Σελίδες

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Συν-ταρακτικοί λογισμοί


                               

  Σέ ἕνα διαμέρισμα κάποιας πολυκατοικίας, στήν Ἑλλάδα ἤ κάπου ἀλλοῦ, δέν ἔχει σημασία, ἡ πρωταγωνίστριά μας ξυπνᾶ ἀλαφιασμένη ἀπό τό ξυπνητήρι. Νιώθει κουρασμένη, ἄν καί κοιμήθηκε καλά. Ξημέρωσε γι᾽ αὐτήν μιά μέρα σάν ὅλες τίς ἄλλες, μέ ἔγνοιες, ἄγχος, ὑποχρεώσεις. Προτοῦ σηκωθεῖ καλά καλά, τό μυαλό της τίθεται σέ λειτουργία, γιά νά προλάβει ὅλα ὅσα ἔχει προγραμματίσει. Σκέφτεται καί μονολογεῖ:


     «Νά θυμηθῶ νά μήν ξεχάσω νά τηλεφωνήσω στόν ὑδραυλικό γιά νά ἐπισκευάσει τήν βρύση τῆς κουζίνας πού ὑποψιάζομαι ὅτι μάλλον τήν φτιάχνει πρόχειρα γιά νά μοῦ χρεώνει κάθε φορά τήν ἐπίσκεψη, νά κλείσω ραντεβού στό κομμωτήριο, νά ρωτήσω τάχα ἀδιάφορα τήν Βίκυ ποῦ βρῆκε τά λεφτά καί ἀγόρασε καινούριο αὐτοκίνητο (πού ὅταν τό σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά σκουπίσω, νά σφουγγαρίσω, νά ξεσκονίσω, νά μαγειρέψω γιά τούς φίλους μας πού θά ἔρθουν τό βράδυ γιά νά τούς δείξω τί θά πεῖ νοικοκυρά, νά ἐλέγξω τίς τελευταῖες κινήσεις τοῦ τραπεζικοῦ μου λογαριασμοῦ, νά πληρώσω τήν ΔΕΗ, τόν ΟΤΕ, τήν ΕΥΔΑΠ, τό ΕΤΑΠ (πού ὅταν τά σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά δῶ τίς δόσεις τοῦ δανείου, νά παραμονεύσω γιά νά δῶ ποιός κλέβει τά λεμόνια ἀπό τήν λεμονιά μας, νά διαμαρτυρηθῶ στόν δῆμο γιατί μαζεύουν τά σκουπίδια ἀργά τήν νύχτα καί μέ ἐνοχλοῦν, νά ἐνημερωθῶ γιά τίς νέες περικοπές στά φάρμακα (πού ὅταν τίς σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά ἀγοράσω δῶρο γιά τά γενέθλια τῆς Μαρίνας, τήν γιορτή τῆς Χριστίνας, τήν ἐπέτειο τοῦ Γιώργου καί τῆς Μάρθας ἀφοῦ κι αὐτοί μᾶς κάνουν δῶρα, νά καταγγείλω τόν γείτονα πού ἔφτιαξε μπάρμπεκιου στόν κῆπο του καί ἔρχεται ὅλη ἡ κάπνα πάνω μας (πού ὅταν τό σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά εἰδοποιήσω τήν θεία Χρυσοῦλα νά μήν μᾶς περιμένει γιά φαγητό τήν Κυριακή γιατί τήν βαριέμαι, νά ἀποφύγω τόν Σοφιανόπουλο πού προσπαθεῖ νά μοῦ πουλήσει λάδι ἀπό τό χωριό του,


νά βάλω ἐνοικιαστήριο γιά τό δυάρι στά Πετράλωνα, νά βρῶ μιά καλή ἀτάκα γιά τόν ἐξυπνάκια τόν Παντελῆ (πού ὅταν τόν σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά μήν σηκώσω τό τηλέφωνο στήν πολυλογοῦ τήν Ἀγλαΐα, νά ἀλλάξω δρόμο ὅταν συναντήσω τόν γρουσούζη τόν Θανάση, νά διαβάσω τό ὡροσκόπιό μου γιατί μᾶλλον οἱ πλανῆτες δέν μέ εὐνοοῦν αὐτόν τόν καιρό καί μοῦ πᾶνε ὅλα στραβά, νά τά ψάλλω στόν δάσκαλο πού μάλωσε χθές τόν Κωστάκη μου (πού ὅταν τό σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά δείξω στόν Νίκο τό τετράδιο ὀρθογραφίας τῆς Ἑλενίτσας μου γιά νά δεῖ πόσο καλή μαθήτρια εἶναι ἡ ἀνηψιά του, νά μάθω γιατί χώρισε ἡ Κατερίνα καί γιατί τσακώθηκε ὁ Γιάννης μέ τόν Ἠλία, νά δῶ καλύτερα τόν νεαρό πού φέρνει μέ τήν μηχανή του κάθε βράδυ σπίτι τήν κόρη τοῦ κύρ Ἀνδρέα, νά ζητήσω τά ὀφειλούμενα ἀπό τόν Ἄλκη (πού ὅταν τά σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά παραπονεθῶ στούς διπλανούς πού καλοῦν πολύ συχνά κόσμο στό σπίτι τους καί μέ ἐκνευρίζει τό κουδούνι τους πού κτυπᾶ, νά πῶ στήν Πηνελόπη νά μαζέψει τά παιδιά της, πού ὅλο τρέχουν, παίζουν καί γελοῦν (πού ὅταν τά σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά κόψω τήν φόρα τῆς Ἀννοῦλας ἀπό τό γραφεῖο πού μέ ρωτᾶ συνέχεια ἄν θέλω βοήθεια λές καί εἶμαι ἀνίκανη, νά βγάλω τόν σκύλο βόλτα, νά γκρινιάξω στόν ἄνδρα μου πού ἔχει ἕνα μῆνα νά μέ βγάλει ἔξω γιά διασκέδαση (πού ὅταν τό σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά συγχαρῶ τήν Μαρία γιά τήν προαγωγή της γιά νά μήν νομίζει ὅτι ζηλεύω, νά πῶ στήν μάνα μου νά μήν μοῦ ξαναπεῖ νά κόψω τό κάπνισμα, νά ζητήσω πίσω τά cd πού δάνεισα στόν Στέλιο, νά ἀνακαλύψω ποῦ πάει κάθε ἀπόγευμα ἡ Λέλα σεινάμενη κουνάμενη (πού ὅταν τήν σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά βρῶ μιά καλή δικαιολογία γιά νά μήν δώσω στήν Βαγγελιώ τήν συνταγή πού μού ζήτησε, νά τηλεφωνήσω στήν Ἀργυρώ νά πάμε για καφέ γιά νά σχολιάσουμε τήν νέα σχέση τῆς Φανῆς, νά βάλω στήν θέση της τήν Γιούλη πού μοῦ εἶπε ὅτι πάχυνα (πού ὅταν τήν σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά…..

Οὔφ, ταράχθηκα πάλι καί σήμερα. Τί νά κάνω ὅμως μέ τόσα πράγματα πού μέ ἀπασχολοῦν; Τουλάχιστον ἔτσι ἡ ζωή μου εἶναι γεμάτη. Ἐπειδή ὅμως δέν θέλω νά ρυτιδιάσω πρόωρα ἀποφασίζω ἀπό αὔριο νά μήν ταράζομαι. Ἀπό αὔριο ὅμως, σήμερα δέν μπορῶ».
Πράγματι, τήν ἑπόμενη δέν ταράχθηκε καθόλου. Δεν μποροῦσε ὅμως νά κάνει καί διαφορετικά, ἀφοῦ τήν ἑπόμενη…

Κηδεύουμε σήμερα τήν πολυαγαπημένη μας σύζυγο, μητέρα, κόρη,
          ἀδερφή, συγγενῆ, φίλη, συνάδερφο, γειτόνισσα στόν Ἱ.Ν. Ἀναπαύσεως
καί ὥρα 0:00 ἀκριβῶς!


  Ἡ πρωταγωνίστριά μας βεβαίως δέν πρόλαβε νά ρυτιδιάσει, ἡ καρδιά της ὅμως ἦταν ρυτιδιασμένη ἀπό καιρό. Προτίμησε νά ἀναλώσει τόν χρόνο της σέ κατακρίσεις, κουτσομπολιά, ἐμπάθεια, καχυποψίες καί ζήλεια παρά νά δεῖ ἀγαπητικά τούς ἀνθρώπους γύρω της καί νά εἰρηνεύσει μαζί τους. Νόμιζε πώς οἱ ἄλλοι εὐθύνονται γιά τήν δική της ταραχή καί δέν συνειδητοποιοῦσε ὅτι ἦταν ὁ ἴδιος της ὁ ἑαυτός, πού τήν ἐμπόδιζε νά χαρεῖ πρόσωπα καί σχέσεις. Βρισκόταν σέ διαρκῆ ἀναβρασμό καί γεύθηκε τήν κόλαση οὖσα ζωντανή. Ἡ ζωή της ναυάγησε μές στήν φουρτούνα τοῦ ἐγωισμοῦ καί τῶν κακῶν της λογισμῶν… Τήν ψυχήν τῆς δούλης σου, Σῶτερ, ἀνάπαυσον…

Δέσποινας Ζαμάνη-Κόλλια



Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Τα­ξι­δεύ­ον­τας



Βασίλης Μπόκος


Φεύ­γον­τας ἀ­πό τήν πό­λη, μᾶλ­λον μου­τζού­φλης καί κλει­δαμ­πα­ρω­μέ­νος μέ­σα σου, συμ­βαί­νει με­ρι­κές φο­ρές νά ἐ­κτε­θεῖς στήν θέ­α ἑ­νός δει­λι­νοῦ. Τέ­τοι­ας γο­η­τεί­ας, πού μέ­σα σέ  λί­γες στιγ­μές, δέν μπο­ρεῖς πα­ρά νά πα­ρα­δε­χθεῖς πώς ἔ­χεις μα­γευ­τεῖ ὁ­λό­τε­λα ἀ­πό αὐ­τό πού ἀν­τι­κρύ­ζουν τά μά­τια σου. Ἡ βου­ή τῆς πό­λης ἔ­χει σι­γή­σει, καί κα­θώς τό αὐ­το­κί­νη­το ἀ­νη­φο­ρί­ζει μέ σκέρ­τσο τόν δρό­μο του, βρί­σκεις ἐ­πι­τέ­λους τήν ἠ­ρε­μί­α πού ζη­τοῦ­σε μέ­ρες τώ­ρα ἡ ψυ­χή σου, μά ἔ­κα­νες πώς δέν τήν ἄ­κου­γες. Ὥ­ρα γιά πε­ρι­συλ­λο­γή λοι­πόν, ἀ­τε­νί­ζον­τας τό ὑ­πέ­ρο­χο θέ­α­μα πού σου προ­σφέ­ρει τοῦ ἥ­λιου τό φευ­γιό, στῆς ἡ­μέ­ρας τήν χά­ση. Παι­χνί­δια τοῦ φω­τός στά σύν­νε­φα, κά­θε στιγ­μή καί λί­γο δι­α­φο­ρε­τι­κά, κά­θε λε­πτό μο­να­δι­κό. Πραγ­μα­τι­κό ἔρ­γο τέ­χνης. Ἕ­να ἔρ­γο, πού τό­σο γεν­ναι­ό­δω­ρα σέ κα­λεῖ ἡ φύ­ση νά πα­ρα­κο­λου­θή­σεις δω­ρε­άν, ἀ­νώ­τε­ρο ἴ­σως ἀ­πό πολ­λούς πί­να­κες ζω­γρα­φι­κῆς ἤ ται­νί­ες πού κό­στι­σαν ἑ­κα­τον­τά­δες χρή­μα­τα. Ἔρ­γο, πού στό γκρί­ζο τῆς πό­λης, σοῦ δι­α­φεύ­γει, ἔ­τσι ἁ­πλά, κά­θε μέ­ρα. Ὅ­μως αὐ­τό εἶ­ναι ἐ­κεῖ, πι­στό στό ραν­τε­βού του, καί σή­με­ρα τά κα­τά­φε­ρες· ἤ­δη κά­που τα­ξι­δεύ­εις μα­ζί του.


Ὁ δρό­μος προ­χω­ρᾶ καί ἡ μί­α στρο­φή δι­α­δέ­χε­ται τήν ἑ­πό­με­νη, συ­νε­πής καί αὐ­τή ὅ­πως καί ἡ προ­η­γού­με­νη στήν ἀ­πο­στο­λή της: νά συ­νε­χι­στεῖ τό τα­ξί­δι ἐγ­γύ­τε­ρα στόν προ­ο­ρι­σμό. Ὅ­μοι­α καί οἱ σκέ­ψεις, ἡ μί­α ὁ­δη­γεῖ στήν ἄλ­λη, καί ὅ­λες μα­ζί δί­νουν στόν νοῦ εὐ­και­ρί­ες βα­θέ­ος στο­χα­σμοῦ, μιά ἀ­πα­ραί­τη­τη ἀλ­λα­γή ἀ­πό τήν ἐ­πι­πό­λαι­η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα πού ἔ­χεις συ­νη­θί­σει. Ὁ ἥ­λιος κον­τεύ­ει νά χα­θεῖ πιά στόν ὁ­ρί­ζον­τα, ἀ­κο­λου­θών­τας δι­κή του δι­α­δρο­μή. Ἡ δι­κή σου ὅ­μως τε­λει­ώ­νει ἐ­δῶ, μό­λις ἔ­φθα­σες. Τό αὐ­το­κί­νη­το στα­μα­τά­ει ἔ­ξω ἀ­πό τήν πέ­τρι­νη μάν­τρα· κοι­τών­τας γύ­ρω, ἴ­σα πού δι­α­κρί­νεις τό κα­θο­λι­κό στό μι­σο­σκό­τα­δο. Κα­τε­βαί­νεις, καί πη­γαί­νον­τας πρός τά μέ­σα, νι­ώ­θεις ἀ­κό­μη νά τα­ξι­δεύ­εις. Μή­πως ἔ­πρε­πε νά συ­νέ­χι­ζες λί­γο ἀ­κό­μη τόν δρό­μο σου ―μιά δυ­ό στρο­φές πα­ρα­κά­τω, ὡς καί τήν ἑ­πό­με­νη, ἴ­σως καί λί­γο πιό πέ­ρα...


Πλη­σι­ά­ζον­τας τόν να­ό, μέ­σα στήν σι­γή τοῦ ἀ­πό­βρα­δου, συ­νέρ­χε­σαι. Τό πε­ρί­τε­χνο χτί­σι­μο, ἡ πρό­σο­ψη, ὁ τροῦ­λος, ὅ­λο τό ἐ­ξω­τε­ρι­κό παι­χνι­δί­ζει μέ τό μυα­λό σου, πού προ­τρέ­χει νά συν­θέ­σει ὁ­λό­κλη­ρη τήν δο­μή τοῦ κτι­ρί­ου, μα­ζί μέ ὅ­σα δέν φαί­νον­ται. Προ­σκυ­νᾶς στόν πρό­να­ο, ἀ­νά­βεις κε­ρί. «Το φῶς κόν­τρα στό σκο­τά­δι τοῦ κό­σμου», εἶ­χε πεῖ ἕ­νας ἀ­δελ­φός. Μέ τόν συμ­βο­λι­σμό στό μυα­λό σου, τό βλέμ­μα σου κον­το­στέ­κε­ται γιά μιά   στιγ­μή στήν φλό­γα πού ἀ­νά­βον­τας, τρε­μο­παί­ζει. Θαρ­ρεῖς πα­σχί­ζει νά κρα­τη­θεῖ ἐ­πά­νω στό σχοι­νί, νά παύ­σει τό τρε­μού­λια­σμα. Δι­δά­σκε­σαι πού τήν βλέ­πεις νά στε­ρι­ώ­νε­ται, νά ἰ­σορ­ρο­πεῖ καί νά δυ­να­μώ­νει. Πά­λι προ­σκυ­νᾶς, καί προ­χω­ρᾶς πιό μέ­σα. «Εἰ­σε­λεύ­σο­μαι, εἰς τόν οἶ­κον Σου» ἀ­κού­γε­ται, σέ ἦ­χο δω­ρι­κό μά τό­σο σα­γη­νευ­τι­κό. Ἀ­πο­λαμ­βά­νεις τήν σύμ­πτω­ση, νά μπαί­νεις στόν να­ό ἀ­κού­γον­τας τοῦ­τα τά λό­για, κά­τι σάν σκη­νο­θε­σί­α. Μᾶλ­λον λά­θος νό­μι­σα, δέν τε­λεί­ω­σε κα­νέ­να τα­ξί­δι πρω­τύ­τε­ρα. Πρέ­πει νά στέ­κο­μαι στό σω­στό ση­μεῖ­ο· ἀ­πό ἐ­δῶ φαί­νε­ται νά μπο­ρῶ νά συ­νε­χί­σω τό τα­ξί­δι μου πο­λύ κα­λύ­τε­ρα ἀ­πό πρίν,  μέ ἄλ­λον προ­ο­ρι­σμό, τό­σο πο­λύ μα­κρύ­τε­ρα! «Εἰς τό ἐ­πέ­κει­να», ἔρ­χε­ται αὐθόρ­μη­τα, ἕ­νας ἴ­σως ὑ­περ­βο­λι­κός συ­νειρ­μός...


Ἀρ­κοῦν λί­γα λε­πτά γιά νά ἐ­πι­βε­βαι­ω­θῶ. Ἡ ἀ­τμό­σφαι­ρα εἶ­ναι ἐ­πι­βλη­τι­κή, ἀλ­λά καί  κα­τα­νυ­κτι­κή. Λί­γες καν­δῆ­λες φέγ­γουν ἐ­δῶ καί ἐ­κεῖ στίς εἰ­κό­νες. Τό σκο­τά­δι ἠ­ρε­μεῖ τήν   σκέ­ψη, τήν ἀ­παλ­λά­σει ἀ­πό τά πε­ριτ­τά. Στούς τοί­χους, σχέ­δια καί χρώ­μα­τα ξε­προ­βά­λουν ἀ­νά­με­σα στίς σκι­ές. Μορ­φές ἁ­γί­ες, ἄν­δρες καί γυ­ναῖ­κες καί παι­διά, βε­βαι­ώ­νουν γιά τόν ἄλ­λον, τόν νέ­ο τρό­πο νά ζεῖς. Πά­θη καί πά­θος· κλί­ση καί ἀ­πό­κρι­ση στό κά­λε­σμα. Θαυ­μα­στά καί πα­ρά­δο­ξα ἀ­πό τήν ζω­ή Ἐ­κεί­νου, πο­ρεί­α πρός τόν Σταυ­ρό,  Ἀ­νά­στα­ση. Ὅ­λα μα­ζί σμιγ­μέ­να ὁ­λό­γυ­ρα στούς τοί­χους, τό­σο πε­ρί­τε­χνα, σάν ἕ­να! Πού δέν μέ­νει ἐ­κεῖ, μό­νο του, στεῖ­ρο. Μά γί­νε­ται ἐ­πί­σης ἕ­να μέ τά γλυ­κά με­λί­σμα­τα πού φτά­νουν στά αὐ­τιά μου. Γί­νε­ται ἕ­να μέ τούς ἤ­χους, πού ἄλ­λο­τε ἱ­κε­τευ­τι­κοί, ἄλ­λο­τε δο­ξο­λο­γι­κοί, κά­νουν τήν ψυ­χή μου  νά  σκιρ­τᾶ. Τῆς δί­νουν ἕ­να ἁ­πα­λό τα­ρα­κού­νη­μα, νά πά­ει πιό κά­τω. Νά ἀ­φή­σει τήν  βο­λή της, νά κι­νη­θεῖ. Νά θυ­μη­θεῖ πώς πλά­στη­κε γιά πε­ρισ­σό­τε­ρα, ἔ­χει δρό­μο μπρο­στά της, τα­ξί­δι! Ὅ­λα αὐ­τά, συν­θέ­τουν ἕ­να πο­λύ δυ­να­τό βί­ω­μα, πού ὅ­μως γί­νε­ται πο­λύ πλη­ρέ­στε­ρο, ἀ­πο­κτών­τας ἄλ­λο βά­θος, μέ τήν κυ­ρί­αρ­χη πα­ρου­σί­α τοῦ λό­γου.  Ἀ­πό τό ἴ­διο τό Εὐ­αγ­γέ­λιο, τόν Ἀ­πό­στο­λο, ὅ­λα τά ἀ­να­γνώ­σμα­τα, κά­θε τρο­πά­ριο καί κά­θε ποί­η­μα, κά­θε «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον» καί  «Ἀ­μήν». Ἡ δι­ά­θε­ση με­το­χῆς στό μυ­στή­ριο τοῦ Λό­γου, προ­κα­λεῖ ἀ­πό μό­νη της μιά μι­κρή ἐ­σω­τε­ρι­κή ἀλ­λοί­ω­ση. Δί­ψα γιά κα­τα­νό­η­ση καί με­το­χή σέ ὅ­σα ἀ­κού­γον­ται καί ὅ­σα ἐν­νο­οῦν­ται. Δί­ψα γιά κεν­τρά­ρι­σμα τῆς ζω­ῆς μου στόν Λό­γο, στό ἴ­διο τό Εὐ­αγ­γέ­λιο, σέ μιά ἄλ­λη προ­σέγ­γι­ση στήν ζω­ή.


 Πό­σο νό­η­μα μπο­ρῶ νά βρῶ σέ αὐ­τές τίς στιγ­μές! Ὁ ἄν­θρω­πος, μέ­σα ἀ­πό τά χα­ρί­σμα­τά του, ἀ­να­ζη­τᾶ τρό­πους νά ὑ­μνή­σει τόν Θε­ό. Δέν βρί­σκω ἄλ­λο τρό­πο νά τό ἐ­ξη­γή­σω. Ἡ τέ­χνη, πού τό­σο πο­λύ μπο­ρεῖ νά ἐ­πι­δρά­σει στήν ἀν­θώ­πι­νη ψυ­χή καί στό σῶ­μα,  ὑ­πο­ταγ­μέ­νη, τρό­πον τι­νά, στίς ἀ­νάγ­κες τῆς Λα­τρεί­ας. Δη­λα­δή, στήν ἀ­νάγ­κη τοῦ ἀν­θρώ­που νά ὑ­μνή­σει τόν Θε­ό. Νά με­τέ­χει, νά εἶ­ναι καί αὐ­τός κομ­μά­τι τοῦ ὅ­λου, τοῦ συ­νό­λου,  τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ Κυ­ρί­ου. Καί ἔ­τσι, ὁ κα­θέ­νας βά­ζει τό δι­κό του τά­λαν­το, ὅ­πως καί ὅ­σο μπο­ρεῖ. Ἄλ­λος μου­σι­κός, ἄλ­λος λό­γιος, ἄλ­λος ζω­γρά­φος, ἄλ­λος χτί­στης, ἄλ­λος ζυ­μω­τῆς, ἄλ­λος δι­α­χει­ρι­στῆς, ἄλ­λος δι­ά­κο­νος. Ὅ­λοι μα­ζί, ἴ­σως στό ξε­χεί­λι­σμα τοῦ ἔ­ρω­τά τους,  κα­τα­θέ­τουν τήν  ἀ­γά­πη τους. Καί μπο­ρῶ νά μπαί­νω ἐ­δῶ μέ­σα, καί νά γί­νο­μαι καί ἐ­γώ κοι­νω­νός καί μέ­το­χος αὐ­τῆς τῆς πνευ­μα­τι­κῆς κλη­ρο­νο­μιᾶς! Χρι­στέ μου, ἐ­λά­χι­στη προ­αί­ρε­ση βά­ζω, καί παίρ­νω τό­σα πί­σω, πού μου εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νά τά δι­α­χει­ρι­στῶ, μέ ὑ­περ­βαί­νουν!...


Σέ λί­γο ἀρ­χί­ζει τό  δο­ξα­στι­κό. «Δό­ξα Πα­τρί καί Υἱ­ῶ καί  Ἁ­γί­ω Πνεύ­μα­τι...» ψέλ­νει ὁ κα­λό­γε­ρος, καί ὁ με­σαι­ω­νι­κός ἦ­χος μέ ὑ­πο­βάλ­λει σέ κά­τι ἀ­πό­κο­σμο. Μά ὁ λό­γος ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο! Συ­ναι­σθά­νο­μαι τό ἐ­λά­χι­στο τῆς ὕ­παρ­ξής μου, προ­σπα­θῶ νά συλ­λά­βω τί λό­για τολ­μῶ καί ψελ­λί­ζω, ἡ μα­τιά μου πέ­φτει στήν Μα­ρί­α, μη­τέ­ρα κλαί­ου­σα κά­τω ἀ­πό τόν σταυ­ρό. Μά καί στήν ἄλ­λη Μα­ρί­α, τήν Αἰ­γυ­πτί­α. Καί σέ ἄλ­λον ἅ­γιο, καί σέ ἄλ­λον,  μάρ­τυ­ρες ὅ­λοι τῆς ὕ­παρ­ξης μιᾶς ἄλ­λης βι­ω­τῆς. Σέ κοι­τοῦν σι­ω­πη­λά, σάν νά σοῦ κλεί­νουν τό μά­τι. Πό­σες φο­ρές γύ­ρι­σα τήν πλά­τη, ἀν­τί νά ἁ­πλώ­σω τό χέ­ρι! Ὅ­λα μέ ὁ­δη­γοῦν νά ση­κώ­σω τό βλέμ­μα μου ψη­λά. Ἀν­τι­κρύ­ζω τόν Κύ­ριο, ὡς Παν­το­κρά­τορα, κυ­βερ­νή­τη τοῦ πλοί­ου πού τα­ξι­δεύ­ει... Προ­σεύ­χο­μαι τώ­ρα μέ ὅ­λη μου τήν ὕ­παρ­ξη! Οἱ τρί­χες μου ἀ­να­ση­κώ­νον­ται, στήν σκέ­ψη πώς αὐ­τό πού σι­γο­ψέλ­νω τώ­ρα καί ´γῶ, τό ἔ­ψαλ­λαν καί ἄλ­λοι χρι­στια­νοί, μί­α, δύ­ο, τρεῖς γε­νι­ές πί­σω, χρό­νια ὁ­λό­κλη­ρα, αἰ­ῶ­νες! Κά­ποι­οι ἄν­θρω­ποι, πρίν ἀ­πό πέν­τε ἤ ἕ­ξι αἰ­ῶ­νες, προ­σεύ­χον­ταν ψέλ­νον­τας τούς ἤ­χους αὐ­τούς, ἔ­χον­τας στό στό­μα τους τά βα­θύ­τα­τα αὐ­τά λό­για, γυρ­νών­τας τό βλέμ­μα τους, στίς ἴ­δι­ες αὐ­τές ἁ­γι­ο­γρα­φί­ες πού μέ πε­ρι­βάλ­λουν... Τί θλί­ψεις, τί ἀ­γω­νί­ες νά τούς κυ­νη­γοῦ­σαν; Ποι­ά χα­ρά στήν ζω­ή τους νά τούς ἔ­κα­νε νά προ­σεύ­χον­ται δο­ξο­λο­γών­τας; Συγ­κλο­νί­ζο­μαι ξα­νά· πά­λι καί πά­λι ἀ­δυ­να­τῶ νά συλ­λά­βω ὅ­τι θά κοι­νω­νή­σω Τόν Ἴ­διο Χρι­στό, ἀ­πό τό κοι­νό Πο­τή­ριο, ἴ­διο πού κοι­νώ­νη­σαν ὅ­λοι, ἀ­πό ἀ­πό­ψε, μέ­χρι πί­σω... μέ­χρι ἐ­κεῖ­νο τό βρά­δυ στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, ἀ­πό τά χέ­ρια Ἐ­κεί­νου.


Μέ­σα στήν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα αὐ­τῶν τῶν βι­ω­μά­των, νι­ώ­θω ἀ­τό­φιο τό γι­ά­τρε­μα μέ­σα μου, στήν μο­να­ξιά τῆς γυ­μνῆς ὕ­παρ­ξής μου. Συ­να­πάν­τη­μα, ἔ­ξω ἀ­πό τόν χρό­νο! Κοι­τῶ γύ­ρω μου, καί βλέ­πω τά πρό­σω­πα τῶν ἀ­δελ­φῶν μου. Σύ­να­ξις ἐ­πί τό αὐ­τό!..  Ἄλ­λος στο­χά­ζε­ται, ἄλ­λος προ­σεύ­χε­ται θερ­μά· ἄλ­λος ψέλ­νει ἐ­νῶ ἄλ­λος ἔ­χει ἀ­πο­κά­μει ἀ­πό τήν κού­ρα­ση, καί γέρ­νει στό στα­σί­δι μή­πως ξε­γε­λά­σει λί­γο τήν νύ­στα του. Μέ ἀ­δελ­φούς μα­ζί, ἐ­δῶ στό τώ­ρα, στό χθές καί στό αὔ­ριο, στά χρό­νια καί στούς αἰ­ῶ­νες πού ἦρ­θαν καί θά ἔρ­θουν. Δέν μπο­ρῶ νά μοῦ κρύ­ψω τό προ­φα­νές: ἔ­χω χά­σει κά­θε αἴ­σθη­ση τοῦ χρό­νου καί τοῦ χώ­ρου! Πιά, τα­ξι­δεύ­ω με­σο­πέ­λα­γα, στά ἀ­νοι­χτά!
Δό­ξα τῷ Θε­ῷ, πάν­των ἕ­νε­κεν!

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

ΤΙ ΝΑ ΕΥΧΗΘΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΧΡΟΝΟΥ;




πρωτ. Χρι­στό­δου­λος Μπί­θας

Αρ­χή του χρό­νου, και­ρός για ευ­χές, για α­να­σκο­πή­σεις, για σχέ­δια, για προ­βλέ­ψεις. Και­ρός δύ­σκο­λος, κρί­ση α­ξι­ών, κρί­ση οι­κο­νο­μι­κή, κρί­ση στα πάν­τα. Πρό­σω­πα α­νή­συ­χα, συ­ναι­σθή­μα­τα συγ­κε­χυ­μέ­να, α­βε­βαι­ό­τη­τα, α­γα­νά­κτη­ση, ορ­γή, θλί­ψη, κά­ποι­οι έ­χουν πα­ρα­δο­θεί στην βί­α. Οι ε­πο­χές της ευ­δαι­μο­νί­ας μοιά­ζουν να πέ­ρα­σαν, η α­να­σφά­λεια κυ­ρι­εύ­ει τις ψυ­χές των αν­θρώ­πων. Οι νε­ό­τε­ροι κοι­τούν μου­δι­α­σμέ­να το μέλ­λον, κά­ποι­οι ζουν με φό­βο για το αύ­ριο. Πολ­λοί εί­ναι ε­κεί­νοι που κα­τη­γο­ρούν τους πο­λι­τι­κούς, δη­λώ­νουν α­πο­γο­ή­τευ­ση και α­παι­σι­ο­δο­ξί­α, δη­λώ­νουν πως έ­πα­ψαν να ελ­πί­ζουν σε λύ­ση. Εγ­κλη­μα­τι­κό­τη­τα, α­νερ­γί­α, αλ­κο­ο­λι­σμός, ναρ­κω­τι­κά, κοι­νω­νι­κές α­νι­σό­τη­τες βα­σα­νί­ζουν τους αν­θρώ­πους. Κα­ρα­βι­ές α­πελ­πι­σμέ­νων έρ­χον­ται α­πό Α­να­το­λή και Νό­το, ε­κεί που οι πό­λε­μοι, οι εμ­φύ­λι­ες δι­α­μά­χες και τα παι­χνί­δια των με­γά­λων μα­κε­λεύ­ουν τους λα­ούς. Οι φυ­λές του κό­σμου πα­σχί­ζουν να κερ­δί­σουν έ­να κα­λύ­τε­ρο αύ­ριο, θέ­λουν να πά­νε στην Ευ­ρώ­πη, στην «γη της ε­παγ­γε­λί­ας», οι πε­ρισ­σό­τε­ροι ξε­μέ­νουν ε­δώ.

Η χώ­ρα μας αλ­λά­ζει, κι ε­μείς δεν μπο­ρού­με α­κό­μα να το α­πο­δε­χτού­με. Μπή­κα­με σε έ­να ι­στο­ρι­κό κύ­κλο που θα κρα­τή­σει χρό­νια, μό­νο ο Θε­ός ξέ­ρει πό­σο. Ό­σοι α­να­πο­λού­με τις πα­λι­ές γει­το­νι­ές με τις μο­νο­κα­τοι­κί­ες και τους ο­λάν­θι­στους κή­πους, τό­τε που κοι­μό­μα­σταν τα βρά­δια με α­νοι­χτά πα­ρά­θυ­ρα και ξε­κλεί­δω­τες τις πόρ­τες, α­να­ρω­τι­ό­μα­στε πως άλ­λα­ξαν έ­τσι τα πράγ­μα­τα. Θυ­μό­μα­στε τις πρό­σφα­τες μέ­ρες της υ­πε­ραι­σι­ο­δο­ξί­ας, της κα­τα­νά­λω­σης και του χρη­μα­τι­στη­ρί­ου, κι α­να­λο­γι­ζό­μα­στε πό­σο γρή­γο­ρα κα­τέρ­ρευ­σαν ό­λα.

Λένε κάποιοι: Τι μπο­ρεί να ευ­χη­θεί κα­νείς στην αρ­χή του Νέ­ου χρό­νου, ό­ταν έ­χει χά­σει την ελ­πί­δα του στο αύ­ριο; 
Μή­πως ό­μως το ε­ρώ­τη­μα αυ­τό εί­ναι λαν­θα­σμέ­νο; Μή­πως πα­ρα­συρ­θή­κα­με α­πό την πε­ριρ­ρέ­ου­σα α­τμό­σφαι­ρα και χά­σα­με την ου­σί­α; Για­τί οι πρό­γο­νοί μας που ζού­σαν σε συν­θή­κες πο­λύ χει­ρό­τε­ρες α­πό τις δι­κές μας, ή­ταν αι­σι­ό­δο­ξοι και εί­χαν φρό­νη­μα πιο γεν­ναί­ο α­πό ε­μάς; Τι ή­ταν αυ­τό που τους κρα­τού­σε ορ­θούς πα­ρά τις δυ­σκο­λί­ες, πα­ρά την φτώ­χεια, πα­ρά τους δι­χα­σμούς και τους πο­λέ­μους; Τι εἰ­χαν ε­κεί­νοι που δεν το έ­χου­με ε­μείς και πα­ρά τις σπου­δές μας και τις γνώ­σεις μας, εί­μα­στε α­πελ­πι­σμέ­νοι; Τι μας λεί­πει και χά­σα­με την ευ­χα­ρι­στί­α, στε­ρέ­ψα­με α­πό ελ­πί­δα, βλέ­που­με τα πράγ­μα­τα μό­νο α­πό την αρ­νη­τι­κή τους πλευ­ρά, γκρι­νι­ά­ζου­με δια­ρκώς και μεμ­ψι­μοι­ρού­με; 

Μή­πως δεν έ­χου­με τί­πο­τα να ευ­χη­θού­με - πέ­ρα α­πό την υ­γεί­α μας - , ε­πει­δή χά­σα­με το ή­θος και τις α­ξί­ες μας; Μή­πως εί­ναι που αλ­λο­τρι­ω­θή­κα­με α­πό την κα­λο­πέ­ρα­ση και τον υ­περ­κα­τα­να­λω­τι­σμό και χά­σα­με τον ε­αυ­τό μας; Μή­πως ό­λη αυ­τή η α­πο­γο­ή­τευ­ση πη­γά­ζει α­πό την αλ­λο­τρί­ω­σή μας και α­πό την έλ­λει­ψη προ­τύ­πων, ή μάλ­λον ε­πει­δή τα πρό­τυ­πά μας ε­δώ και πολ­λά χρό­νια ή­ταν ευ­τε­λή, χάρ­τι­να, α­νό­η­τα; Μή­πως το ό­τι κα­ταν­τή­σα­με πα­θη­τι­κοί θε­α­τές κα­κό­γου­στων θε­α­μά­των μας ο­δή­γη­σε να μην έ­χου­με σε τι να ελ­πί­σου­με και τι να ο­νει­ρευ­τού­με; Μή­πως μά­θα­με να ζού­με με πολ­λά και τώ­ρα ε­πει­δή δεν τα έ­χου­με δεν μπο­ρού­με να χα­ρού­με;

Τι να ελ­πί­σου­με στην αρ­χή του 2014, ό­ταν οι προ­βλέ­ψεις για το μέλ­λον εί­ναι ζο­φε­ρές;
Μα, έ­χου­με τό­σα πολ­λά να ο­ρα­μα­τι­στού­με και να ευ­χη­θού­με! Εί­μα­στε ζων­τα­νοί, έ­χου­με ει­ρή­νη, έ­χου­με αν­θρώ­πους που μας α­γα­πούν και τους α­γα­πά­με, έ­χου­με την δυ­να­τό­τη­τα να στο­χα­ζό­μα­στε ε­λεύ­θε­ρα, να γνω­ρί­ζου­με τον ε­αυ­τό μας, να εξελισόμαστε, να δη­μι­ουρ­γού­με, να α­πο­λαμ­βά­νου­με τα συγ­κλο­νι­στι­κά δη­μι­ουρ­γή­μα­τα του πο­λι­τι­σμού. Ζού­με σε μια πα­νέ­μορ­φη χώ­ρα, ό­που και να κοι­τά­ξεις το το­πί­ο σε κα­τα­κλύ­ζει με ο­μορ­φιά. Χά­σα­με την πί­στη στην ζω­ή, χά­σα­με την πί­στη στις α­ξί­ες, πή­ρα­με την ζω­ή μας λά­θος. Και­ρός να βρού­με πά­λι τον δρό­μο μας, να ε­κτι­μή­σου­με το δώ­ρο της ζω­ής, την ο­μορ­φιά των αν­θρω­πί­νων σχέ­σε­ων, την ση­μα­σί­α των πα­ρα­δο­σια­κών α­ξι­ών. Με το βλέμ­μα στο μέλ­λον να επαναπροσδιορίσουμε ό,τι ση­μαν­τι­κό μας κλη­ρο­δό­τη­σαν οι πα­λαι­οί. 

Να εν­νο­ή­σου­με πως ζω­ή δί­χως νό­η­μα, δεν εί­ναι ζω­ή, να κα­τα­λά­βου­με πως έ­να με­γά­λο μέ­ρος α­πό την α­παι­σι­ο­δο­ξί­α μας ο­φεί­λε­ται στο κε­νό που και πριν την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση εί­χα­με, μό­νο που τό­τε δεν το βλέ­πα­με. Να μά­θου­με να ζού­με με λί­γα, αλ­λά να χαι­ρό­μα­στε α­πό τα σπου­δαί­α, κα­τά πως λέ­ει ο μέ­γας ποι­η­τής μας: «K­οι­τά­ζω τον α­σβέ­στη αν­τι­κρύ στον τοί­χο της μι­κρής μου κά­μα­ρας. Λί­γο πιο ψη­λά το τα­βά­νι με τα δο­κά­ρια. Πιο χα­μη­λά την κα­σέ­λα ό­που έ­χω α­πο­θέ­σει ό­λα μου τα υ­πάρ­χον­τα: δυ­ο παν­τε­λό­νια, τέσ­σε­ρα που­κά­μι­σα, κά­τι α­σπρό­ρου­χα. Δί­πλα, η κα­ρέ­κλα με την πε­λώ­ρια ψά­θα. X­ά­μου, στ' ά­σπρα και μαύ­ρα πλα­κά­κια, τα δυ­ο μου σάν­τα­λα. Έ­χω στο πλά­ι μου κι έ­να βι­βλί­ο. Γεν­νή­θη­κα για να '­χω τό­σα. Δεν μου λέ­ει τί­πο­τε να πα­ρα­δο­ξο­λο­γώ. A­πό το ε­λά­χι­στο φτά­νεις πιο σύν­το­μα ο­που­δή­πο­τε». (Οδ. Ε­λύ­της, α­πό­σπα­σμα α­πό τον Μι­κρό Ναυ­τί­λο)

Τι να ευ­χη­θού­με στην αρ­χή του Νέ­ου χρό­νου;
Μα, να έ­χου­με υ­γεί­α πνευ­μα­τι­κή που να μας δί­νει την δυ­να­τό­τη­τα να χαι­ρό­μα­στε την κά­θε στιγ­μή σα νά’ ναι η πρώ­τη και η τε­λευ­ταί­α της ζω­ής μας. Να ευ­χα­ρι­στού­με για κά­θε κα­λό, να συμ­πο­νού­με κά­θε α­ναγ­κε­μέ­νο, να αγ­κα­λι­ά­ζου­με τον θλιμ­μέ­νο. Να «χαί­ρου­με με­τά χαι­ρόν­των και να κλαί­με με­τά κλαι­όν­των». Να νοι­α­ζό­μα­στε για τον δι­πλα­νό, να έ­χου­με αλ­λη­λεγ­γύ­η με­τα­ξύ μας, να εί­μα­στε μια αγ­κα­λιά, έ­να δά­κρυ, έ­να χα­μό­γε­λο, για ό­ποι­ον άν­θρω­πο συ­ναν­τά­με. Να ξα­νοι­χτού­με στους άλ­λους και να μην πε­ρι­ο­ρι­ζό­μα­στε στον μι­κρό­κο­σμό μας, α­φού συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με πως ό­σο α­νοι­γό­μα­στε τό­σο πλα­ταί­νει η ψυ­χή μας.

Να α­πο­κτή­σου­με και πά­λι ι­δα­νι­κά, να α­γω­νι­στού­με να έ­χου­με α­ρε­τές, να βρού­με πρό­τυ­πα ου­σι­α­στι­κά που να προ­ά­γουν την ζω­ή μας. Να μα­θου­με να με­τρά­με την σπου­δαι­ό­τη­τα της η­μέ­ρας με ε­κεί­νο το μέ­τρο που κλη­ρο­δο­τεί η πα­να­θρώ­πι­νη σο­φί­α. Ό­χι με δεί­κτες οι­κο­νο­μι­κούς, αλ­λά με την πεί­να και την δί­ψα για την Α­λή­θεια, την ελ­πί­δα της πνευ­μα­τι­κής τε­λεί­ω­σης, την προσ­δο­κί­α για υ­παρ­κτι­κή αλ­λοί­ω­ση προς το Α­γα­θό. Με το μέ­τρο της Α­γι­ό­τη­τας, με την βε­βαι­ό­τη­τα ό­τι δεν ήρ­θα­με σε αυ­τό τον κό­σμο μό­νο για να τρώ­με, να πί­νου­με και να ι­κα­νο­ποι­ού­με τις σω­μα­τι­κές μας α­νάγ­κες, αλ­λά για να ο­λο­κλη­ρώ­σου­με την ύ­παρ­ξή μας, να αυ­ξή­σου­με τα χα­ρί­σμα­τά μας, για να α­να­κα­λύ­ψου­με τις δυ­να­τό­τη­τές μας, για να μά­θου­με να α­γα­πά­με.

Ως Χρι­στια­νοί, ευ­χό­μα­στε στην αρ­χή της Νέ­ας χρο­νιάς, να α­πο­κτή­σουν πε­ρισ­σό­τε­ροι συμ­πα­τρι­ώ­τες μας πί­στη στον Χρι­στό, τον Θεό της Αγάπης, που λί­γες μέ­ρες πριν γι­ορ­τά­σα­με την Ε­ναν­θρώ­πι­σή Του. Να γνω­ρί­σουν την πραγματική Ορ­θό­δο­ξη Πί­στη και να ελ­πί­σουν στην Όν­τως Ζω­ή και στην Α­νά­στα­ση, ό­πως την δί­δα­ξαν ο Χρι­στός, οι Α­πό­στο­λοι και οι Ά­γιοι, μα­κριά α­πό φα­να­τι­σμούς και ι­δε­ο­λη­ψί­ες, πέ­ρα α­πό τυ­πο­λα­τρί­ες και ευ­σε­βι­σμούς. Να πι­στέ­ψουν στην Α­γά­πη, στην συγ­χώ­ρε­ση, στην πε­ρι­χώ­ρη­ση, στο ήθος, στην ελπίδα, στην Βασιλεία των Ουρανών.

Καλή κι ευλογημένη χρονιά

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

H παρεξηγημένη αγιότητα




Του Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννου (Ζηζιούλα)
H Θ. Ευχαριστία είναι η κατ’ εξοχήν «κοινωνία αγίων», είναι το αποκορύφωμα του αγιασμού, όχι μόνο γιατί αυτή προσφέρει στον άνθρωπο την τελειότερη και πληρέστερη ένωση (σωματική και πνευματική) με τον μόνον άγιο, αλλά και διότι αποτελεί τον πιο τέλειο εικονισμό της Βασιλείας του Θεού…
Η λέξη «άγιος» ή «αγιότητα» παραπέμπει σε κάτι εντελώς άσχετο και ξένο προς την εποχή μας, προς τον πολιτισμό και τις αναζητήσεις του συγχρόνου ανθρώπου. Ποιος από τους γονείς της εποχής μας φιλοδοξεί να κάνει τα παιδιά του «άγιους»; Ποιο από τα σχολεία μας και τα εκπαιδευτικά μας προγράμματα καλλιεργούν την αγιότητα ή την προβάλουν ως όραμα και πρότυπο; Ο «επιτυχημένος» άνθρωπος της εποχής μας, το ιδανικό της σύγχρονης παιδείας και του πολιτισμού μας, δεν είναι καν ο «καλός κι αγαθός» των κλασσικών χρόνων. Είναι εκείνος που εξασφαλίζει χρήματα, ανέσεις και κοινωνική προβολή - αυτό θέλουν οι γονείς από τα παιδιά τους, σ’ αυτό κυρίως αποβλέπουν τα εκπαιδευτικά μας συστήματα, αυτό καλλιεργούν τα μέσα επικοινωνίας, αυτό ονειρεύεται η πλειονότητα των νέων μας.
Πράγματι, σε μια κοινωνία, η οποία βιώνει ως το σοβαρότερο πρόβλημά της την ανεργία, και κυριαρχείται από το άγχος πώς να αυξήσει το κατά κεφαλήν εισόδημα, το να γίνεται λόγος για άγιους και αγιότητα αποτελεί πρόκληση, αν όχι πρόσκληση σε γέλωτα και χλευασμό. Ούτως, η αγιότητα αποτελεί ένα «λησμονημένο όραμα».
Λησμονημένο γιατί κάποτε υπήρχε, γιατί αυτό ενέπνεε τον πολιτισμό μας, διότι οι άνθρωποί μας άλλοτε ζούσαν με τους αγίους και αντλούσαν από αυτούς το μέτρο του πολιτισμού τους, αυτοί ήταν οι ήρωες, οι μεγάλοι πρωταθλητές, οι «διάσημοι ποδοσφαιριστές» και «σταρ» των χρόνων τους. Τώρα έχουν μείνει μόνο τα ονόματα των αγίων μας, και αυτά «κουτσουρεμένα» και αλλοιωμένα επί το ξενικώτερον, ενώ οι άνθρωποι προτιμούν πλέον να γιορτάζουν, όχι τις μνήμες των αγίων τους, μα τα δικά τους προσωπικά γενέθλια. Σε μια τέτοια εποχή τι να πει κανείς για την αγιότητα; Ο λόγος του θα πέσει στο κενό.
Μα, από το άλλο μέρος, πώς να μη μιλήσει κανείς για κάτι τόσο κεντρικό και θεμελιώδες για τη ζωή του χριστιανού; Γιατί η πίστη μας χωρίς τους αγίους παύει να υφίσταται. Διότι, αν λησμονήσουμε την αγιότητα, δεν απομένει από την Εκκλησία παρά ο ταυτισμός της με τον κόσμο, η «εκκοσμίκευσή της» είναι πλέον αναπόφευκτη.
Αλλά η αγιότητα δεν είναι μόνο «λησμονημένη» στις μέρες μας, είναι όταν και όπως γίνεται λόγος γι’ αυτήν, και παρεξηγημένη. Τι σημαίνει αγιότητα, όταν τη δει κανείς ως εικονισμό της Βασιλείας τού Θεού, ως βίωμα και πρόγευση των εσχάτων;
Αν ρωτήσει κανείς τυχαία τους ανθρώπους στον δρόμο τι αποτελεί κατά τη γνώμη τους «αγιότητα», η απάντηση που θα λάβει κατά κανόνα είναι περίπου η εξής: άγιος είναι εκείνος που δεν κάνει αμαρτίες, που τηρεί τον νόμο του Θεού, είναι ηθικός από κάθε άποψη, με μια φράση: «δεν αμαρτάνει». Σε ορισμένες περιπτώσεις στην έννοια της αγιότητας προστίθεται ένα στοιχείο και με χροιά μυστικισμού, σύμφωνα με την όποια άγιος είναι εκείνος που έχει εσωτερικά βιώματα, επικοινωνεί με το «θείον», περιέρχεται σε έκσταση και βλέπει πράγματα που δεν τα βλέπουν οι άλλοι άνθρωποι, με λίγα λόγια ζει υπερφυσικές καταστάσεις και ενεργεί υπερφυσικές πράξεις.
Έτσι η έννοια της αγιότητας φαίνεται να συνδέεται στη σκέψη των ανθρώπων με κριτήρια ηθικολογικά και ψυχολογικά. Όσο πιο ενάρετος είναι κανείς, τόσο πιο άγιος είναι. Και όσο πιο χαρισματικός είναι κάποιος και επιδεικνύει ικανότητες που δεν τις έχουν συνήθως οι άνθρωποι (όπως να διαβάζει τη σκέψη μας, να προβλέπει το μέλλον μας κ.λπ.), τόσο περισσότερο μας κάνει να τον θεωρούμε «άγιο». Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: όταν διαπιστώσουμε κάποιο ελάττωμα στον χαρακτήρα ή τη συμπεριφορά κάποιου (ότι τρώει πολύ, θυμώνει κ.λπ.), τότε τον διαγράφουμε από τους «αγίους». Ή αν δεν εκδηλώσει υπερφυσικές ικανότητες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μας ξενίζει και η σκέψη ακόμη ότι θα μπορούσε κάποιος να είναι άγιος.
Η κοινή και διαδεδομένη αυτή αντίληψη για την αγιότητα δημιουργεί ορισμένα βασικά ερωτηματικά, όταν τη θέσουμε στο φως του Ευαγγελίου, της πίστεως και της παραδόσεώς μας. Ας αναφέρουμε μερικά από αυτά:
1. Αν η αγιότητα συνίσταται κυρίως στην τήρηση των ηθικών αρχών, τότε γιατί ο Φαρισαίος κατακρίθηκε από τον Κύριο, ενώ δικαιώθηκε ο Τελώνης στη γνωστή σε όλους μας παραβολή; Συνηθίζουμε να αποκαλούμε τον Φαρισαίο «υποκριτή», αλλά στην πραγματικότητα δεν έλεγε ψέματα, όταν ισχυριζόταν ότι τηρούσε πιστά τον Νόμο, ότι έδινε το 1/10 της περιουσίας του στους πτωχούς και ότι τίποτε από όσα του ζητούσε ο Θεός ως πιστός Ιουδαίος δεν παρέλειπε να εφαρμόσει. Όπως επίσης δεν έλεγε ψέματα όταν χαρακτήριζε τον τελώνη αμαρτωλό - όπως και ο τελώνης τον εαυτό του - γιατί πράγματι ο τελώνης ήταν άδικος και παραβάτης των ηθικών κανόνων.
2. Παρόμοιο ερώτημα προκύπτει και από τη χρήση του όρου «άγιος» από τον Απόστολο Παύλο στις επιστολές του. Απευθυνόμενος στους χριστιανούς της Κορίνθου, της Θεσσαλονίκης, της Γαλατίας κ.λπ., ο Παύλος τους καλεί «αγίους». Στη συνέχεια όμως των επιστολών αυτών κατονομάζει μύρια όσα ηθικά ελαττώματα των χριστιανών αυτών, τα οποία και επικρίνει δριμύτατα. Στην προς Γαλάτας μάλιστα επιστολή φαίνεται ότι η ηθική κατάσταση των εκεί «αγίων» ήταν τόσο απογοητευτική, ώστε να αναγκάζεται ο Παύλος να τους γράψει: «ει γαρ αλλήλους δάκνετε και κατεσθίετε, βλέπετε μη υπ’ αλλήλων αναλωθείτε»! Πώς συμβαίνει να καλούνται οι πρώτοι χριστιανοί «άγιοι», όταν είναι βέβαιο ότι η καθημερινή τους ζωή δεν ήταν σύμφωνη με τις επιταγές της ίδιας της πίστεώς τους; Θα διανοείτο άραγε κανείς στις μέρες μας να καλούσε «άγιον» έναν από τους χριστιανούς;
3. Αν η αγιότητα συνδέεται με υπερφυσικά χαρίσματα, τότε θα μπορούσε να την αναζητήσει και να τη βρει κανείς και έξω από την Εκκλησία. Είναι γνωστό ότι και τα πονηρά πνεύματα ενεργούν υπερφυσικές πράξεις. Οι άγιοι δεν είναι μάντεις και φακίρηδες, ούτε κρίνεται η αγιότητα τους από τέτοια «χαρίσματα». Υπάρχουν άγιοι της Εκκλησίας μας για τους οποίους δεν αναφέρονται θαύματα, ενώ υπήρξαν θαυματοποιοί, οι οποίοι ποτέ δεν αναγνωρίστηκαν ως άγιοι. Είναι, σχετικά, πολύ ενδιαφέροντα όσα γράφει ο Απόστολος Παύλος στην Α’ επιστολή του προς τους Κορινθίους, οι οποίοι, όπως πολλοί σήμερα, εντυπωσιάζονταν από υπερφυσικές ενέργειες: «και εάν έχω πίστιν ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί». Το να διατάξεις ένα βουνό να μετακινηθεί, είχε πει ο Κύριος ότι είναι δυνατόν, αν έχεις πίστη «ως κόκκον σινάπεως». Δεν είναι όμως από μόνο του δείγμα αγιότητας, δεν είναι τίποτα «ουδέν», αν δεν υπάρχει η προϋπόθεση της αγάπης, κάτι δηλαδή που οποιοσδήποτε άνθρωπος χωρίς θαυματουργικές ικανότητες μπορεί να έχει. Θαυματουργία και αγιότητα δεν ταυτίζονται, ούτε συνυπάρχουν κατ’ ανάγκη.
4. Παρόμοια ερωτηματικά δημιουργούνται από τη σύνδεση της αγιότητας με ασυνήθεις και «μυστικές» ψυχολογικές εμπειρίες. Πολλοί ανατρέχουν σήμερα στις ανατολικές θρησκείες για να συναντήσουν εξαϋλωμένους «γκουρού», ανθρώπους εξαίρετης αυτοπειθαρχίας, ασκήσεως και προσευχής. Η Εκκλησία μας δεν τους θεωρεί αυτούς αγίους, όσο βαθιές και υπερφυσικές και αν είναι οι εμπειρίες τους, και όσο σπουδαία και αν είναι η αρετή τους.
Έτσι τελικά τίθεται το ερώτημα: υπάρχουν άγιοι εκτός της Εκκλησίας; Αν η λέξη «άγιος» σημαίνει αυτό που γενικά ο κόσμος νομίζει και που περιγράφουμε πιο πάνω (δηλαδή ηθικός βίος, υπερφυσικά χαρίσματα και υπερφυσικές εμπειρίες), τότε πρέπει να ομολογήσουμε ότι υπάρχουν άγιοι και εκτός της Εκκλησίας (Ίσως μάλιστα συχνότερα εκτός παρά εντός). Αν πάλι θελήσουμε να πούμε ότι η αγιότητα είναι δυνατή μόνο στην Εκκλησία, τότε πρέπει να αναζητήσουμε το νόημα της αγιότητας πέρα από τα κριτήρια που αναφέρουμε πιο πάνω, πέρα δηλαδή από την ηθική τελειότητα και τις υπερφυσικές δυνάμεις και εμπειρίες.
Ας δούμε, λοιπόν, πώς αντιλαμβάνεται ή Εκκλησία μας την αγιότητα.
 
Ο όρος «άγιος» έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Η ρίζα της λέξεως στην ελληνική γλώσσα είναι το αγ-, από το οποίο παράγονται μια σειρά από όρους, όπως το αγνός, το άγος κ.λπ. Τη βαθύτερη σημασία της ρίζας αυτής την κρατάει το ρήμα άζεσθαι, που σημαίνει το δέος σε μια απόκρυφη και φοβερή δύναμη (Αισχύλου, Ευμ. 384 κ. έ.), το σέβας προς τον φορέα της Δύναμης (Ομήρου, Οδύσ. 9,200 κ. έ.) κ.λπ. Έτσι στον αρχαίο ελληνισμό η αγιότητα συνδέεται με τη δύναμη, με αυτό που ο Otto αποκαλεί mysterium fascinosum et tremendum - αυτό που προκαλεί ταυτόχρονα έλξη και φόβο.
Στην Παλαιά Διαθήκη η σημιτική λέξη, που μεταφράζεται από τους Εβδομήκοντα με το «άγιος» είναι το godes, που συγγενεύει με την ασσυριακή kuddushu, και που δηλώνει «κόβω, χωρίζω», διακρίνω ριζικά, καθαιρώ (εξ ου και η σύνδεση με την καθαρότητα και αγνότητα). Τα άγια πράγματα είναι αυτά που τα ξεχωρίζει κανείς από τα υπόλοιπα - κυρίως στη λατρεία - και τα αφιερώνει στον Θεό.
Έτσι η Αγία Γραφή προχωρεί πέρα από την ψυχολογική σημασία που συναντούμε στους αρχαίους Έλληνες (το δέος, τον φόβο, τον σεβασμό προς μια ανώτερη δύναμη) και συνδέει την έννοια του «αγίου» με την απόλυτη ετερότητα, το απολύτως Άλλο, πράγμα που τελικά οδηγεί την Αγία Γραφή στην ταύτιση του «αγίου» με τον ίδιο τον Θεό, στην απόλυτη υπερβατικότητα σε σχέση με τον κόσμο. Άγιος είναι μόνο ο Θεός, και απ’ Αυτόν και μόνο και τη σχέση μαζί Του πηγάζει κάθε αγιότητα. Για να δηλωθεί μάλιστα με έμφαση η πίστη αυτή στην Παλαιά Διαθήκη (Ησαΐας, ο προφήτης της αγιότητας του Θεού) καλεί τον Θεό τρεις φορές άγιο: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, που σημαίνει στη μορφή του εβραϊσμού, της τριπλής επαναλήψεως, απείρως άγιος (πρβ. το 777 και το αντίθετό του 666, για το οποίο τόσος λόγος και τόσος τρόμος γίνεται σήμερα).
Συνεπώς για την Αγία Γραφή η αγιότητα ταυτίζεται με τον Θεό και όχι με τον άνθρωπο ή τα ιερά πράγματα, όπως στον αρχαίο Ελληνισμό, γίνεται πρόσωπο, και μάλιστα στους Πατέρες της Εκκλησίας ταυτίζεται με την Αγία Τριάδα, με την οποία οι Πατέρες ταυτίζονται και το τρεις φορές άγιος τού Προφήτη Ησαΐα. Η αγιότητα, συνεπώς, για τη χριστιανική πίστη δεν είναι ανθρωποκεντρική, αλλά θεοκεντρική, και δεν εξαρτάται από τα ηθικά επιτεύγματα του ανθρώπου, όσο σπουδαία και αν είναι αυτά, αλλά από τη δόξα και τη χάρη του Θεού, από τον βαθμό της προσωπικής σχέσεώς μας με τον προσωπικό Θεό. (Για τον λόγο αυτό και η Θεοτόκος ονομάζεται «Παναγία» ή και «Υπεραγία» - όχι για τις αρετές Της, αλλά γιατί αυτή, περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο, ενώθηκε προσωπικά με τον άγιο Θεό δίνοντας σάρκα και αίμα στον Υιό του Θεού).
Η αγιότητα λοιπόν δεν είναι για την Εκκλησία ατομικό κτήμα κανενός, όσο «άγιος» κι αν είναι κανείς στη ζωή του, αλλά θέμα σχέσεως προσωπικής με τον Θεό. Ο Θεός κατά την ελεύθερη βούλησή Του αγιάζει όποιον Εκείνος θέλει, χωρίς να εξαρτάται ο αγιασμός από κάτι άλλο, παρά μόνο από την ελεύθερη θέληση του αγιασμένου. Όπως τονίζει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, οι άνθρωποι δεν συνεισφέρουμε τίποτε άλλο εκτός από την προαίρεσή μας, χωρίς την οποία ο Θεός δεν ενεργεί, ο δε κόπος και η άσκησή μας δεν παράγει ως αποτέλεσμα την αγιότητά μας, αφού μπορούν να αποδειχθούν σκύβαλο χωρίς καμιά αξία.
Αυτή η ταύτιση της αγιότητας με τον ίδιο τον Θεό, στη χριστιανική πίστη οδηγεί στη σύνδεσή της με την ίδια τη δόξα του Θεού. Αγιότητα σημαίνει πλέον το να δοξασθεί ο Θεός από όλο τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι ως πρώτο αίτημα της Κυριακάτικης προσευχής δεν είναι άλλο από το «αγιασθήτω το όνομά Σου». Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι η προσευχή αυτή είναι εσχατολογική, δηλαδή αναφέρεται στην τελική κατάσταση του κόσμου, είναι σαφές ότι αυτό που ζητούμε στο «Πάτερ ημών» είναι να δοξασθεί ο Θεός από όλο τον κόσμο, να έλθει η στιγμή που όλος ο κόσμος θα πει μαζί με τα Χερουβείμ αυτό που είδε και άκουσε ο Ησαΐας στο όραμά του: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου! ωσαννά εν τοις υψίστοις».
Οι άγιοι δεν επιζητούν τη δική τους δόξα, αλλά τη δόξα του Θεού. Ο Θεός δοξάζει τους αγίους, όχι με τη δική τους δόξα, αλλά με την ίδια Του τη δόξα. Οι άγιοι αγιάζονται και δοξάζονται όχι με μια αγιότητα και μια δόξα που πηγάζει από μέσα τους, αλλά με την αγιότητα και τη δόξα του ίδιου του Θεού (πρβ. βυζαντινή αγιογραφία - χρήση φωτός απ’ έξω προς τα έσω κ.λπ.). Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη θέωση των αγίων.
Όπως αποσαφηνίστηκε κατά τις ησυχαστικές έριδες του 14ου αιώνα, σε αντίθεση προς τη δυτική θεολογία, η οποία έκανε λόγο για «κτιστή» χάρη, δηλαδή χάρη και δόξα που ανήκει στην ίδια τη φύση των ανθρώπων δοσμένη από τον Θεό κατά τη δημιουργία, η Ορθόδοξη θεολογία, όπως την ανέπτυξε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι άλλοι ησυχαστές των χρόνων εκείνων, αντιλαμβάνεται το φως που βλέπουν οι άγιοι και τη δόξα που τους περιβάλλει ως «άκτιστες» ενέργειες του Θεού, δηλαδή ως το φως και τη δόξα αυτού του ίδιου τού Θεού. Ο πραγματικός άγιος, είναι εκείνος που δεν επιζητεί με κανένα τρόπο τη δική του δόξα, αλλά μόνο τη δόξα του Θεού. Όταν επιζητεί κανείς τη δική του δόξα, χάνει την αγιότητά του, γιατί σε τελική ανάλυση δεν υπάρχει άλλος άγιος εκτός από τον Θεό. Αγιότητα σημαίνει μετοχή και κοινωνία στην αγιότητα του Θεού - αυτό σημαίνει άλλωστε θέωση. Κάθε αγιότητα που στηρίζεται στις αρετές μας, στην ηθική μας, στα προσόντα μας, στην άσκησή μας κ.λπ. είναι δαιμονική, και δεν έχει καμιά σχέση με την αγιότητα της Εκκλησίας μας. Από τις παρατηρήσεις αυτές γίνεται φανερό γιατί η κατ’ εξοχήν πηγή της αγιότητας βρίσκεται στη Θεία Ευχαριστία. Ας αναλύσουμε κάπως τη θέση αυτή.
Είπαμε ότι δεν υπάρχει άλλη αγιότητα από εκείνη του Θεού, και ότι οι άγιοι δεν διαθέτουν δική τους αγιότητα, αλλά μετέχουν στην αγιότητα του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι στην Εκκλησία δεν έχουμε αγίους, παρά μόνον με την έννοια των ηγιασμένων.
Όταν τον 4ο αιώνα μ.Χ. γίνονταν συζητήσεις σχετικά με τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, το κύριο επιχείρημα του αγίου Αθανασίου, για να αποδείξει ότι το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός και όχι κτίσμα, ήταν ότι το Άγιο Πνεύμα δεν αγιάζεται, αλλά μόνον αγιάζει. Αν αγιαζόταν, θα ήταν κτίσμα, διότι τα κτίσματα, και συνεπώς και οι άνθρωποι, δεν αγιάζουν, αλλά αγιάζονται. Ο Χριστός στην αρχιερατική προσευχή Του, που διασώζεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο και την ακούμε στο πρώτο από τα «δώδεκα Ευαγγέλια» της Μ. Πέμπτης, λέγει τη βαρυσήμαντη φράση προς τον Πατέρα: «υπέρ αυτών (των μαθητών και των ανθρώπων, κατ’ επέκταση) εγώ αγιάζω εμαυτόν, ίνα και αυτοί ώσιν ηγιασμένοι εν αληθεία». Τα λόγια αυτά λέγονται λίγο πριν από το Πάθος και σε σχέση με τον Μυστικό Δείπνο, έχουν δε ευχαριστιακό νόημα: ο Χριστός με τη θυσία Του αγιάζει ο ίδιος (ως Θεός) τον εαυτό Του (ως άνθρωπος) για ν’ αγιασθούμε εμείς κοινωνώντας το σώμα και το αίμα Του. Με τη συμμετοχή μας στη Θεία Ευχαριστία αγιαζόμεθα, δηλαδή γινόμαστε άγιοι κοινωνώντας με τον έναν και μόνον άγιο, τον Χριστό.
Ίσως δεν υπάρχει πιο αποκαλυπτικό σημείο της ζωής του χριστιανού του τι είναι αγιότητα, από την εκφώνηση του ιερέως, όταν υψώνει το Τίμιο Σώμα λίγο πριν από τη Θ. Κοινωνία: «τα άγια τοις αγίοις», δηλαδή το Σώμα του Χριστού και το Αίμα Του είναι άγια και προσφέρονται στους «άγιους», τα μέλη της Εκκλησίας προς κοινωνίαν. Η απάντηση του λαού στην εκφώνηση αυτή είναι συγκλονιστική, και συνοψίζει όσα είπαμε πιο πάνω: «εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός». Ένας είναι μόνον άγιος, ο Χριστός - εμείς είμαστε αμαρτωλοί - και η αγιότητά Του, στην οποία καλούμεθα να συμμετάσχουμε και εμείς οι αμαρτωλοί, δεν αποβλέπει σε τίποτε άλλο από τη δόξα τού Θεού (εις δόξαν Θεού Πατρός). Την ώρα εκείνη η Εκκλησία βιώνει την αγιότητα στο αποκορύφωμά της. Με την ομολογία «εις άγιος», κάθε αρετή μας και κάθε αξία μας εκμηδενίζονται μπροστά στην αγιότητα του μόνου άγιου. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσερχώμεθα στη Θ. Κοινωνία χωρίς προπαρασκευή και αγώνα για την άξια προσέλευσή μας. Σημαίνει όμως ότι όσο και αν προετοιμαστούμε, δεν γινόμαστε άγιοι προτού κοινωνήσουμε. Η αγιότητα δεν προηγείται της ευχαριστιακής κοινωνίας, αλλ’ έπεται. Αν είμαστε άγιοι πριν κοινωνήσουμε, τότε προς τι η Θ. Κοινωνία; Μόνον η μετοχή στην αγιότητα του Θεού μας αγιάζει, και αυτό είναι που μας προσφέρει η Θ. Κοινωνία. Από την παρατήρηση αυτή πηγάζει μια σειρά από αλήθειες που έχουν σχέση με το θέμα μας.
Η πρώτη είναι ότι κατανοούμε με τον τρόπο αυτό γιατί, όπως αναφέραμε στην αρχή της ομιλίας μας, στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου όλα τα μέλη της Εκκλησίας καλούνται «άγιοι», παρά το ότι δεν χαρακτηρίζονται από ηθική τελειότητα. Εφ’ όσον αγιότητα για τους ανθρώπους σημαίνει μετοχή στην αγιότητα του Θεού, όπως αυτή προσφέρεται από τον Χριστό, ο Οποίος υπέρ ημών αγιάζει εαυτόν με τη θυσία Του, όλα τα μέλη της Εκκλησίας, που μετέχουν στον αγιασμό αυτό μπορούν να καλούνται «άγιοι».
Με την ίδια «λογική», στη γλώσσα της Εκκλησίας ήδη από τους πρώτους αιώνες και τα στοιχεία της Ευχαριστίας έλαβαν το όνομα «τα άγια» (πρβ. τα άγια τοις αγίοις»), παρά το ότι από τη φύση τους δεν είναι άγια. Και με την ίδια αιτιολογία η Εκκλησία πολύ νωρίς επίσης απένειμε τον τίτλο «άγιος» στους επισκόπους. Πολλοί σκανδαλίζονται σήμερα όταν λέμε «ο άγιος δείνα» (ένας δημοσιογράφος που είχε ως κύριο έργο του να προβάλλει σκάνδαλα επισκόπων, είχε καθιερώσει τη γραφή ο άγιος - εντός εισαγωγικών - δείνα. Πλήρης άγνοια της σημασίας του όρου άγιος). Ο επίσκοπος καλείται κατ’ αυτόν τον τρόπο όχι για τις αρετές του, αλλά γιατί εικονίζει στη Θ. Ευχαριστία τον μόνον άγιο, ως εικών του Χριστού και ως καθήμενος εις τόπον και τύπον Θεού, κατά τον άγιο Ιγνάτιο. Η θέση του επισκόπου στη Θ. Ευχαριστία είναι εκείνη που δικαιολογεί τον τίτλο «άγιος». Ο Ορθόδοξος λαός, πριν υποστεί τη διάβρωση του ευσεβισμού, δεν είχε καμία δυσκολία να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του εικονισμού, και βλέπει τον ίδιο τον Χριστό στο πρόσωπο εκείνου, που τον εικονίζει μέσα στη Θ. Λειτουργία, δηλαδή στον επίσκοπο.
Έτσι η Θ. Ευχαριστία είναι η κατ’ εξοχήν «κοινωνία αγίων». Σ’ αυτήν αποβλέπει η άσκηση των οσίων, η οποία δεν είναι ποτέ σκοπός, αλλά μέσο προς τον σκοπό, που είναι η ευχαριστιακή κοινωνία. Το σημείο αυτό λησμονείται και παραβλέπεται από πολλούς σύγχρονους θεολόγους, ακόμα και Ορθοδόξους, οι οποίοι, ιδιαίτερα στις μέρες μας, τείνουν να ταυτίσουν την αγιότητα με την άσκηση.
Η περίπτωση της οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας όμως είναι εύγλωττη. Επί σαράντα χρόνια ασκήθηκε σκληρά για να καθαρθεί από τα πάθη, αλλά όταν κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων από τον άγιο, τότε ετελεύτησε τον βίο έχοντας αγιασθεί. Ο σκοπός της ασκήσεώς της ήταν η ευχαριστιακή κοινωνία. Θα ήταν αγία η οσία Μαρία, αν είχε καθαρθεί από τα πάθη αλλά δεν είχε κοινωνήσει; Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική.
Αλλά η Θ. Ευχαριστία είναι το αποκορύφωμα του αγιασμού, όχι μόνο γιατί αυτή προσφέρει στον άνθρωπο την τελειότερη και πληρέστερη ένωση (σωματική και πνευματική) με τον μόνον άγιο, αλλά και διότι αποτελεί τον πιο τέλειο εικονισμό της Βασιλείας τού Θεού, δηλαδή της καταστάσεως εκείνης, στην οποία θα αγιάζεται και θα δοξάζεται από όλη την κτίση αιώνια και αδιάκοπα ο «άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαβαώθ».
Από το βιβλίο «Αγιότητα, ένα λησμονημένο όραμα», εκδ. Ακρίτας.