Σελίδες

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Ο αγ. Ιωάννης ο Χρυσοστόμος




Ο αγ. Ιωάννης ο Χρυσοστόμος γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας το 354 μΧ. από τον Σεκοϋνδο, πού ήταν ανώτερος αξιωματικός του στρατού της Συρίας, και την Ανθούσα, «υιός γεγονώς των διαπρεψάντων ευγενώς παρά τη τάξει του στρατηγού της Συρίας». Ο πατέρας του πέθανε λίγο χρόνο μετά την γέννησί του, η δε μητέρα του, μόλις εικοσάχρονη τότε, αφοσιώθηκε στην ανατροφή του παιδιού της με ιδιαίτερη επιμέλεια. Η φρόνησις και η αρετή της Ανθούσης μαρτυρείται και από τον θαυμασμό του διακεκριμένου διδασκάλου του υιού της, του Λιβανίου, ο όποιος, αν και ειδωλολάτρης, όταν την γνώρισε εξεπλάγη από την σωφροσύνη της και ανεφώνησε: «Βαβαί, οίαι γυναίκες παρά χριστιανοίς είσιν».


Ο Ιωάννης διακρίθηκε μεταξύ των μαθητών της Σχολής και θαυμαζόταν για την σπάνια καλλιέπεια και την πλούσια ευγλωττία του. Την μόρφωσί του ολοκλήρωσε με την σπουδή της φιλοσοφίας και της ρητορικής και πολύ γρήγορα εμφανίστηκε στα δικαστήρια ως συνήγορος, αποκτώντας ασυναγώνιστη φήμη. Οι κύκλοι των λογίων προσέτρεχαν να παρακολουθήσουν τους ρητορικούς του αγώνες, επιθυμώντας να ακούσουν τον «απαράμιλλον αριστέα του δικανικού βήματος».   Όμως, ο Χρυσόστομος ήταν μια ψυχή πού βαθιά αγαπούσε τον Χριστό και την Εκκλησία Του.   Εγκατέλειψε, λοιπόν, την λαμπρή σταδιοδρομία του συνηγόρου και περιεβλήθη τον ταπεινό τρίβωνα του μοναχού, για να διακονήση τώρα την Εκκλησία, με τα τάλαντα πού του χάρισε ο Θεός και τα όποια εξαιρετικώς αξιοποίησε. Αφοσιώθηκε τότε στην προσευχή, την μελέτη των Γραφών και την άσκησι, συγχρόνως δε εμαθήτευσε στην ερημιτική ζωή, πλησίον αγίων αναχωρητών, οι όποιοι εμόναζαν εις τα πέριξ υψηλά της Αντιοχείας.

Σε ηλικία 34 ετών χειροτονήθηκε διάκονος και ασχολήθηκε με την διδαχή και την συγγραφή πραγματειών. Γρήγορα ο Ιωάννης κυριάρχησε στην πνευματική ζωή της πόλεως, ιδιαιτέρως με το διαλεκτικό του τάλαντο, με την ρητορική του ικανότητα και τον επιχειρηματικό του λόγο. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος σε ηλικία 40 ετών και ύστερα από δωδεκαετή ιερατική διακονία στην Αντιόχεια, το έτος 397 ανήλθε στον Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Ο βίος του υπήρξε πολυτάραχος, διότι εστερείτο της «ελαστικότητας» έναντι των αρχόντων και της προσαρμοστικότητας έναντι των κέντρων εξουσίας της εποχής του. Αρχιεράτευσε στην Κωνσταντινούπολι εννέα χρόνια και επτά μήνες, εκοιμήθη δε στα Κόμανα του Πόντου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 407, οδεύοντας μαρτυρικώς προς τον τόπο της εξορίας του, την Πιτυούντα, στα παράλια του Ευξείνου Πόντου. Οι λόγοι, «Δόξα τω θεώ πάντων ένεκεν» εσφράγισαν την πολυκύμαντη ζωή του, μια ζωή προσφοράς και θυσίας, πού τον ανέδειξε όχι μόνον απαράμιλλο ομιλητή του εκκλησιαστικού άμβωνος, αλλά και απαράμιλλο εργάτη και εμπευστή του εκκλησιαστικού και κοινωνικού έργου.



Το συγγραφικό του έργο είναι εκτεταμένο και πολύπτυχο. Μεταξύ των άλλων, συνέγραψε δύο παιδαγωγικές πραγματείες, με σπουδαιότερη την «Περί Κενοδοξίας και Ανατροφής των τέκνων». Σε όλο του το έργο, όμως, διάσπαρτες υπάρχουν πολυάριθμες παιδαγωγικές γνώμες, οι όποιες καλύπτουν όλες τις πτυχές των μεγάλων προβλημάτων της αγωγής. Εύστοχα διατυπώθηκε η εκτίμησις, ότι ο μαρτυρικός Ιεράρχης επέδρασε δια μέσου των αιώνων και επιδρά και θα συνέχιση να επιδρά και στο μέλλον «τόσο πολύ στα ήθη των ανθρώπων, όσο κανένας άλλος παιδαγωγός στον κόσμο», με εξαίρεσι τον Θεάνθρωπο Κύριο μας και τον απόστολο Παύλο.


Από τις παιδαγωγικές ιδέες αυτού του μεγάλου Πατρός και χριστιανού Παιδαγωγού θα επιχειρήσουμε μια μικρή σταχυολόγηση με την ευκαιρία της μνήμης του για να ακούσουμε, για λίγο έστω, την φωνή του οικουμενικού τούτου διδασκάλου.

Για τον ιερό Χρυσόστομο, η αγωγή είναι «τέχνη, έργο δυσκολώτερο από οποιοδήποτε άλλο. Γιατί, τί μπορεί να συγκριθή με την προσπάθεια να καλλιεργή κανείς την ψυχή του νέου και την διάνοια του»; 



Δεν είναι ούτε εύκολο ούτε απλό το έργο της αγωγής. Τριπλό είναι, λέει ο χρυσορρήμων Πατήρ. Η πρώτη φροντίδα είναι η απαλλαγή από την κακία, η δεύτερη άφορα την πρόσκτησι της αρετής και η τρίτη την διαφύλαξί της. Αυτό το τελευταίο θέλει πολύ κόπο, «και πολλού δει μάλιστα πόνου».


Ένα έργο δύσκολο, όπως είναι η αγωγή των παιδιών, υπάρχει ο κίνδυνος να καταβάλη την αντοχή και να εξαντλή την υπομονή του κοπιάζοντας. Ενδέχεται μάλιστα να τον εξώθηση και στην οργή. Αλλά το έργο της αγωγής μοιάζει με την ιατρική φροντίδα. «Πρέπει να σπεύδουμε να θεραπεύουμε και όχι να οργιζόμαστε και να αγανακτούμε. Γιατί και ο γιατρός, όταν διαπίστωση ότι δεν υποχωρεί το νόσημα, δεν παραιτείται, ούτε δυσανασχετεί, αλλά τότε περισσότερο προετοιμάζεται για την ευσέβεια και την θεραπεία». Η αγωγή πρέπει να ασκείται με πολλή επιμέλεια. Γιατί, «όπως ακριβώς, όταν παραμελή κανείς το χωράφι του, βγάζει αγριόχορτα, όταν όμως καλλιεργήται με επιμέλεια, παράγει ώριμο καρπό, έτσι και η ψυχή του άνθρωπου, όταν μένη αδούλευτη γεννάει αγκάθια παραπτωμάτων, ενώ εκείνη πού βρίσκεται κάτω από φροντίδα επιμελή, δίνει πλούσιο τον καρπό της αρετής.

