Σελίδες

Κυριακή 5 Αυγούστου 2018

Ο­μι­λί­α εις την Θεί­αν Με­τα­μόρ­φω­σιν του Κυ­ρί­ου


«Ο­μι­λί­α εις την Θεί­αν Με­τα­μόρ­φω­σιν του Κυ­ρί­ου
και Θε­ού και Σω­τή­ρος η­μών Ι­η­σού Χρι­στού»

Α­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου Πα­λα­μά


(νε­ο­ελ­λη­νι­κή α­πό­δο­ση)


Ο Προ­φή­της Η­σα­ΐ­ας προ­εί­πε για το ευ­αγ­γέ­λιο ό­τι «λό­γο συν­τε­τμη­μέ­νο θα δώ­σει ο Κύ­ριος ε­πί της γης» (Ησ. 10, 25). Συν­τε­τμη­μέ­νος λό­γος εί­ναι ε­κεί­νος, που μέ­σα σε λί­γες λέ­ξεις πε­ρι­κλεί­ει πλού­σιο νό­η­μα. Ας ε­πα­νε­ξε­τά­σου­με λοι­πόν σή­με­ρα ό­σα έ­χου­με εκ­θέ­σει κι ας προ­σθέ­σου­με ό­σα υ­πο­λεί­πον­ται, για να εμ­φο­ρη­θού­με α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τα ε­να­πο­κεί­με­να ά­φθαρ­τα νο­ή­μα­τα και ο­λό­κλη­ροι να κα­τα­λη­φθού­με α­πό τα θεί­α.


«Τον και­ρό ε­κεί­νο πα­ρα­λαμ­βά­νει ο Ι­η­σούς τον Πέ­τρο, τον Ι­ά­κω­βο και τον Ι­ω­άν­νη και τους α­νε­βά­ζει σε ό­ρος υ­ψη­λό κατ᾽ ι­δί­αν. Ε­κεί με­τα­μορ­φώ­θη­κε ε­νώ­πιόν τους και έ­λαμ­ψε το πρό­σω­πό Του ό­πως ο ή­λιος» (Ματθ. 17, 1). Ι­δού τώ­ρα εί­ναι και­ρός ευ­πρόσ­δε­κτος, σή­με­ρα η­μέ­ρα σω­τη­ρί­ας, α­δελ­φοί, η­μέ­ρα θεί­α, νέ­α και α­ΐ­διος, που δεν με­τρεί­ται με δι­α­στή­μα­τα, δεν αυ­ξο­μει­ώ­νε­ται, δεν δι­α­κό­πτε­ται α­πό νύ­κτα. Δι­ό­τι εί­ναι η η­μέ­ρα του Ή­λιου της δι­και­ο­σύ­νης, ο ο­ποί­ος δεν υ­φί­στα­ται αλ­λοί­ω­ση η σκια έ­νε­κα με­τα­τρο­πής» (Ι­ακ. 1, 7). Αυ­τός, αφ᾽ ό­του φι­λαν­θρώ­πως έ­λαμ­ψε σε μας με ευ­δο­κί­α του Πα­τρός και συ­νερ­γί­α του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος και μας ε­ξή­γα­γε α­πό το σκο­τά­δι στο θαυ­μα­στό του φως, συ­νε­χί­ζει για πάν­τα να λάμ­πει πά­νω α­πό τα κε­φά­λια μας ως ά­δυ­τος ή­λιος.


Ε­πει­δή, λοι­πόν, εί­ναι δι­και­ο­σύ­νης και α­λή­θειας ή­λιος, δεν α­νέ­χε­ται να φέγ­γει και να γνω­ρί­ζε­ται α­πό αυ­τούς που με­τέρ­χον­ται το ψεύ­δος η υ­ψώ­νουν την α­δι­κί­α με λό­για η την ε­πι­δει­κνύ­ουν με έρ­γα. Αλ­λά εμ­φα­νί­ζε­ται και γί­νε­ται πι­στευ­τός α­πό τους ερ­γά­τες της δι­και­ο­σύ­νης και τους ε­ρα­στές της α­λή­θειας και αυ­τούς ευ­φραί­νει με τις λάμ­ψεις Του. Αυ­τό εί­ναι που λέ­ει η Γρα­φή «Φως α­νέ­τει­λε για τον δί­και­ο και η σύ­ζυ­γός του ευ­φρο­σύ­νη» (Ψαλμ. 96, 12). Γι᾽ αυ­τό και ο ψαλ­μω­δός προ­φή­της ά­δει προς τον Θε­όν: «Το Θα­βώρ και ο Ερ­μών θα α­γαλ­λιά­σουν στο ό­νο­μά σου» (Ψαλμ. 88, 12), προ­α­ναγ­γέλ­λον­τας την ευ­φρο­σύ­νη που προ­κλή­θη­κε αρ­γό­τε­ρα στο ό­ρος α­πό την έλ­λαμ­ψη ε­κεί­νη σ᾽ αυ­τούς που την εί­δαν.


Ο δε Η­σα­ΐ­ας λέ­ει: «λύ­σε κά­θε δε­σμό α­δι­κί­ας, δι­ά­λυ­σε τους κόμ­πους βια­ίων συν­θη­κών, κά­θε ά­δι­κη συμ­φω­νί­α α­ναί­ρε­σε» (Ησ. 58, 6). Και κα­τό­πιν: «Τό­τε θα ξε­χυ­θεί σαν την αυ­γή το φως σου και τα ι­ά­μα­τά σου γρή­γο­ρα θα α­να­τεί­λουν, θα πο­ρεύ­ε­ται ε­νώ­πιόν σου η δι­και­ο­σύ­νη σου και η δό­ξα του Θε­ού θα σε προ­στα­τεύ­ει» (Ησ. 58, 8). Και πά­λι, «ε­άν α­φαι­ρέ­σεις α­πό σέ­να δε­σμό και χει­ρο­νο­μί­α κα­τα­δι­κα­στι­κή και κα­κο­λο­γί­α, και δώ­σεις στον πει­να­σμέ­νο άρ­το με την ψυ­χή σου και χορ­τά­σεις ψυ­χή τα­πει­νω­μέ­νη, τό­τε θα α­να­τεί­λει μέ­σα α­πό το σκο­τά­δι το φως σου και το σκο­τά­δι σου θα γί­νει σαν με­ση­μέ­ρι» (Ησ. 58, 9). Πράγ­μα­τι, τους κα­θι­στά κι αυ­τούς άλ­λους ή­λιους, πά­νω στους ο­ποί­ους ο ή­λιος αυ­τός θα λάμ­ψει α­πλέ­τως· «δι­ό­τι θα λάμ­ψουν και οι δί­και­οι ό­πως ο ή­λιος στην βα­σι­λεί­α του Πα­τρός τους» (Ματθ. 13, 43).


Ας α­πο­βάλ­λου­με λοι­πόν, α­δελ­φοί, τα έρ­γα του σκό­τους, κι ας ερ­γα­ζό­μα­στε τα έρ­γα του φω­τός, ώ­στε ό­χι μό­νο να βα­δί­σου­με ευ­σχη­μό­νως σαν σε τέ­τοι­α η­μέ­ρα, αλ­λά και η­μέ­ρας υι­οί να γί­νου­με. Και ας α­νε­βού­με στο ό­ρος, ό­που ο Χρι­στός έ­λαμ­ψε, για να δού­με τι συ­νέ­βη ε­κεί. Η μάλ­λον, ε­άν εί­μα­στε ό­πως πρέ­πει και έ­χου­με γί­νει ά­ξιοι τέ­τοι­ας η­μέ­ρας, ο ί­διος ο Λό­γος του Θε­ού θα μας α­νε­βά­σει στον κα­τάλ­λη­λο και­ρό. Τώ­ρα ό­μως, πα­ρα­κα­λώ, εν­τεί­νε­τε και α­νυ­ψώ­στε τους ο­φθαλ­μούς της δι­ά­νοι­ας προς το φως του ευ­αγ­γε­λι­κού κη­ρύγ­μα­τος, έ­ως ό­του με­τα­μορ­φω­θεί­τε με την α­να­καί­νι­ση του νου σας και έ­τσι α­πο­κτών­τας την θεί­α αί­γλη α­πό ψη­λά, να γί­νε­τε σύμ­μορ­φοι με το ο­μοί­ω­μα της δό­ξας του Κυ­ρί­ου (Φιλ. 3, 21), του ο­ποί­ου το πρό­σω­πο ε­πά­νω στο ό­ρος έ­λαμ­ψε σή­με­ρα σαν τον ή­λιο.


Τι ση­μαί­νει «σαν τον ή­λιο;» Κά­πο­τε το η­λια­κό φως δεν υ­πήρ­χε σαν σε σκεύ­ος στον δί­σκο τού­το. Το μεν φως εί­ναι πρω­το­γεν­νη­μέ­νο, τον δε δί­σκο την τε­τάρ­τη η­μέ­ρα δη­μι­ούρ­γη­σε ο Κτί­στης των πάν­των, α­νά­βον­τας σ᾽ αυ­τόν το φως και κά­μνον­τάς τον ά­στρο που φέρ­νει την η­μέ­ρα και συγ­χρό­νως φαί­νε­ται την η­μέ­ρα. Κα­τά τον ί­διο τρό­πο και το φως της θε­ό­τη­τας κά­πο­τε δεν βρι­σκό­ταν σαν σε σκεύ­ος στο σώ­μα του Χρι­στού. Ε­κεί­νο μεν εί­ναι πριν α­πό κά­θε αρ­χή και δί­χως αρ­χή. Τού­το δε το πρόσ­λημ­μα, το ο­ποί­ο έ­λα­βε α­πό μας ο Υι­ός του Θε­ού, δη­μι­ουρ­γή­θη­κε για χά­ρη μας στους ύ­στε­ρους χρό­νους, λαμ­βά­νον­τας εν­τός του το πλή­ρω­μα της θε­ό­τη­τας. Έ­τσι εμ­φα­νί­σθη­κε φω­στή­ρας θε­ο­ποι­ός και συ­νά­μα θε­ο­φεγ­γής. Έ­τσι έ­λαμ­ψε το πρό­σω­πο του Χρι­στού ό­πως ο ή­λιος, τα δε ι­μά­τιά Του έ­γι­ναν λευ­κά ό­πως το φως. Ο δε Μάρ­κος λέ­ει «στιλ­πνά και λευ­κά πο­λύ σαν χι­ό­νι, τέ­τοι­α που δεν μπο­ρεί να λευ­κά­νει γνα­φέ­ας ε­πί της γης» (Μαρκ. 9, 3).


