αξιώματος) σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο. Αν θεωρούμε ότι η Εκκλησία είναι γένος πνευματικό, ενώ η αλήθεια της κείται πέρα και πάνω από τα επίγεια έθνη και τις επίγειες πατρίδες, τότε για τους χριστιανούς μία είναι η πατρίδα, η «επουράνια Ιερουσαλήμ», δηλαδή η πνευματική πατρίδα του κάθε ανθρώπου που νοσταλγεί τον Θεό σύμφωνα με τον Γρηγόριο τον Θεολόγο. Αν ακόμη σε στιγμές κρίσιμες και εξαιρετικές (Τουρκοκρατία) η Εκκλησία εκκένωσε εαυτήν εκτρεπόμενη της κυρίως αποστολής της και αναλαμβάνοντας τη σωτηρία του Ελληνισμού, της γλώσσας, της υπόστασής του και της πολιτικής του εκπροσώπησης, σήμερα και συντεταγμένη πολιτεία υπάρχει και η ιστορική συγκυρία δεν θυμίζει σε τίποτε εκείνη των αιώνων της Τουρκοκρατίας.

Το τίμημα που η Ορθόδοξη Εκκλησία πλήρωσε και εξακολουθεί να πληρώνει στον βωμό της σχέσης της με το έθνος είναι βαρύτατο. Σχετίζεται με την εγκατάλειψη της αρχής της τοπικής προς όφελος της εθνικής Εκκλησίας και με την πλήρη σχεδόν εθνικοποίησή της, με την υποχώρηση της καθολικότητας και οικουμενικότητας για χάρη της ιδιοπροσωπίας του Νέου Ελληνισμού, με την υιοθέτηση μιας εγκοσμιοκρατικής εσχατολογίας που κάνει περισσότερες αναφορές στην ανάσταση του έθνους και λιγότερες στον Σταυρό και στην Ανάσταση του Χριστού. Σχετίζεται ακόμη με την πνευματική αυτάρκεια και τον αυτοδικαιωτικό λόγο, με την προσκόλληση στο παρελθόν, τον κοινωνικό και πολιτισμικό αναχρονισμό, τον πειρασμό της αναδίπλωσης, του φονταμενταλισμού και του αντιευρωπαϊσμού, με μια λέξη με την αδυναμία μετοχής της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο.

Ετσι η Εκκλησία στην Ελλάδα σήμερα αδυνατεί να δει το έργο και την αποστολή της ξέχωρα από το σύνδρομο της ταύτισης με το έθνος. Φαίνεται να παραμένει μάλιστα ανυποψίαστη για το ότι η ταύτιση με την εθνική ιδεολογία τής επιβλήθηκε από το κράτος για την εξυπηρέτηση των δικών του σκοπών (Μεγάλη Ιδέα) που βαθμιαία έγιναν και δικοί της. Οσο μάλιστα το ελληνικό κράτος, ως αποτέλεσμα των ευρύτερων ανακατατάξεων που οφείλονται στην παγκοσμιοποίηση και στην πολυπολιτισμικότητα, απεθνικοποιείται σταδιακά τόσο η Εκκλησία της Ελλάδος κρατικοποιείται και επανεθνικοποιείται όλο και περισσότερο, νιώθοντας ανασφαλής και μετέωρη χωρίς την ειδική σχέση με το κράτος και την αποκλειστική σχέση με το έθνος. Μπορεί βέβαια η Εκκλησία να κερδίζει έτσι σε ακροατήριο και πολιτική επιρροή, είναι βέβαιο όμως ότι χάνει σε πνευματική ζωή και εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία. Στην προσπάθειά της μάλιστα να αντικρούσει την τεκμηριωμένη θεολογική κριτική για τα παραπάνω φαινόμενα, η ηγεσία της Εκκλησίας δεν διστάζει να εκδώσει, όπως πρόσφατα, «Συνοδική» εγκύκλιο («Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η αξία της πατρίδος») διακρινόμενη για πρωτοφανή απουσία και σύγχυση θεολογικών κριτηρίων.