Η αγωγή δεν άφορα μόνο τον νου του ανθρώπου, αλλά κυρίως την ψυχή, πού είναι ο πραγματικός θησαυρός του ανθρώπου. Γι' αυτό, ιδιαίτερα μάλιστα οι γονείς, πού πολλαπλώς είναι πρώτοι δάσκαλοι του παιδιού, πρέπει να έχουν κατά νουν πώς η μόρφωσις της ψυχής του παιδιού είναι το σπουδαιότερο και το αναγκαιότερο έργο τους. Υπογραμμίζει, λοιπόν, ο σοφός Πατήρ: «Δεν διαμορφώνεις χρυσά σκεύη, αλλά την ψυχή, πού είναι πολυτιμότερη από οποιοδήποτε χρυσό σκεύος διαμορφώνεις, όπως ακριβώς ο χαλκουργός το σκεύος».



Είναι, αλήθεια, ότι ιδιαίτερα σήμερα, πού διακατεχόμαστε όλοι από την υλιστική νοοτροπία «του έχειν» και όχι «του είναι», η παρεχόμενη αγωγή, και της οικογενείας και του σχολείου, έγινε μονομερής. Παραθεωρούμε την αγωγή της ψυχής και επιδιώκουμε να μετατρέψουμε τα παιδιά μας σε δεξαμενές γνώσεων. Κανείς δεν θα υποβίβαζε την σημασία της γνώσεως, αν δεν περιθωριοποιούσαμε τον ανθρωπιστικό της χαρακτήρα. Ο ιερός Πατήρ μας συστήνει να μην καλλωπίζουμε τα παιδιά με εξωτερικά στολίδια και πολυτέλεια, αλλά ικετεύει, παρακαλεί, εξορκίζει: «πριν από όλα τα άλλα έργα σας, να φροντίζετε την αγωγή των παιδιών σας... Ανάθρεψε το παιδί σου με τέτοιον τρόπο, ώστε να γίνη αθλητής του Χριστού...και δίδαξε το να είναι ευλαβές από την παιδική του ηλικία...».


Η αγωγή, χωρίς να περιφρονή τον έξω άνθρωπο, έχει στόχο τον έσω. Δεν πρέπει, λοιπόν, να είναι επιφανειακή και επιπόλαιη. «Δεν πρέπει να κόβουμε μόνον την κορυφή των βλαβερών ζιζανίων (των παθών), γιατί όταν μένουν οι ρίζες τους στο χώμα, αναπτύσσονται και πάλι, αλλά πρέπει να βγάζουμε τις ρίζες τους, πού είναι βαθιά στο χώμα, και να τις εκθέτουμε γυμνές στις καυτές ακτίνες του ήλιου, για να ξεραθούν εύκολα».

Πολλές είναι οι φροντίδες των γονέων για την σωματική υγεία του παιδιού, πολλοί οι κόποι και οι θυσίες και μεγάλη ή μεριμνά τους να μην λείψη από το παιδί τους κανένα από τα θεωρούμενα ως αγαθά. Σ' αυτήν την ηλικία, επιμένει ο ιερός Πατήρ, πρέπει να επιμελούμεθα της αγωγής του, διότι όσο είναι μικρό είναι και εύπλαστο, διαμορφώνεται ο χαρακτήρας του. Όταν, όμως, δεν αξιοποιήσουμε τα παιδικά του χρόνια, μεγαλώνοντας γίνεται δύσκαμπτο στο καλό. «Αν οι καλές διδασκαλίες εντυπωθούν στην ψυχή του παιδιού, όταν ακόμη είναι τρυφερή, κανείς δεν μπορεί να τις αφαίρεση...Επωφελήσου αυτήν την κατάστασι όπως πρέπει. Σύ πρώτος θα απόλαυσης τους αγαθούς καρπούς ...Κοπιάζεις για το συμφέρον σου, για τον εαυτό σου...». Και ακόμη, ο σωστός παιδαγωγός πρέπει να συνδυάζη την επιείκεια με την αυστηρότητα, χωρίς να λησμονή το «μέτρο», «Όπως στο άλογο πού τρέχει προς τον γκρεμό, βάζουμε χαλινάρι στο στόμα, το συγκρατούμε με δύναμι και το μαστιγώνουμε πολλές φορές, για να το σώσουμε, έτσι και το επαναστατημένο παιδί, δεν το αφήνουμε ελεύθερο και ασύδοτο, αλλά χρησιμοποιούμε αντί για χαλινάρι την αυστηρότητα και την τιμωρία, για να το συγκρατήσουμε στο δρόμο προς τον γκρεμό και να το σώσουμε».



Ποια, όμως, είναι η «σωστή» αγωγή; Επιγραμματικά θα λέγαμε πώς ο ιερός Πατήρ θεωρεί σωστή αγωγή εκείνην, πού σκοπό έχει να οδήγηση τους νέους στην Θεογνωσία. «Δια πάντων εις θεογνωσίαν κελεύειν άγειν αυτούς» (τους παίδας). Αυτό αποτελεί εγγύησι για το μέλλον τους, το εγγύς και το αιώνιο.


Ας ευχόμαστε, οι παιδαγωγικές συμβουλές του μεγάλου Πατρός, να γίνουν ο καθημερινός πρακτικός οδηγός των γονέων κυρίως, ώστε να είναι καλλίκαρπος και πολύκαρπος ο αγώνας τους

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ





Μαζί με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ εορτάζεται και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Πολλές είναι οι επεμβάσεις και οι ευεργεσίες του τόσο στην Παλαιά Διαθήκη, όσο και στη Καινή Διαθήκη. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ήταν αυτός που παρουσιάστηκε στον Δανιήλ και εξήγησε το όραμα που είδε περί των βασιλέων Mήδων, Περσών και Ελλήνων (Δαν. 8,16). Και πάλιν ο Γαβριήλ φανέρωσε στον Δανιήλ, ότι μετά από εβδομήντα χρόνια θα κρατήσει η αιχμαλωσία των Ισραηλιτών, και μετά από τετρακόσια ενενήντα επτά χρόνια θα έρθει ο Χριστός (Δαν. 9,21-25). Ο Γαβριήλ ήταν αυτός που έφερε την είδηση στην γυναίκα του Mανωέ, ότι θα γεννήσει τον Σαμψών.


Και στην Καινή Διαθήκη ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ήταν αυτός που έφερε την είδηση στον Ιωακείμ και την Άννα, ότι θα γεννήσουν την κυρία και Δέσποινα Θεοτόκο.
Αυτός είναι που έφερε την είδηση στον Ζαχαρία ότι θα γεννήσει τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ο Γαβριήλ έτρεφε και την Αειπάρθενο Μαρία δώδεκα χρόνια μέσα στα Άγια των Aγίων με ουράνια τροφή. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ έφερε την χαρμόσυνη είδηση στην Θεοτόκο, ότι θα γεννήσει από Πνεύμα Άγιο τον Yιό και Λόγο του Θεού. Αυτός παρουσιάστηκε στο όραμα του Ιωσήφ και του είπε να μη φοβηθεί, αλλά να παραλάβει τη Mαριάμ ως γυναίκα του, επειδή το παιδί που θα γεννήσει προέρχεται από Πνεύμα Άγιο. Αυτός παρουσιάστηκε και στους ποιμένες και τους έφερε την είδηση ότι γεννήθηκε ο Σωτήρας του κόσμου Xριστός. Και αυτός σε όραμα είπε στον Ιωσήφ να πάρει το Θείο Βρέφος και την Μητέρα του και να φύγει στην Αίγυπτο. Και πάλι αυτός ξαναείπε στον Ιωσήφ να επιστρέψει στην πατρίδα του.


