Σελίδες

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

Η παραβολή του Ασώτου Υιού - Μέρος Α΄


Αρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος Ιεράς Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους


Η ανταρσία του νεώτερου υιού και η διαγωγή του πατέρα

Τον νεώτερο υιό της παραβολής τον σώζει η αίσθηση που έχει ότι είναι υιός του πατέρα. Αισθάνεται και εκφράζεται μ' αυτήν την ορολο­γία. Ζη σ' αυτόν τον οικογενειακό χώρο. Γι' αυτό λέει: «Πάτερ, δος μοι...»

Η αμαρτία, η αδυναμία του, είναι ότι όντας ανώριμος δεν έχει φτάσει στο να ξέρη ότι η ουσία του Πα­τρός είναι η ίδια με την ουσία του Υιού. Δεν ξέρει τούτη τη στιγμή αυτό που λέει παρακάτω ο πατέρας στον πρεσβύτερο υιό, «τα εμά πάντα σα εστί», γι' αυ­τό ζητά από τον πατέρα του να του δώση «το επιβάλ­λον μέρος της ουσίας», το κομμάτι που του ανήκει. Αυτός ο χωρισμός που γίνεται μέσα του είναι η αμαρ­τία του.

Αυτός ο χωρισμός, ο τεμαχισμός είναι η αμαρτία, το κακό. «Όρος σύντομος του κακού ότι ου κατά φύσιν αλλά κατά μερικήν έλλειψιν του αγαθού εστί» (Αγιος Μάξιμος, Ρ.G. 4, 301Α).

Ο πατέρας είναι άρχοντας αγάπης. Δεν ενδια­φέρεται για τον εαυτό του. Ενδιαφέρεται να σώση τον άλλο, το παιδί του. Αυτό βρίσκεται στον σκοπό της ζωής του, είναι καταξίωσι του είναι του. Δεν τον ενδιαφέρει τι θα πη ο κόσμος, αν θα χάση το κύρος του, αν παρουσιαστή ως πατέρας αποτυχημένος, με παιδί που αφήνει το σπίτι και φεύγει μακριά. Η αγάπη του πατέρα πάει πιο μακριά απ' ό,τι μπορεί να πάη η κρίσι του κόσμου ή η ανταρσία του γιου του. Γι' αυτόν τον λόγο δεν θέλει να του κάμη διδασκαλία με λόγια. Ξέ­ρει ότι δεν πρόκειται να βγη τίποτε. Δεν πρόκειται να νοιώση κάτι ο νεώτερος υιός του.

Τώρα πρέπει να τον αφήση να περιπλανηθή, να πάθη, να μάθη, να δη προσωπικά. Αυτό ξέρει ο πατέρας ότι είναι κάτι θανάσιμα επικίνδυνο, αλλά δεν βλέπει άλλη λύσι.

Θα τον συντροφεύη πάντοτε με την αγάπη του, που μένει στο σπίτι, αλλά απλώνεται παντού. Γι' αυτό δεν αμύνεται στενόκαρδα, δεν πιέζει. Δίδει αγωγή στο παιδί του υποφέροντας μυστικά ολόκληρος, βγαί­νοντας στον σταυρό της αναμονής.

Το θέμα δεν είναι ο πατέρας να κρατήση δια της βίας τον υιό κοντά του, αλλά να του δώση τη δυνατότητα, να του δημιουργήση τις προϋποθέσεις, ώστε ο ίδιος, μόνος του, να έλθη προς Αυτόν, την πηγή της Ζωής. Αυτή η κίνησι προς τον Πατέρα ορίζει τον υιό.

Η προσωπική κίνησι προς τον Πατέρα ορίζει το πρόσωπο του Υιού. Η φράσι «και ο Λόγος ην προς τον Θεόν» (και όχι «εν τω Θεώ») δεν θέλει άραγε να μας πη κάτι για το μυστήριο της υιότητος και της πατρότητος;

Να δώσης τη δυνατότητα στον άλλο να γυρίση στο σπίτι εν ελευθερία. Να το βρη. Να το νοιώση, να γίνη δικό του. Να μην μπορή να φύγη, γιατί οπουδήποτε και να βρίσκεται, τότε -με τη σωστή τοποθέτησι και σχέσι υιού προς πατέρα- θα είναι «εν παντί καιρώ και τόπω» στον πατρικό οίκο.

Και χωρίς να πη λόγο, «διείλεν αυτοίς τον βίον». Του μιλά και του συμπεριφέρεται με τον τρόπο που ο υιός καταλαβαίνει, όχι με εκείνον που ο πατέρας ξέρει.

Του έδωσε το κομμάτι που ζητούσε. Αλλά το κομμάτι αυτό, αποκομμένο από το σύνολο της αληθείας της αμπέλου της ζωής, δεν μπορεί να ζήση, να καρποφορήση. Το κομμάτι αυτό, όταν το παίρνουμε δυναστικά, αντάρτικα -όπως και όταν θέλουμε- δεν μας οδηγεί, δεν μας φέρνει στη ζωή, στον Παράδεισο, αλλά στην απόγνωσι και καταστροφή. Αυτό που συνάγομε με το επαναστατημένο θέλημά μας -«συναγαγών άπαντα»- το σκορπίζαμε ασώτως -«διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως» (α-σωτηρία, α-σώον, μισερά, αμαρτωλά, εκτός Θεού, σε παρά φύσιν κατάστασι).

Μαραίνεται και ξηραίνεται σύντομα. Σκορπίζεται. Τελειώνει σε μια κατάστασι στείρα, οπού χωρί­ζεται η ζωή από την πνευματική ζωή. Σε μια κατά­στασι που δεν έχει φως, καρποφορία, συνέχεια για τον άνθρωπο. Όπου τα πάντα μυρίζουν φθορά και είναι θάνατος.

Το κομμάτι που μας δίδει ο Θεός είναι από ένα σώμα θεανθρώπινο που μερίζεται και δεν διαιρείται, που εσθίεται και ουδέποτε δαπανάται. Είναι μικρό προζύμι με όλο τον δυναμισμό της βασιλείας, που σώ­ζει τα σύμπαντα και ζυμοί τα τρία σάτα της δημιουργίας ολόκληρης.


Το ψεύτικο χάνεται, μας εγκαταλείπει

Μέσα στο πυρ της πραγματικότητας φανερώθηκε το ψεύτικο, το απατηλό, που χάνεται και φεύγει. Μας αφήνει μόνους, έρημους και νηστικούς σε χώρα αλλο­δαπή, οπού τα πάντα ξοδεύονται χωρίς να ανανεώνωνται -«δαπανήσαντος αυτού πάντα».

Δεν δαπανήθηκαν μόνο τα δικά του πάντα, αλλά έγινε επί πλέον λιμός ισχυρός «κατά την χώραν εκείνην». Στη μακρινή χώρα κανείς δεν ζη καλά για πάν­τα. Στο τέλος ισχυρός λιμός βασανίζει όλους. Κανείς δεν μπορεί να βοηθήση κανένα. Υπάρχει μια έκπτωσι, εξαθλίωσι, τελική απώλεια του ανθρώπου. Και όταν ζητάς βοήθεια, όταν πας να προσκολληθής «ενί των πολιτών της χώρας εκείνης», αυτός σε σπρώχνει πιο χαμηλά, σε στέλνει να βόσκης χοίρους, να ποιμαίνης πάθη. Σε κάνει χοιροβοσκό. Σε κάνει χοίρο. Αρ­νείται τη φύσι, την ευγένειά σου. Σε θεωρεί ζώο. Σου αρνείται την τροφή των χοίρων. Αλλά και όταν σου την δίδη, είναι σαν να μη σου δίδη τίποτε. Μένεις νη­στικός, γιατί δεν τρώγεται η τροφή των χοίρων. Εσύ έχεις ανάγκη από άλλη τροφή.


Το αληθινό μένει, μας σώζει

Η δοκιμασία του νεώτερου γιου στη μακρινή χώρα φανέρωσε και το τι έκρυβε μέσα του, τι αντοχή είχε, τι έμεινε ανέπαφο, ποιος μπορούσε να τον βοηθήση, σε ποιον να κολληθή -«εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου, εμού δε αντελάβετο η δεξιά σου» (Ψαλμ. 62, 9)- σε ποιον να καταφύγη, ποιος είναι «οικτίρμων και ελεή­μων» (Ψαλμ. 102, 8), που υπάρχει τροφή, ζωή και ανάστασι για όλους.

Μπορεί να τα έχασα όλα. Μπορεί να χάθηκα και εγώ ο ίδιος -«απολωλώς ην»-, κυριολεκτικά να πέ­θανα -«νεκρός ην»-, αλλά κάτι υπάρχει που δεν χά­νεται, δεν πεθαίνει· είναι ο Πατέρας μου και η αγά­πη Του. Αυτός είναι «δυνατός εν ελέει και αγαθός εν ισχύϊ» (α' ευχή του Εσπερινού). Το ξέρω, το ζω.

Δεν σκέφτομαι τα παιδιά του -είμαι ανάξιος για κάτι τέτοιο- σκέφτομαι τους μισθωτούς του, πώς τους φέρεται, πώς τους χορταίνει. Είμαι μισθωτός χωρίς μισθό· δούλος χωρίς ψωμί.

Θα σηκωθώ και θα γυρίσω πίσω και θα πω στον πατέρα μου: Αμάρτησα στον ουρανό και σε σένα. Σε σένα που είσαι πατέρας επουράνιος. Σε σένα που έχεις τέτοια αγάπη, που γεμίζει ουρανό και γη. Σε σένα που ακόμη εδώ, στη μακρινή χώρα της στερήσεως, της ασωτείας, της κολάσεως, με παρακολουθείς, με συνοδεύεις.

Δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιος σου. Ξέπεσα, έχασα την υιοθεσία. Αυτή είναι η αμαρτία, το έγκλημά μου το ένα. Δεν είναι η περιουσία σου που έφαγα. Δεν είναι κάτι μικρό, υλικό, που μπορώ να επανορθώσω με τις δυνάμεις μου· δεν είναι κάτι που μπορώ να κερδίσω με τη δουλειά μου, για να σου το επιστρέψω. Καθύβρισα τη μια σχέσι του υιού προς τον πατέρα. Δεν μπορώ τίποτε να κάμω, εφ' όσον με σε­βάστηκες περισσότερο απ' ό,τι άξιζα. Με καταδικάζει η συμπεριφορά σου.

Αν δεν ήσουν τόσο άρχοντας της αγάπης, αν δεν μου είχες φερθή όπως μου φέρθηκες, αν δεν ήσουν τέ­λειος σε όλα, αν λίγο κάπου μου έφταιγες· ίσως να εύρισκα σαν δικαιολογία κάτι να πω. Τώρα δεν είναι έτσι. Τώρα με αφήνει αναπολόγητο, άναυδο και μουγ­κό, η ανείκαστή σου στοργή και ανοχή, που μόλις συ­νειδητοποιώ.

Έπρεπε να πάω τόσο μακριά, για να το νοιώσω; Έπρεπε να φτάσω στην απώλεια και στον θάνατο, για να καταλάβω τι θα πη σωτηρία και ζωή; Δεν ξέρω τι να πω. Όλα όμως αποδεικνύουν ένα πράγμα: τη δική μου αφιλοτιμία, αφροσύνη. Και τη δική σου βασιλεία, αγάπη, που με διαλύει.

Έρχομαι προς εσένα, τραβηγμένος από σένα· από την αγάπη σου, που με έλκει έσωθεν και μου κά­νει συντροφιά.

Κάνε με δούλο σου. Η ενοχή είναι δική μου. Η ανοχή, η ζωή, είσαι εσύ.

«Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου· ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου· ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου».


Συνάντησι νεώτερου υιού με τον πατέρα

Πριν φτάση στο σπίτι, ο πατέρας τον βλέπει και τρέ­χει. Χωρίς να του πη τίποτε, πέφτει ολόκληρος στον τράχηλό του, τον αγκαλιάζει και τον καταφιλεί.

Ήδη ο γιος κατάλαβε, πήρε την απάντησι: Ο πατέρας άκουσε την εξομολόγησι, την ξέρει πριν του την πη. Βλέπει τον γιο του πριν να γυρίση. Ήταν μα­ζί του, χωρίς να τον βλέπη ο γιος. Αυτός που αγαπά με την τέλεια αγάπη «απών ως παρών συναναστρέφεται, μη ορώμενος υπό τινος» (Αββάς Ισαάκ, λόγος κδ').

Ο γιος όμως αρχίζει την εξομολόγησι· λέγεται μόνη της, βγαίνει από την καρδιά του, πρέπει να εξωτερικευθή. Είναι μια ανάσα που πρέπει να βγη από τα σπλάχνα του, για να ελευθερωθή. Την λέει όπως ακριβώς γεννήθηκε μέσα του, αλλά δεν την τελειώνει. Αναφέρει το αμάρτημα, το έγκλημά του, και στα­ματά. Δεν τολμά να συμπληρώση τη φράσι να ζήτη­ση να γίνη δούλος του πατέρα. Τα χάνει με τον χείμαρρο της αγάπης που τον παρασύρει, τον διαλύει· και δεν μπορεί να κάνει σ' Αυτήν υποδείξεις. Ομολογεί το έγκλημά του και σιωπά.

Τον λόγο παίρνει ο πατέρας, που με τον ίδιο τρό­πο μιλά ξεκάθαρα εν σιωπή: Δεν λέει τίποτε στο παι­δί του για τον εαυτό του· ούτε αν πόνεσε ούτε πόσο πόνεσε, όταν έφυγε· ούτε πόσο χαίρεται ή αν χαίρεται, τώρα που γύρισε. Αυτά δεν λέγονται· διαγράφονται όλα ως περιττά. Δεν μπορεί να μιλήση σ' αυτόν τον γιο που είναι άξιος της σιγής, της άφατης πατρικής του αγάπης. Πώς να αρθρώση τα άρρητα ή πώς να μειώση την ενάργεια όσων λέγονται εν σιγή;

Στον γιο δεν λέει τίποτε. Η μυσταγωγία της σχέσεώς τους ιερουργείται σε χώρο βαθιάς σιωπής. Πυράκτωμα αγάπης που παραλύει τη γλώσσα.

Μιλά, δίδει εντολές στους δούλους: «εξενέγκατε την στολήν ... ενδύσατε ... θύσατε τον μόσχον τον σιτευτόν», ας ευφρανθούμε, γιατί «ούτος ο υιός μου νε­κρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη».

Μόνο στους άλλους μπορεί να μιλήση για το θέ­μα του γιου του.

Το «νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη», που ο πατέρας λέει στους δούλους, δείχνει το μεγάλο δράμα και τη χαρά που έζησαν και που ζουν οι δυο τους, πατέρας και γιος.

Δεν μίλησε ο πατέρας στην αρχή ούτε τώρα, όχι γιατί ήταν αδιάφορος ή δεν γνώριζε το μέγεθος του δράματος ή δεν είχε συνείδησι του κινδύνου που επρό­κειτο να περάση το παιδί του. Δεν έχει κανένα στοι­χείο απάθειας που φανερώνει αδιαφορία ή έλλειψι αισθήσεως. Όλα τα ζη. Όλα τα ξεπερνά με την άπει­ρη αγάπη του. Τον παρακολουθεί, τον συνοδεύει μέ­χρι την απώλεια, τον θάνατο. Συνθάπτεται μαζί του. Ξέρει, χωρίς να του πη ο γιος λεπτομέρειες, όλη την οδύσσεια που πέρασε, ότι γεύτηκε όντως την κόλασι, τον χαμό, τον θάνατο.

Και βρέθηκε, σώθηκε, ανέζησε από άλλη δύναμι, που υπήρχε μέσα του και τον παρακολουθούσε γύ­ρω του διακριτικά. Υπάρχει η δύναμι της υιότητος και της πατρότητας. Ήταν αυτός γιος και είχε πη στην αρχή «πάτερ» (και όταν έφευγε και όταν γύρισε). Και αυτός ήταν πατέρας, δεν ήθελε να στραπατσάρη το παιδί του, έστω και αν υπήρχε ο κίνδυνος του χαμού, του θανάτου του ίδιου του παιδιού. Του έδωσε την επικίνδυνη και σωτήρια αγωγή της ελευθερίας καλύπτοντάς τον με την άπειρη αγάπη του πάντοτε.

Και νίκησε η πατρική αγάπη τον θάνατο. Και άναψε τούτη η χαρά, το πανηγύρι, που θύεται ο μό­σχος ο σιτευτός. Αυτός ο μόσχος λένε οι Πατέρες ότι είναι ο Υιός του Θεού, και το πανηγύρι η θεία Λειτουργία, η σύναξι και η ζωή της Εκκλησίας.


Επιστροφή που σε ελευθερώνει

Ο νεώτερος υιός σκεφτόταν να ζητήση να μείνη στο σπίτι «ως εις των μισθίων». Αυτό αν του δινόταν, θα ήταν ήδη παράδεισος μέγας γι' αυτόν. Θα βρισκόταν σε δρόσο Αερμών. Όμως ο Θεός Πατέρας τον κάνει το κεντρικό πρόσωπο και την αφορμή του μεγάλου πανηγυριού. Και αυτό τον καταπλήττει και τον κα­τακαίει. Ο Θεός καταδικάζει με το πλήθος της αγάπης Του. Και νοιώθεις ανάξιος γι' Αυτήν. Αποτραβιέσαι στη θέσι του δούλου, που σου ταιριάζει, σου υπεραρκεί, σε αναπαύει. Δεν αναπαύει όμως τον Θεό, που τόσο αγαπά, που τόσο συγχωρεί, που σε συνθλίβει, σε λιώνει με την αγάπη Του την άμετρη. Και κλαις από χαρά για το θαύμα τούτο. Και το κλάμα φανερώνει την πλησμονή της αγαλλιάσεως.

Γι' αυτό οι Αγιοι, τα παιδιά του Θεού, ονομά­ζουν τον εαυτό τους δούλο Χριστού. Και νοιώθουν ότι αυτό ξεπερνά την αξία τους και τους πλημμυρίζει με τιμή. Το άλλο, το να γίνεται παιδί κατά χάρι και το κεντρικό πρόσωπο του πανηγυριού, οπού θύεται ο μό­σχος ο σιτευτός, αυτό ξεπερνά τις ανθρώπινες προσ­δοκίες· υπαγορεύεται και πραγματοποιείται μόνο από την απερινόητη και άφατη αγάπη του Θεού Πατρός.

Εξουθενώνει τον εαυτό του και δοξάζεται. Δεν βλέπει ανθρώπινα τη δόξα που θα ακολουθήση. Μένει μόνο στην εξουθένωσι. Του αρκεί να είναι στο σπί­τι του Πατρός. «Εξελεξάμην παραρριπτείσθαι εν τω οίκω του Θεού μου μάλλον ή οικείν με εν σκηνώμασιν αμαρτωλών» (Ψαλμ. 83, 11). Δεν ζητά χαρίσματα -αυτό γίνεται εκ βαθέων- γι' αυτό του δίδονται όλα.

Όταν ζητάς κάτι μικρό, ένα ερίφιο, δεν παίρνεις τίποτε. Όταν δεν ζητάς τίποτε -ούτε να γίνης δούλος- τα παίρνεις όλα.

Επειδή είναι αληθινή η μετάνοιά του, ήδη τον έβαλε στον Παράδεισο· διαιτάται σε χαρά που ακατάπαυστα αυξάνει. Αυτό το ξέρει ο πατέρας. Γι' αυτό θύει τον μόσχο τον σιτευτό. Ενδύει τη χαρά με τη χα­ρά. Τον υιό τον άξιο του πατέρα με τη στολή την πρώ­τη. Αυτό γίνεται αυθόρμητα. Όπως από τον τάφο της σκοτεινής γης, ο σπόρος που πεθαίνει, προχωρεί φυσιολογικά και φτάνει στην ανθοφορία -«η γη αυτομάτη καρποφορεί» (Μάρκ. 4, 28)- έτσι από τη συντετριμμένη καρδιά του ταλαιπωρημένου, του χαμέ­νου γιου, ανατέλλουν τα πάμφωτα χαρίσματα και τον ντύνουν. Τον περιβάλλει το φως ως ιμάτιον στολή πρώτη και ανέγγιχτη.

Αλλιώς -αν δεν είχε αυτή τη διαλυτική των πάν­των συντριβή- δεν θα μπορούσε να ανθέξη και τα ελάχιστα χαρίσματα, θα του κάνανε κακό. Θα τα πέταγε πέρα. Και ο ίδιος θα πεταγόταν έξω από τη μονα­δική χαρά, την πανήγυρι της αγάπης· όπως έκαμε ο πρεσβύτερος υιός.

«Και την χαράν υμών ουδείς αίρει αφ' υμών» (Ιω. 16, 22). Κανείς δεν μπορεί να του πάρη τούτη τη χαρά, να του την αφαιρέση, να την απομακρύνη. Γιατί πηγάζει από μέσα του, από τον εαυτό του, είναι ο Χριστός που ζη μέσα του. Δεν ζη πια αυτός.


Επιστροφή που σε πνίγει

Μια διαφορετική επιστροφή, όχι θεϊκή εν ταπεινώσει και εξουθενώσει -που είναι γεννητική της άφθαρτου δόξης- αλλά σύμφωνα με τη λογική και τη στάσι του πρεσβύτερου υιού, που δεν είναι επιστροφή αλλά πε­ριπλοκή χειρότερη των πραγμάτων, θα ήταν κάπως έτσι:

Λοιπόν, πατέρα, γυρίζω να τα συζητήσωμε, να δούμε τα πράγματα ψύχραιμα. Να δούμε σε τι φταις και σε τι φταίω. Να βρούμε έναν τρόπο συμβιώσεως.

Όχι ότι δεν μπορώ να ζήσω μακριά από σένα. Μπορώ κάλλιστα, αλλά είπα, μια και είσαι πατέρας μου, να γυρίσω. Τώρα όμως πρέπει να προσέξωμε, για να μην επαναληφθούν τα ίδια. Γιατί αν δεν έδινες αφορμή με τη συμπεριφορά σου, δεν είμαι ανόητος να σηκωνό­μουνα να έφευγα στα καλά καθούμενα.

Λοιπόν, τί λες τώρα; Υπάρχει τρόπος συμβιώ­σεως, ναι ή όχι;

Και μην κρατήσης κακία. Αλλά να τα ξεχάσης όλα. Και να μου βάλης την πρώτη στολή, για να μη νοιώθω μειωμένος απέναντι των άλλων.

Για πανηγύρι χαράς δεν του κάνει λόγο, γιατί αυτή η λογική δεν έχει σχέσι με καμιά χαρά. Αυτή είναι η αρρώστια, τα ράκη της πεπτωκυίας φύσεως, όχι η στολή της πρώτης καινής κτίσεως. Αυτή είναι η κόλασι της «δικαιοσύνης».


Υπάρχει παραμονή στο σπίτι που είναι περιπλάνησι σε χώρα μακρινή. Υπάρχει επιστροφή που είναι μεγαλύτερη απομάκρυνσι από το σπίτι.

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Η αυτάρκεια και η ταπείνωση

του Ιωάννη Καραβιδόπουλου, Ομότιμου Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής AΠΘ


Δυο χαρακτηριστικούς τύπους ανθρώπων μας παρου­σιάζει η περικοπή: Έναν Φαρισαΐο καί έναν τελώνη που προσεύχονται στο Ναό. Αποτελούν τους δυο αντίθετους πόλους της κοινωνίας της εποχής εκείνης. Ο ένας είναι ο ευσεβής και δίκαιος στα μάτια των ανθρώπων, ο γνώστης του Νόμου, ο ανήκων στην ομάδα των Φαρισαίων που ήταν η άρχουσα θρησκευτική τάξη. Ο άλλος είναι ο εκπρόσωπος της τάξεως των αμαρ­τωλών, των ανθρώπων που το επάγγελμά τους ήταν συνυφασμένο με την αρπαγή, τη βιαιότητα, την απομύζηση των υπαρχόντων του λαού. Τελώνης στη συνείδηση όλης της κοινωνίας της εποχής είναι ο έσχατος των αμαρτωλών.
Τί λέγουν λοιπόν οι δυο αυτοί άνθρωποι στην προ­σευχή τους; Ας δούμε κατ’ αρχήν την προσευχή του Φα­ρισαίου, προσπαθώντας να διερευνήσουμε εάν ο τύπος αυτού του θρησκευόμενου ανθρώπου είναι γνωστός και σε μας σήμερα: «Θεέ μου, σ' ευχαριστώ που εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους άρπαγας, άδικος, μοιχός, ή και σαν αυτόν εδώ τον τελώνη. Εγώ νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα και δίνω στο ναό το δέκατο απ' όλα τα εισοδήματά μου». Η προσευχή αυτή είναι έπαινος του εαυτού του και των αρετών του. Απαριθμεί ο Φαρισαίος τα έργα του και αισθάνεται ασύγκριτη υπεροχή έ­ναντι των λοιπών ανθρώπων, τους οποίους γενικά χαρα­κτηρίζει ως αμαρτωλούς. Ευχαριστεί τον Θεό ή μάλλον συγχαίρει τον εαυτό του, γιατί υπερέχει απ’ όλους τους άλλους. Δεν αισθάνεται να του λείπει τίποτε! Είναι αυτάρκης και δεν φαίνεται να εξαρτάται καθόλου από τον Θεό, αφού έχει τόσα δικά του έργα στα οποία μπορεί να στηριχθεί και για τα οποία μπορεί να καυχηθεί. Σαν κέντρο του κόσμου βλέπει όχι τον Θεό αλλά τον εαυτό του με τις πανθομολογούμενες αρετές του. Τον Θεό τον χρειάζε­ται μόνο για να επιβεβαιώσει και να αναγνωρίσει τις αρε­τές του. Δεν είναι δυνατό να έχει ο Θεός διαφορετική γνώμη για τον φτασμένο αυτόν ενάρετο άνθρωπο! Αισθά­νεται τόσο κοντά στον Θεό, σαν να έχει συνάψει συμφωνία μαζί του για να κρίνουν και να κατακρίνουν από κοινού όλους τους αμαρτωλούς!


Συμφωνεί άραγε και ο Θεός με τη βεβαιότητα αυτή του Φαρισαίου; Την απάντηση μάς την δίνει το τέλος της παραβολής. Ας δούμε όμως και την προσευχή του τελώ­νη. Αυτός συντριμμένος από τις αμαρτίες του και βλέπον­τας ότι κάθε δική του πράξη και εκδήλωση συνδέεται με την άμαρτία, ζητεί ταπεινωμένος και κτυπώντας το στήθος του το έλεος του Θεού: «Θεέ μου, σπλαχνίσου με τον αμαρτωλό». Δεν κρίνει κανένα, κατακρίνει μόνο τον εαυτό του, τον οποίο βλέπει τελείως χαμένο χωρίς το έλεος του Θεού.
«Δικαιώθηκε», βρήκε δηλ. χάρη, και «έφυγε για το σπίτι του αθώος και συμφιλιωμένος με το Θεό», μας λέγει το τέλος της παραβολής, ο ταπεινός τελώνης και όχι ο υψηλόφρων Φαρισαίος. Διότι «όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, κι όποιος τον ταπεινώνει θα υψωθεί». Αυτό το τέλος της διηγήσεως θα πρέπει να ξάφνιασε αρκετά τους ακροατές του Ιησού, γιατί όλοι πίστευαν στη θρησκευτική υπεροχή των Φαρισαίων έναντι των αμαρτωλών τελωνών. Ο Ιησούς όμως θέλει να ανατρέψει την επικρατούσα γνώμη, που βλέπει τελείως εξωτερικά τις ανθρώπινες εκδηλώσεις και να δείξει ότι τα βάθη της καρδιάς, που βλέπει μόνο ο Θεός, δεν συμφωνούν πάντα με τη φαινομενική ζωή.
Βέβαια πρέπει να λεχθεί προς αποφυγή παρεξηγήσεως, ότι ο Ιησούς δεν κατηγορεί τον Φαρισαίο γιατί είναι ενάρετος άνθρωπος και εκτελεί τα θρησκευτικά του καθή­κοντα- αλλά τον κατηγορεί γιατί σ’ αυτά στηρίζει τη ζωή του και όχι στο Θεό, γιατί αισθάνεται αυτάρκεια και δεν υποπτεύεται καθόλου ότι βάση όλων των αρετών είναι η ταπείνωση. Επίσης, ο Ιησούς δεν επαινεί τον τελώνη για την αμαρτωλότητά του, αλλά γιατί έχει συνείδηση αυτής και τοποθετεί σωστά τον εαυτό του μπροστά στην κρίση του Θεού, ζητώντας το έλεός του. γιατί από τον Θεό περιμένει τη σωτηρία του, μη έχοντας τίποτε δικό του στο οποίο να στηριχτεί.


Η παραβολή απευθύνεται προς αυτούς «που ήταν σίγουροι για την ευσέβειά τους και περιφρονούσαν τους άλλους», προς ανθρώπους δηλ. τους οποίους συναντά κανείς σε όλες τις εποχές, Ανθρώπους, οι οποίοι θεωρώντας τον εαυ­τό τους θρησκευτικώς αυτάρκη και φτασμένο στην αρετή, κατακρίνουν τους άλλους, τους θεωρούν ανεπανόρθωτα πε­σμένους στην αμαρτία και ενασμενίζονται στο να περι­γράφουν τις τιμωρίες που όρισε ο Θεός γι’ αυτούς, ξε­χνώντας ότι και αυτοί βρίσκονται κάτω από την αδέκαστη κρίση του Θεού. Κι επειδή μια τέτοια συμπεριφορά εμπεριέχει υποκρισία, στα Νέα Ελληνικά το φαρισαίος απέβη συνώνυμο του υποκριτής.
Η Εκκλησία τοποθετώντας την περικοπή αυτή ως ανάγνωσμα στην αρχή του Τριωδίου θέλει να προφυλάξει τους πιστούς από τον «υψηλόφρονα λογισμό» του Φαρι­σαίου, που είναι δυνατό να φωλιάζει επίσης και σε κάθε ευσεβή χρι­στιανό, και να προβάλει το υπόδειγμα του τελώνη που μετανοιωμένος για τη ζωή του προσεύχεται με συντριβή. Ό ακόλουθος ύμνος της Εκκλησίας συνοψίζει άριστα το μήνυμα της παραβολής:
«Φαρισαίου φύγωμεν υψηγορίαν
και τελώνου μάθωμεν το ταπεινόν εν στεναγμοίς,
προς τον Σωτήρα κρανγάζοντες:
ίλαθι, μόνε ημίν ευδιάλλακτε».

ΠΗΓΗ: AMEN.GR

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2015

Στο κατώφλι του νέου χρόνου



Πῶς θὰ συναντήσουμε τὴ νέα χρονιά; Θὰ ἦταν ἀφελὲς καὶ πολὺ ἀντιχριστιανικό, νὰ ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς προστατέψει, νὰ κάνει τὴ γῆ ἕναν παράδεισο εἰρήνης, ἐνῶ γύρω μας δὲν ὑπάρχει εἰρήνη. Ὑπάρχει διαμάχη, ἔνταση, ἀποθάρρυνση, φόβοι, βία, φονικό. Δὲν μποροῦμε νὰ ζητᾶμε γιὰ μᾶς εἰρήνη, ὅταν αὐτὴ ἡ εἰρήνη δὲν μπορεῖ νὰ ἁπλωθεῖ πέρα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὅταν δὲν ἔρχεται σὰν ἀκτίνες φωτὸς νὰ διαλύσουν τὸ σκοτάδι. Ἕνας πνευματικὸς συγγραφέας τῆς Δύσης εἶχε γράψει ὅτι ὁ Χριστιανὸς εἶναι αὐτὸς στὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς ἔχει ἐμπιστευθεῖ τὴν εὐθύνη ὅλων τῶν ἄλλων ἀνθρώπων καὶ αὐτὴν τὴν εὐθύνη πρέπει νὰ προετοιμαστοῦμε νὰ φέρουμε εἰς πέρας. Σὲ λίγα λεπτά, θὰ ἱκετεύσουμε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἄγνωστη νέα χρονιὰ καὶ τὸ σκοτάδι ποὺ τὴν καλύπτει, μὲ τὴν μεγαλύτερη εὐχὴ ποὺ προφέρεται στὶς λειτουργικὲς ἀκολουθίες, «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» ἂς εἶναι εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Τοῦτα τὰ λόγια προφέρονται σπάνια: στὴν ἀρχὴ τῆς λειτουργίας, σὰν εὐχὴ γιὰ τὸν νέο χρόνο καὶ σὲ στιγμὲς ὅπου ἑνώνεται χρόνος καὶ αἰωνιότητα, ὅταν μὲ τὰ μάτια τῆς πίστης μποροῦμε νὰ δοῦμε τὴν αἰωνιότητα συνυφασμένη μὲ τὸν χρόνο. Ὁ χριστιανὸς εἶναι ὁ μόνος ποὺ πρέπει νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ βλέπει τὴν ἱστορία, ὅπως τὴν βλέπει ὁ Θεός, σὰν ἕνα μυστήριο τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ ἐπίσης σὰν μιὰ τραγωδία τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας καὶ πτώσης. Καὶ σὲ σχέση μὲ αὐτὰ τὰ τελευταῖα, πρέπει νὰ πάρουμε θέση. Ὁ Χριστὸς λέει στὸ Εὐαγγέλιο: «Ὅταν ἀκούσετε ὅτι γίνονται πόλεμοι ἢ φῆμες ποὺ μιλοῦν γιὰ πολέμους, μὴν πανικοβληθῆτε»· σηκῶστε ψηλὰ τὰ κεφάλια, δὲν ὑπάρχει χῶρος στὴν καρδιὰ καὶ τὴν ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ γιὰ διστακτικότητα, δειλία καὶ φόβο, ποὺ εἶναι ὅλα γεννήματα τοῦ ἐγωισμοῦ, τῆς μέριμνας γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἀκόμα καὶ ἂν αὐτὴ ἡ μέριμνα ἀγγίζει αὐτοὺς ποὺ ἀγαπᾶμε. Ὁ Θεὸς εἶναι Θεὸς τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνουμε συνεργάτες Του καὶ μᾶς στέλνει σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο ποὺ εἶναι δικός Του γιὰ νὰ μεταβάλλει τὴν παράφωνη Πολιτεία τῶν ἀνθρώπων σὲ ἁρμονία ποὺ θὰ ὀνομάζεται Πολιτεία τοῦ Θεοῦ.

Καὶ πρέπει νὰ θυμόμαστε τὰ λόγια του Ἀποστόλου ποὺ λέει, ὅτι ὅποιος ἐπιθυμήσει νὰ ἐργασθεῖ γιὰ τὸν Κύριο, θὰ ὁδηγηθεῖ σὲ δίκη, καὶ τὰ λόγια ἑνὸς ἄλλου Ἀποστόλου ποὺ μᾶς λέει νὰ μὴν φοβόμαστε τὴ δοκιμασία τῆς φωτιᾶς. Στὸν σημερινὸ κόσμο, πρέπει νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ δικαστοῦμε καὶ ἕτοιμοι νὰ ὑπομείνουμε, ἴσως μὲ τὸ φόβο στὴν καρδιὰ μήπως χάσουμε τὴν πίστη μας, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ μείνουμε ἀκλόνητοι στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων. Ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς συγχωρέσει ὅσα ἔχουμε κάνει ἢ ὅσα ἔμειναν ἀτέλειωτα τὴν χρονιὰ ποὺ πέρασε. Ἰσχυριζόμαστε ὅτι εἴμαστε Ὀρθόδοξοι· εἴμαστε Ὀρθόδοξοι δὲν σημαίνει μόνο νὰ ὁμολογοῦμε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν ὁλότητά του καὶ νὰ τὸ διακηρύττουμε στὴν ἁγνότητά του, ἀλλὰ συνίσταται, ἀκόμα περισσότερο ἀπὸ αὐτό, στὸ νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ αὐτό. Καὶ γνωρίζουμε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν συμβιβάζεται μὲ τίποτα παρὰ μὲ τὸ μεγαλεῖο του ἀνθρώπου καὶ τὸ μήνυμα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς λατρείας.

Μποροῦμε πράγματι νὰ μετανοήσουμε ἐπειδὴ ποιὸς θὰ ἔλεγε, βλέποντάς μας, καθὼς ἔλεγαν οἱ ἄνθρωποι γιὰ τοὺς πρώτους Χριστιανούς, «Δεῖτε πῶς ἀγαποῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον!». Ποιός, βλέποντάς μας, θὰ ἔλεγε ὅτι κατέχουμε τὸ νόημα τῆς ζωῆς, τῆς ἀγάπης ποὺ μᾶς πηγαίνει πέρα ἀπὸ κάθε σύγκριση, ποὺ προκαλεῖ τὸν καθένα νὰ ἀναρωτηθεῖ ἀπὸ ποῦ προέρχεται αὐτό; Ποιὸς τοὺς τὸ ἔδωσε; Πῶς μποροῦν νὰ ὑπομείνουν τὴν δοκιμασία; Καὶ ἂν θέλουμε τούτη τὴ χρονιὰ νὰ γίνουμε ἄξιοι τοῦ Θεοῦ, τῆς Χριστιανικῆς μας κλήσης, τοῦ ἁγίου ὀνόματος τῆς Ὀρθοδοξίας, πρέπει χωριστὰ καὶ σὰν ἕνα σῶμα νὰ γίνουμε γιὰ ὅλους, γιὰ τὸ κάθε πρόσωπο ποὺ ἴσως νὰ μᾶς χρειάζεται, ἕνα ὅραμα γιὰ τὸ τί μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος καὶ γιὰ τὸ τί μιὰ κοινότητα ἀνθρώπων μπορεῖ νὰ εἶναι κάτω ἀπὸ τὸν Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ἂς προσευχηθοῦμε γιὰ συγχώρεση, ἐμεῖς ποὺ εἴμαστε μέχρι τώρα μακρυὰ ἀπὸ τὴν κλήση μας, ἂς προσευχηθοῦμε νὰ μᾶς δίνει ὁ Κύριος γενναιότητα, κουράγιο, θέληση νὰ δικαιώσουμε τὸν ἑαυτό μας, νὰ σηκώσουμε τὸν σταυρό μας, νὰ ἀκολουθήσουμε τὰ βήματα τοῦ Χριστοῦ ἐκεῖ ὅπου μᾶς καλεῖ.

Αὐτὸ καλούμαστε νὰ κάνουμε, καὶ ἴσως σήμερα νὰ πάρουμε μιὰν ἀπόφαση, μιὰ ἀπόφαση νὰ εἴμαστε πιστοὶ στὴν κλήση μας καὶ νὰ ξεκινήσουμε τὴν Νέα Χρονιὰ μὲ κουράγιο. Ἀμήν.


Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014

Πριν τα Χριστούγεννα

Πριν από τα Χριστούγεννα, όταν προσδοκούμε την ενσάρκωση του Υιού του Θεού, μας θυμίζει η Εκκλησία με ένα πολύ συγκινητικό και συνετό τρόπο όλους εκείνους, οι οποίοι έδωσαν τη σάρκα  και τη ζωή τους για να γεννηθεί ο Σωτήρ.    

Σήμερα γιορτάζουμε τους προγόνους του Χριστού. Καθένας από μας έχει μέσα του, στο κορμί, στην ψυχή του, όλο το παρελθόν του ανθρώπινου είδους. Έτσι και ο Χριστός, ενώ  προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, δεν εμφανίστηκε ως καινούργιος άνθρωπος, τον οποίον ο Θεός θα μπορούσε να δημιουργήσει ξανά. Ο Χριστός περιβλήθηκε την ανθρώπινη φύση, η οποία είχε ήδη χιλιάδες  – και μάλιστα εκατομύρια  - χρόνια πίσω της. Στο κορμί Του, στην ανθρώπινη φύση Του ζούσαν όλοι όσοι είχανε ζήσει στη γη οποτεδήποτε πριν από Αυτόν.

Έτσι ζει και στο δικό μας σώμα, στη δική μας ψυχή ολόκληρη η ανθρωπότητα του παρελθόντος. Ο Χριστός ενώθηκε με το ανθρώπινο είδος, χωρίς να διαλέγει από αυτό μόνο τους έντιμους και άγιους, άξιους μιας συνάντησης με τον Θεό, την οποία κανείς δεν μπορεί να περιγράψει, γιατί είναι τόσο εκπληκτική, ώστε ξεπερνά όποια ανθρώπινη  φαντασία. Το αντίθετο: Mέσα στον Χριστό ζεί ολόκληρη η ανθρωπότητα: και οι έντιμοι και οι αμαρτωλοί.  

Ανάμεσα στα ονόματα, τα οποία ακούσαμε σήμερα – μερικά από αυτά τα τιμούμε ως άγια - υπάρχουν ονόματα, που η Παλαιά Διαθήκη μιλάει για τις αμαρτίες τους. Όλα αυτά τα ονόματα ανήκουν, όμως, σε ανθρώπους, οι οποίοι βρήκαν το δρόμο τους μέσα από αμαρτίες, μέσα από τις ανθρώπινες αδυναμίες, μέσα από τη συσκότιση της καρδιάς, μέσα από την εξέγερση της σάρκας και μέσα από τη μανία της ιστορίας και της ζώης γύρω τους, πρός τον Θεό, ψάχνοντας  για το φώς, αναζητώντας την αλήθεια, επιθυμώντας την αγιότητα, ακόμα κι αν δεν τους  έφτασαν οι δυνάμεις για να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους.

Και μαζί τους ήταν ο Θεός, ναι, όντως, και με αυτούς, επειδή ο Θεός δεν αφήνει κανέναν αμαρτωλό. Δεν Τον τρομάζει καμία αδικία. Ναι, μπορεί να μας φανεί μακριά, μα μόνο τότε, όταν δεν θέλουμε λόγω της δικής μας κρύας αδιαφορίας να Τον γνωρίσουμε. Αλλά και τότε δεν μας αφήνει μόνους. Απομένει κοντά μας, αν και λυπημένος, κοιτάζοντάς  μας από το σταυρό.

Λοιπόν, σήμερα θυμόμαστε όλη την ανθρωπότητα του παρελθόντος, όλους εκείνους τους ανθρώπους, οι οποίοι ύφαναν, κατά τη διάρκεια χιλιάδων χρονών, τη σάρκα και τη ανθρώπινη φύση του Χριστού. Ας τους θυμηθούμε με σεβασμό και ευγνωμοσύνη, ας θυμηθούμε όλους τους προγόνους μας: αυτούς που γνωρίζουμε και εκείνους που τα όνοματά τους έχουμε ξεχάσει! Ας θυμηθούμε αυτούς, για τους οποίους χαίρεται η καρδιά μας, μα και εκείνους, που εξαιτίας τους, ίσως, ντρεπόμαστε! Ας τους θυμηθούμε όλους!

Μέσω της ανθρώπινης αγιότητάς Του ο Χριστός δικαιολόγησε όλους, όσοι ήταν της σάρκας και του αίματός Του. Και καθένας από μας είναι κλητός όχι μόνο να σωθεί με καλές πράξεις, να προχωρήσει με δημιουργικότητα και αγώνες – μέσα από νίκες και ήττες - για να αφοσιωθεί στον Θεό, για να πλησιάσει την αγιότητα, δηλαδή την πλήρη αφοσίωση προς τον Θεό, δικαιολογώντας  έτσι τη δική του εφήμερη ύπαρξη στη γη, αλλά και να δικαιολογήσει όλη τη ζωή και όλες τις χιλιετηρίδες που ζούνε στη σάρκα και στη ψυχή μας.

Και ο καθένας που βρίσκει το δρόμο του προς την αγιότητα, ο καθένας που γίνεται δοχείο για το Άγιο Πνεύμα, που πραγματικά ενώνεται με το Χριστό, ώστε να γίνει κύτταρο του αγιότατου και καθαρότατου Σώματός Του, ο καθένας που γίνεται γιός ή κόρη του Θεού του Ζώντος, σώζει, δικαιολογεί, δοξάζει και δίνει νόημα στην ζωή και στη μοίρα όλων εκείνων, από τους οποίους έχει κληρονομήσει τη ζωή του.

Ας διαλογιστούμε τη γεννεαλογία του Χριστού, ας κοιτάξουμε τα ονόματά της. Όλα τα ονόματα ανήκουν σε ανθρώπους ζωντανούς, με σάρκα και οστά, που ζούσαν με σεβασμό για την ζωή, που ήτανε άλλοτε θλιμμένοι και άλλοτε χαρούμενοι και θριαμβευτές. Και όλοι ζούνε τώρα με το θαύμα της φιλανθρωπίας του Χριστού και της ανθρώπινης φύσης Του.

Και σε μας ζει το παρελθόν. Ο Χριστός αγίασε όλο το παρελθόν των προγόνων Του, ώστε να γίνουν όλοι, χωρίς εξαίρεση, παιδιά του Θεού. Δικοί Του. Με την κυριολεκτική και δυνατότατη σημασία αυτής της λέξης. Και εμείς μπορούμε με τη ζωή μας, με τους κόπους και με την πάλη μας, με την επιδίωξή μας να φτάσουμε κοντα στον Θεό, με τη λαχταρά μας προς Αυτόν, με τους αγώνες  μας γι΄ Αυτόν, με κάθε νίκη, με την οποία Τον αφήνουμε να υπερισχύσει μέσα μας, να δώσουμε σε όλο το παρελθόν του γένους μας ενα νόημα, να το δικαιολογήσουμε και να το προσφέρουμε στο Θεό σαν δώρο. Ενώ γινόμαστε εμείς οι ίδιοι παιδιά του Θεού, κάνουμε και όλους τους προγόνους μας δικούς Του, παρόλο που μερικοί από αυτούς άλλοτε Τον αγνοούσαν ή άλλοτε Τον γνώριζαν, αλλά Τον απωθούσαν με τις αμαρτίες και την απιστία στη ζωή και στην καρδιά τους.     

Τί θαύμα είναι όλο αυτό! Πόσο αυτό θα μπορούσε να μας εμπνεύσει για τη ζωή! Δεν ζούμε για τον εαυτό μας και, ιδιαίτερα, όχι μόνο για τους δικούς και αγαπημένους μας  - ούτε για τους εχθρούς μας – αλλά για όλη την ανθρωπότηα που πίσω της βρίσκεται η μοίρα του κόσμου. Δόξα τω Θεώ, ότι πιστεύει σε μας και μας εμπιστεύεται μια τέτοια μεγάλη και θαυμάσια μοίρα!


Αμήν!

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Ο Χριστός ως φίλος...



Ποια είναι η αληθινή εξομολόγηση;

Μητροπολίτης Anthony Bloom


Όταν κάποιος έρχεται για εξομολόγηση μεταφέρει, από μνήμης η σε γραπτό, μια σύντομη η μακριά λίστα “αμαρτιών”. Όμως, το σημαντικό είναι να διερευνήσει ο καθένας την δική του, προσωπική σχέση με τον Χριστό. Δυστυχώς, οι περισσότεροι πιστοί έχουν παρά μια επιφανειακή, εξ ακοής γνωριμία μαζί Του γι’ αυτό πρέπει να Τον γνωρίσουν καλύτερα μέσα από την ανάγνωση του Ευαγγελίου. Από μια τέτοια προσέγγιση αρχίζει κανείς να καταλαβαίνει αν το πρόσωπο του Χριστού τον ελκύει. Εάν επιθυμεί να γίνει όμοιος με τον Χριστό και να κτίσει με Εκείνον μία σχέση φιλίας.

 Ας αναρωτηθούμε λοιπόν αν το στοιχείο της φιλίας υπάρχει στη δική μας σχέση με τον Χριστό. Ας ρωτήσουμε τον εαυτό μας εάν προσπαθήσαμε με κάποιο τρόπο να Του δώσουμε χαρά και να συμπαρασταθούμε στο έργο Του. Αν το συμπέρασμα είναι ότι η σχέση αυτή μας αφήνει αδιάφορους θα χρειαστεί να επανεξετάσουμε τι σημαίνει τελικά να είμαστε Χριστιανοί. Εάν όμως νιώθουμε ειλικρινά τον Χριστό ως φίλο, ας αρχίσουμε να ρωτούμε τον εαυτό μας καθημερινά: Τι έκανα, τι είπα, τι σκέφτηκα και αισθάνθηκα, που μπορεί να Του δώσει χαρά η θλίψη;

Κι αυτό ακριβώς το βίωμα ας μεταφέρουμε στην Εξομολόγηση: “Ανάμεσα στην τελευταία και τη σημερινή εξομολόγηση υπήρξα ένας άπιστος, ένας αδιάφορος, ένας δειλός σύντροφος η αντιθέτως, παραστάθηκα ως φίλος…”

Όταν προσερχόμαστε στην εξομολόγηση σπεύδουμε πρόσωπο με πρόσωπο προς έναν φίλο. Δεν πρόκειται να μας κρίνει και να μας καταδικάσει κανείς. Ας πολεμήσουμε τον φόβο που μας διακατέχει γι’ αυτό που πρόκειται να συμβεί. Ερχόμαστε στον Ένα της Τριάδος που όντας Θεός επέλεξε από αγάπη για μας να γίνει Άνθρωπος, ν’ αναλάβει πάνω Του την ανθρώπινη φθορά και να δώσει τη ζωή Του για μας. Η ζωή και ο θάνατός Του είναι η απόδειξη ότι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο είναι τόσο μεγάλη ώστε να μπορούμε να τον πλησιάσουμε χωρίς δισταγμό, με την προσδοκία ότι σε κάθε περίπτωση θα αγκαλιάσει την αδυναμία μας, πέρα από ηθικές αξιολογήσεις. Ας είμαστε βέβαιοι ότι εάν κάποιος πρόκειται να θρηνήσει για την αναξιότητα και την αμαρτία μας με συμπόνια, έλεος, αγάπη δεν είναι παρά Εκείνος –που θα ήταν πρόθυμος να σαρκωθεί και να πεθάνει έστω και για έναν μόνο αμαρτωλό, γιατί δεν μπορεί να υπομείνει την απώλεια κανενός. Αυτός λοιπόν είναι ο Χριστός στον οποίο προσερχόμαστε κατά την εξομολόγηση. Προσδοκά την ίαση, την παραμυθία, την στήριξή μας – όχι την κρίση και καταδίκη μας.

Και τότε ποιός είναι ο ρόλος του ιερέως; Στην ευχή που διαβάζει ο κληρικός πριν το μυστήριο ονομάζεται “μάρτυρας”. Καλείται από τον Κύριο να παραβρίσκεται ενώπιον του αμαρτωλού για να μαρτυρήσει το γεγονός της αγάπης του Χριστού για κείνον, να βεβαιώσει ότι ο Κύριος είναι παρών και η μόνη επιθυμία και πρόθεσή Του είναι η σωτηρία και η αιώνια ευφροσύνη του μετανοούντος. Επίσης, ο ιερέας παρευρίσκεται στο όνομα του αμαρτωλού, για να ικετεύσει και να μεσιτεύσει στον Κύριο για την συμφιλίωση του ανθρώπου με την Εκκλησία.

Ας αλλάξουμε, λοιπόν, τον τρόπο της εξομολόγησης: ας διώξουμε τον φόβο της τιμωρίας η της απόρριψης κι ας βρούμε το θάρρος να ελαφρώσουμε την καρδιά μας από κάθε αμφιβολία. Ο Χριστός δεν πρόκειται να μας αρνηθεί. Ίσως η εξομολόγησή μας να είναι για Εκείνον ένας νέος σταυρός, αλλά θα τον δεχθεί, αφού μας αγαπά πέρα από κάθε κρίση, μέχρι θανάτου: Ο θάνατός του έγινε η δική μας ζωή – ζωή μέσα στο χρόνο και ζωή στην αιωνιότητα.

Η εξομολόγηση πριν από όλα είναι συνάντηση και συμφιλίωση. Είναι συνάντηση με τον Χριστό που ποτέ δεν μας στρέφει τα νώτα, αν κι εμείς φεύγουμε μακριά. Μερικές φορές μία τέτοια συνάντηση μπορεί να γίνει έμπνευση για ολόκληρη τη ζωή και να μας δώσει δύναμη και κουράγιο να διάγουμε το υπόλοιπο του βίου.

Συχνά αμαρτάνουμε σοβαρά ενώπιον του Θεού. Υπάρχουν κάποιες στιγμές της ζωής που μας χωρίζουν από Εκείνον με έναν ιδιαίτερα βίαιο τρόπο, στιγμές μεγάλης απιστίας. Θυμηθείτε το περιστατικό με την προδοσία του Πέτρου. Όταν αργότερα μετά την Ανάσταση η Μαρία Μαγδαληνή συναντά τον Άγγελο Κυρίου στον τόπο του μνημείου αυτός της παραγγέλει: “Υπάγετε, είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω…”, γιατί ο Πέτρος όντας προδότης δεν λογαρίαζε πλέον τον εαυτό του ως ένα των μαθητών. Είχε απαρνηθεί τον Χριστό κι αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος τον ονοματίζει ιδιαιτέρως θέλοντας να τον βεβαιώσει ότι η φιλία τους διατηρείται αλώβητη κι ότι παραμένει το ίδιο αγαπητός όσο και τότε που ήταν έμπιστος.

Και τέλος υπάρχουν φορές που προσερχόμαστε στην εξομολόγηση γιατί θέλουμε να ανανεώσουμε την εγγύτητα της σχέσης που έχει τραυματιστεί. Ας έχουμε κατά νου ότι για να επανασυνδέσουμε τη φιλία μας χρειάζεται ν’ ανοίξουμε με ειλικρίνεια την καρδιά μας και να φανερώσουμε τις αστοχίες και τα λάθη που έχουν πληγώσει αυτή τη σχέση. Δεν χρειάζεται να καταφεύγουμε σε λίστες αμαρτιών, ούτε να ερευνούμε τα βιβλία για ν’ ανακαλύψουμε την αμαρτία μας. Αλλά μόνο να σκύψουμε μέσα μας και να εξετάσουμε τη συνείδησή μας.

Ας χρησιμοποιήσουμε απλούς τρόπους γι’ αυτού του είδους την αυτογνωσία. Τι ήταν αυτό που προτιμήσαμε στη θέση του Χριστού; Τι είναι αυτό που μας κράτησε σε αδράνεια, ώστε να παραμείνουμε χωρίς καρπό; Ας προσπαθήσουμε μέσα από τις γραμμές του Ευαγγελίου να επισημάνουμε όχι εκείνα που μας κρίνουν, αλλά τα λόγια που μιλούν στην καρδιά μας, όπως έγινε με τους μαθητές: “ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν, ως ελάλει ημίν εν τη οδώ και ως διήνοιγεν ημίν τας γραφάς;”

Ας ανακαλύψουμε κι εμείς τον λόγο που μας θερμαίνει την καρδιά, που αγγίζει τα βάθη της ύπαρξης και μας φέρνει σε κοινωνία με τον Κύριο. Αυτό είναι το κριτήριο. Στην πραγματικότητα δεν έχει τόση σημασία αν αθετήσαμε κάποιους κανόνες. Αυτό που μας ζημιώνει είναι ότι απομακρυνόμαστε από την ευλογημένη κοινωνία της χάριτός Του.

Ας ερευνήσουμε λοιπόν από την αρχή, όχι με τη στείρα λογική της ενοχής, αλλά με απώτερο σκοπό να σταθμίσουμε πως χάσαμε την εμπιστοσύνη και την αγάπη που προς στιγμήν γευθήκαμε. Ας θυμηθούμε εκείνα τα λόγια που πύρωσαν την καρδιά μας κι έδωσαν καθαρότητα στο λογισμό μας, που κίνησαν τη θέλησή μας στο αγαθό και έφεραν γαλήνη στα μέλη μας και τα μεταμόρφωσαν από σάρκινα σε σώμα ιερό: ιερό γιατί μέσα από το βάπτισμα ενωθήκαμε με τον σαρκωμένο Χριστό, μέσα από το Χρίσμα γίναμε δοχείο του Πνεύματος και με τα άχραντα μυστήρια γινόμαστε Σώμα Χριστού. Αυτή την εμπειρία ας μεταφέρουμε στην εξομολόγηση, μετανοώντας όχι για κάτι αφηρημένο που βρίσκεται σε κάποια λίστα αμαρτιών, αλλά για κείνες τις επιλογές που διέρρηξαν τη φιλία και κοινωνία μας με τον Σωτήρα Χριστό.

Ζούμε συχνά μέσα στο ψέμα. Κατασκευάζουμε γύρω μας έναν κόσμο όπου μόνο ο θάνατος μπορεί να θριαμβεύσει. Αρνούμαστε τον πλησίον μας και κλείνουμε μόνοι μας το δρόμο που οδηγεί στη Βασιλεία του Θεού. Ζητούμε από τον Κύριο συγχώρεση αμαρτιών, αλλά δεν έχει νόημα να αναζητούμε μία τυπική άφεση. Πρέπει να διψούμε για αληθινή συμφιλίωση, στο πλαίσιο της οποίας θα αναθέσουμε στον Θεό την αναξιότητα και την απιστία μας – όχι μόνο προς Εκείνον αλλά και προς τον πλησίον, τον φίλο, τον γνωστό και συγγενή μας.

Ας έχουμε εμπιστοσύνη ότι μόνο η δική Του ακλόνητη φιλία μπορεί να μας παρακινήσει σε αλλαγή. “Εγώ και φίλος και μέλος και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μήτηρ. Πάντα εγώ. Μόνον οικείως έχε προς εμέ. Εγώ πένης δια σε και αλήτης δια σε, επί σταυρού δια σε, επί τάφου δια σε. Πάντα μοι συ και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος. Τι πλέον θέλεις;” “Μπορείς ν’ ανταποκριθείς με λίγη εμπιστοσύνη; Δεν ζητώ ολοκληρωτική, άμεση αλλαγή. Αλλά πορεία βήμα προς βήμα. Θα σε στηρίξω, θα σε προστατεύσω, θα οδηγήσω τα βήματά σου – μόνον άλλαξε στάση. Κι όταν λάβεις συγχώρεση στο όνομά μου μην σκεφτείς ότι το παρελθόν έχει πάψει να υπάρχει. Αλλά τότε μόνο θα έχεις απαλλαχτεί από τις πληγές όταν γίνεις τόσο ξένος προς αυτές ώστε να μην τις λογαριάζεις πια για δικές σου”.

Όταν τα παλιά μας πάθη ζωντανεύουν ενώπιόν μας καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι δυνατόν μέσα σε μία στιγμή να ελευθερωθούμε από το παρελθόν. Χρειάζεται χρόνο για να βαδίσουμε στο δρόμο της ελευθερίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Χριστός μας αρνείται τη συγχώρεση. Η συγχώρεση του Θεού εκδηλώνεται μέσα από τη συμπάσχουσα αγάπη του, την αποδοχή και την διαρκή πρόνοιά Του που δεν θα επιτρέψει να οδηγηθούμε ανυπεράσπιστοι στον ίδιο πειρασμό. Έτσι, η συγχώρεση του Κυρίου μπορεί να λύνει την αποξένωση, αλλά χρειάζεται επίπονος αγώνας και μετάνοια για να γίνουμε καινοί με τη χάρη Του. Η άφεση δεν σβήνει το παρελθόν. Το θεραπεύει μέσα από τη συνέργεια τη δική μας με τον Θεό.

Ας εμπιστευόμαστε, λοιπόν, καθημερινά τον λογισμό μας στον Θεό με ειλικρίνεια. Κι όταν προσερχόμαστε στην Εξομολόγηση η ευχή της συγχωρήσεως θα έχει αληθινό, πραγματικό νόημα: την επανασυγκρότηση μιας φιλίας που όσον αφορά τον Θεό παραμένει αναλλοίωτη αλλά ως προς το δικό μας μέρος χρειάζεται να την επιδιώξουμε. Κι αυτή μας η πρόθεση πρέπει να στηρίζεται από αποφασιστικότητα. Κι η αποφασιστικότητα από πράξη και καινότητα ζωής.

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Ορ­θό­δο­ξη αυ­το­γνω­σί­α





π. Χριστ­ό­δου­λος Μπί­θας

(Κείμενο από το περιοδικό "Αρχαγγέλων Λόγος", Φθινόπωρο 2014)


Η λέ­ξη "αυ­το­γνω­σί­α", α­κού­γε­ται πο­λύ με­τα­ξύ των νέ­ων αν­θρώ­πων τις τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες, και ι­δί­ως α­πό ό­σους έ­χουν υ­παρ­ξια­κές α­να­ζη­τή­σεις. Α­πό την δε­κα­ε­τί­α του ε­ξήν­τα σε ό­λη την Δύ­ση, η έν­νοι­α της "αυ­το­γνω­σί­ας" δι­α­δό­θη­κε ευ­ρύ­τα­τα μέ­σω των α­να­το­λι­κών θρη­σκει­ών που κα­τέ­κλυ­σαν τον δυ­τι­κό κό­σμο. Χι­λιά­δες νέ­οι που δεν έ­βρι­σκαν α­παν­τή­σεις στο νο­μι­κό πνεύ­μα των δυ­τι­κών εκ­κλη­σι­ών, στρά­φη­καν τό­τε σε δι­ά­φο­ρες αι­ρέ­σεις και πα­ρα­θρη­σκεί­ες για να α­να­κα­λύ­ψουν τον ε­αυ­τό τους. Τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια, μά­λι­στα, με την ε­ξέ­λι­ξη της ψυ­χο­λο­γί­ας, λέ­ξεις ό­πως αυ­το­γνω­σί­α, αυ­το­ε­ξέ­τα­ση, αυ­το­α­νά­λυ­ση κλπ, μπή­καν για τα κα­λά στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά μας.


Σή­με­ρα, ό­ταν α­πευ­θυν­θού­με σε έ­να νέ­ο άν­θρω­πο και τον ρω­τή­σου­με που πρέ­πει να στρα­φεί για να βο­η­θη­θεί να γνω­ρί­σει τον ε­αυ­τό του, θα μας α­παν­τή­σει σε με­γά­λο πο­σο­στό στην ψυ­χα­νά­λυ­ση η την ψυ­χο­λο­γί­α. Αν τους ρω­τή­σου­με για το κα­τά πό­σον στην Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α μπο­ρεί να βρουν α­παν­τή­σεις σχε­τι­κά με την αυ­το­γνω­σί­α, θα α­παν­τή­σουν με παρ­ρη­σί­α ό­τι δεν ι­σχύ­ει κά­τι τέ­τοι­ο, έ­νω άλ­λοι θα πουν ό­τι στην Εκ­κλη­σί­α μό­νο α­πα­γο­ρεύ­σεις μπο­ρείς να α­κού­σεις! Πα­ρό­μοι­ες α­παν­τή­σεις θα πά­ρου­με α­πό πολ­λούς συ­ναν­θρώ­πους μας ό­λων των η­λι­κι­ών. Μια προ­σω­πι­κή έ­ρευ­να που κά­να­με τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια μας ε­πι­βε­βαί­ω­σε αυ­τή την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Πολ­λοί α­πό ό­σους λέ­νε ό­τι πι­στεύ­ουν, α­παν­τούν στην ε­ρώ­τη­ση αυ­τή λέ­γον­τας πως στην Εκ­κλη­σί­α πη­γαί­νουν για να γί­νουν κα­λύ­τε­ροι άν­θρω­ποι, η να "η­ρε­μή­σουν", ε­νώ έ­να πο­σο­στό θρη­σκευ­ο­μέ­νων ι­σχυ­ρί­ζε­ται πως αρ­κεί η τή­ρη­ση των εν­το­λών και δεν χρει­ά­ζε­ται τί­πο­τε άλ­λο. Ό­λοι αυ­τοί οι α­δελ­φοί μας, α­γνο­ούν αλ­λά α­γνο­ούν πως η λέ­ξη "με­τά­νοι­α" στην ο­ποί­α μας κα­λεί ο Χρι­στός και οι Α­πό­στο­λοι, προ­ϋ­πο­θέ­τει την ε­πί­γνω­ση της α­μαρ­τί­ας μας, για­τί δι­α­φο­ρε­τι­κά δεν μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει με­τά­νοι­α, δη­λα­δή με­τα­στρο­φή του νου μας. Δυ­στυ­χώς, ο υ­πο­βι­βα­σμός της ε­ξο­μο­λό­γη­σης σε μια τυ­πι­κή η νο­μι­κή δι­α­δι­κα­σί­α για πολ­λούς Ορ­θο­δό­ξους, τις τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες με­τα­τρέ­πει το μυ­στή­ριο α­πό "Μυ­στή­ριο της με­τα­νοί­ας" που προ­α­παι­τεί πνευ­μα­τι­κή αυ­το­ε­ξέ­τα­ση σε μια α­πλο­ϊ­κή ε­ξα­γό­ρευ­ση πρά­ξε­ων χω­ρίς εμ­βά­θυν­ση και συ­σκο­τί­ζει την πνευ­μα­τι­κή πο­ρεί­α. 


Λέ­ει ο Κύ­ριος: " Για­τί βλέ­πεις την αγ­κί­δα που εί­ναι μέ­σα στο μά­τι του α­δελ­φού σου, ε­νώ το δο­κά­ρι μέ­σα στο δι­κό σου μά­τι δεν το πα­ρα­τη­ρείς;  Η πως θα πεις στον α­δελ­φό σου: “Ά­φη­σε να βγά­λω την αγ­κί­δα α­πό το μά­τι σου”, ε­νώ, το δο­κά­ρι εί­ναι μέ­σα στο μά­τι το δι­κό σου;  Υ­πο­κρι­τή, βγά­λε πρώ­τα α­πό το μά­τι το δι­κό σου το δο­κά­ρι, και τό­τε θα δεις κα­θα­ρά, για να βγά­λεις την αγ­κί­δα α­πό το μά­τι του α­δελ­φού σου" (Ματθ. 7,3-5). Με α­πό­λυ­τα σα­φή τρό­πο ο Χρι­στός μας κα­λεί να ε­ξε­τά­σου­με τον ε­αυ­τό μας για να δού­με την δι­κή μας α­στο­χί­α και να πά­ψου­με να α­σχο­λού­με­θα με τους άλ­λους. Στο πε­ρί­φη­μο πε­ρι­στα­τι­κό με τον λι­θο­βο­λι­σμό, θα κα­λέ­σει τους πα­ρευ­ρι­σκο­μέ­νους ζη­λω­τές Ε­βραί­ους σε πε­ρί­σκε­ψη: "ο α­να­μάρ­τη­τος υ­μών πρώ­τος βα­λέ­τω λί­θον ε­π' αυ­τήν" (Ι­ω­άν. 8,7). 


Η κλή­ση του Χρι­στού εί­ναι κλή­ση ε­λευ­θε­ρί­ας. Μας κα­λεί να α­πο­ζη­τή­σου­με ε­λεύ­θε­ρα και συ­νει­δη­τά την α­παλ­λα­γή α­πό την α­μαρ­τί­α μας, την ο­ποί­α ό­μως πρώ­τα πρέ­πει να κα­τα­νο­ή­σου­με. Να δι­ψά­σου­με για υ­πέρ­βα­ση, για σχέ­ση με τον Θε­ό, να α­πο­κα­τα­στή­σου­με την προ­αί­ρε­ση μας για σω­τη­ρί­α που έ­χει α­μαυ­ρω­θεί α­πό την πτώ­ση: "Μα­κά­ριοι οι πει­νών­τες και δι­ψών­τες την δι­και­ο­σύ­νην, ό­τι αυ­τοί χορ­τα­σθή­σον­ται"  (Ματθ. 5,1-12). Μα­κά­ριοι εί­ναι, λέ­ει, ό­σοι α­να­ζη­τή­σουν με πό­θο την σχέ­ση που ζω­ο­ποι­εί, την σχέ­ση με τον Λό­γο Του, την ε­φαρ­μο­γή στην πρά­ξη του θε­λή­μα­τός Του. "Γνω­ρί­στε την α­λή­θεια, και η α­λή­θεια θα σας ε­λευ­θε­ρώ­σει"  (Ι­ω. 8, 32), μας λέ­ει κα­λών­τας μας σε μα­θη­τεί­α ζω­ής, μα πά­νω α­π' ό­λα σε μια α­να­ζή­τη­ση του ποι­οί πραγ­μα­τι­κά εί­μα­στε. Η α­λή­θεια δεν κα­τα­νο­εί­ται με φι­λο­σο­φι­κό στο­χα­σμό, αλ­λά με το να κα­τα­νο­ή­σου­με ποι­οί εί­μα­στε, τι κρύ­βε­ται πί­σω α­πό τις πρά­ξεις και τους λο­γι­σμούς μας, τις έ­πι­θυ­μι­ες και τους φό­βους μας, τις έ­νο­χες και τις α­να­σφά­λει­ές μας. Ποι­ά εί­ναι η αι­τί­α των πα­θών μας, ποι­ός εί­ναι αυ­τός ο ά­γνω­στος με τον ο­ποί­ο συγ­κα­τοι­κού­με στο ί­διο σαρ­κί­ο! Α­πό μι­κρά παι­διά κα­τα­σκευ­ά­ζου­με έ­να προ­σω­πεί­ο πί­σω α­πό το ο­ποί­ο κρυ­βό­μα­στε, μα­θαί­νου­με να α­πω­θού­με ό­τι μας θλί­βει και μας ε­νο­χλεί. Το πε­ρι­βάλ­λον μας, οι γο­νείς μας, η κοι­νω­νί­α, μας κα­θο­δη­γούν στο να κα­τα­σκευ­ά­σου­με έ­να ψευ­δή ε­αυ­τό, έ­τσι που στα­δια­κά δεν ξέ­ρου­με ποι­οί εί­μα­στε, ποι­ά εί­ναι η αι­τά της συμ­πε­ρι­φο­ράς μας, της ορ­γής, της λύ­πης μας, της α­να­σφά­λειά μας. Κα­θώς με­γα­λώ­νου­με και οι δι­α­ψεύ­σεις έρ­χον­ται η μί­α με­τά την άλ­λη, κα­τα­λα­βαί­νου­με πως δεν μπο­ρού­με να ά­γα­πή­σου­με, πως φο­βό­μα­στε τον θά­να­το και την φθο­ρά, πως υ­πο­φέ­ρου­με α­πό μο­να­ξιά, φό­βο, έλ­λει­ψη νο­ή­μα­τος.


Σε ό­λη την Ορ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση το θέ­μα της αυ­το­γνω­σί­ας που θα ο­δη­γή­σει τον άν­θρω­πο σε με­τά­νοι­α, εί­ναι κε­φα­λαι­ώ­δες και γί­νε­ται βα­σι­κό θέ­μα προ­βλη­μα­τι­σμού και κα­τά­θε­σης εμ­πει­ρί­ας α­πό Α­γί­ους και Πα­τέ­ρες. Οι Καπ­πα­δό­κες Πα­τέ­ρες ε­πι­ση­μαί­νουν πό­σο ση­μαν­τι­κό εί­ναι να γνω­ρί­σου­με τον ε­αυ­τό μας: «Το δυ­σκο­λο­τε­ρο α­πό ό­λα εί­ναι να γνω­ρί­σει κα­νείς κα­λά τον ε­αυ­τό του", λέ­ει ο Μέ­γας Βα­σί­λει­ος. "Για­τί ό­χι μό­νο το μά­τι μας που βλέ­πει τα έ­ξω α­πό τον άν­θρω­πο δεν εί­ναι κα­τάλ­λη­λο να βλέ­πει τον ε­αυ­τό μας, αλ­λά και αυ­τός ο νους μας, που βλέ­πει με πολ­λή α­κρί­βεια και γρή­γο­ρα το ξέ­νο α­μάρ­τη­μα, εί­ναι βρα­δυ­κί­νη­τος στο να αν­τι­λη­φθεί τα δι­κά μας ε­λατ­τώ­μα­τα». 


Ο Ά­γιος Γρη­γό­ριος ο Θε­ο­λό­γος συμ­πλη­ρώ­νει με τον ποι­η­τι­κό του τρό­πο: «Έ­χεις ψυ­χή μου δου­λειά, και μά­λι­στα, αν θέ­λεις, με­γά­λη. Ε­ξέ­τα­σε τον ε­αυ­τό σου ποι­ά εί­σαι και που εί­σαι στραμ­μέ­νη, α­πό που ήλ­θες και που πρέ­πει να πα­ρου­σια­στείς,αν η ζω­ή εί­ναι αυ­τό που ζεις η κά­τι το κα­λύ­τε­ρο…Έ­χεις ψυ­χή μου, δου­λειά. Μην κου­ρα­στείς α­πό τον κό­πο». 


Και ο Ά­γιος Γρη­γό­ριος Νύσ­σης το­νί­ζει ει­ρω­νευ­ό­με­νος την αν­θρώ­πι­νη α­δυ­να­μί­α: «Εί­ναι πιο εύ­κο­λο να γνωσ­ρί­σου­με τον ου­ρα­νό, πα­ρά τους ε­αυ­τούς μας".


Οι α­σκη­τές της ε­ρή­μου εγ­κα­τα­λεί­πουν τον κό­σμο και α­πο­σύ­ρον­ται στην η­συ­χια για να εν­νο­ή­σουν την α­μαρ­τί­α τους και να με­τα­νο­ή­σουν. Ο Ό­σιος Νεί­λος ο Α­σκη­τής ε­πι­ση­μαί­νει την δυ­σκο­λί­α του πνευ­μα­τι­κού αυ­τού α­γώ­να:  «Γνώ­ρι­σε τον ε­αυ­τό σου πριν α­πό ό­λα, δι­ό­τι τί­πο­τα δεν εί­ναι δυ­σκο­λο­τε­ρο α­πό το να γνω­ρί­σεις τον ε­αυ­τό σου, τί­πο­τα ε­πι­πο­νό­τε­ρο, τί­πο­τα κο­πι­α­στι­κό­τε­ρο. Ό­ταν ό­μως γνω­ρί­σεις τον αυ­τό σου, τό­τε θα μπο­ρέ­σεις να γνω­ρί­σεις και το Θε­ό και να ε­ξε­τά­σεις με το λο­γι­σμό τα κτί­σμα­τα, ό­πως ται­ριά­ζει». Τον Θε­ό και την α­λή­θεια για τα κτί­σμα­τα γνω­ρί­ζου­με μό­νο α­φού φτά­σου­με σε πνευ­μα­τι­κή αυ­το­γνω­σί­α, α­φού τα πά­θη μας εμ­πο­δί­ζουν να δού­με κα­θα­ρά την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. «Το να γνω­ρί­σει κά­ποι­ος τον ε­αυ­τό του εί­ναι το τέ­λος της ερ­γα­σί­ας των α­ρε­τών». λέ­ει ο ό­σιος Νι­κή­τας ο Στη­θά­τος, α­φού καμ­μί­α α­ρε­τή δεν μπο­ρεί να μας ο­δη­γή­σει στον Θε­ό αν δεν γνω­ρί­ζου­με την α­σθέ­νειά μας.


Εν­νο­εί­ται, βέ­βαι­α, πως η πνευ­μα­τι­κή αυ­το­ε­ξέ­τα­ση δεν γί­νε­ται με κά­ποι­ου εί­δους ψυ­χο­λο­γι­κή τε­χνι­κή, ού­τε εί­ναι θε­ω­ρη­τι­κή. Προ­ϋ­πο­θέ­τει την ε­ξέ­τα­ση του ε­αυ­τού μας με γνώ­μο­να τον λό­γο του Θε­ού. Ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ο Ευ­αγ­γε­λι­κός Λό­γος μας α­πο­κα­λύ­πτε­ται, τό­σο μπο­ρού­με να ε­ξε­τά­ζου­με τον ε­αυ­τό μας σε βά­θος και τό­τε μας α­πο­κα­λύ­πτε­ται χά­ρι­τι Θε­ού η α­στο­χί­α μας. Για πα­ρά­δειγ­μα, ό­σο κα­τα­λα­βαί­νω ό­τι η φρά­ση του Κυ­ρί­ου "Μην κρί­νεις ί­να μην κρι­θείς", δεν εί­ναι μια η­θι­κή προ­τρο­πή η έ­να σο­φό α­πό­φθεγ­μα, αλ­λά ό­λο­κλη­ρη στά­ση ζω­ής, τό­σο με­γα­λώ­νει η ε­πι­θυ­μί­α μου να κά­νω ζω­ή μου την α­πο­κά­λυ­ψη αυ­τή. Κα­τα­λα­βαί­νω, ό­τι μπο­ρεί η α­λή­θεια που δί­δα­ξε ο Χρι­στός να α­πο­κα­λύ­φθη­κε μια φο­ρά στην ι­στο­ρί­α, ό­μως ε­γώ κα­λού­μαι αυ­τή την α­λή­θεια να την α­να­κα­λύ­ψω προ­σω­πι­κά, βι­ω­μα­τι­κά. Και θα την α­να­κα­λύ­ψω μό­νο αν εν­νο­ή­σω την τυ­φλό­τη­τά μου, την α­μαρ­τί­α μου και συν­τρι­βώ για την α­στο­χί­α μου. Για τον λό­γο αυ­τό, η α­ρε­τή της αυ­το­μεμ­ψί­ας θε­ω­ρεί­ται α­πό τους Πα­τέ­ρες α­πα­ραί­τη­τη στην πο­ρεί­α προς την αυ­το­γνω­σί­α. «Αυ­τός ο μο­να­δι­κός δρό­μος που προ­τεί­νει ο Ό­σιος, δεν εί­ναι τί­πο­τε άλ­λο πα­ρά η βι­ω­μα­τι­κή κα­τα­νό­η­ση της Ευ­αγ­γε­λι­κής ρή­σης πε­ρί δο­κού και αγ­κί­δας που εί­πε ο Κύ­ριος. «Ό­σον α­φο­ρά την αυ­το­μεμ­ψί­α", λέ­ει ο Μέ­γας Αν­τώ­νιος, "αύ­τη εί­ναι η με­γά­λη ερ­γα­σί­α του αν­θρώ­που, για να κα­τα­νο­ή­σει το σφάλ­μα του ε­νώ­πιόν του Θε­ού». Ρώ­τη­σαν τον αβ­βά του ό­ρους της Νι­τρί­ας: «Τι το πιο πο­λύ βρή­κες σ’ αυ­τόν τον δρό­μο (=της η­συ­χα­στι­κής ζω­ής), πά­τερ;». Α­πο­κρί­θη­κε ο γέ­ρον­τας: «Το να αι­τι­ώ­μαι (κα­τη­γο­ρώ) και να μέμ­φο­μαι τον ε­αυ­τό μου πάν­το­τε». Του λέ­ει ο Αβ­βάς Θε­ό­φι­λος: «Άλ­λος δρό­μος α­πό αυ­τόν δεν υ­πάρ­χει». Η αυ­το­μεμ­ψί­α, που εί­ναι δω­ρε­ά του Πνεύ­μα­τος, μας ο­δη­γεί στην κα­τα­νό­η­ση των σφαλ­μά­των μας, μας α­πο­κα­λύ­πτει τα μύ­χια της ψυ­χής μας, α­φού παύ­ου­με να ζη­τά­με ευ­θύ­νες α­πό τους άλ­λους και ε­ρευ­νού­με τα αί­τια μό­νο σε ε­μάς.


Αυ­τός ο πνευ­μα­τι­κός α­γώ­νας εί­ναι ε­πί­πο­νος, μα­κρύς, κο­πι­α­στι­κός. Εί­ναι δύ­σκο­λο να πα­ρα­δε­χτού­με πό­σο ξα­στο­χή­σα­με, να κα­τα­λά­βου­με πό­σο μα­κριά εί­μα­στε α­πό την  α­λή­θεια που ε­λευ­θε­ρώ­νει τη ψυ­χή, α­πό την α­γά­πη, α­πό την δυ­να­τό­τη­τα να ζού­με κά­θε στιγ­μή με χα­ρά και ευ­χα­ρι­στί­α, ό­πως οι Ά­γιοι. «Κα­νείς δεν εί­ναι τό­σο πο­λύ ε­χθρός του αν­θρώ­που, ό­σο ο ί­διος στον ε­αυ­τό του» έ­λε­γε ο ό­σιος Μάρ­κος ο Α­σκη­τής που εί­χε κα­τα­νο­ή­σει σε βά­θος τον Ευ­αγ­γε­λι­κό λό­γο. 


«Ας προ­σπα­θή­σου­με να γνω­ρί­σου­με κα­λά τον ε­αυ­τό μας, να γνω­ρί­σου­με κα­λά τα τραύ­μα­τα της ψυ­χής μας· για­τί τό­τε μό­νον θα μπο­ρέ­σου­με να χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τα κα­τάλ­λη­λα για τη θε­ρα­πεί­α φάρ­μα­κα. Για­τί ε­κεί­νος που α­γνο­εί την αρ­ρώ­στια του, δε θα λά­βει κα­νέ­να μέ­τρο για τη θε­ρα­πεί­α της», λέ­ει ο Ά­γιος Ι­ω­άν­νης ο Χρυ­σό­στο­μος. Κά­θε πνευ­μα­τι­κή προ­σπά­θεια χω­ρίς γνώ­ση του ε­αυ­τού μας α­πο­βαί­νει ά­καρ­πη, μπο­ρεί μά­λι­στα να ο­δη­γή­σει σε έ­παρ­ση με­γά­λη, α­φού ό­τι κά­νου­με θα εί­ναι ε­ξω­τε­ρι­κό και δεν θα θε­ρα­πεύ­ει την ψυ­χή μας. Με το πα­ρά­δειγ­μα του Φα­ρι­σαί­ου στην γνω­στή πα­ρα­βο­λή, αυ­τό μας ε­πι­ση­μαί­νει ο Κύ­ριος. Η ε­φαρ­μο­γή των εν­το­λών χω­ρίς την αυ­το­μεμ­ψί­α του Τε­λώ­νη ο­δη­γεί σε πτώ­ση και τε­λι­κά σε α­πι­στί­α η φα­να­τι­σμό. Ο αβ­βάς Ποι­μήν λέ­ει σχε­τι­κά, "πως και ό­λες τις α­ρε­τές να α­πο­κτή­σει ο άν­θρω­πος, χω­ρίς την αυ­το­μεμ­ψί­α, εί­ναι σε δύ­σκο­λη θέ­ση». Να πά­ρει δη­λα­δή την ευ­θύ­νη των πρά­ξε­ών του, να α­να­ρω­τη­θεί για το φταί­ξι­μό του πί­σω α­πό κά­θε πει­ρα­σμό και δι­α­φο­ρά με το πλη­σί­ον. Μό­νο έ­τσι θα φτά­σει να δει την α­σθέ­νειά του.


Εί­ναι με­γά­λο και σπου­δαί­ο το θέ­μα της πνευ­μα­τι­κής αυ­το­γνω­σί­ας και εί­ναι δύ­σκο­λο να το α­να­λύ­σου­με σε έ­να μι­κρό άρ­θρο. Ας προ­βλη­μα­τι­στού­με ό­μως και ας α­να­ζη­τή­σου­με ε­κεί­νους που θα μας κα­θο­δη­γή­σουν στο να κα­τα­λά­βου­με πό­σο με­γά­λη ση­μα­σί­α έ­χει για την πνευ­μα­τι­κή μας προ­κο­πή. Τα πα­τε­ρι­κά κεί­με­να εί­ναι γε­μά­τα α­πό αν­τί­στοι­χα χω­ρί­α, πολ­λές φο­ρές ό­μως δεν το κα­τα­λα­βαί­νου­με α­φού α­φ' ε­νός έ­χου­με μια ε­πι­φα­νεια­κή θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα και α­φ'­ε­τέ­ρου έ­χου­με συ­νη­θί­σει μό­νο μί­α ψυ­χο­λο­γι­κού τύ­που ό­ρο­λο­για σχε­τι­κά με την αυ­το­γνω­σί­α.


Ό­σοι λέ­με πως πι­στεύ­ου­με στον Χρι­στό, ας α­να­ζη­τή­σου­με τα νά­μα­τα της πα­ρά­δο­σής μας κι ας προ­χω­ρή­σου­με ε­πι­τέ­λους στα ου­σι­ώ­δη. Κα­λά και σπου­δαί­α εί­ναι ό­σα λέ­νε οι ε­πι­στή­μες για την αυ­το­γνω­σί­α, χρή­σι­μα για να κα­τα­λά­βου­με τις δι­α­τα­ρα­χές της αν­θρώ­πι­νης προ­σω­πι­κό­τη­τας, ω­φέ­λι­μα α­κό­μα και για να εν­νο­ή­σου­με αρ­κε­τά πράγ­μα­τα για τον ε­αυ­τό μας, τα τραύ­μα­τά μας, τις ελ­λεί­ψεις μας, τις α­πω­θή­σεις μας. Ό­μως ό­λα αυ­τά α­κό­μα κι αν τα α­σκή­σου­με με ε­πι­μο­νή (που ε­λά­χι­στοί το κά­νουν κι αυ­τό), κά­που έ­χουν έ­να τέ­λος. Ε­μείς στην Εκ­κλη­σί­α μι­λά­με για μια αυ­το­γνω­σί­α, που ο­δη­γεί στην Θε­ο­γνω­σί­α. Μι­λά­με για αυ­το­μεμ­ψί­α που ο­δη­γεί στην α­νά­λη­ψη της προ­σω­πι­κής ευ­θύ­νης. Μι­λά­με για με­τά­νοι­α που ο­δη­γεί στην ε­λευ­θε­ρί­α, στην πί­στη, την α­γά­πη, την ελ­πί­δα. Και ό­λα αυ­τά εί­ναι δω­ρε­ές του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ό­χι δι­κά μας κα­τορ­θώ­μα­τα. "Αι­τεί­τε, και δο­θή­σε­ται υ­μίν, ζη­τεί­τε, και ευ­ρή­σε­τε, κρού­ε­τε, και α­νοι­γή­σε­ται υ­μίν" (Ματθ. 7, 7), λέ­ει ο Κύ­ριος. Ας α­κού­σου­με την κλή­ση του κι ας αρ­χί­σου­με ε­πι­τέ­λους να ε­ξε­τά­ζου­με τον ε­αυ­τό μας για να μας α­πο­κα­λυ­φθεί η α­σθέ­νειά μας και να α­πο­ζη­τή­σου­με την θε­ρα­πεί­α μας. Α­μήν.