Θα ήταν άραγε υπερβολή να ισχυριστούμε πως ό,τι αρνήθηκε ο Ιησούς Χριστός (περιορισμός στα στενά εθνικά πλαίσια, εθνική αποκλειστικότητα, εγκλωβισμός στον εγκοσμιοκρατικό μεσσιανισμό), τηρουμένων των αναλογιών, μοιάζει σήμερα να πραγματοποιείται από την επίσημη Εκκλησία; Πράγματι, τους πειρασμούς που απέκρουσε ο Χριστός είτε στην έρημο είτε αντιμετωπίζοντας τον Ιούδα και τους Ζηλωτές φαίνεται να αποδέχεται πλέον η θεσμική Εκκλησία. Με τη διαφορά ότι, αντί να μετατρέψει τις πέτρες σε ψωμιά, διοργανώνει συλλαλητήρια για την ελληνικότητα της Μακεδονίας και λαοσυνάξεις για τις ταυτότητες, ενώ τη θέση των ρωμαίων κατακτητών πήραν κατά σειρά οι Τούρκοι, οι Βούλγαροι, οι Γερμανοί, η Ευρωπαϊκή Ενωση, η Νέα Τάξη, το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ κτλ. Ο,τι αρνήθηκε ο Χριστός στον Ιούδα και στους Ζηλωτές, το να γίνει δηλαδή ο εθνικός απελευθερωτής του ιουδαϊκού λαού, περιορίζοντας έτσι την καθολικότητα και ευρυχωρία της χριστιανικής ελευθερίας, η δική μας Εκκλησία το αποδέχεται και το προβάλλει με υπερηφάνεια. Ο,τι δεν βρήκε τότε ο Ιούδας στο πρόσωπο του Ιησού και στην πνευματικής τάξεως μεσσιανικότητά του, το προσφέρει σήμερα απλόχερα η Εκκλησία με τη συνεχή ενασχόλησή της με τα εγκοσμιοκρατικού τύπου ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής, της συνέχειας του ελληνικού έθνους, της εθνικής ταυτότητας, του δημογραφικού προβλήματος ή των μαθητικών παρελάσεων κατά τις εθνικές εορτές, «διορθώνοντας» έτσι για λογαριασμό της το έργο του Χριστού επί της γης και επαληθεύοντας δυστυχώς για άλλη μία φορά τη διαχρονική ισχύ του μύθου του Μεγάλου Ιεροεξεταστή.

Η παρένθεση που άνοιξε το 1453 είναι μάλλον καιρός να κλείσει και η Εκκλησία να ξαναγυρίσει στην κυρίως αποστολή της, που είναι ο ευαγγελισμός και η μεταμόρφωση του κόσμου και του ανθρώπου. Στη δίψα του σημερινού ανθρώπου για ζωή η Εκκλησία μπορεί και οφείλει να απαντήσει με τη δική της πρόταση ζωής, με τα δικά της «ρήματα ζωής αιωνίου», και όχι με τη συνεχή επίκληση της προσφοράς της στους αγώνες του έθνους. Γι' αυτό και η υιοθέτηση ενός οικουμενικού εκκλησιαστικού λόγου, απαλλαγμένου από τις συνεχείς αναφορές στο έθνος και στα σχήματα της κωνσταντίνειας περιόδου, δεν είναι απλώς ένα αίτημα γνησιότητας και πιστότητας προς την ορθόδοξη παράδοση· είναι ταυτοχρόνως και μια απολύτως απαραίτητη και επείγουσα προϋπόθεση προκειμένου να εισέλθει η Εκκλησία μας στον αιώνα που ζούμε και να μη βρίσκει καταφύγιο σε προηγούμενες εποχές.

Ο κ. Παντελής Καλαϊτζίδης είναι υπεύθυνος προγράμματος της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος, πάρεδρος ε.θ. του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

Το ΒΗΜΑ, 26/11/2006

ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑ

Ερμηνείες και παρερμηνείες

Τοῦ Ἀρχιμ. Μάρκου Βασιλάκη,
Α΄ Γραμματέως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
Θεολόγου - Φιλολόγου

(Ἀπάντηση στό πιό πάνω ἄρθρο)

Στήν ἐφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» τῆς Κυριακῆς 26ης Νοεμβρίου 2006 δημοσιεύθηκε ἄρθρο τοῦ κ. Παντελῆ Καλαϊτζίδη, Θεολόγου καί Παρέδρου ἐπί θητείᾳ τοῦ Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου, ὑπό τόν τίτλο: «Ζητεῖται νέος ἐκκλησιαστικός λόγος». Στό κείμενο αὐτό ὁ ἀρθρογράφος ἐκφράζει τήν ἄποψη ὅτι «τό τίμημα πού ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πλήρωσε καί ἐξακολουθεῖ νά πληρώνει στό βωμό τῆς σχέσης της μέ τό ἔθνος εἶναι βαρύτατο. Σχετίζεται μέ τήν ἐγκατάλειψη τῆς ἀρχῆς τῆς τοπικῆς πρός ὄφελος τῆς ἐθνικῆς Ἐκκλησίας καί μέ τήν πλήρη σχεδόν ἐθνικοποίησή της, μέ τήν ὑποχώρηση τῆς καθολικότητας καί οἰκουμενικότητας γιά χάρη τῆς ἰδιοπροσωπίας τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, μέ τήν υἱοθέτηση μιᾶς ἐγκοσμιοκρατικῆς ἐσχατολογίας πού κάνει περισσότερες ἀναφορές στήν ἀνάσταση τοῦ ἔθνους καί λιγότερες στόν Σταυρό καί στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ...».