Πολλοί από τους ιερούς μελετητές και ασματογράφους γνωματεύουν, ότι ο Γαβριήλ ήταν ο Άγγελος ο οποίος κύλισε την βράχο από το μνημείο του Ιησού. Και αυτός ήταν που έφερε το μήνυμα στις Μυροφόρες για την Ανάσταση του Κυρίου. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ήταν αυτός που υπηρέτησε το Μυστήριο της ένσαρκης οικονομίας του Θεού Λόγου από την αρχή ως το τέλος. Γι' αυτό και η Εκκλησία του Χριστού αποφάσισε να συνεορτάζει μαζί τους δύο Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ, και να επικαλείται την χάρη και τη βοήθεια τους.

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ




Ο Mιχαήλ είναι ο πιο ένδοξος και λαμπρός ταξιάρχης των ασωμάτων Δυνάμεων. Πολλές είναι οι επεμβάσεις και οι ευεργεσίες του τόσο στην Παλαιά Διαθήκη, όσο και στη Καινή Διαθήκη. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ εμφανίστηκε στον Πατριάρχη Αβραάμ κατά τη θυσία του Ισαάκ. Έπειτα στον Λωτ, όταν τον λύτρωσε μαζί με την οικογένειά του από την καταστροφή των Σοδόμων. Μετά παρουσιάστηκε στον Πατριάρχη Ιακώβ, όταν τον λύτρωσε από τα φονικά χέρια του αδερφού του Hσαύ. Αυτός προπορεύονταν μπροστά από τους Ισραηλίτες όταν ελευθερώθηκαν από την σκλαβιά των Αιγυπτίων, με τη μορφή νεφέλης την ημέρα και φωτιάς τη νύχτα, τους έδειχνε το δρόμο προς τη γη της Επαγγελίας. Αυτός παρουσιάστηκε στον μάντη Bαλαάμ, όταν εκείνος ήθελε να καταραστεί τον Ισραηλιτικό λαό για να μη συνεχίσει το δρόμο προς τη Χαναάν. Αυτός παρουσιάστηκε και στον Ιησού του Nαυή απαντώντας του «Eγώ αρχιστράτηγος Kυρίου νυνί παραγέγονα».


Είναι γνωστό και το θαύμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ στους Κολοσσούς της Φρυγίας. Στην περιοχή των Κολοσσών είχε αναβλύσει πηγή με αγιασμένο νερό που θεράπευε κάθε αρρώστια. Εκεί χτίστηκε ναός στο όνομα του Αρχάγγελου Μιχαήλ.  Οι ειδωλολάτρες στράφηκαν εναντίον του ιερέα του ναού, τον οποίο όμως προστάτευσε ο Αρχάγγελος και σώθηκε. Οι ειδωλολάτρες δοκίμασαν τότε να εκτρέψουν το ρου ενός ποταμού για να πνίξουν τον ιερέα και να καταστρέψουν το ναό. Τότε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ επενέβη και με τη ρομφαία του έσκισε στα δυο τη γη και τα νερά χωνεύθηκαν μέσα. Έως σήμερα τα νερά των ποταμών χωνεύονται, γι' αυτό και το μέρος ονομάστηκε Χώναι.


Όταν ο Εωσφόρος λόγω της υπερηφάνειας του εξεγέρθηκε κατά του Θεού, θέλησε να βάλει τον θρόνο του στον ουρανό και να γίνει όμοιος με το Θεό. Τον ακολούθησε ένα τάγμα Αγγέλων, το οποίο και αυτό αποσκίρτησε από το Θεό εξαιτίας της υπερηφάνειας του. Τότε εξέπεσαν και διώχτηκαν από τον ουρανό μαζί με τον αρχηγό τους τον Διάβολο. Και έγιναν όλοι τους σκοτεινοί αντί φωτεινοί. Δαίμονες αντί Άγγελοι.
Τότε ο μέγας αυτός αρχάγγελος Μιχαήλ, βλέποντας την ελεεινή έκπτωση των Αγγέλων, κατάλαβε την αιτία της πτώσης τους, και για αυτό με την υποταγή και την ταπείνωση την οποία έδειξε στο Δεσπότη Θεό, διεφύλαξε τόσον την δική του δόξα και λαμπρότητα, όσο και την δόξα των άλλων Αγγελικών ταγμάτων. Για την υποταγή του και την ταπείνωση αυτή, διορίστηκε από το Θεό Παντοκράτορα να είναι ο πρώτος των Αγγελικών τάξεων.


Κατά την περίοδο εκείνη ο αρχάγγελος Μιχαήλ συγκέντρωσε και ένωσε τις τάξεις των Αγγέλων, και φώναξε σ' αυτούς το "Πρόσχωμεν. Ήτοι ας προσέξωμεν και ας εννοήσωμεν, τι έπαθον ούτοι οι εκπεσόντες δαίμονες διά την υπερηφανίαν τους, οίτινες προ ολίγου ήτον μαζί με ημάς Άγγελοι. Kαι ας στοχασθώμεν τι μεν είναι ο Θεός, τι δε είναι ο Άγγελος. O μεν γαρ Θεός, είναι Δεσπότης και Δημιουργός ημών των Aγγέλων. Hμείς δε οι Άγγελοι, είμεθα δούλοι και κτίσματα του Θεού''. Και έτσι ύμνησε και δόξασε τον Θεό Παντοκράτορα, αναφωνώντας εκείνον τον θείο και αγγελικό ύμνο με όλους τους Αγγέλους, «Άγιος, Άγιος, Άγιος Kύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης αυτού».
Αυτή λοιπόν τη σύναξη των αγγέλων εορτάζουμε στις 8 Νοεμβρίου.

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Όσιος Χριστόδουλος ο Θαυματουργός...


Ο Όσιος Χριστόδουλος γεννήθηκε στην Μ. Ασία, στα περίχωρα της Νικαιας της Βιθυνίας περί το 1024. Οι ευσεβείς και ενάρετοι γονείς του Θεόδωρος και Άννα, του έδωσαν το όνομα Ιωάννης. Ο νεαρός Ιωάννης διδάχτηκε από μικρός τα γράμματα, και εντρύφησε με ζήλο στην μελέτη των θείων γραφών. Από την εφηβική του ηλικία φλεγόταν από τον πόθο να ακολουθήσει την οδό του μοναχικού βίου, και οι γονείς του φοβούμενοι μήπως τον χάσουν από κοντά τους επέμεναν να νυμφευθεί, αλλά πριν από τον γάμο αποφάσισε να ακολουθήσει την κλήση του Θεού και έφυγε κρυφά από το χωριό του, καταφεύγοντας στο όρος Όλυμπος της Μυσίας όπου υπήρχαν πολλά μοναστήρια και κελλιά.
 


Εκεί στον Όλυμπο, ο Ιωάννης έγινε δόκιμος "τεθείς υπό την διδασκαλίαν και την διαπαιδαγώγησιν του προηγουμένου της ιεράς εκείνης ποίμνης ", ο οποίος βλέποντας τον ζήλο του τον έκειρε μοναχό και του έδωσε το όνομα Χριστόδουλος, εξ αιτίας της μεγάλης του αγάπης για τον Ιησού Χριστό. Τρία χρόνια αργότερα ο γέροντας πέθανε και ο μοναχός Χριστόδουλος, έφυγε για την Ρωμη με σκοπό να προσκυνήσει τους τάφους των Αγίων Αποστόλων, Πετρου και Παύλου. Από εκεί μετέβη για προσκύνημα στούς Αγίους Τοπους και στην συνέχεια στην Παλαιστίνη, όπου πιθανώς εγκαταβίωσε στη μονή του Αγίου Σάββα. 