Λαμ­πρύν­θη­κε, λοι­πόν, με το ί­διο φως και το προ­σκυ­νη­τό ε­κεί­νο σώ­μα του Χρι­στού και τα ι­μά­τια, αλλ᾽ ό­χι ε­ξί­σου. Δι­ό­τι το μεν πρό­σω­πό Του σαν τον ή­λιο έ­λαμ­ψε, τα δε ι­μά­τια, ε­φό­σον άγ­γι­ζαν το σώ­μα Του, έ­γι­ναν φω­τει­νά. Και έ­δει­ξε με αυ­τό ποι­ές εί­ναι οι στο­λές της δό­ξας, που θα εν­δυ­θούν κα­τά τον μέλ­λον­τα αι­ώ­να ό­σοι πλη­σί­α­σαν τον Θε­ό, και ποι­ά εί­ναι τα εν­δύ­μα­τα της α­να­μαρ­τη­σί­ας, τα ο­ποί­α ό­ταν α­πέ­βα­λε ο Α­δάμ λό­γω της πα­ρα­βά­σε­ως, φαι­νό­ταν γυ­μνός και αι­σθα­νό­ταν ντρο­πή. Ο μεν θεί­ος Λου­κάς λέ­ει: «Έ­γι­νε η μορ­φή Του δι­α­φο­ρε­τι­κή και η εν­δυ­μα­σί­α Του λευ­κή και α­πα­στρά­πτου­σα», βλέ­πον­τας ό­τι ό­λα τα ε­κεί τε­λού­με­να δεν έ­χουν κά­τι αν­τί­στοι­χο να συγ­κρι­θούν. Ο δε Μάρ­κος ει­κο­νί­ζει μεν τα ι­μά­τια, λέ­γον­τας ό­μως ό­τι εί­ναι στιλ­πνά και λευ­κά σαν χι­ό­νι έ­δει­ξε και αυ­τός ό­τι οι ει­κό­νες και τα πα­ρα­δείγ­μα­τα υ­στε­ρούν έ­ναν­τι της θέ­ας των ι­μα­τί­ων ε­κεί­νων. Δι­ό­τι το χι­ό­νι εί­ναι μεν λευ­κό, αλλ᾽ ό­χι στιλ­πνό. Έ­χει πάν­τα α­νώ­μα­λη ε­πι­φά­νεια, ε­φό­σον ό­λο α­πο­τε­λεί­ται α­πό μι­κρές φυ­σα­λί­δες λό­γω της μί­ξε­ως του ε­νυ­πάρ­χον­τος σ᾽ αυ­τό α­έ­ρα. Ό­ταν δη­λα­δή το σύν­νε­φο δεν έ­χει α­κό­μη συ­στα­θεί τε­λεί­ως και δεν μπο­ρεί να α­πο­βά­λει τον ε­νυ­πάρ­χον­τα α­έ­ρα, πή­ζει α­πό την σφο­δρό­τη­τα του ψύ­χους και έ­τσι κα­τέρ­χε­ται γε­μά­το α­έ­ρα, λευ­κό και α­νώ­μα­λο, ό­πως πε­ρί­που ο α­φρός.


Ε­πει­δή, λοι­πόν, δεν αρ­κού­σε το λευ­κό του χι­ο­νιού, για να πα­ρα­στή­σει την τερ­πνό­τη­τα της θέ­ας ε­κεί­νης, συμ­πε­ρι­λή­φθη­κε και το στιλ­πνό, δεί­χνον­τας και μ᾽ αυ­τά ο ευ­αγ­γε­λι­στής την υ­περ­φυ­ή φύ­ση του φω­τός ε­κεί­νου, με το ο­ποί­ο τα ι­μά­τια ε­κεί­να έ­γι­ναν στιλ­πνά και λευ­κά. Πράγ­μα­τι, δεν εί­ναι ι­δι­ό­τη­τα του φω­τός να κα­θι­στά λευ­κά και στιλ­πνά αυ­τά που φω­τί­ζει, αλ­λά να δεί­χνει το χρώ­μα τους. Αν­τι­θέ­τως, ε­κεί­νο, κα­θώς φαί­νε­ται, τα α­πο­κά­λυ­ψε η μάλ­λον τα αλ­λοί­ω­σε, πράγ­μα που δεν συ­νι­στά ι­δι­ό­τη­τα αι­σθη­τού φω­τός. Το δε α­κό­μη πα­ρα­δο­ξό­τε­ρο, ό­τι και ό­ταν τα αλ­λοί­ω­σε, τα δι­α­τή­ρη­σε πά­λι α­ναλ­λοί­ω­τα, ό­πως φά­νη­κε λί­γο αρ­γό­τε­ρα. Πως να τα ε­νερ­γεί αυ­τά φως γνώ­ρι­μο σε μας; Γι᾽ αυ­τό ο ευ­αγ­γε­λι­στής θέ­λον­τας να δεί­ξει υ­περ­φυ­ή ό­χι μό­νο την υ­πε­ρο­χι­κή λαμ­πρό­τη­τα και ο­μορ­φιά του προ­σώ­που του Κυ­ρί­ου, αλ­λά και την ω­ραι­ό­τη­τα των εν­δυ­μά­των, πα­ρα­μέ­ρι­σε με τρό­πο την φυ­σι­κή ω­ραι­ό­τη­τα συ­νά­πτον­τας την στιλ­πνό­τη­τα με το λευ­κό του χι­ο­νιού. Ε­πει­δή ό­μως και η τέ­χνη μα­ζί με την φύ­ση ε­πι­νο­εί το ω­ραί­ο, θέ­τον­τας ε­κεί­νη την ο­μορ­φιά πά­νω α­πό τε­χνη­τούς ω­ρα­ϊ­σμούς, α­να­φέ­ρει: «τέ­τοι­α, που δεν μπο­ρεί να λευ­κά­νει γνα­φέ­ας ε­πά­νω στην γη».


Αλλ᾽ ό­μως ο προ­αι­ώ­νιος Λό­γος, που σαρ­κώ­θη­κε για μας, η ε­νυ­πό­στα­τη σο­φί­α του Πα­τρός, φέ­ρει ο­πωσ­δή­πο­τε μέ­σα Του και τον λό­γο του ευ­αγ­γε­λι­κού κη­ρύγ­μα­τος· του ο­ποί­ου το γράμ­μα εί­ναι σαν εν­δυ­μα­σί­α· λευ­κό και σα­φές, συ­νά­μα δε στιλ­πνό και λαμ­πρό και σαν μαρ­γα­ρι­τά­ρι, μάλ­λον δε θε­ο­πρε­πές και έν­θε­ο γι᾽ αυ­τούς που βλέ­πουν πνευ­μα­τι­κά τα του Πνεύ­μα­τος και ερ­μη­νεύ­ουν θε­ο­πρε­πώς τις λέ­ξεις των κει­μέ­νων και δεί­χνουν ό­τι τα λό­για του ευ­αγ­γε­λι­κού κη­ρύγ­μα­τος εί­ναι τέ­τοι­α, που γνα­φέ­ας ε­πά­νω στην γη, δη­λα­δή σο­φός του κό­σμου τού­του, δεν μπο­ρεί να δι­α­σα­φή­σει. Και τι λέ­ω να δι­α­σα­φή­σει; Δεν μπο­ρεί να τα κα­τα­νο­ή­σει, ού­τε ό­ταν τα ε­ξη­γεί άλ­λος. Δι­ό­τι, κα­θώς λέ­ει ο α­πό­στο­λος, «ψυ­χι­κός άν­θρω­πος δεν δέ­χε­ται τα του Πνεύ­μα­τος, ού­τε μπο­ρεί να τα γνω­ρί­σει» (Α´ Κορ. 2, 14). Γι᾽ αυ­τό και ε­σφαλ­μέ­νως θε­ω­ρεί αι­σθη­τές τις α­σύλ­λη­πτες και θεί­ες και πνευ­μα­τι­κές ελ­λάμ­ψεις, «ε­ρευ­νών­τας πράγ­μα­τα που δεν εί­δε, μά­ται­α υ­πε­ρυ­φα­νευ­ό­με­νος με τον υ­πο­δου­λω­μέ­νο στην α­μαρ­τί­α νου του» (Κολ. 2, 18).


Αλλ᾽ ο Πέ­τρος, που ο νους του φω­τί­σθη­κε α­πό την θε­σπέ­σια ε­κεί­νη θέ­α και α­νυ­ψώ­θη­κε προς θεί­ο έ­ρω­τα και πό­θο με­γα­λύ­τε­ρο, μη θέ­λον­τας πλέ­ον να α­πο­χω­ρι­σθεί το φως ε­κεί­νο, «κα­λό εί­ναι να εί­μα­στε ε­δώ», έ­λε­γε στον Κύ­ριο, «αν θέ­λεις, ας κα­τα­σκευ­ά­σου­με ε­δώ τρεις σκη­νές, μί­α για σέ­να, μί­α για τον Μω­ϋ­σή και μί­α για τον Η­λί­α», μη γνω­ρί­ζον­τας τι λέ­ει. Δι­ό­τι, βέ­βαι­α, δεν εί­χε φθά­σει ο και­ρός της α­πο­κα­τα­στά­σε­ως. Ό­ταν έλ­θει ο και­ρός, δεν θα χρει­α­σθού­με σκη­νές χει­ρο­ποί­η­τες. Πέ­ρα α­πό αυ­τό, δεν έ­πρε­πε να ε­ξι­σώ­νει τον Δε­σπό­τη με τους δού­λους με την ο­μοι­ό­τη­τα των σκη­νών. Ο μεν Χρι­στός ως Υι­ός γνή­σιος στους κόλ­πους του Πα­τρός βρί­σκε­ται, οι δε προ­φή­τες ως υι­οί γνή­σιοι του Α­βρα­άμ στους κόλ­πους του Α­βρα­άμ ό­πως πρέ­πει θα κα­τοι­κή­σουν. Κα­θώς λοι­πόν ο Πέ­τρος στην ά­γνοι­ά του έ­λε­γε αυ­τά, «ι­δού, νε­φέ­λη φω­τει­νή τους ε­πι­σκί­α­σε», δι­α­κό­πτον­τας τους λό­γους του Πέ­τρου και δεί­χνον­τας ποι­ά εί­ναι η σκη­νή που αρ­μό­ζει στον Χρι­στό. Τι ή­ταν ό­μως αυ­τή η νε­φέ­λη και πως, ε­νώ ή­ταν φω­τει­νή, τους ε­πι­σκί­α­σε; Μή­πως εί­ναι αυ­τή το α­πρό­σι­το φως, στο ο­ποί­ο ο Θε­ός κα­τοι­κεί, το φως που εν­δύ­ε­ται σαν ι­μά­τιο; Δι­ό­τι λέ­ει: «αυ­τός που κα­θι­στά τα σύν­νε­φα ά­μα­ξά Του» (103, 4) και «έ­θε­σε το σκό­τος πε­ρι­κά­λυμ­μά Του σαν κυ­κλι­κή σκη­νή» (Ψαλμ. 17, 13), ε­νώ ο α­πό­στο­λος λέ­ει: «εί­ναι ο μό­νος που έ­χει α­θα­να­σί­α και κα­τοι­κεί σε φως α­πρό­σι­το» (Α´ Τιμ. 6, 16). Ώ­στε το ί­διο εί­ναι ε­δώ και φως και σκό­τος, που ε­πι­σκιά­ζει α­πό α­σύγ­κρι­τη λαμ­πρό­τη­τα.


Αλ­λά και αυ­τό, που λί­γο πριν εί­δαν τα μά­τια των α­πο­στό­λων, χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ως α­πρό­σι­το α­πό τους ι­ε­ρούς θε­ο­λό­γους. «Σή­με­ρα εί­ναι φω­τός α­προ­σί­του ά­βυσ­σος. Σή­με­ρα φω­τί­ζει τους α­πο­στό­λους α­πε­ρι­ό­ρι­στη έκ­χυ­ση θεί­ας αί­γλης στο Θα­βώρ». Και ο μέ­γας Δι­ο­νύ­σιος α­πο­κα­λών­τας γνό­φο το α­πρό­σι­το φως, ό­που λέ­γε­ται ό­τι κα­τοι­κεί ο Θε­ός λέ­ει ό­τι «σ᾽ αυ­τόν τον γνό­φο ει­σέρ­χε­ται ό­ποι­ος α­ξι­ώ­νε­ται να γνω­ρί­σει και να δει τον Θε­ό». Ε­πο­μέ­νως το ί­διο φως ή­ταν αυ­τό που πρω­τύ­τε­ρα έ­βλε­παν να λάμ­πει α­πό το πρό­σω­πο του Κυ­ρί­ου οι α­πό­στο­λοι και η φω­τει­νή νε­φέ­λη που κα­τό­πιν ε­πι­σκί­α­σε. Αλ­λά στην αρ­χή ε­πει­δή έ­λαμ­πε με­τρι­ό­τε­ρα, ε­πέ­τρε­πε την ό­ρα­ση. Ό­ταν ό­μως δι­α­χύ­θη­κε με πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρη έν­τα­ση, ή­ταν γι᾽ αυ­τούς α­ό­ρα­το λό­γω της α­σύγ­κρι­της λαμ­πρό­τη­τας. Και έ­τσι ε­πι­σκί­α­σε την πη­γή του θεί­ου και α­εν­νά­ου φω­τός, τον ή­λιο της δι­και­ο­σύ­νης Χρι­στό. Άλ­λω­στε, και στον αι­σθη­τό ή­λιο το ί­διο φως και την ό­ρα­ση πα­ρέ­χει μέ­σω της α­κτί­νας και α­φαι­ρεί πά­λι την ό­ρα­ση, ό­ταν κα­τά­μα­τα τον κοι­τά­ξει κα­νείς, δι­ό­τι η λαμ­πρό­τη­τά του εί­ναι υ­πε­ρά­νω της δυ­να­τό­τη­τας των ο­φθαλ­μών μας.


Αλλ᾽ ο μεν αι­σθη­τός ή­λιος φαί­νε­ται ό­πως εί­ναι εκ φύ­σε­ως και ό­χι ό­πως θέ­λει, ού­τε μό­νο σε ό­ποι­ους θέ­λει. Ο δε ή­λιος της α­λή­θειας και της δι­και­ο­σύ­νης Χρι­στός, έ­χον­τας ό­χι μό­νο φύ­ση και φυ­σι­κή λαμ­πρό­τη­τα και δό­ξα, αλ­λά και θέ­λη­ση α­νά­λο­γη, φω­τί­ζει προ­νο­η­τι­κώς και σω­τή­ρια μό­νο ό­σους θέ­λει και ό­σο θέ­λει. Έ­τσι θέ­λη­σε και φά­νη­κε σαν ή­λιος ε­νώ­πιον των α­πο­στό­λων και μά­λι­στα ό­χι α­πό με­γά­λη α­πό­στα­ση. Έ­πει­τα έ­λαμ­ψε πιο έν­το­να κα­τά την θέ­λη­σή Του και α­πό την α­σύγ­κρι­τη φω­τει­νό­τη­τα έ­γι­νε α­ό­ρα­τος στα μά­τια των α­πο­στό­λων, σαν να ει­σήλ­θε σε φω­τει­νή νε­φέ­λη. Αλ­λά και φω­νή α­κού­σθη­κε α­πό την νε­φέ­λη: «Αυ­τός εί­ναι ο Υι­ός μου ο α­γα­πη­τός, στον ο­ποί­ον ευ­δό­κη­σα, Αυ­τόν να α­κού­τε». Ό­ταν ο Κύ­ριος βα­πτί­σθη­κε στον Ι­ορ­δά­νη, α­νοί­χθη­καν οι ου­ρα­νοί και η ί­δια α­κού­σθη­κε φω­νή α­πό την δό­ξα ε­κεί­νη α­σφα­λώς, την ο­ποί­α δό­ξα και ο Στέ­φα­νος αρ­γό­τε­ρα ε­να­τέ­νι­σε, ό­ταν ά­νοι­ξαν γι᾽ αυ­τόν οι ου­ρα­νοί και κα­τα­λή­φθη­κε α­πό τον Πνεύ­μα το Ά­γιο. Τώ­ρα α­κού­σθη­κε α­πό την νε­φέ­λη, που ε­πι­σκί­α­σε τον Ι­η­σού. Ε­πο­μέ­νως εί­ναι αυ­τή η ί­δια η υ­πε­ρου­ρά­νια δό­ξα του Θε­ού. Πως λοι­πόν εί­ναι αι­σθη­τό φως το υ­πε­ρου­ρά­νιο;


Δί­δα­ξε δε η α­πό την νε­φέ­λη φω­νή του Πα­τρός, ό­τι ό­λα ε­κεί­να τα προ της ε­λεύ­σε­ως του Κυ­ρί­ου και Θε­ού και Σω­τή­ρα μας Ι­η­σου Χρι­στού, οι νο­μο­θε­σί­ες, οι υι­ο­θε­σί­ες, ή­ταν α­τε­λή και δεν έ­γι­ναν ού­τε τε­λέ­σθη­καν σύμ­φω­να με προ­η­γού­με­νο θέ­λη­μα του Θε­ού, αλ­λά πα­ρα­χω­ρή­θη­καν για την μέλ­λου­σα αυ­τή του Κυ­ρί­ου πα­ρου­σί­α και ε­πι­φά­νεια. Αυ­τός λοι­πόν εί­ναι ε­κεί­νος, στον ο­ποί­ο ευ­δο­κεί και α­να­παύ­ε­ται και ευ­α­ρε­στεί­ται τέ­λεια ο Πα­τήρ, ό­πως σε Υι­ό α­γα­πη­τό. Γι᾽ αυ­τό και πα­ραγ­γέλ­λει Αυ­τόν να α­κού­με και σ᾽ Αυ­τόν να πει­θαρ­χού­με. Και ό­ταν λέ­ει «ει­σέλ­θε­τε α­πό την στε­νή πύ­λη, δι­ό­τι εί­ναι πλα­τειά και ά­νε­τη η ο­δός που ο­δη­γεί στην α­πώ­λεια, ε­νώ στε­νή και δύ­σβα­τη η ο­δός που ο­δη­γεί στην ζω­ή», Αυ­τόν να α­κού­τε. Κι ό­ταν λέ­ει πως το φως αυ­τό εί­ναι βα­σι­λεί­α του Θε­ού, Αυ­τόν να α­κού­τε, σ᾽ Αυ­τόν να πι­στεύ­ε­τε και τέ­τοι­ου φω­τός να κα­θι­στά­τε α­ξί­ους τους ε­αυ­τούς σας.


Ό­ταν λοι­πόν φά­νη­κε η φω­τει­νή νε­φέ­λη και ή­χη­σε α­πό την νε­φέ­λη η πα­τρι­κή φω­νή, έ­πε­σαν, λέ­ει, με το πρό­σω­πο στην γη οι μα­θη­τές· ό­χι εξ αι­τί­ας της φω­νής, α­φού και άλ­λο­τε πολ­λές φο­ρές α­κού­σθη­κε, ό­χι μό­νο στον Ι­ορ­δά­νη αλ­λά και στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα ό­ταν πλη­σί­α­ζε το σω­τή­ριο πά­θος. Πράγ­μα­τι, ό­ταν ο Κύ­ριος εί­πε «Πά­τερ, δό­ξα­σε το ό­νο­μά Σου» ήλ­θε φω­νή α­πό τον ου­ρα­νό: «Το ό­νο­μά μου το δό­ξα­σα και πά­λι θα το δο­ξά­σω» (Ι­ω. 12, 28), και ό­λος μεν ο ό­χλος ά­κου­σε, αλ­λά κα­νείς α­πό αυ­τούς δεν έ­πε­σε. Ε­δώ ό­μως ό­χι μό­νο φω­νή, αλ­λά και φως α­πε­ρι­ό­ρι­στο συ­νά­μα φά­νη­κε. Ευ­λό­γως, λοι­πόν, κα­τά­λα­βαν οι θε­ο­φό­ροι Πα­τέ­ρες ό­τι γι᾽ αυ­τόν τον λό­γο έ­πε­σαν πρη­νείς οι μα­θη­τές, ό­χι για την φω­νή, αλ­λά για το πα­ρά­ξε­νο και υ­περ­φυ­ές φως. Δι­ό­τι και πριν φθά­σει η φω­νή ή­σαν φο­βι­σμέ­νοι, ό­πως λέ­ει ο Μάρ­κος, σα­φώς α­πό την θε­ο­φά­νεια ε­κεί­νη.


Ό­μως, ό­ταν με ό­λα αυ­τά α­πο­δει­κνύ­ε­ται ό­τι το φως ε­κεί­νο εί­ναι θεί­ο και υ­περ­φυ­ές και ά­κτι­στο, τι πα­θαί­νουν πά­λι αυ­τοί που ε­πι­δί­δον­ται με υ­περ­βο­λι­κό ζή­λο στην θύ­ρα­θεν και σαρ­κι­κή παι­δεί­α και δεν μπο­ρούν να γνω­ρί­σουν τα του Πνεύ­μα­τος; Κα­τρα­κυ­λούν σε άλ­λο γκρε­μό. Δεν το ο­νο­μά­ζουν θεί­α δό­ξα, ού­τε βα­σι­λεί­α Θε­ού, ού­τε κάλ­λος, ού­τε χά­ρη, ού­τε λαμ­πρό­τη­τα, ό­πως α­πό τον Θε­ό και τους θε­ο­λό­γους δι­δα­χθή­κα­με, αλ­λά ι­σχυ­ρί­ζον­ται ό­τι τού­το εί­ναι η ου­σί­α του Θε­ού, το ο­ποί­ο προ­η­γου­μέ­νως έ­λε­γαν ό­τι εί­ναι αι­σθη­τό και κτι­στό. Ο δε Κύ­ριος στα ευ­αγ­γέ­λια λέ­ει πως τού­τη η δό­ξα δεν εί­ναι κοι­νή μό­νο σ᾽ Αυ­τόν και τον Πα­τέ­ρα, αλ­λά και στους α­γί­ους αγ­γέ­λους, κα­θώς γρά­φει ο θεί­ος Λου­κάς: «ό­ποι­ος ντρα­πεί να ο­μο­λο­γή­σει ε­μέ­να και την δι­δα­σκα­λί­α μου στην γε­νε­ά αυ­τή, θα ντρα­πεί και ο Υι­ός του αν­θρώ­που γι αυ­τόν, ό­ταν έλ­θει μέ­σα στην δό­ξα Του και την δό­ξα του Πα­τρός και των α­γί­ων αγ­γέ­λων» (Λουκ. 9, 26). Αυ­τοί λοι­πόν που ι­σχυ­ρί­ζον­ται πως η δό­ξα αυ­τή εί­ναι ου­σί­α, θα δε­χθούν ό­τι αυ­τή εί­ναι κοι­νή ου­σί­α του Θε­ού και των αγ­γέ­λων, πράγ­μα που α­πο­τε­λεί ε­σχά­τη α­σέ­βεια.


Μά­λι­στα, ό­χι μό­νο οι άγ­γε­λοι, αλ­λά και οι ά­γιοι με­τα­ξύ των αν­θρώ­πων με­τέ­χουν σ᾽ αυ­τή την δό­ξα και βα­σι­λεί­α. Αλλ᾽ ο μεν Πα­τήρ και ο Υι­ός μα­ζί με το θεί­ο Πνεύ­μα έ­χουν φυ­σι­κή τού­τη την δό­ξα και βα­σι­λεί­α, οι δε ά­γιοι άγ­γε­λοι και άν­θρω­ποι την α­πο­κτούν κα­τά χά­ρη, δε­χό­με­νοι α­πό ε­κεί την έλ­λαμ­ψη. Άλ­λω­στε και ο Μω­ϋ­σής και ο Η­λί­ας, που εμ­φα­νί­σθη­καν μα­ζί Του σ᾽ αυ­τή την δό­ξα, αυ­τό α­κρι­βώς μας πα­ρέ­στη­σαν. Ο δε Μω­ϋ­σής φά­νη­κε κοι­νω­νός της θε­ϊ­κής δό­ξας ό­χι μό­νο τώ­ρα ε­πά­νω στο Θα­βώρ, αλ­λά και τό­τε που το πρό­σω­πό του δο­ξά­σθη­κε τό­σο, ώ­στε να μη μπο­ρούν οι Ι­σμα­η­λί­τες να το αν­τι­κρύ­σουν. Τού­το δη­λώ­νει και αυ­τός που λέ­ει ό­τι ο Μω­ϋ­σής δέ­χθη­κε στο θνη­τό πρό­σω­πό του την α­θά­να­τη δό­ξα του Πα­τρός. Κα­θώς και ε­κεί­νος που, ό­ταν ο Ευ­νό­μιος χα­ρα­κτή­ρι­ζε α­με­τά­δο­τη προς τον Υι­ό την δό­ξα του Παν­το­κρά­το­ρα, τον αν­τέ­κρου­σε λέ­γον­τας ό­τι, δεν θα α­νε­χό­μουν τέ­τοι­ο λό­γο, α­κό­μη κι αν α­να­φε­ρό­ταν στον Μω­ϋ­σή.


Κοι­νή, λοι­πόν, και μί­α εί­ναι η δό­ξα και η βα­σι­λεί­α και η λαμ­πρό­τη­τα του Θε­ού και των α­γί­ων Του. Γι᾽ αυ­τό και ο ψαλ­μω­δός προ­φή­της ψάλ­λει: «η λαμ­πρό­τη­τα του Θε­ού μας θα εί­ναι ε­πά­νω μας» (Ψαλμ. 89, 19). Αλ­λά κα­νείς μέ­χρι τώ­ρα δεν τόλ­μη­σε να πει ό­τι εί­ναι μί­α και κοι­νή η ου­σί­α του Θε­ού και των α­γί­ων. Και βέ­βαι­α κοι­νή φά­νη­κε τε­λευ­ταί­α ε­πά­νω στο ό­ρος η θεί­α λαμ­πρό­τη­τα της θε­ό­τη­τας του Λό­γου και της αν­θρώ­πι­νης σάρ­κας. Ό­τι εί­ναι ό­μως κοι­νή η ου­σί­α της θε­ό­τη­τας και της σάρ­κας, θα το έ­λε­γαν ο Ευ­τυ­χής και ο Δι­ό­σκο­ρος και ό­χι αυ­τοί που θέ­λουν να εί­ναι ευ­σε­βείς. Και την μεν δό­ξα αυ­τή και λαμ­πρό­τη­τα, ό­πως και τώ­ρα την εί­δαν οι συ­νο­δοι­πό­ροι του Ι­η­σού, ό­λοι θα την αν­τι­κρύ­σουν, ό­ταν ο Κύ­ριος φα­νεί να λάμ­πει α­πό α­να­το­λή έ­ως δύ­ση. Κα­νείς ό­μως δεν στά­θη­κε στην υ­πό­στα­ση και ου­σί­α του Θε­ού και εί­δε η πε­ρι­έ­γρα­ψε την θεί­α φύ­ση. Και το μεν θεί­ο τού­το φως δί­δε­ται με μέ­τρο και ε­πι­δέ­χε­ται το μάλ­λον και ήτ­τον με­ρι­ζό­με­νο δί­χως να δι­αι­ρεί­ται, κα­τά την α­ξί­α αυ­τών που το δέ­χον­ται. Η α­πό­δει­ξη εί­ναι κον­τά. Το μεν πρό­σω­πο του Κυ­ρί­ου έ­λαμ­ψε πιο πο­λύ απ᾽ τον ή­λιο, τα δε ι­μά­τια έ­γι­ναν λαμ­πρά και λευ­κά σαν χι­ό­νι. Και ο Μω­ϋ­σής και ο Η­λί­ας στην ί­δια θε­ά­θη­καν δό­ξα, αλ­λά κα­νείς τους δεν ά­στρα­ψε τό­τε σαν ή­λιος. Και οι ί­διοι οι μα­θη­τές μέ­ρος του φω­τός ε­κεί­νου εί­δαν, μέ­ρος δεν μπό­ρε­σαν να α­τε­νί­σουν.


Έ­τσι λοι­πόν με­τρεί­ται και με­ρί­ζε­ται, δί­χως να δι­αι­ρεί­ται, το φως ε­κεί­νο και ε­πι­δέ­χε­ται αυ­ξο­μεί­ω­ση. Και έ­να μέ­ρος αυ­τού γνω­ρί­ζε­ται τώ­ρα έ­να μέ­ρος αρ­γό­τε­ρα. Γι᾽ αυ­τό και ο θεί­ος Παύ­λος λέ­ει: «τώ­ρα κα­τά μέ­ρος γνω­ρί­ζου­με και κα­τά μέ­ρος προ­φη­τεύ­ου­με» (Α´ Κορ. 13, 9). Ό­μως τε­λεί­ως α­μέ­ρι­στη και α­κα­τά­λη­πτη εί­ναι η ου­σί­α του Θε­ού και καμ­μιά ου­σί­α δεν ε­πι­δέ­χε­ται αυ­ξο­μει­ώ­σεις. Κα­τά τα άλ­λα, εί­ναι γνώ­ρι­σμα των κα­τα­ρα­μέ­νων Μεσ­σα­λια­νών το να νο­μί­ζουν ό­τι η ου­σί­α του Θε­ού γί­νε­ται ο­ρα­τή στους κατ᾽ αυ­τούς α­ξί­ους. Ε­μείς ό­μως α­να­τρέ­πον­τας και τους πα­λαι­ούς και τους σύγ­χρο­νους κα­κο­δό­ξους και πι­στεύ­ον­τας, κα­θώς δι­δα­χθή­κα­με, ό­τι οι ά­γιοι βλέ­πουν και κοι­νω­νούν ό­χι την ου­σί­α του Θε­ού, αλ­λά βα­σι­λεί­α και δό­ξα και λαμ­πρό­τη­τα και φως α­πόρ­ρη­το και θεί­α χά­ρη, ας ο­δεύ­σου­με προς την λάμ­ψη του φω­τός της χά­ρι­τος, για να γνω­ρί­σου­με και να θε­ω­ρή­σου­με τρί­φω­τη Θε­ό­τη­τα, που α­κτι­νο­βο­λεί ε­νια­ία α­πόρ­ρη­τη αί­γλη α­πό μί­α τρι­συ­πό­στα­τη φύ­ση. Και τα μά­τια του νου ας α­νυ­ψώ­σου­με προς τον Λό­γο, που εί­ναι τώ­ρα με το σώ­μα Του εγ­κα­τε­στη­μέ­νος πά­νω α­πό τις ου­ρά­νι­ες α­ψί­δες. Αυ­τός, θε­ο­πρε­πώς κα­θή­με­νος στα δε­ξιά της με­γα­λω­σύ­νης, σαν α­πό μα­κρυ­νό τό­πο μας στέλ­νει αυ­τό το μή­νυ­μα: «ό­ποι­ος θέ­λει να πα­ρα­στεί σ᾽ αυ­τή την δό­ξα, ας μι­μεί­ται κα­τά το δυ­να­τόν και ας πο­ρεύ­ε­ται την ο­δό και την πο­λι­τεί­α, την ο­ποί­α υ­πέ­δει­ξα με τον ε­πί­γει­ο βί­ο μου».


Ας πα­ρα­τη­ρού­με, λοι­πόν, με τους ε­σω­τε­ρι­κούς ο­φθαλ­μούς το μέ­γα τού­το θέ­α­μα, την φύ­ση μας να ζει αι­ω­νί­ως με το ά­ϋ­λο πυρ της θε­ό­τη­τος. Και α­φού α­πο­βά­λου­με τους δερ­μά­τι­νους χι­τώ­νες, τους ο­ποί­ους φο­ρέ­σα­με ε­ξαι­τί­ας της πα­ρα­βά­σε­ως, τα γε­ώ­δη και σαρ­κι­κά φρο­νή­μα­τα, ας στα­θού­με σε γη α­γί­α, α­να­δει­κνύ­ον­τας ο κα­θέ­νας την δι­κή του γη α­γί­α δια της α­ρε­τής και της α­να­τά­σε­ως προς το Θε­ό, ώ­στε να έ­χου­με παρ­ρη­σί­α, ό­ταν έρ­χε­ται ο Θε­ός μέ­σα σε φως, και προ­στρέ­χον­τας να φω­τι­σθού­με και φω­τι­ζό­με­νοι να ζή­σου­με αι­ω­νί­ως μα­ζί Του προς δό­ξα της τρι­σή­λιας και μο­ναρ­χι­κω­τά­της λαμ­πρό­τη­τας, τώ­ρα και πάν­τα και στους αι­ώ­νες των αι­ώ­νων.


http://users.uoa.gr



Κυριακή 8 Απριλίου 2018

Τα τρία δώρα του Πάσχα



Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Ware (Γουέαρ)

Το Πάσχα, η γιορτή της Ανάστασης του Σωτήρος, είναι, πάνω απ’ όλα μια γιορτή μεγάλης χαράς. Όταν ο αναστημένος Χριστός συναντά τις μυροφόρες καθώς φεύγουν από το μνήμα, το πρώτο πράγμα που τους λέει είναι η λέξη «Χαίρετε»…

Ο Ιησούς Χριστός, ο Κύριός μας, εισέρχεται μετά την Ανάσταση, κεκλεισμένων των θυρών, και εμφανίζεται, «ούσης οψίας», στους μαθητές Του. Κομίζει στους Αποστόλους τρία δώρα, και σε ανταπόδοση τους δίνει την εντολή ή τους παραγγέλλει να φέρουν εις πέρας μία αποστολή. Ποιά είναι αυτά τα τρία αναστάσιμα δώρα και ποιά η αποστολή που τα συνοδεύει;

Το πρώτο δώρο είναι το δώρο της Ειρήνης; «Ήλθεν ο Ιησούς και έστη εις το μέσον, και λέγει αυτοίς• ειρήνη υμίν» (Ιωάν. 20, 19). Η ειρήνη σημαίνει μία αίσθηση κατεύθυνσης: Όχι την απουσία πειρασμών και αγώνα -αυτά συνεχίζονται μέχρι τέλους της ζωής μας- αλλά την απουσία εκείνης της σύγχυσης, της παραζάλης και της αβεβαιότητας, που κάνουν τον άνθρωπο να παραλύει. Τέτοια ήταν η κατάσταση των μαθητών. Όταν είδαν τον Κύριό τους να πεθαίνει στο Σταυρό, απογοητεύτηκαν βαθιά και τράπηκαν σε φυγή, όπως τα πρόβατα χωρίς ποιμένα. Δεν είχαν ιδέα τι θα έπρατταν στη συνέχεια. Όμως τώρα που συνάντησαν τον αναστημένο Σωτήρα, έχουν πλέον μέσα τους ειρήνη. Έχουν μία αίσθηση προσανατολισμού και ξέρουν που πηγαίνουν.

Το δεύτερο δώρο είναι το δώρο της Χαράς: «εχάρησαν ούν οι μαθηταί ιδόντες τον Κύριον» (Ιωάν. 20, 20). Η απόγνωση που ένιωσαν οι μαθητές όταν είδαν τον Χριστό σταυρωμένο μετατράπηκε τώρα σε αγαλλίαση. Συντετριμμένοι προηγουμένως, ζαρωμένοι από το φόβο πίσω από κλειδωμένες πόρτες, μεταμορφώνονται έξαφνα από μία μεγάλη χαρά.

Το τρίτο δώρο είναι το σημαντικότερο όλων, είναι η δωρεά του Αγίου Πνεύματος: «Ενεφύσησε και λέγει αυτοίς• λάβετε Πνεύμα Άγιον» (Ιωάν. 20, 22). Προεξοφλώντας την πληρέστερη αποκάλυψη κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, ο αναστημένος Χριστός καθιστά τους Αποστόλους «πνευματοφόρους». Αυτό, από μία άποψη, μπορεί κανείς να το δεί ως το πλήρωμα του σκοπού της Ενσάρκωσης: όπως βεβαιώνουν οι Πατέρες, «ο Λόγος ενσαρκώθηκε για να μπορέσουμε εμείς να αξιωθούμε το Άγιο Πνεύμα».  Όπως λέει και ο Βλαδίμηρος Λόσκυ: «Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα μας -προσωπική και αναφαίρετη στον καθένα μας- είναι το θεμέλιο όλης της χριστιανικής ζωής».
Αυτό είναι το τριπλό δώρο της Ανάστασης του Χριστού: Ειρήνη, Χαρά και Άγιο Πνεύμα. Όμως τα δώρα υπάρχουν πάντα για να μοιράζονται με τους άλλους και να γίνονται χρήσιμα για το καλό των άλλων γι’ αυτό και το τριπλό δώρο κουβαλά μαζί του και μία πρόσκληση αποστολής. «Καθώς απέσταλκέ με ο πατήρ, καγώ πέμπω υμάς» (Ιωάν. 20, 21): η Ειρήνη, η Χαρά και η χάρις του Αγίου Πνεύματος συνεπάγονται το στάλσιμο των Αποστόλων σε μία αποστολή. Πρέπει να προεκτείνουν το έργο του Χριστού στο χρόνο και το χώρο, φέρνοντας το δικό Του μήνυμα συγχωρήσεως στους απεγνωσμένους και εξουθενωμένους. Ενδυναμώθηκαν διά του Πνεύματος για να κομίσουν μαρτυρία: «υμείς δε εστε μάρτυρες τούτων» (Λουκ. 24, 48).

Κι ωστόσο, ο Κύριος, καθώς προσφέρει τα τρία δώρα Του και εμπιστεύεται στους Αποστόλους ένα έργο, κάνει και κάτι άλλο: «Έδειξεν αυτοίς τας χείρας και την πλευράν» (Ιωάν, 20, 20). Γιατί; Δεν χωρά καμία αμφιβολία πως να τους διαβεβαιώσει πως αυτός που στέκεται μπροστά τους είναι πράγματι Εκείνος ο Ίδιος, αναστημένος από τους νεκρούς με το ίδιο φυσικό σώμα που υπέφερε πάνω στο Σταυρό. Όμως υπάρχει σίγουρα κι ένας βαθύτερος λόγος. Αν ο Σωτήρας τους δείχνει τα πέντε στίγματα των πληγών του Πάθους, νωπά ακόμα στη σάρκα Του, είναι για να τους καταστήσει σαφές πως μόνο ένας τρόπος υπάρχει να εκπληρώσουν με επιτυχία την αποστολή που τους παρέδωσε. Κι αυτός ο τρόπος είναι να Τον ακολουθήσουν στο δρόμο του Σταυρού, να μοιραστούν μαζί Του την ουσιαστική αυτοπροσφορά Του, να βαστάξουν «εν τω σώματι, τα στίγματα του Κυρίου Ιησού» (Γαλ. 6, 17). «Υμείς εστε μάρτυρες τούτων» (Λουκ. 24, 48): όσο ο καθένας μας γίνεται μάρτυρας, δηλαδή συν-πάσχει και συν-μαρτυρεί μαζί με το Χριστό, όσο είμαστε εκτεθειμένοι, ανοιχτοί στο πόνο των διπλανών μας, τόσο θα μπορούμε κι εμείς να είμαστε αληθινοί απόστολοι…Ας βαστάξουμε λοιπόν στο σώμα μας τα στίγματα του σταυρωθέντα Ιησού, και στη συνέχεια, με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, θα μοιραστούμε μαζί με τους άλλους την Ειρήνη και τη Χαρά του αναστημένου Χριστού!

Από το βιβλίο:Πάσχα το τερπνόν, εκδ. Ακρίτας

Κυριακή 1 Απριλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ



Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστόδουλου Μπίθα



Την Κυ­ρια­κή πριν το Πά­σχα και α­φού έ­χει γί­νει το θαύ­μα της α­να­στά­σε­ως τού Λα­ζά­ρου κι έ­χει α­κου­στεί πο­λύ στην Ι­ε­ρου­σα­λήμ, ο Ι­η­σούς Χρι­στός πα­ραγ­γέλ­νει στους μα­θη­τές Του να βρουν έ­να γα­ϊ­δου­ρά­κι και μ’ αυ­τό να μπει στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα. Η κί­νη­ση δεν εί­ναι τυ­χαί­α. Έ­χει μια συμ­βο­λι­κή και μια πρα­κτι­κή ερ­μη­νεί­α. 


Η συμ­βο­λι­κή ερ­μη­νεί­α πα­ρα­πέμ­πει στον προ­φή­τη Η­σα­ΐ­α, ό­ταν ε­κεί­νος α­ναγ­γέλ­λει ό­τι κά­πο­τε με αυ­τό τον τρό­πο, ό­πως το α­κού­σα­με στο Ευ­αγ­γέ­λιο θα έρ­θει ο Μεσ­σί­ας-αυ­τός που θα σώ­σει τον Ισ­ρα­ήλ. Βε­βαί­ως, το πως θα ή­ταν ο Μεσ­σί­ας ή­ταν έ­να ζή­τη­μα αμ­φι­σβη­τού­με­νο, που ο­δή­γη­σε τε­λι­κά και στην κα­τα­δί­κη του Χρι­στού α­πό τους Ε­βραί­ους, α­φού πε­ρί­με­ναν έ­να Μεσ­σί­α κο­σμι­κό, εί­τε που θα εί­χε μια πο­λι­τι­κή ε­ξου­σί­α, εί­τε μια ε­ξου­σί­α που θα την ε­πέ­βαλ­λε διά του ι­ε­ρα­τεί­ου, πάν­τως ό­χι αυ­τό το ο­ποί­ο ή­ταν ο Χρι­στός. 


Ο Χρι­στός μπή­κε στην πό­λη ό­χι πά­νω σ’ έ­να υ­πέ­ρο­χο ά­λο­γο ό­πως συ­νή­θως μπαί­νουν οι βα­σι­λιά­δες, οι πρίγ­κι­πες, οι πο­λε­μι­στές, αυ­τοί οι ο­ποί­οι προ­τάσ­σουν την ε­ξου­σί­α και την δύ­να­μή τους. Ο Χρι­στός μ’ αυ­τή την κί­νη­ση δη­λώ­νει ό­τι εκ­πλη­ρώ­νει την προ­φη­τεί­α και ταυ­τό­χρο­να χλευά­ζει τους ι­σχυ­ρούς της γης σε ό­λες τις ε­πο­χές. Κι ο λα­ός, ε­πει­δή γνω­ρί­ζει την προ­φη­τεί­α, ε­πει­δή έ­χει α­κού­σει για την α­νά­στα­ση του Λα­ζά­ρου, το θαύ­μα των πεν­τα­κι­σχι­λί­ων κι ό­λα τα άλ­λα θαύ­μα­τα, ο λα­ός αυ­τός που τό­σο εύ­κο­λα πα­ρα­σύ­ρε­ται, ό­πως πάν­τα, ό­πως και τώ­ρα, παίρ­νει τα βά­ι­α των φοι­νί­κων και αρ­χί­ζει και τα κου­νά­ει κα­θώς Ε­κεί­νος μπαί­νει στην πύ­λη πά­νω στο γα­ϊ­δου­ρά­κι. Για­τί το κά­νουν αυ­τό; 


Υ­πάρ­χει μια με­γά­λη γι­ορ­τή των Ε­βραί­ων, η γι­ορ­τή της Σκη­νο­πη­γί­ας. Σ’ αυ­τή την α­γρο­τι­κή και θρη­σκευ­τι­κή ε­ορ­τή, που­τε­λεί­ται προς ευ­χα­ρι­στί­α για την συγ­κο­μι­δή των καρ­πών και προς α­νά­μνη­ση της κα­θο­δή­γη­σης του Ισ­ρα­ήλ α­πό τον Θε­ό στην Έ­ρη­μο του Σι­νά και την δι­α­μο­νή τους σε σκη­νές ε­βγαι­ναν οι Ισ­ρα­η­λί­τες α­πό τά σπί­τια τους κι έ­με­ναν σε σκη­νές. Την τε­λευ­ταί­α μέ­ρα της ε­ορ­τής της Σκη­νο­πη­γί­ας σε πο­λύ λαμ­πρή α­τμό­σφαι­ρα ο λα­ός έ­ψελ­νε τον στί­χο στην α­να­μο­νή του Μεσ­σί­α, ο ο­ποί­ος θα ε­λευ­θέ­ρω­νε το Ισ­ρα­ήλ α­πό τους συ­νε­χείς ε­ξευ­τε­λι­σμούς και τις αιχ­μα­λω­σί­ες και τις μα­ζι­κές ε­κτε­λέ­σεις που υ­φί­στα­το α­πό τους κά­θε λο­γής κα­τα­κτη­τές. Κρα­τού­σαν τα βά­ι­α των φοι­νί­κων, ι­τι­ές και μυρ­τι­ές, και τα κου­νού­σαν στην α­να­μο­νή του Μεσ­σί­α, ε­νώ έ­ψελ­ναν τον στί­χο α­πό τον ψαλ­μό 117 του Δαυ­ίδ που λέ­ει «ευ­λο­γη­μέ­νος ο ερ­χό­με­νος εν ο­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου». Συ­νε­πώς, ό­ταν ο Κύ­ριος μπαί­νει στην Ι­ε­ρου­σα­λήμ ο λα­ός γνω­ρί­ζει πο­λύ κα­λά αυ­τό τον ψαλ­μό, τον ψέλ­νει, κου­νά­ει τα βά­ι­α των φοι­νί­κων, ό­χι α­πλώς συμ­βο­λι­κά αλ­λά για να Του δεί­ξει ό­τι Τον α­να­γνω­ρί­ζει ως Μεσ­σί­α.


Στη ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή βλέ­που­με ό­λους τους πρω­τα­γω­νι­στές του θεί­ου δρά­μα­τος, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να και τους δι­α­φο­ρε­τι­κούς τύ­πους του αν­θρώ­που μέ­σα στην ι­στο­ρί­α, α­πό ε­κεί­νη την ε­πο­χή μέ­χρι και σή­με­ρα. Θα μπο­ρού­σα­με στους τύ­πους που θα πε­ρι­γρά­ψου­με εν τά­χει, να δού­με τους ε­αυ­τούς μας, την ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α, αλ­λά και τις κοι­νω­νί­ες ό­λου του κό­σμου.

Ο πρώ­τος τύ­πος που πρω­τα­γω­νι­στεί στη ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή και σε ό­λο το ευ­αγ­γέ­λιο εί­ναι οι Φα­ρι­σαί­οι και οι Γραμ­μα­τείς. Αυ­τοί, δη­λα­δή, που έ­χουν την πο­λι­τι­κή και ταυ­τό­χρο­να την θρη­σκευ­τι­κή ε­ξου­σί­α. Δυ­στυ­χώς πολ­λές φο­ρές οι άρ­χον­τες εί­ναι σκλη­ρό­καρ­δοι, αλ­λο­τι­ο­ω­μέ­νοι α­πό την ε­ξου­σί­α και την δό­ξα. Εί­ναι α­με­τα­κί­νη­τοι στις δι­κές τους α­πό­ψεις. Εί­ναι α­πο­κομ­μέ­νοι α­π’ τις α­νάγ­κες του λα­ού. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Φα­ρι­σαί­οι θρη­σκεύ­ουν με έ­να α­πό­λυ­τα νομικό και τυπολατρικό τρό­πο. Τέ­τοι­οι τύ­ποι αν­θρώ­πων υ­πάρ­χουν πάν­τα και θα υ­πάρ­χουν και στην θρη­σκευ­τι­κή και στην πο­λι­τι­κή ε­ξου­σί­α. Αν δυ­σκο­λευ­ό­μα­στε να βρού­με α­να­λο­γί­ες ας πά­με στο Ισ­λάμ για να βρού­με ε­κεί­νους τους σκλη­ρούς θρη­σκευ­τι­κούς άρ­χον­τες, στο Ι­ράν, στο Αφ­γα­νι­στάν κ.λπ. Αλλά δυστθχώς υπάρχουν και ανάμεσά μας.  


Στη συ­νέ­χεια έ­χου­με τον λα­ό. Τον λα­ό που εί­ναι ι­κα­νός σε ό­λες τις ε­πο­χές για το κα­λύ­τε­ρο και για το χει­ρό­τε­ρο. Εί­ναι ο λα­ός που μπο­ρεί να αν­γνω­ρί­σει και ν’ αγ­κα­λιά­σει τους ἀ­ξιους αν­θρώ­πους. Ό­μως μπο­ρεί να πα­ρα­συρ­θεί α­πό τον κά­θε λα­ϊ­κι­στή, τον κά­θε λα­ο­πλά­νο, τον κά­θε ε­πι­τή­δει­ο, τον κα­θέ­να που θα του τά­ξει ψω­μί και θαύ­μα, τον κα­θέ­να που θα του υ­πο­σχε­θεί ε­ξου­σί­α και δύ­να­μη. Ο λα­ός αυ­τός την Κυ­ρια­κή των Βα­ΐ­ων α­να­γνω­ρί­ζει τον Μεσ­σί­α. Μό­νο που α­να­γνω­ρί­ζει ε­κεί­νο τον Μεσ­σί­α που οι λα­οί θέ­λου­νε σε ό­λες τις ε­πο­χές. Κα­τη­γο­ρού­με τους Ε­βραί­ους σή­με­ρα ό­τι πε­ρι­μέ­νουν α­κό­μα αυ­τόν τον Μεσ­σί­α. Μα και οι λα­οί ό­λου του κό­σμου έ­να τέ­τοι­ο Μεσ­σί­α θα ή­θε­λαν. Κι αν δεν τον πε­ρι­μέ­νουν προ­σπα­θούν κά­θε τό­σο να τον ψη­φί­σου­νε ή τον α­πο­δέ­χον­ται ό­ταν εμ­φα­νί­ζε­ται στην μορ­φή ε­νός στυ­γνού δι­κτά­το­ρα. Που στην συ­νέ­χεια μπο­ρεί να τους αι­μα­το­κυ­λί­σει, να τους εγ­κλω­βί­σει και να τους α­πο­κοι­μί­σει.


 Ο λα­ός πε­ρι­μέ­νει τον Μεσ­σί­α που θα τον ε­λευ­θε­ρώ­σει κι έ­τσι την Κυ­ρια­κή ζη­τω­κραυ­γά­ζει και ε­πα­να­λαμ­βά­νει τους ψαλ­μι­κούς στί­χους. Ο ί­διος λα­ός, το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος του, με­τά α­πό 3-4 μέ­ρες θα ζη­τά­ει να ε­λευ­θε­ρώ­σουν έ­να λη­στή για­τί αι­σθά­νε­ται για μια α­κό­μη φο­ρά α­πο­γο­η­τευ­μέ­νος. Πού εί­ναι αυ­τός που θα δώ­σει δύ­να­μη και ε­ξου­σί­α; 


Τα άλ­λα πρό­σω­πα που πρω­τα­γω­νι­στούν στη ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή εί­ναι οι μα­θη­τές. Οι μα­θη­τές έ­χουν μια α­να­ζή­τη­ση. Δεν δι­στά­ζουν να α­πο­κο­πούν α­πό το κύ­ριο σώ­μα των άλ­λων θρη­σκευ­ο­μέ­νων. Δεν δι­στά­ζουν να γί­νουν και δα­κτυ­λο­δει­κτού­με­νοι α­πό την κοι­νω­νί­α τους. Πα­ρά­τη­σαν τις δου­λει­ές τους, τις οι­κο­γέ­νει­ές τους για να α­κο­λου­θή­σουν τον ξε­χω­ρι­στό δι­δά­σκα­λο. Δεν έ­χουν κα­τα­λά­βει ποι­ος εί­ναι. Ο­μο­λο­γούν ό­τι ο  Χρι­στός εί­ναι ο Μεσ­σί­ας αλ­λά ό­πως και οι άλ­λοι ό­λοι γύ­ρω τους πε­ρι­μέ­νουν τον Μεσ­σί­α που πε­ρί­με­ναν και οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Ε­βραί­οι. Ε­κεί­νον που θα κη­ρύ­ξει μια πο­λι­τι­κή ε­ξου­σί­α, τον Μεσ­σί­α ε­κεί­νο ο ο­ποί­ος διά του γέ­νους του Α­α­ρών θα εγ­κα­θι­δρύ­σει μια θε­ο­κρα­τι­κή ε­ξου­σί­α. Ο Χρι­στός δεν εί­ναι ού­τε ο έ­νας ού­τε ο άλ­λος. Εκ­πλη­ρώ­νει τις προ­φη­τεί­ες αλ­λά με τον τρό­πο που θέ­λει ο Θε­ός, την εμ­φά­νι­ση του Θε­ού της α­γά­πης που θα υ­πο­δεί­ξει στους αν­θρώ­πους πως α­κρι­βώς εί­ναι ο Θε­ός και τι πρέ­πει να πε­ρι­μέ­νουν α­πό Αυ­τόν. 


Οι μα­θη­τές δεν προ­δί­δουν -ε­κτός α­πό έ­να- τον Χρι­στό. Ό­μως ε­πει­δή δεν έ­χουν κα­τα­λά­βει ποι­ος εί­ναι, πα­ρό­λη την α­να­ζή­τη­σή τους, παρ΄ό­λη την δί­ψα τους την υ­παρ­ξια­κή, πα­ρό­λη την δι­α­φο­ρε­τι­κό­τη­τά τους, παρ΄ό­τι Τον ά­κου­γαν ε­πί τρί­α χρό­νια, κλεί­νον­ται στο υ­πε­ρώ­ο για τον φό­βο των Ι­ου­δαί­ων ό­ταν ο Κύ­ριος συλ­λαμ­βά­νε­ται και με­τά σταυ­ρώ­νε­ται. Εγ­κλω­βί­ζον­ται μέ­σα στην ο­λι­γο­πι­στί­α τους. Ό­πως πολ­λές φο­ρές συμ­βαί­νει και σ’ ε­μάς, τους αν­θρώ­πους που λέ­με ό­τι εί­μα­στε χρι­στια­νοί, αλ­λά εύ­κο­λα πα­ρα­συ­ρό­μα­στε, αρ­νού­μα­στε τον Χρι­στό, ο­λι­γο­ψυ­χού­με.


Υ­πάρ­χει και άλ­λο έ­να πρό­σω­πο στη ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή που α­να­δει­κνύ­ε­ται μ’ έ­να τρό­πο ξε­χω­ρι­στό αλ­λά και σκαν­δα­λώ­δη μέ­σα στην ι­στο­ρί­α. Οι πόρ­νες και οι τε­λώ­νες, λέ­ει ο Κύ­ριος, μας προ­ά­γουν στη Βα­σι­λεί­α των Ου­ρα­νών. Να λοι­πόν η Μα­ρί­α η α­δερ­φή του Λα­ζά­ρου. Μια γυ­ναί­κα η ο­ποί­α ί­σως ή­ταν πρώ­ην πόρ­νη (αν α­πο­δε­χτού­με ό­τι εί­ναι η ί­δια γυ­ναί­κα που έ­πλυ­νε τα πό­δια του Ι­η­σού στο κα­τά Λου­κάν).


Ε­κεί­νο που ξέ­ρου­με εί­ναι ό­τι η Μα­ρί­α α­γα­πού­σε τον Χρι­στό πά­ρα πο­λύ. Ό­χι μό­νο ε­πει­δή α­νά­στη­σε λί­γες μέ­ρες πριν τον α­δερ­φό της. Αλ­λά την βλέ­που­με να εί­ναι μί­α α­πό τις α­φο­σι­ω­μέ­νες μα­θή­τρι­ές Του. Ε­κεί­νη που ό­ταν έμ­παι­νε ο Χρι­στός στο σπί­τι για να συ­ζη­τή­σει με τους άλ­λους μα­θη­τές και να κη­ρύ­ξει δεν ξε­χνι­ό­τα­νε με τις δου­λει­ές ό­πως η Μάρ­θα, αλ­λά στε­κό­τα­νε δί­πλα στα πό­δια Του να α­κού­σει, να ρου­φή­ξει το κή­ρυγ­μά Του. Ε­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες, ε­κα­τομ­μύ­ρια γυ­ναί­κες μέ­σα στην ι­στο­ρί­α έ­κα­ναν το ί­διο. Και ε­ξα­κο­λου­θούν και το κά­νουν.

Η Μα­ρί­α κά­νει κά­τι εν­τε­λώς προ­κλη­τι­κό. Και εί­ναι προ­κλη­τι­κό ό­χι μί­α, αλ­λά πολ­λές φο­ρές. Κά­θε συ­νε­τή γυ­ναί­κα στην κοι­νω­νί­α του Ισ­ρα­ήλ ό­φει­λε να έ­χει τα μαλ­λιά της δε­μέ­να. Τα έ­λυ­νε μό­νο μέ­σα στο σπί­τι της, ό­ταν ή­ταν μα­κριά α­πό τα βλέμ­μα­τα των ξέ­νων, μό­νο στην οι­κο­γέ­νειά της. Η Μα­ρί­α ε­λευ­θε­ρώ­νει τα μαλ­λιά της. Τα ε­λευ­θε­ρώ­νει για να δεί­ξει ό­τι μπρο­στά σε Αυ­τόν που α­γα­πά­ει δεν υ­πάρ­χει κα­νέ­να σχή­μα και κα­νέ­νας τύ­πος. Ού­τως ή άλ­λως η Μα­ρί­α α­κο­λου­θού­σε Ε­κεί­νον ο ο­ποί­ος κα­ταρ­γού­σε τους τύ­πους. Παίρ­νει τα μαλ­λιά της, λοι­πόν, μα­κριά, ξέ­πλε­κα κι έ­χει φέ­ρει κι έ­να πά­ρα πο­λύ α­κρι­βό ά­ρω­μα. 


Πλέ­νει τα πό­δια του Χρι­στού για­τί μπρο­στά σ‘ ό­λα αυ­τά που συμ­βαί­νουν ε­κεί­νη θέ­λει να εκ­φρά­σει την α­γά­πη της. Η γυ­ναι­κεί­α της δι­αί­σθη­ση της λέ­ει ό­τι ό­λα αυ­τά που ο Χρι­στός το­νί­ζει εί­ναι α­λή­θεια. Πη­γαί­νει για την θυ­σί­α. Πη­γαί­νει για την σφα­γή. Κι ε­κεί­νη την ώ­ρα δεν έ­χει τί­πο­τα άλ­λο για να εκ­φρά­σει την α­γά­πη της α­πό το να λύ­σει τα μαλ­λιά της (θα μπο­ρού­σε να το κά­νει και με μί­α πε­τσέ­τα) για να Του δεί­ξει ό­τι μπρο­στά Του κα­ταρ­γεί τα πάν­τα, ξα­να­γεν­νι­έ­ται, α­να­νε­ώ­νε­ται, α­να­και­νί­ζε­ται και στη συ­νέ­χεια δί­νει τις οι­κο­νο­μί­ες της σ’ έ­να πα­νά­κρι­βο ά­ρω­μα,  που κα­νο­νι­κά μια γυ­ναί­κα θα ‘βα­ζε α­πό αυ­τό μια στα­γο­νί­τσα, ό­λο στα πό­δια Του για να δεί­ξει την α­γά­πη της. 


Ο Ι­ού­δας αν­τι­δρά. Ό­λα αυ­τά εί­ναι πα­ρά­λο­γα για την δι­κή του λο­γι­κή. Και για­τί έ­χει μια τε­τρά­γω­νη λο­γι­κή και για­τί ό­πως μας πα­ρα­δί­δει το ευ­αγ­γέ­λιο ή­ταν πα­ρα­δό­πι­στος και για­τί, αν το συν­δυ­ά­σου­με με τις άλ­λες πε­ρι­κο­πές και οι άλ­λοι μα­θη­τές την ί­δια σκέ­ψη έ­κα­ναν, αυ­τός α­πλώς βγή­κε μπρο­στά. Η Μα­ρί­α κά­νει μια πρά­ξη ύ­ψι­στης α­γά­πης. Και οι μα­θη­τές με πρώ­το τον Ι­ού­δα α­παν­τούν με μια ξε­ρή λο­γι­κή. Ε­ξάλ­λου δεν έ­χουν κα­τα­λά­βει και πολ­λά για το τι πρό­κει­ται να συμ­βεί. Ας θυ­μη­θού­με ό­τι ο Πέ­τρος (το α­κού­σα­με 2-3 Κυ­ρια­κές πριν) ό­ταν ο Χρι­στός α­νήγ­γει­λε την θυ­σί­α Του, Τον πή­ρε πα­ρά­με­ρα να Τον ε­πι­τι­μή­σει και α­νάγ­κα­σε τον Κύ­ριο να του πει «ύ­πα­γε ο­πί­σω μου σα­τα­νά».


Η Μα­ρί­α λοι­πόν, ως κεν­τρι­κό πρό­σω­πο της ση­με­ρι­νής πε­ρι­κο­πής μας δεί­χνει τον τρό­πο με τον ο­ποί­ο μπο­ρεί έ­νας άν­θρω­πος να προ­σεγ­γί­σει τον Χρι­στό. Ό­χι με τον τύ­πο και το νό­μο ό­πως οι Φα­ρι­σαί­οι. Ό­χι με τους εν­θου­σια­σμούς που έρ­χον­ται και φεύ­γουν ό­πως ο ό­χλος. Ό­χι με την α­να­ζή­τη­ση η ο­ποί­α ό­μως δεν φτά­νει στην πί­στη, ό­πως οι μα­θη­τές πριν την Πεν­τη­κο­στή. Αλ­λά με τον τρό­πο της Μα­ρί­ας. Μιας γυ­ναί­κας που ε­ξευ­τε­λί­στη­κε στην ζω­ή της, μιας γυ­ναί­κας που με­τα­νό­η­σε, μιας γυ­ναί­κας που εί­χε μια πά­ρα πο­λύ με­γά­λη α­να­ζή­τη­ση, γι’ αυ­τό έ­πε­φτε στα πό­δια Του για να Τον α­κού­σει, μιας γυ­ναί­κας η ο­ποί­α δεν δί­στα­ζε ό­λα της τα χρή­μα­τα να τα δώ­σει, τα πάν­τα γι’ Αυ­τόν που α­γα­πού­σε. Αυ­τός εί­ναι και ο μο­να­δι­κός τρό­πος της προ­σέγ­γι­σης του Χρι­στού. 


Δεν ση­μαί­νει ό­τι τα άλ­λα πρό­σω­πα εί­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­να. «Τα α­δύ­να­τα τοις αν­θρώ­ποις δυ­να­τά πα­ρά τω Θε­ώ». Και Φα­ρι­σαί­οι με­τα­νό­η­σαν. Κι α­π’ τον ό­χλο με­τά πολ­λοί έ­γι­ναν χρι­στια­νοί και α­πο­τέ­λε­σαν την πρώ­τη εκ­κλη­σί­α των Ι­ε­ρο­σο­λύ­μων. Και οι μα­θη­τές πή­ραν την χά­ρη του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος και δι­έ­δω­σαν το Ευ­αγ­γέ­λιο στα μή­κη και τα πλά­τη της γης. Και η Μα­ρί­α κι ό­λες οι Μα­ρί­ες του κό­σμου α­πό τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα γί­νον­ται α­γί­ες του Θε­ού, για­τί α­φο­σι­ώ­νον­ται και δί­νουν την α­γά­πη τους στον Κύ­ριο. 


Θα ή­θε­λα πριν τε­λει­ώ­σου­με να θυ­μη­θού­με κά­τι. Πριν α­πό δυ­ο χι­λιά­δες χρό­νια και με­τά, για με­ρι­κούς αι­ώ­νες υ­πήρ­ξε έ­νας λα­ός που θε­ω­ρού­σε ό­τι δι­α­δέ­χτη­κε τον Ισ­ρα­ήλ ως πε­ρι­ού­σιος λα­ός. Ο λα­ός του Θε­ού, οι χρι­στια­νοί. Για 3 αι­ώ­νες τους δί­ω­καν αλ­λά δεν υ­πο­χω­ρού­σαν. Γί­νον­ταν μάρ­τυ­ρες για την α­γά­πη του Χρι­στού. Στην συ­νέ­χεια, ό­ταν α­να­κη­ρύ­χτη­κε μια χρι­στι­α­νι­κή βα­σι­λεί­α, μα­ζι­κά προ­σχώ­ρη­σαν κι έ­γι­ναν χρι­στια­νοί χι­λιά­δες και­νού­ρια μέ­λη. Κι αυ­τός ο λα­ός που με τό­σο εν­θου­σια­σμό α­κο­λού­θη­σε τον λό­γο του Κυ­ρί­ου, σι­γά-σι­γά μα­ρά­ζω­σε. Α­κο­λου­θών­τας η­γέ­τες πλα­νε­μέ­νους και πλα­νώ­με­νος ο ί­διος αρ­νή­θη­κε τον Χρι­στό. Στο ό­νο­μά Του έ­κα­νε σταυ­ρο­φο­ρί­ες, έ­κα­νε πο­λέ­μους, έ­κα­νε α­δελ­φο­κτό­νους πο­λέ­μους. 


Υ­πήρ­ξε κι έ­νας λα­ός που ξε­χώ­ρι­σε α­νά­με­σα στους άλ­λους λα­ούς. Οι Έλ­λη­νες. Ή πιο σω­στά οι με­τέ­χον­τες του Ελ­λη­νι­σμού, για­τί δεν ή­ταν μό­νο Έλ­λη­νες. Αλ­λά σι­γά-σι­γά κι αυ­τοί, ε­νώ ε­πί αι­ώ­νες φώ­να­ζαν «ω­σαν­νά, ευ­λο­γη­μέ­νος ο ερ­χό­με­νος εν ο­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου», πέ­τα­ξαν τα βά­για τους και στρά­φη­καν προς τον ε­αυ­τό τους. Κι ό,τι ο Χρι­στός τους έ­λε­γε να μην το κά­νουν, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό αυ­τούς το κά­νουν. Πα­ρα­μέ­νουν κα­λοί. Πα­ρα­μέ­νουν έ­νας κα­λός λα­ός με πολ­λά χα­ρί­σμα­τα, αλ­λά τα βά­για του τα ‘χει πε­τά­ξει. Θα ‘θε­λε έ­να Μεσ­σί­α κι αυ­τός για να κυ­ρι­αρ­χή­σει. Για­τί νι­ώ­θει ε­ξευ­τε­λι­σμέ­νος α­πό τις ε­θνι­κές κα­τα­στρο­φές και τις τα­πει­νώ­σεις α­π’ τους γεί­το­νες. Ό­μως τα βά­για τα ‘χει πε­τά­ξει. Και αυ­τή εί­ναι μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

Την Κυ­ρια­κή των Βα­ΐ­ων ό­μως, ε­μείς, οι λε­γό­με­νοι ορ­θό­δο­ξοι χρι­στια­νοί που εκ­κλη­σι­α­ζό­μα­στε πιο συ­χνά ση­κώ­νου­με τα δι­κά μας βά­για. Α­να­γνω­ρί­ζου­με την α­δυ­να­μί­α μας και την ο­λι­γο­πι­στί­α μας. Σαν την Μα­ρί­α πο­θού­με να έρ­θει ο Χρι­στός στην ζω­ή μας ά­νευ ό­ρων. Αν­τί άλ­λων λό­γων θα ξα­να­δι­α­βά­σω μό­νο την πρώ­τη πα­ρά­γρα­φο α­πό την ε­πι­στο­λή του Α­πο­στό­λου Παύ­λου που α­κού­σα­με σή­με­ρα στα νέ­α Ελ­λη­νι­κά. Για να μην κο­ρο­ϊ­δευ­ό­μα­στε και να ξέ­ρου­με τι ζη­τά­ει ο Θε­ός α­πό ε­μάς και τι ο­φεί­λου­με να κά­νου­με. 


«Α­δερ­φοί, να χαί­ρε­στε πάν­το­τε με την χα­ρά που δί­δει η κοι­νω­νί­α με τον Κύ­ριο. Πά­λι θα πω, να χαί­ρε­στε πάν­τα. Η ε­πι­εί­κειά σας ας γί­νει γνω­στή και ας δι­δά­ξει ό­λους τους αν­θρώ­πους, πι­στούς και α­πί­στους. Ο Κύ­ριος εί­ναι κον­τά, έρ­χε­ται σύν­το­μα. Μην α­φή­νε­τε κα­θό­λου τον ε­αυ­τό σας να κα­τα­λη­φθεί α­πό μέ­ρι­μνες και άγ­χη. Αλ­λά για κά­θε πε­ρί­στα­ση τα αι­τή­μα­τά σας να τα α­πευ­θύ­νε­τε στον Θε­ό με προ­σευ­χή και δέ­η­ση, που να συ­νο­δεύ­ον­ται ΠΑΝΤΑ με ευ­χα­ρι­στί­α. Και η ει­ρή­νη που χα­ρί­ζει ο Θε­ός και εί­ναι α­σύλ­λη­πτη στο αν­θρώ­πι­νο μυα­λό θα δι­α­φυ­λά­ξει τις καρ­δι­ές και τις σκέ­ψεις σας διά του Ι­η­σού Χρι­στού».


Κα­λή Α­νά­στα­ση να έ­χου­με!