Νομίζω ὅτι ὁ ἀρθρογράφος ἀγνοεῖ ἐνδεχομένως αὐτό πού γίνεται σαφές ἀπό τήν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατερικῶν κειμένων, ὅτι δηλαδή στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί Παράδοση ἡ οἰκουμενικότητα δέν καταργεῖ τήν ἐθνική συνείδηση καί οἱ πανανθρώπινες ἀξίες συμπορεύονται θαυμάσια μέ τόν ὑγιῆ πατριωτισμό. Στό Δευτερονόμιο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης διαβάζουμε ὅτι «ὅτε διεμέριζεν ὁ Ὕψιστος ἔθνη, ὡς διέσπειρεν υἱούς Ἀδάμ, ἔστησεν ὅρια ἐθνῶν κατά ἀριθμόν ἀγγέλων Θεοῦ» , δηλαδή διδασκόμαστε ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἔθνους καί τῆς πατρίδος εἶναι ἐντεταγμένη μέσα στό σχέδιο τῆς Θείας Προνοίας καί δέν ἐμφανίζεται ὡς σύμπτωμα τῆς ἁμαρτωλότητος τοῦ ἀνθρώπου. Τό ἴδιο μᾶς βεβαιώνει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἀπό τόν Ἄρειο Πάγο τῶν Ἀθηνῶν διακηρύσσει ὅτι ὁ Θεός ὅρισε «τάς ὁροθεσίας», δηλαδή τά σύνορα τῆς κατοικίας τῶν ἐθνῶν. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ καθηγητής Εὐ. Θεοδώρου ἡ περίφημη ρήση τοῦ Παύλου ὅτι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδέ Ἕλλην» δέν ὑποδηλώνει κατάργηση τῶν ἐθνικῶν ἰδιατεροτήτων ἐπί γῆς, ὅπως τό «οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ» δέν αἴρει τήν μεταξύ τῶν φύλων ἐπίγεια διαφοροποίηση. Καί οἱ δύο αὐτές ρήσεις ἀναφέρονται στήν σχέση μέ τόν Θεό καί στήν δυνατότητα σωτηρίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων.


Σέ πανηγυρική συνεδρίαση τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν τό 1963 ὁ καθηγητής τῆς Θεολογίας ἀείμνηστος Δημήτριος Μπαλάνος ἔδωσε τήν ἀκόλουθη ἀπάντηση στό ζήτημα : «Ἡ Ἐκκλησία μας ἀπεριφράστως ἦταν, εἶναι καί θά εἶναι ἐθνική Ἐκκλησία καί τοῦτο πρός δόξαν της... Ὁ ἐθνικός χαρακτήρ τῆς Ἐκκλησίας μας οὐδόλως παραβλάπτει τόν ὑπερκόσμιον χαρακτῆρα αὐτῆς. Τῷ ὄντι ἡ Ἐκκλησία ὡς ὑπερκόσμιον, ἀόρατον καί πνευματικῆς φύσεως καθίδρυμα, εἶναι ὑπεράνω πάσης ἐπιγείου σχέσεως, συνεπῶς καί ὑπεράνω ἐθνικῶν διακρίσεων. Ἀλλά καί κατά τήν ὀρθόδοξον διδασκαλίαν, ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μόνον ἀόρατον καί ὑπερκόσμιον, ἀλλά καί ὁρατόν καί ἐγκόσμιον καθίδρυμα, καί ὡς τοιοῦτο δέν δύναται νά ἀδιαφορήσει πρός τά κυριώτερα καί εὐγενέστερα ἀνθρώπινα συναισθήματα, ὁποῖα εἶναι ἡ ἀγάπη καί ἡ προσήλωσις πρός τούς ἐπιγείους δεσμούς τῆς οἰκογενείας, τῆς πατρίδος καί τοῦ ἔθνους, οὐδέ δύναται νά μή λάβῃ θέσιν ἔναντι αὐτῶν.... Ἡ πρός τήν ἐπίγειον πατρίδα ἀγάπη οὐδόλως παρεμποδίζει τόν πρός τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ κοινόν χριστιανικόν πόθον. Τοὐναντίον διά καταλλήλου διαπαιδαγωγήσεως ἡ πρός τήν πατρίδα ἀγάπη θά ἠδύνατο νά ἀναγάγῃ εἰς τήν ἔννοιαν τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ, χρησιμεύουσα ὡς προπαίδεια καί ἀναβαθμός εἰς αὐτήν».