    Όμως, το σχέδιο του Θεού ήταν διαφορετικό. Κύμα επιθέσεων των Αγαρηνών στα μοναστήρια της Παλαιστίνης, ανάγκασε τούς μοναχούς να εγκαταλείψουν την έρημο. Ο Όσιος, μαζί με άλλους κατευθύνθηκε στο όρος Λάτρος, όπου είχαν καταφύγει πολλοί μοναχοί της Αιγύπτου από τις περιοχές του Σινά και της Ραϊθώ, μετά από τις φονικές επιθέσεις των Βλεμμύων Αράβων. 

   Ο Όσιος Χριστόδουλος μόνασε στη Λαύρα του Στύλου. Στην περιοχή του Λατρους άλλοι ζούσαν κοινοβιακά στη Λαύρα και άλλοι σε κελλιά. Ο μοναχισμός στο όρος Λατρος βρισκόταν την περίοδο εκείνη σε μεγάλη ακμή και ο Όσιος επιδόθηκε με ζήλο στην προσευχή και την νηστεία. Διακρίθηκε στην πνευματική ζωη με το ήθος του, τους ασκητικούς του αγώνες και την πνευματική του κατάρτιση, γεγονός που οδήγησε τούς αδελφούς να τον εκλέξουν ηγούμενο της Λαύρας και έγινε πνευματικός όλων των μοναχών του όρους Λατρος. Ο Όσιος διοίκησε πολλά χρόνια την μοναστική πολιτεία, και η φήμη του εξαπλώθηκε στα πέρατα της αυτοκρατορίας, του εδόθη δε το επίθετο Λατρηνός. 
    
 Την περίοδο αυτή της ακμής του Λατρηνού μοναχισμού διέκοψαν επιδρομές Αγαρηνών και ο Όσιος, αποφάσισε να εγκαταλείψει το όρος Λατρος. Μαζί με μια ομάδα μοναχών κατέφυγε στην Κω, όπου κάποιος ευσεβής άρχοντας τούς δώρησε μια έκταση κοντά στο βουνό Δίκαιο. Εκεί, ο Όσιος Χριστόδουλος, άρχισε να οικοδομεί Μονή αφιερωμένη στην Θεοτόκο, και ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Βοτανειάτης του παραχώρησε φορολογική απαλλαγή για να ολοκληρώσει το έργο του. Τις απαλλαγές συνέχισε  και ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνήνος, ο οποίος με χρυσόβουλλο έγγραφο όρισε να είναι αυτοδέσποτη η μονή της Θεοτόκου και παραχώρησε το νησί Λειψώ, δύο προάστια στη Λερο - το Παρθένι και τα Τεμένια - και την περιοχή Παντέλι.

   
   Η φήμη του εξηντάχρονου χαρισματούχου γέροντα οδήγησε αρκετούς μοναχούς κοντά του, και οι ντόπιοι έκαναν πολλές δωρεές, έτσι που σε μικρό χρονικό διάστημα η νέα Μονή απέκτησε μεγάλη περιουσία. Όμως, παρά την μεγάλη ακμή στην οποία περιήλθε η Μονή της Θεοτόκου, ο Όσιος δεν ήταν ευχαριστημένος. Το μοναστήρι ήταν κοντά σε κατοικημένη περιοχή και τα μετόχια του συνόρευαν με τα κτήματα των ντόπιων, με αποτέλεσμα οι μοναχοί να έχουν μεγάλο συγχρωτισμό με τούς λαϊκούς, γεγονός που έκανε τον γέροντά τους να ανησυχεί για την πνευματική τους πορεία. Και ήταν τόσο μεγάλη η ανησυχία του, ώστε πήρε μια μεγάλη απόφαση χωρίς να υπολογίσει το κόστος. Να μεταναστεύσει και πάλι και να εγκαταβιώσει σε τόπο άγονο και χέρσο, στο ερημωμένο από τις λεηλασίες νησί Πατμος.  


 
    Το 1088, ο Όσιος Χριστόδουλος πήγε στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε από τον Αλέξιο Κομνηνό να του παραχωρηθεί η ερημωμένη εξ αιτίας των πειρατικών επιδρομών Πατμος, για να οικοδομήσει Μοναστήρι. Σεβόμενος τον Όσιο, ο αυτοκράτορας του παραχώρησε την Πατμο με Χρυσόβουλλο λόγο (σώζεται στην μονή της Πάτμου), όπου ορίζεται να δωρηθεί η Πατμος για να γίνει Μονή, καταργεί οποιαδήποτε φορολογία, απαγορεύει κατόπιν επιθυμίας του Οσίου την εγκατάσταση λαϊκών στο νησί και το ανακηρύσσει άβατον.
Με ένα δεύτερο Χρυσόβουλλο, ο Κομνηνός όρισε να δίδονται ως ενίσχυση στην Μονή ετησίως ,τριακόσιοι μόδιοι σίτου και εικοσιτέσσερα Κομνηνάτα Θεοτόκια. 

 
    Έτσι, για μία ακόμα φορά στην ζωη του, ο Όσιος Χριστόδουλος μεταναστεύει, αυτή την φορά σε τόπο αφιλόξενο και ερημικό. Από καιρό έχει σκεφτεί πως η ερειπωμένη από τις επιθέσεις των πειρατών και απροσπέλαστη για τα εμπορικά πλοία νήσος Πατμος, θα του πρόσφερε τις ιδανικές συνθήκες για να διασφαλίσει την πνευματική ζωη της συνοδείας του. Εξ' άλλου την επιθυμία του να ζήσει στην Πατμο ενισχύει το ότι εκεί έζησε και συνέγραψε την Αποκάλυψη ο Απόστολος Ιωάννης.
  Μετά την παράδοση της Πατμου, ο Όσιος και όλη η συνοδεία του ξεκίνησαν την ανέγερση της Νεας Μονής στην κορυφή του βουνού, όπου ευρίσκοντο ερείπια αρχαίου ναού της Σκυθίας Αρτέμιδος.


  Η οικοδόμηση της Μονής ήταν έργο δύσκολο και πολύ κοπιαστικό για την μοναστική αδελφότητα, αφού ο Όσιος δεν ήθελε να προσλάβει εργάτες. Για να εμψυχώνει τούς μοναχούς, παρά τα εβδομήντα του χρόνια κουβαλούσε ο ίδιος πέτρες και ασβέστη και πρωτοστατούσε στις εργασίες, δίνοντας θάρρος στούς υπόλοιπους. Παρ' όλα αυτά η σκληρή εργασία και η άνυδρη, αφιλόξενη γη, κούρασαν γρήγορα τούς μοναχούς. Έτσι προσέλαβε έγγαμους λαϊκούς και τούς έφερε στην Πατμο μαζί με τις οικογένειες τους, αφού ήταν δύσκολο να βρει πολλούς αγάμους που να επιθυμούν να ζήσουν στο άγονο νησί. Για να αποφύγει τα προβλήματα που από την αρχή φοβόταν, εγκατέστησε τις οικογένειες στην άλλη πλευρά του νησιού ώστε να μην ενοχλούν τούς μοναχούς. Απαγόρευσε στις γυναίκες και τα παιδιά να πλησιάζουν το μοναστήρι και όρισε πενθήμερο εργασίας για τούς άνδρες, κατά την διάρκεια του οποίου αυτοί έμεναν με τούς μοναχούς και επέστρεφαν το Σαββατοκύριακο στις οικογένειές τους.
   Η πρόσληψη των εργατών, όχι μόνο επιτάχυνε τις οικοδομικές εργασίες, αλλά και έδωσε την δυνατότητα στην μοναχική συνοδεία να αρχίσει να ζει και πάλι ησυχαστικά. 


   Την εποχή εκείνη ο ιερός Χριστόδουλος ήταν ήδη μεγάλος σε ηλικία, αλλά οι δυνάμεις του με την Χάρη του Θεού δεν τον είχαν εγκαταλείψει. Η ακτινοβολία του ως πνευματικού είχε εξαπλωθεί σε όλο το Αιγαίο και μεγάλος αριθμός προσκυνητών μετέβαινε στην Πατμο για να προσκυνήσει το σπήλαιο της Αποκαλύψεως, να επισκεφτεί το Μοναστήρι και να τον συμβουλευθεί.
      Όμως, το σχέδιο του Θεού και πάλι ήταν διαφορετικό για τον Άγιο. Πιστευε πως θα τερμάτιζε τον βίο του στην  Πατμο, αλλά πέντε περίπου χρόνια μετά την εγκατάσταση του στο νησί, το 1092, εξ αιτίας της Τουρκικής απειλής, πήρε την απόφαση όλη η συνοδεία της Μονής να εγκαταλείψει το νησί μέχρι να περάσει ο κίνδυνος. 

  

Η μοναχική αδελφότητα κατέφυγε στον Πορθμο του Ευρίπου, όπου χάρις στην βοήθεια ενός άρχοντα, ο οποίος ήταν πνευματικό τέκνο του Οσίου, εγκαταστάθηκαν σε ένα μεγάλο αρχοντικό το οποίο μετατράπηκε σε μοναστήρι. Έτσι, ο Θεοφόρος Πατήρ, έμελλε να ζήσει και στην Εύβοια, και "αντικείμενον του θαυμασμού πάντων γενόμενος και ως τις άγγελος εν θνητώ σώματι της προσηκούσης τιμής αξιωθείς", να στηρίξει πνευματικά και εκεί τούς ανθρώπους, και να κηρύξει την αγάπη του Χριστού. 


     Στις 10 Μαρτίου του έτους 1093, ο Όσιος κάλεσε τον πρεσβύτερο και Νοτάριο Ευρίπου Γεώργιο Στροβηλίτη και άλλους επτά αξιωματούχους, για να υπογράψουν ως μάρτυρες στην Διαθήκη του.
  Μετά από μερικές μέρες, στις 15 Μαρτίου, συνετάχθη ένας συμπληρωματικός κωδίκελλος της διαθήκης, όπου μεταξύ άλλων, ορίζονται ζητήματα της Μονής, όπως θέματα τυπικού, προσωπικές παραινέσεις σε μοναχούς, αλλά και πληροφορίες σχετικές με την βιβλιοθήκη, το αρχείο της και τον τρόπο αποκτήσεως των βιβλίων και τις δωρεές των αυτοκρατόρων στο Μοναστήρι.
Λιγο χρόνο αργότερα, και αφού είχε πληροφορηθεί "εκ Θεού" για την αποδημία του, ο Όσιος κάλεσε τούς μοναχούς και αφού τούς προέτρεψε να επιστρέψουν όλοι στην Πατμο, τους ζήτησε να τον πάρουν από την ξένη γη και να τον ενταφιάσουν στο ναο της Μονής για την οποία τόσο πολύ είχε μοχθήσει. Και αφού τούς είπε αυτά τα λόγια "και δια λόγων αποχαιρετιστηρίων καθαγιάσας τους παρόντας, παρέδωκε το πνεύμα τω Θεώ, την ις΄του μηνός Μαρτίου."
 

    Λιγο καιρό μετά την κήδευση του πνευματικού τους πατρός, οι μοναχοί της Πατμου έμαθαν πως ο κίνδυνος από τούς Τούρκους είχε περάσει και ετοιμάστηκαν να επιστρέψουν στο νησί μαζί με το σκήνωμα του γέροντά τους. 
  Θα περίμενε κανείς το τελευταίο ταξίδι του Οσίου Χριστοδούλου να είναι ειρηνικό. Όμως, ακόμα και αυτή η τελευταία του μετακίνηση ήταν περιπετειώδης, όπως όλες οι μετακινήσεις του βίου του. Η αιτία όμως αυτή την φορά δεν ήταν η κακία του κόσμου τούτου, αλλά η αγάπη των ανθρώπων που στο πρόσωπου του Λατρηνού μοναχού είχαν γνωρίσει την αγάπη του Ιησού Χριστού. Οι κάτοικοι της Ευβοίας, όταν έμαθαν ότι οι μοναχοί θα έπαιρναν το σκήνωμα στην Πατμο, ξεσηκώθηκαν και απέκλεισαν το μέρος όπου εφυλάσσετο ο Όσιος, ο οποίος ήταν γι' αυτούς "σωτήρ, ιατήρ, και πάσης νόσου θεραπευτής". Οι μοναχοί όμως, αποφασισμένοι να μεταφέρουν το λείψανο στην Πατμο, κατά την διάρκεια της νύχτας έβγαλαν κρυφά τον Όσιο από την πόλη και αφού επιβιβάστηκαν στο πλοίο της Μονής, κατέπλευσαν στην Πατμο.

Με αυτόν τον τρόπο τελείωσε η πολύχρονη περιπλάνηση του Οσίου πατρός Χριστοδούλου ο οποίος σε ολόκληρο τον βίο του αναζητούσε έναν ήσυχο τόπο για να ζήσει "εν προσευχαίς και ύμνοις πνευματικοίς". 

 Στην ιερά Πατμο, στο δεξιό μέρος του εσωνάρθηκα της Μονής του Ιωάννου του Θεολόγου, τοποθετήθηκε σε μαρμάρινη λάρνακα το σκήνωμά του και σχεδόν χίλια χρόνια τώρα, "αναβλύζει θαυμάτων πηγάς και ως τινα οσμήν μύρου αισθάνονται οι πιστώς απτόμενοι αυτού και δια μόνης της αφής καθαγιάζονται και από πάσης σωματικής βλάβης ελευθερούνται".

Η Εκκλησία τον κατέταξε στην χορεία των Οσίων. Τον τιμά δύο φορές τον χρόνο, στις 16 Μαρτίου, ημέρα της κοιμήσεως του και στις 21 Οκτωβρίου, ημέρα της ανακομιδής των λειψάνων του.

π. Χρ.

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Ο σπόρος του θείου λόγου και το έδαφος των ανθρώπων


Ιωάννη Καραβιδόπουλου




Πολλές φορές αναρωτιούνται οι άνθρωποι και απορούν για τη φαινομενική αποτυχία του Χριστιανισμού μέσα στον κόσμο που παρατηρείται αλλού σε μικρή και αλλού σε μεγαλύτερη έκταση. Δεν θα έπρεπε, ύστερα από το λυτρωτικό έργο του Χριστού μέσα σ' έναν αφιλόξενο κόσμο και εν συνεχεία των μαθητών του μέσα στην οικουμένη και κυρίως ύστερα από προσπάθειες και πειραματισμούς τόσων αιώνων, να βλέπαμε σήμερα μία μεγαλύτερη επίδραση του Χριστιανισμού μέσα στην ανθρωπότητα και μια πιο ενθαρρυντική εφαρμογή του; Την απάντηση στο ερώτημα αυτό μας δίνει η παραβολή, στην όποια γίνεται λόγος για ένα σπορέα που το έργο του δεν απέδωσε παντού τον ίδιο καρπό (Λουκ. 8, 5-15).

Το έργο του σπορέα δεν υπήρξε ελαττωματικό. Ούτε ό σπόρος χαλασμένος. Σκορπίστηκε παντού πλουσιοπάροχα με την αφθονία που διακρίνει τον Θεό, το χορηγό κάθε αγαθού· κι ακόμη σκορπίσθηκε χωρίς διακρίσεις ή προτιμήσεις. Ωστόσο το αποτέλεσμα δεν ήταν ανάλογο προς τη γενναιοδωρία της σποράς. Ενώ ο σπόρος δόθηκε πλούσια και χωρίς διακρίσεις, δεν έγινε παντού δεκτός με τον ίδιο τρόπο, την ίδια προθυμία, την ίδια ανταπόκριση. Έτσι, το αποτέλεσμα δεν ήταν παντού το ίδιο αλλ' ανάλογο με τη δεκτικότητα και αποδοτικότητα της γης που τον δέχθηκε.

Κι ακόμη πρέπει να παρατηρήσουμε τα έξης: Πρώτα-πρώτα οι τρεις περιπτώσεις αποτυχίας της σποράς δεν σημαίνουν τοπική αναλογία σε σχέση προς την όλη επιφάνεια της γης σε τρόπο ώστε να πει κανείς ότι κατά τα τρία τέταρτα το έργο της σποράς απέτυχε και καρποφόρησε μόνο στο ένα τέταρτο· απλώς περιγράφονται ορισμένοι λόγοι αποτυχίας που πρέπει να βάλουν σε σκέψεις τον ακροατή ως προς την τοποθέτηση του εαυτού του. Και έπειτα, κάνει εντύπωση ή τεράστια και θαυμαστή επιτυχία της τέταρτης περιπτώσεως: η καλή γη αποδίδει καρπόν «ἑκατονταπλασίονα», δηλ. εκατό φορές περισσότερο από ό,τι θα περίμενε κανείς σε μια κανονική καρποφορία. Συχνά είμαστε έτοιμοι να τονίσουμε την αποτυχία του Χριστιανισμού σε ορισμένες περιπτώσεις, ξεχνώντας τους λόγους που την προκάλεσαν και κυρίως ξεχνώντας ότι σε άλλες περιπτώσεις η επιτυχία του υπήρξε αξιοθαύμαστη και πάνω από κάθε μέτρο και κάθε προσδοκία.


Στο απαισιόδοξο, πλην όμως πραγματικό, ερώτημα με το οποίο αρχίσαμε, η παραβολή μας δίνει την εξής απάντηση: Εάν ο σπόρος του Χριστιανισμού δεν βλάστησε παντού, ας μην αναζητούμε την αιτία ούτε στις διαθέσεις του σπορέα ούτε στην ποιότητα του σπόρου, αλλ' ας στραφούμε αλλού, στο είδος του αγρού που δέχτηκε το σπόρο, στον τρόπο που ανταποκρίθηκαν οι άνθρωποι στο Ευαγγέλιο του Χριστού, στην ποιότητα της γης που αντιπροσωπεύει ο καθένας μας.

Οι τρεις κατηγορίες άγονου εδάφους που περιγράφονται στο κείμενο μας είναι δυνατό να βρεθούν σε πολλές εκφάνσεις της ζωής του καθενός μας. Άλλοτε από αμέλεια, άλλοτε από επιπόλαιη και χωρίς βαθιές ρίζες αντιμετώπιση ουσιαστικών πραγμάτων που σχετίζονται με την ίδια τη ζωή μας, άλλοτε από αδυναμία να αντισταθούμε στην ευχαρίστηση της στιγμής εμποδίζουμε την καρποφορία του θείου λόγου μέσα μας.

Η παραβολή αυτή αποτελεί ένα αφυπνιστικό προσκλητήριο προς αυτοέλεγχο, αυτοκριτική και αυτογνωσία. Ενώ εμείς από τη μια μεριά είμαστε έτοιμοι να διαπιστώσουμε ότι ο Χριστιανισμός φαίνεται να απέτυχε σε πολλούς ανθρώπους, να επιρρίψουμε την ευθύνη σ' αυτούς που κακώς τον εκπροσωπούν, να κατακρίνουμε θεσμούς και πρόσωπα, η παραβολή από την άλλη μεριά εφιστά την προσοχή μας στο έδαφος που εκπροσωπεί ο καθένας μας για το σπόρο του θείου λόγου. Πέρα δε από αυτήν την αυτοεξέταση, μας μεταδίδει κι έναν τόνο αισιοδοξίας: παρά την αποτυχία ορισμένων περιπτώσεων, ο λόγος του Θεού τελικά καρποφορεί και μάλιστα με τρόπο εκπληκτικό και θαυμαστό, αποδίδοντας καρπό εκατό φορές περισσότερο από το κανονικό. Για το αν βρίσκεται ο άνθρωπος όχι στην καρποφόρα γη αλλά στο πετρώδες και άγονο έδαφος δεν μπορεί να κατηγορήσει κανέναν άλλον παρά μόνο τον εαυτό του.


Πηγή: AMEN.GR

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Ερμηνεία της θείας Λειτουργίας ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ ΜΕΡΟΣ Γ΄



Σύμβολο της πίστεως

Ο ιερέας καλεί τώρα τους πιστούς να προσευχηθούν «υπέρ των προτεθέντων τιμίων δώρων»: «Ας παρακαλέσουμε τον Θεό να αγιαστούν τα τίμια δώρα που είναι μπροστά μας, ώστε να εκπληρωθεί έτσι ο αρχικός μας σκοπός».

Ύστερα, αφού προσθέσει και άλλες αιτήσεις, παρακινεί όλους να έχουν μεταξύ τους ειρήνη («Ειρήνη πάσι») και αγάπη («Αγαπήσωμεν αλλήλους…»). Κι επειδή τη μεταξύ μας αγάπη ακολουθεί η αγάπη στο Θεό και η τέλεια και ζωντανή μας πίστη σ’ Αυτόν, γι’ αυτό, αμέσως μετά ομολογούμε τον αληθινό Θεό: «Πατέρα, Υιόν και άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον».
«Τας θύρας, τας θύρας’ εν σοφία πρόσχωμεν», συμπληρώνει ο λειτουργός. Μ’ αυτό θέλει να πει: «Ανοίξτε διάπλατα όλες τις πόρτες, δηλαδή τα στόματα και τα αυτιά σας, στην αληθινή σοφία, δηλαδή σε όσα υψηλά μάθατε και πιστεύετε για το Θεό. Αυτά συνεχώς να λέτε και να ακούτε, και μάλιστα με ζήλο και προσοχή».
Τότε οι πιστοί απαγγέλλουν δυνατά το Σύμβολο της Πίστεως («Πιστεύω εις έναν Θεόν…»).


Αγία αναφορά

«Στώμεν καλώς’ στώμεν μετά φόβου. Πρόσχωμεν την αγίαν αναφοράν εν ειρήνη προσφέρειν», προτρέπει πάλι ο ιερέας. Δηλαδή: «Ας σταθούμε γερά σε όσα ομολογήσαμε με το «Πιστεύω…», χωρίς να κλονιζόμαστε από τους αιρετικούς. Ας σταθούμε με φόβο, γιατί είναι μεγάλος ο κίνδυνος να πλανηθούμε. Όταν έτσι σταθεροί παραμένουμε στην πίστη, τότε ας προσφέρουμε τα δώρα μας στο Θεό με ειρήνη».
Στο σημείο αυτό οι πιστοί πρέπει να έχουν στο νου τους και τα λόγια του Κυρίου: «Αν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο και θυμηθείς ότι κάποιος κάτι έχει εναντίον σου, συμφιλιώσου πρώτα μαζί του, και μετά έλα να προσφέρεις το δώρο σου» (Ματθ. 5:23 -24).


Αφού λοιπόν ο ιερέας ανυψώσει τις ψυχές και τα φρονήματα των πιστών από τα επίγεια προς τα ουράνια, αρχίζει την ευχαριστήρια προσευχή. Μιμείται έτσι τον πρώτο Ιερέα, το Χριστό, που ευχαρίστησε το Θεό Πατέρα προτού παραδώσει το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.
Τον δοξολογεί τώρα κι αυτός και Τον υμνεί μαζί με τους αγγέλους. Τον ευγνωμονεί για όλες τις ευχαριστίες που μας έκανε από την αρχή της δημιουργίας. Τον ευχαριστεί ιδιαίτερα για την έλευση του Μονογενούς Του Υιού στον κόσμο και για την παράδοση του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας. Διηγείται μάλιστα και τα σχετικά με τον Μυστικό Δείπνο, επαναλαμβάνοντας τα ίδια τα λόγια του Κυρίου: «Λάβετε, φάγετε… Πίετε εξ αυτού πάντες…» (Ματθ. 26:26–27).


Ο ιερέας, αφού πει, «Έχοντας λοιπόν στο νου μας αυτή τη σωτήρια εντολή και όλα όσα έχουν γίνει για μας, δηλαδή τη σταύρωση, την ταφή, την τριήμερη ανάσταση, την ανάληψη στους ουρανούς, την ενθρόνιση στα δεξιά του Πατέρα, τη δεύτερη και ένδοξη πάλι παρουσία», καταλήγει με την εκφώνηση: «Τα σα εκ των σων σοι προσφέροντες κατά πάντα και δια πάντα, σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν, σοι ευχαριστούμεν, Κύριε, και δεόμεθά σου, ο Θεός ημών». Με τούτα τα λόγια είναι σαν να λέει στον ουράνιο Πατέρα: «Σου προσφέρουμε την ίδια εκείνη προσφορά που ο ίδιος ο Μονογενής Σου Υιός πρόσφερε σ’ Εσένα, το Θεό και Πατέρα. Και προσφέροντάς την, Σ’ ευχαριστούμε, γιατί κι Εκείνος προσφέροντάς την Σ’ ευχαριστούσε. Τίποτα δικό μας δεν προσθέτουμε σ’ αυτή την προσφορά των δώρων. Γιατί δεν είναι δικά μας έργα τούτα τα δώρα, αλλά δικά Σου δημιουργήματα. Ούτε και δική μας επινόηση είναι αυτός ο τρόπος της λατρείας, αλλά Εσύ μας τον δίδαξες κι Εσύ μας παρακίνησες να Σε λατρεύουμε με αυτόν τον τρόπο. Γι’ αυτό, όσα Σου προσφέρουμε, είναι εξ ολοκλήρου δικά Σου… ».
Την ίδια στιγμή ο ιερέας προσπίπτει και ικετεύει θερμά το Θεό. Παρακαλεί για τα δώρα που έχει μπροστά του, ώστε να δεχθούν το πανάγιο και παντοδύναμο Πνεύμα Του και να μεταβληθούν ο μεν άρτος στο ίδιο το άγιο σώμα του Χριστού, ο δε οίνος στο ίδιο το άχραντο αίμα Του.


Μετά απ’ αυτές τις ευχές, η θεία ιερουργία ολοκληρώθηκε! Τα δώρα αγιάστηκαν! Η θυσία πραγματοποιήθηκε! Το μεγάλο θύμα και σφάγιο, που θυσιάστηκε για χάρη του κόσμου, βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, πάνω στην αγία Τράπεζα! Γιατί ο άρτος δεν είναι πλέον τύπος του Δεσποτικού σώματος. Είναι το ίδιο το πανάγιο σώμα του Κυρίου που δέχτηκε όλες εκείνες τις προσβολές, τα ραπίσματα, τα φτυσίματα, τις πληγές, τη χολή, τη σταύρωση. Και ο οίνος είναι το ίδιο το αίμα που ξεπήδησε όταν σφαζόταν το σώμα. Αυτό είναι το σώμα, αυτό είναι το αίμα που έλαβε σύσταση από το Άγιο Πνεύμα, που γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία, που θάφτηκε, αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, ανέβηκε στους ουρανούς και κάθησε στα δεξιά του Πατέρα.


Και πιστεύουμε πως έτσι είναι, γιατί ο ίδιος ο Κύριος είπε:
«Τούτο εστί το σώμα μου… τούτο εστί το αίμα μου» (Μαρκ. 14:22, 24). Και γιατί ο Ίδιος παρήγγειλε στους Αποστόλους και σ’ όλη την Εκκλησία: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. 22:19). Δεν θα πρόσταζε να επαναλαμβάνουν αυτό το μυστήριο, αν δεν είχε σκοπό να τους δώσει δύναμη να το επιτελούν. Και ποια είναι η δύναμη; Το Άγιο Πνεύμα. Αυτό είναι που με το χέρι και τη γλώσσα των ιερέων τελεσιουργεί τα μυστήρια. Ο λειτουργός είναι υπηρέτης της χάριτος του αγίου Πνεύματος, χωρίς να προσφέρει τίποτε από τον εαυτό του. Γι’ αυτό και δεν έχει σημασία αν τύχει να είναι ο ίδιος γεμάτος αμαρτίες. Κάτι τέτοιο δεν νοθεύει την προσφορά των δώρων, τα οποία είναι πάντοτε ευάρεστα στο Θεό. Όπως κι ένα φάρμακο που κατασκευάστηκε από άνθρωπο άσχετο με την ιατρική επιστήμη, δεν χάνει τη θεραπευτική του δράση, αρκεί μόνο να κατασκευάστηκε σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού.

Αφού λοιπόν συμπληρωθεί η θυσία, ο ιερέας, βλέποντας μπροστά του το ενέχυρο της θείας φιλανθρωπίας, τον Αμνό του Θεού, ευχαριστεί και ικετεύει. Ευχαριστεί το Θεό για όλους τους αγίους, γιατί στο πρόσωπό τους η Εκκλησία βρήκε εκείνο που ζητάει, τη βασιλεία των ουρανών. Ιδιαίτερα – «εξαιρέτως» - ευχαριστεί για την υπερευλογημένη Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία, γιατί αυτή υπερβαίνει κάθε αγιοσύνη. Και ικετεύει ο ιερέας για όλους τους πιστούς – τους κεκοιμημένους και τους ζώντες - γιατί αυτοί δεν έφτασαν στην τελειότητα ακόμα κι έχουν ανάγκη από προσευχή.




Θεία Κοινωνία

Σε λίγο ο λειτουργός θα κοινωνήσει ο ίδιος και θα προσκαλέσει και τους πιστούς στα θεία Μυστήρια. Επειδή όμως δεν επιτρέπεται σε όλους ανεξαίρετα η θεία Μετάληψη, ο ιερέας, υψώνοντας τον ζωοποιό Άρτο και δείχνοντάς Τον, εκφωνεί: «Τα άγια τοις αγίοις». Είναι σαν να λέει: «Να ο Άρτος της ζωής! Τον βλέπετε. Λοιπόν, τρέξτε να τον μεταλάβετε. Όχι όμως όλοι, αλλά όποιος είναι άγιος. Γιατί τα άγια επιτρέπονται μόνο στους αγίους».
Αγίους εδώ εννοεί όχι μόνο εκείνους που έφτασαν στην τελειότητα της αρετής, αλλά κι εκείνους που αγωνίζονται να φτάσουν σ’ αυτήν, έστω κι αν ακόμα υστερούν. Γι᾽ αυτό οι χριστιανοί, αν δεν πέφτουν σε θανάσιμα αμαρτήματα που τους εμποδίζουν από το Χριστό και τους νεκρώνουν πνευματικά, δεν έχουν κανένα εμπόδιο να κοινωνούν [Άλλωστε η θεία Λειτουργία γίνεται για να κοινωνούν οι πιστοί. Όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, «το να κοινωνεί κανείς και να μεταλαμβάνει κάθε μέρα το άγιο σώμα και αίμα του Χριστού, είναι καλό και ωφέλιμο». Η συχνή θεία Κοινωνία, όμως, προϋποθέτει τον συνεχή πνευματικό αγώνα και την κατάλληλη προετοιμασία (νήψη-προσευχή, μετάνοια-εξομολόγηση κ.λπ.)].


Στην εκφώνηση του ιερέα, «Τα άγια τοις αγίοις», οι πιστοί αποκρίνονται δυνατά: «Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός» . Γιατί κανείς δεν έχει την αγιότητα από μόνος του, ούτε είναι και κατόρθωμα της ανθρώπινης αρετής, αλλά, όλοι από τον Χριστό την αντλούν. Και όπως, αν κάτω από τον ήλιο τοποθετηθούν πολλοί καθρέφτες, όλοι ακτινοβολούν, και νομίζεις ότι βλέπεις πολλούς ήλιους, ενώ στην πραγματικότητα ένας είναι ο ήλιος που αστράφτει σε όλους τους καθρέφτες, έτσι και ο μόνος Άγιος, ο Χριστός, καθώς διαχέεται με τη μετάληψη μέσα στους πιστούς, φαίνεται σε πολλές ψυχές και παρουσιάζει πολλούς ως αγίους. Αυτός όμως είναι ο ένας και μοναδικός Άγιος.


Αφού λοιπόν μ’ αυτόν τον τρόπο συγκαλέσει ο λειτουργός τους πιστούς στο ιερό δείπνο, μεταλαμβάνει πρώτα ο ίδιος και οι άλλοι κληρικοί που βρίσκονται στο άγιο Βήμα. Προηγουμένως όμως χύνει θερμό νερό μέσα στο άγιο Ποτήριο, πράγμα που υποδηλώνει την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία. Γιατί αυτό το ζεστό νερό, επειδή και νερό είναι αλλά και φωτιά έχει μέσα του λόγω του βρασμού, φανερώνει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο με «ύδωρ ζων» (Ιω. 7:38) το παρομοίασε ο Κύριος, και με τη μορφή της φωτιάς κατέβηκε στους Αποστόλους την ημέρα της Πεντηκοστής.


Στη συνέχεια ο ιερέας στρέφεται προς το εκκλησίασμα και, δείχνοντας τα Άγια, προσκαλεί όσους θέλουν να κοινωνήσουν, να προσέλθουν «μετά φόβου Θεού και πίστεως». Να μην καταφρονήσουν δηλαδή την ταπεινή εμφάνιση που έχουν το σώμα και το αίμα του Κυρίου, αλλά να πλησιάσουν έχοντας επίγνωση της αξίας των μυστηρίων και πιστεύοντας ότι αυτά προξενούν την αιώνια ζωή σ’ εκείνους που μεταλαμβάνουν.
Το σώμα και το αίμα του Χριστού είναι αληθινή τροφή και αληθινό ποτό. Και όταν τα μεταλαμβάνει κανείς, δεν μετατρέπονται αυτά σε ανθρώπινο σώμα, όπως γίνεται με τις συνηθισμένες τροφές, αλλά το ανθρώπινο σώμα μεταβάλλεται σε εκείνα. Όπως και το σίδερο, όταν έρθει σε επαφή με τη φωτιά, γίνεται κι αυτό φωτιά, δεν κάνει τη φωτιά σίδερο.
Τη θεία Κοινωνία τη δεχόμαστε βέβαια με το στόμα, αλλά αυτή εισέρχεται πρώτα στην ψυχή κι εκεί πραγματοποιείται η ένωσή μας με το Χριστό, όπως λέει και ο Απόστολος Παύλος: «Εκείνος που ενώνεται με τον Κύριο, γίνεται ένα πνεύμα με Αυτόν» (Α’ Κορ. 6:17). Χωρίς την ένωσή του με το Χριστό, ο άνθρωπος, από μόνος του, είναι ο παλαιός άνθρωπος, ο άνθρωπος που δεν έχει τίποτα κοινό με το Θεό.

Ποιά όμως είναι εκείνα που ζητάει από εμάς ο Χριστός για να μας αγιάσει με τα θεία μυστήρια; Είναι η κάθαρση της ψυχής, η πίστη και η αγάπη στο Θεό, ο διακαής πόθος και η λαχτάρα μας για τη θεία Κοινωνία. Αυτά ελκύουν τον αγιασμό, κι έτσι πρέπει να κοινωνούμε. Γιατί πολλοί είναι εκείνοι που προσέρχονται στα μυστήρια, και όχι μόνο δεν ωφελούνται καθόλου, αλλά φεύγουν χρεωμένοι με αμέτρητες αμαρτίες.


Απόλυση

Αφού κοινωνήσουν οι πιστοί, εύχονται να παραμείνει μέσα τους ο αγιασμός που έλαβαν, και να μην προδώσουν τη χάρη ούτε να χάσουν τη δωρεά.
Ο ιερέας τους καλεί τώρα να ευχαριστήσουν με ζήλο το Θεό για τη θεία Μετάληψη. Γι' αυτό λέει: «Ορθοί... αξίως ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω». Όχι δηλαδή ξαπλωμένοι ούτε καθισμένοι, αλλά υψώνοντας την ψυχή και το σώμα προς Αυτόν. Και οι πιστοί με λόγια της Γραφής δοξολογούν το Θεό, που είναι αίτιος και χορηγός όλων των αγαθών: «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον από του νυν και έως του αιώνος» (Ψαλμ. 112:2). Αφού ψάλλουν τρεις φορές αυτόν τον ύμνο, ο ιερέας βγαίνει από το Θυσιαστήριο, στέκεται μπροστά στο πλήθος και απευθύνει την τελευταία ευχή: «Χριστός ο αληθινός Θεός ημών...». Ζητάει από τον Κύριο να μας σώσει με το έλεός Του, γιατί από τον εαυτό μας δεν έχουμε να επιδείξουμε τίποτε άξιο σωτηρίας. Γι' αυτό και ως πρεσβευτές μνημονεύει πολλούς αγίους και ιδιαίτερα την παναγία Του Μητέρα.


Τέλος, ο λειτουργός μοιράζει το αντίδωρο. Αυτό έχει αγιαστεί, καθώς προέρχεται από τον αρχικό άρτο, που προσφέραμε στο Θεό για την τέλεση της θείας Ευχαριστίας. Οι πιστοί παίρνουν με ευλά­βεια το αντίδωρο, φιλώντας το δεξί χέρι του ιερέα. Γιατί αυτό το χέρι, μόλις πριν, άγγιξε το πανάγιο σώμα του Χριστού, δέχτηκε από εκείνο τον αγιασμό και τον μεταδίδει τώρα σε όσους το ασπάζονται.
Εδώ η θεία Λειτουργία φτάνει στο τέλος της και το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας ολοκληρώνεται. Γιατί και τα δώρα, που προσφέραμε στο Θεό, αγιάστηκαν και τον ιερέα αγίασαν και στο υπόλοιπο πλήρωμα της Εκκλησίας μετέδωσαν τον αγιασμό.
Για όλα αυτά, λοιπόν, στο Χριστό, στον αληθινό Θεό μας, πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το πανάγιο Πνεύμα Του, τώρα και πάντοτε και στην ατέλειωτη αιωνιότητα. Αμήν.