Ὑποκρύπτει μονοφυσιτικές τάσεις ἡ παρασιώπηση τῆς θεανθρωπίνης δομῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία κατά τήν Ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός Ἐφεσίους εἶναι πρόσληψη καί «ἀνακεφαλαίωσις» ὄχι μόνον τῶν οὐρανίων ἀλλά καί τῶν ἐπιγείων. Στό πνεῦμα αὐτό ἐντάσσεται ἡ ἐντολή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου «τήν ἐνεγκοῦσαν πατρίδα ἴσα γονεῦσιν τιμᾶν» , τήν ὁποία ἀπέδωσε μέ ἐκλαϊκευμένο τρόπο ὁ μακαριστός Ἁγιορείτης Γέρων Παΐσιος λέγοντας: «Καί ἡ πατρίδα εἶναι μία μεγάλη οἰκογένεια». Ὅταν λοιπόν ἡ Ἐκκλησία ἀγωνίζεται ὑπέρ τῆς ἐλευθερίας καί τῆς πολιτιστικῆς ταυτότητος τοῦ ἔθνους μας δέν σημαίνει ὅτι ὑποτιμᾶ ἤ μισεῖ τά ἄλλα ἔθνη, ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἀγάπη πρός τούς γονεῖς μας δέν σημαίνει ὅτι μισοῦμε τούς γονεῖς τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.

Ἐπί Τουρκοκρατίας ἡ Ἐκκλησία δέν περιορίσθηκε στόν Ἐθναρχικό της ρόλο, ἀλλά προέβαλλε συγχρόνως τό οἰκουμενικό σωτηριολογικό νόημα τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ὅπως ἀποδεικνύουν τά πολλά σωζόμενα κηρύγματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καθώς καί πολλά δημώδη ἄσματα , ὅπως π.χ. τοπικά κάλλαντα. Ἀλλά καί σέ ἄλλες δύσκολες γιά τόν λαό μας στιγμές ἡ Ἐκκλησία μας συνεδύασε τήν πατριωτική της δράση μέ τήν διακονία καί τήν κοινωνική προσφορά πρός κάθε συνάνθρωπο, ἀσχέτως φυλῆς ἤ θρησκείας. Θυμίζουμε τήν περίοδο τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου καί τῆς Κατοχῆς ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός καί ἄλλοι Μητροπολίτες καί ἁπλοί κληρικοί ἀφ’ ἑνός μέν χαλύβδωναν τήν διάθεση τῶν Ἑλλήνων γιά πανεθνική Ἀντίσταση, ἀφ ἑτέρου δέ βοηθοῦσαν τούς Ἑβραίους συμπολίτες μας νά κρυφτοῦν καί μεριμνοῦσαν γιά τήν ἀνακούφιση τῶν πεινώντων, τῶν ὀρφανῶν καί τῶν πασχόντων. Σέ ἀντίθεση μέ τά ὅσα ἰσχυρίζεται ὀ κ. Καλαϊτζίδης ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει ὡς ἐπίκεντρο τῆς διδασκαλίας της τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, γι’ αὐτό ἄλλωστε ἀγωνίζεται ὑπέρ τοῦ Ὀρθοδόξου ὁμολογιακοῦ χαρακτῆρος τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν καί κατά τῆς μετατροπῆς του σέ θρησκειολογικό. Ἄν εἰλικρινά ὁ κ. Καλαϊτζίδης ἐνδιαφέρεται νά ἀκοῦν οἱ νέοι μας λόγο περί Σταυροῦ καί Ἀναστάσεως ἄς συνταχθεῖ καί αὐτός στήν προσπάθεια τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νά μή μετατραπεῖ τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν σέ ἕνα συνονθύλευμα ξερῶν ἐγκυκλοπαιδικῶν γνώσεων χωρίς Χριστοκεντρικό καί ἠθοπλαστικό περιεχόμενο.

Οἱ Τοπικές Ἐκκλησίες πού αἰσθητοποιοῦν τό Ὅλο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, σέ πολλές ἀπό τίς σημερινές περιπτώσεις ταυτίζονται πρός τίς Ἐθνικές Ἐκκλησίες πού μέ ἐσχατολογική αὐτοσυνειδησία ἐντός τῶν εὐχαριστηριακῶν πλαισίων, προβάλλουν τόσο πρωτογενῶς τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ὅσο καί δευτερογενῶς τίς ἐπίγειες τοπικές γεωφυσικές, οἰκολογικές, ἱστορικές καί πολιτιστικές τους συναρτήσεις, ἐφ’ ὅσον αὐτές δέν παρεμποδίζουν τόν πρωτογενῆ σκοπό τους.

Γι’ αὐτό, ὅπως δέν ἐπιτρέπεται ἡ σωβινιστική πατριδοκαπηλεία, κατά παρόμοιο τρόπο εἶναι ἀπαράδεκτη ἡ ὀρθοδοξοκαπηλεία, ἡ ὁποία πολύ συχνά μέ τή μονοφυσιτική νοοτροπία παραθεωρεῖ τό γεγονός ὅτι ἡ θεανθρώπινη ὀρθοδοξία ἐγκλιματίζει στό πνευματικό οἰκολογικό περιβάλλον της καί αὐτή τήν χοϊκή φύση καί ἐνοφθαλμίζει στήν πνευματική της βιόσφαιρα τά ἑκάστοτε καί ἑκασταχοῦ ὁμόλογα ἤ ὁμοιογενῆ ἱστορικά, ἐθνικά καί πολιτιστικά στοιχεῖα, τά ὁποῖα ἀναχωνεύονται στό πυρακτωμένο καμίνι της, δέχονται τίς ἀνταύγειες τοῦ Θαβωρείου φωτός καί μέ αὐτό τόν τρόπο μεταμορφώνονται σέ ἐκλεκτά ἐπίγεια σκεύη τοῦ οὐρανίου θησαυροῦ της.

Αὐτό συνέβη στόν πανθομολογούμενο ὕψιστο βαθμό μέ τίς διαλεκτικές σχέσεις Χριστιανισμοῦ καί Ἑλληνισμοῦ, ἔτσι ὥστε νά δικαιολογεῖ τήν χρήση τῆς ἐκφράσεως «ἑλληνορθόδοξα ἰδεώδη». Ὅταν καί διακεκριμένοι Σλάβοι Θεολόγοι χρησιμοποιοῦν τήν ἔκφραση «ἑλληνική Ὀρθοδοξία», δέν πρέπει ἐμεῖς νά διστάζουμε νά χρησιμοποιοῦμε, φυσικά χωρίς ἔπαρση τήν ἔκφραση αὐτή.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καταδικάζει τόν ρατσισμό, τόν σωβινισμό καί τόν πολεμοχαρῆ ἐθνικισμό. Ἀποδέχεται, ὅμως, τόν πατριωτισμό καί τήν ἀνάγκη κάθε ἔθνους νά ζῆ μέ εἰρήνη, ἐλευθερία, ἐθνική ἀξιοπρέπεια. Ὁ ἀγώνας της ὑπέρ τῆς ἐθνικῆς γλωσσικῆς καί πολιτιστικῆς μας ἰδιοπροσωπίας δέν ἔχει ὡς ὑπόβαθρο τήν ἐθνική ἀλαζονεία, ἀλλά τήν δημοκρατική ἀρχή, τήν ὁποία ἀποδέχεται καί ἡ Εὐρωπαϊκή Ἕνωση, περί τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἐθνικῆς ταυτότητος κάθε λαοῦ. Γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὁ ἀκραῖος ἐθνικισμός πού ὀρθώνει τείχη μεταξύ τῶν λαῶν εἶναι ἐξ ἴσου καταδικαστέος ὅπως καί ὁ ἄπατρις διεθνισμός πού θέλει νά ἰσοπεδώσει τήν ἐθνική ἰδιαιτερότητα κάθε λαοῦ.

Ἡ οἰκουμενικότητα τῆς Χριστιανικῆς διδασκαλίας δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τήν ἰσοπέδωση τῶν πολιτισμῶν πού ἐπιζητοῦν οἱ ὀπαδοί τῆς ὑλιστικῆς παγκοσμιοποιήσεως. Ἄν θέλουμε νά ἀναζητήσουμε τόν «νέο ἐκκλησιαστικό λόγο» θά πρέπει νά εἴμαστε βέβαιοι ὅτι αὐτός ὁ λόγος θά εἶναι πράγματι Ὀρθόδοξος καί ἐκκλησιαστικός καί ὄχι βασισμένος σέ ἐφήμερα φιλοσοφικά ρεύματα καί σέ πολιτικά ἰδεολογήματα.

(Δημοσιεύτηκε στην Ἰστοσελίδα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος)