Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Το βαρύ προνόμιο της Δύσης - Οι άραβες κι οι Δυτικοί



ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ

Το βαρύ προνόμιο της Δύσης

(από το βιβλίο «H άνοδος της ασημαντότητας»).

Υπάρχει κάτι το οποίο αποτελεί την ιδιομορφία, τη μοναδικότητα και το βαρύ προνόμιο της Δύσης: πρόκειται γι' αυτή την κοινωνικο-ιστορική αλληλουχία που ξεκινά στην αρχαία Ελλάδα και αρχίζει ξανά, από το 11ο αιώνα και μετά, στη δυτική Ευρώπη. Αυτή είναι η μόνη στην οποία βλέπουμε να προβάλει ένα πρόταγμα ελευθερίας, ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, κριτικής και αυτοκριτικής.

H πιο εντυπωσιακή επιβεβαίωση αυτού είναι ακριβώς ο λόγος ο οποίος καταγγέλλει τη Δύση. Διότι στη Δύση έχουμε τη δυνατότητα (τουλάχιστον ορισμένοι από εμάς) να καταγγέλλουμε τον ολοκληρωτισμό, την αποικιοκρατία, το δουλεμπόριο των Μαύρων, την εξόντωση των Ινδιάνων στην Αμερική. Όμως, δεν έχω δει τους απογόνους των Αζτέκων, των Ινδών ή των Κινέζων να κάνουν μια ανάλογη αυτοκριτική. Απεναντίας, βλέπω ότι ακόμη και σήμερα οι Ιάπωνες αρνούνται τις θηριωδίες που διέπραξαν κατά το B Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι Άραβες καταγγέλλουν συνεχώς ότι για όλα τα κακά που τους ταλαιπωρούν εξαθλίωση, έλλειψη δημοκρατίας, διακοπή της εξέλιξης του πολιτισμού τους κ.λπ. ευθύνεται η αποικιοκρατία την οποία υπέστησαν από τους Ευρωπαίους. Ωστόσο, η αποικιοκρατία σε αρκετές αραβικές χώρες διήρκεσε στη χειρότερη περίπτωση 130 χρόνια (αυτό συνέβη στην Αλγερία, 1830-1962). Όμως οι ίδιοι αυτοί Άραβες, πριν από την αποικιοκρατία των Ευρωπαίων, είχαν υποστεί για 5 αιώνες το ζυγό των Τούρκων. H τουρκική κυριαρχία στην εγγύς και τη Μέση Ανατολή αρχίζει τον 15ο αιώνα και τελειώνει το 1918.

Αλλά οι Άραβες και οι Τούρκοι κατακτητές τους, που ήταν ομόθρησκοί μουσουλμάνοι, δεν μιλούν ποτέ για την κυριαρχία αυτή. Πάντως, η εξέλιξη της αραβικής κουλτούρας σταμάτησε το 11ο με 12ο αιώνα, δηλαδή οκτώ αιώνες πριν καν να μπορεί να γίνει λόγος για την κατακτητική επέκταση της Δύσης. Εξάλλου και αυτή η ίδια η αραβική κουλτούρα βασίστηκε στις κατακτήσεις, την εξόντωση και τη λίγο έως πολύ βίαια επιβολή της ισλαμικής θρησκείας στους κατακτημένους πληθυσμούς. Στην Αίγυπτο το 550 μ.X. δεν υπήρχαν Άραβες, όπως δεν υπήρχαν Άραβες, τότε, στη Λιβύη, στην Αλγερία, στο Μαρόκο, στο Ιράκ. Οι Άραβες που βρίσκονται τώρα εκεί είναι απόγονοι των κατακτητών που κυρίευσαν αυτές τις χώρες και που επέβαλαν, με ή χωρίς βία, στους τοπικούς πληθυσμούς τη δική τους θρησκεία.

Δεν βλέπω όμως να γίνεται καμία κριτική αυτών των γεγονότων μέσα στο χώρο του αραβικού κόσμου. Κατά τον ίδιο τρόπο μιλάμε, βεβαίως, για το δουλεμπόριο των Μαύρων από τους Ευρωπαίους (16ος αιώνας και εντεύθεν), αλλά δεν μιλάμε ποτέ για το γεγονός ότι το δουλεμπόριο και η συστηματική υποδούλωση των Μαύρων στην Αφρική τα εγκαινίασαν Άραβες έμποροι (11ος-12ος αιώνας και εντεύθεν), με τη συνενοχή-συμμετοχή, όπως πάντα, βασιλιάδων και φυλάρχων. Επίσης, δεν μιλάμε για το γεγονός ότι η δουλεία δεν καταργήθηκε αυθόρμητα σε καμία ισλαμική χώρα και ότι σε κάποιες από αυτές η δουλεία ισχύει ακόμη και σήμερα. Δεν θέλω να πω με κανέναν τρόπο ότι όλα αυτά απαλείφουν τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Δυτικοί. Λέω μόνον ότι η ιδιαιτερότητα του δυτικού πολιτισμού έγκειται ακριβώς στην ικανότητά του για αυτο-αμφισβήτηση και αυτοκριτική.

Στην ιστορία της Δύσης, όπως και σε όλες τις άλλες ιστορίες, υπάρχουν θηριωδίες και φρικαλεότητες. Αλλά, όμως, μόνον η Δύση δημιούργησε την ικανότητα για εσωτερική αμφισβήτηση των ίδιων των θεσμών και των ιδεών της εν ονόματι της λογικής συζήτησης μεταξύ των ανθρώπων, η οποία παραμένει ανοιχτή στο διηνεκές και δεν αναγνωρίζει έσχατο δόγμα.

Πηγή:Lifo

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

«Την Ελλάδα που Τον ακολουθεί, οραματίζομαι»

Το Σάββατο 1η Οκτωβρίου 2016 ο μουσικοσυνθέτης θα βρεθεί κάτω από την Ακρόπολη για μια συναυλία-κάλεσμα, για Μια προσευχή για την Ελλάδα, όπως είναι ο τίτλος της μουσικής του παράστασης.


Λίγο πριν ανέβει στη σκηνή του Ηρωδείου, ο Σταμάτης Σπανουδάκης μιλά στο in.gr για το περιεχόμενο και το νόημα της παράστασης αυτής, μιας συναυλίας που ήθελε να κάνει από καιρό, όπως ο ίδιος σημειώνει.
«Αυτή θα ‘ναι μία συναυλία, που από καιρό ήθελα να κάνω. Υπάρχουν κομμάτια μου που αγαπώ, αλλά ποτέ δεν έπαιξα ζωντανά. Θα ακουστούν με τον καλύτερο τρόπο και στον καλύτερο τόπο. Ο τίτλος «Μια προσευχή για την Ελλάδα», αλλά και η διάθεσή μου να είναι η μέρα αυτή ένα κάλεσμα ή μια επίκληση σ' Αυτόν πού όλα τα ελέγχει, με πάει μουσικά αλλού. Πιο μυστικά, πιο «Βυζαντινά», πιο τρυφερά και με πυξίδα που δείχνει στη γλυκιά προσευχή όλων μας. Ο Θεός δεν κοιτάζει τίποτα άλλο παρά μονάχα τις καρδιές μας. Ας είναι, λοιπόν, η δική μου και η δική σας κοντά Του εκείνη τη μέρα, με τη βοήθεια της μουσικής και των αγγέλων».

Την 1η Οκτωβρίου επιστρέφετε στη σκηνή του Ηρωδείου, προσκαλώντας το κοινό σε Μια προσευχή για την Ελλάδα, όπως είναι ο τίτλος της συναυλίας. Ποιο είναι το νόημα που κρύβεται πίσω από αυτόν, είναι μια επίκληση, μια προσευχή για την... «ηλιοποτισμένη» χώρα μας;

«Είχα πει: "σήμερα, ή παίρνεις τα όπλα, ή γονατίζεις και προσεύχεσαι". Είδαμε αυτά τα χρόνια ότι ο "εχθρός" αλλάζει συνέχεια πρόσωπα και ιδεολογίες. Εναντίον ποιου να πολεμήσεις; Σε ποιόν πολιτικό ή κόμμα να πιστέψεις; Σε ποιόν "φίλο" να βασιστείς; Ματαιότης, ματαιοτήτων. Παντού λόγια και ιδέες (ιδεολογίες δηλαδή) και μηδέν εις το ουσιαστικόν και εθνικόν πηλίκον.

»Για μένα, λοιπόν, και με τη λογική αλλά και με την πίστη μου, κυρίως η προσευχή, η επαφή με τον Χριστό και ο εσωτερικός αγώνας, πια, είναι η μόνη λύση. Το "νόημα", λοιπόν, της συναυλίας, είναι ακριβώς αυτό: «Μια προσευχή για την Ελλάδα». Για μένα και για όποιον θέλει και συμφωνεί. Όπως η πίστη δεν επιβάλλεται, έτσι, βεβαίως, ούτε οι τίτλοι συναυλιών και οι γνώμες των καλλιτεχνών. Όποιος θέλει, συμμετέχει, συμφωνεί και επαυξάνει».

Αναλογιζόμενοι τη συμβολική έννοια του τίτλου της συναυλίας σε συνάρτηση με την κατάσταση της πατρίδας μας και του λαού της, θα φτάναμε στο συμπέρασμα ότι προσευχόμαστε για ένα θαύμα πλέον που θα φέρει τη σωτηρία της «ασθενούς» Ελλάδας;

«Εμένα ρωτάτε και εγώ απαντώ. Ναι Αμήν και Ναι. Η Ελλάδα «ασθενεί» κυρίως στο πνεύμα της. Δευτερευόντως, στο σώμα της. Πνευματικός, λοιπόν, πρέπει να είναι και ο αγώνας και το γιατρικό. Χάσαμε την πίστη στον Χριστό, στην αδιάλειπτη συνέχεια και συνέπεια της ιστορίας μας και σε όσα μάς ένωναν. Γίναμε κακώς εννοούμενοι «προοδευτικοί», «Ευρωπαίοι», άνθρωποι της λογικής και όχι της ιερής τρέλας, της υπέρλογης πίστης και της άνευ όρων παλικαριάς. Και σαν τέτοιοι πληρώνουμε το οικονομικό τίμημα. Το πνευματικό τίμημα, που είναι και κατά τι ακριβότερο, αρνούμεθα να το δεχτούμε, πόσο μάλλον να το πληρώσουμε. Κρίμα, γιατί είναι το μόνο που έχει πραγματικό αποτέλεσμα».

Αντιλαμβανόμαστε ότι θα είναι μια ιδιαίτερη και τρυφερή βραδιά αυτή της 1ης Οκτωβρίου κάτω από τον Ακρόπολη, σε ένα χώρο μαγικό. Τι θα περιλαμβάνει αυτή η «Προσευχή» που θα λάβει χώρα στο Ηρώδειο;

«Μουσικές και στίχους που έχω κατά καιρούς γράψει για τον Χριστό, την Ελλάδα, τους αγαπημένους μου ήρωες. Βοηθούμενος από το κλαρίνο του Θανάση Βασιλόπουλου, το βιολί του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, την ορχήστρα εγχόρδων «Τάμαλο», την ροκ μπάντα μου, τις φωνές των πρωτοψαλτών Κώστα και Γιώργου Μπιλάλη, των «Άνεμος», την τετράφωνη χορωδία «Μελωδοι», αλλά και την παιδική του Σπύρου Λάμπρου».

Ως άνθρωπος έχετε μια ιδιαίτερη σχέση με τη χριστιανική θρησκεία και επικαλείστε σχεδόν σε κάθε κουβέντα και έργο σας το Θεό...

«Τον Χριστό πάντα επικαλούμαι, γιατί αυτός είναι το σημείον το αμφιλεγόμενον, αλλά και ο αληθινός Θεός. Η «θρησκεία» έπεται και υπάρχει μόνον αν ο Χριστός είναι αυτός που είπε, πράγμα για το οποίο και εσταυρώθη. Αλλά και ανεστήθη. Η σχέση μου είναι σχέση μικρού παιδιού, που, με αδέξια μπουσουλίσματα και βηματάκια, απλώνει τα χέρια του να αγγίξει το όνειρο, τον πατέρα, την αγάπη, την αληθινή ζωή. Καμιά φορά τα καταφέρνει για λίγο, μόνο λίγο. Στα πνευματικά θέματα όμως "είναι πολύ το λίγο"».

Οι κρίσιμες στιγμές που ζούμε δεν είναι μόνο φαινόμενο ελληνικό, αρκεί μια ματιά στα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Πώς θα χαρακτηρίζατε τις εποχές που ζούμε και τις μέρες που έρχονται;

«Αποκαλυπτικές. Δεν θα σας μιλήσω για προφητείες γερόντων (αλήθεια, όμως, σκεφτείτε πόσους Αγίους γέννησε η χώρα μας αυτόν τον αιώνα), αλλά για προφητείες που υπάρχουν για τους "τελευταίους καιρούς" στην ίδια την Βίβλο. Ένα ανοιχτό μυαλό, που πραγματικά ψάχνει, θα βρει όλα όσα συμβαίνουν, εκεί. Το "ευχάριστο" είναι ότι όλα αυτά γίνονται με έναν τελικό σκοπό, ετοιμασμένο από κάποιον που μας αγαπάει. Πάλι όμως προσκρούουμε στην πίστη, στο θαύμα».

Επιστρέφοντας στην «Ηλιοποτισμένη», το πρόσφατο δισκογραφικό έργο σας, το ερώτημά μου είναι τι είναι για εσάς η Ελλάδα;

«Ελλάδα είναι η μητέρα μου. Πατρίδα είναι ο πατέρας μου και Χριστός είναι ο φίλος κι αδελφός μου».

Υπάρχει συλλογικός στόχος πιστεύετε; Και επίσης, εσείς ποια Ελλάδα οραματίζεστε;

«Δεν υπάρχει. Και δεν θα υπάρξει ποτέ, Αυτό μας δείχνει και η ιστορία μας και η πίστη μας. Πάντα ο Ένας οδηγούσε και οι πολλοί ακολουθούσαν. Σήμερα ανθρωπίνως αυτός ο ένας είναι απών. Ο όντως Ένας, όμως, είναι αιώνια παρών και περιμένει με ανοιχτά χέρια. Την Ελλάδα που Τον ακολουθεί, οραματίζομαι».

Πηγή: in.gr

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

M­πουρ­κί­νι στη θά­λασ­σα





Κά­θε φο­ρά που α­πει­λεί­ται η α­κε­ραι­ό­τη­τα της Γαλ­λί­ας, δι­α­μορ­φώ­νε­ται μια μά­ζα δο­σι­λό­γων που α­περ­γά­ζον­ται την κα­τα­στρο­φή της. Στον πό­λε­μο των Ε­κα­τό Ε­τών ή­ταν οι Μπουρ­γκι­νιόν, στην αρ­χή της βα­σι­λεί­ας του Λου­δο­βί­κου XIV ή­ταν οι ε­ξε­γερ­μέ­νοι της Σφεν­δό­νας, στη διά­ρκεια της Γαλ­λι­κής Ε­πα­νά­στα­σης οι πρω­σό­φι­λοι ε­μιγ­κρέ­δες α­πό το Κόμ­πλετς, στον Β΄ παγ­κό­σμιο πό­λε­μο οι υ­πο­στη­ρι­κτές του κα­θε­στώ­τος του Βι­σύ και των Γερ­μα­νών, στους αν­τι­α­ποι­κια­κούς α­γώ­νες ή­ταν ό­σοι α­πο­θέ­ω­σαν τους πιο φα­να­τι­κούς ε­θνι­κι­στές που, στη συ­νέ­χεια, προ­κά­λε­σαν α­νε­πα­νόρ­θω­τες βλά­βες στις α­πο-α­ποι­κι­ο­ποι­η­μέ­νες τους πα­τρί­δες. Σή­με­ρα, η μά­ζα των δο­σι­λό­γων συν­τί­θε­ται α­πό ά­το­μα και ο­μά­δες που πα­ρα­δο­σια­κά χα­ρα­κτη­ρί­ζουν δο­σι­λό­γους τους ε­χθρούς τους – πο­τέ τον ε­αυ­τό τους.

Στη Γαλ­λί­α η μα­χη­τι­κή τους ρη­το­ρι­κή εί­ναι υ­πο­νο­μευ­τι­κή: ευ­θύ­νε­ται για τον ε­ξισ­λα­μι­σμό που προ­χω­ρεί σαν γάγ­γραι­να, ε­ξα­σθε­νών­τας τους δη­μο­κρα­τι­κούς θε­σμούς κι α­πο­τε­λών­τας α­να­πό­δρα­στη κα­θη­με­ρι­νή εμ­πει­ρί­α. Οι άν­θρω­ποι αυ­τοί –α­πό έ­να μέ­ρος του Σο­σι­α­λι­στι­κού Κόμ­μα­τος (με ε­πι­κε­φα­λής τον Z.-K. K­αμ­παν­τε­λίς) μέ­χρι το ά­κρο του α­ρι­στε­ρού φά­σμα­τος– δι­α­χω­ρί­ζουν τους μου­σουλ­μά­νους α­πό το Ισ­λάμ, κη­ρύσ­σουν την «αρ­μο­νι­κή συμ­βί­ω­ση» με κά­θε τί­μη­μα και μπρο­στά σε κά­θε α­ξί­ω­ση, ρί­χνουν το φταί­ξι­μο στον Κα­θο­λι­κι­σμό ε­ξι­σώ­νον­τας το Ισ­λάμ με τους «φα­να­τι­κούς» Κα­θο­λι­κούς (μο­λο­νό­τι, εί­ναι πε­ριτ­τό να το α­να­φέ­ρω, οι Κα­θο­λι­κοί δεν κό­βουν κε­φά­λια) και ε­πα­να­λαμ­βά­νον­τας την ε­πω­δό της ε­πά­ρα­της ισ­λα­μο­φο­βί­ας την ο­ποί­α α­νά­γουν σε πρω­ταρ­χι­κό πρό­βλη­μα. Και η ο­ποί­α, σπεύ­δω να συμ­πλη­ρώ­σω, ε­κτός του ό­τι θε­ω­ρεί­ται α­βά­σι­μη, υ­πο­τί­θε­ται πως προ­κύ­πτει α­πό ρα­τσι­στι­κή ι­δε­ο­λο­γί­α, ά­ρα εί­ναι η­θι­κά α­πα­ρά­δε­κτη και κοι­νω­νι­κά δι­α­λυ­τι­κή. 

Αυ­τή η μά­ζα, η με­θυ­σμέ­νη α­πό την ί­δια της τη με­γα­λο­ψυ­χί­α, ε­λα­χι­στο­ποι­εί τα γε­γο­νό­τα («με­ρι­κές με­μο­νω­μέ­νες πρά­ξεις βί­ας»), τα ψυ­χι­α­τρι­κο­ποι­εί («μια χού­φτα α­νι­σόρ­ρο­πων»), τα το­πο­θε­τεί σε κοι­νω­νι­κό συγ­κεί­με­νο («θύ­μα­τα του πε­ριρ­ρέ­ον­τος ρα­τσι­σμού»), κα­θώς και σε ι­στο­ρι­κό συγ­κεί­με­νο («συ­νέ­πει­ες της α­ποι­κι­ο­κρα­τί­ας»). Τέ­λος, ευ­τε­λί­ζει τα προ­βλή­μα­τα ό­πως συ­νέ­βη με το ζή­τη­μα του «μπουρ­κί­νι» (φαι­δρή λέ­ξη): «Το μπουρ­κί­νι εί­ναι έ­νας τρό­πος ντυ­σί­μα­τος». Προ­σθέ­τω το φτη­νό μου ε­πι­χεί­ρη­μα: και η στο­λή του α­ξι­ω­μα­τι­κού των SS εί­ναι έ­νας τρό­πος ντυ­σί­μα­τος.

Η μά­ζα των δο­σι­λό­γων δεν βλέ­πει τις προ­κλή­σεις και εγ­κλή­μα­τα των ισ­λα­μι­στών, βλέ­πει ε­πι­πτώ­σεις εγ­κλη­μά­των των Γάλ­λων. Ε­πί­σης, δεν βλέ­πει ό­τι η Γαλ­λί­α α­πεμ­πο­λεί η­θι­κές αρ­χές και αν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα. Πρό­κει­ται για αν­τε­στραμ­μέ­νο σο­βι­νι­σμό: η Γαλ­λί­α πα­θαί­νει ό­σα πα­θαί­νει (οι­κο­νο­μι­κό μα­ρα­σμό, πο­λι­τι­στι­κή υ­πο­χώ­ρη­ση, μου­σουλ­μα­νι­κό εκ­φο­βι­σμό) ε­πει­δή «φταί­ει». Κά­τι τέ­τοι­α έ­λε­γε και ο στρα­τάρ­χης Πε­ταίν το 1940: η Γαλ­λί­α εί­ναι έ­νο­χη – Λα­ϊ­κό Μέ­τω­πο, πνεύ­μα ε­πι­κού­ρει­ο, πά­θος για ε­πα­να­στά­σεις. Κι ε­νώ οι τζι­χαν­τι­στές σκορ­πούν τον θά­να­το σε ό­λον τον κό­σμο χω­ρίς οι μου­σουλ­μά­νοι να ε­ξε­γεί­ρον­ται ε­ναν­τί­ον τους (υ­πάρ­χουν λι­γο­στές ε­ξαι­ρέ­σεις), στη μά­ζα των δο­σι­λό­γων συρ­ρέ­ουν φε­μι­νί­στρι­ες της δι­ε­στραμ­μέ­νης πτέ­ρυ­γας –που ε­πι­μέ­νουν ό­τι η νι­χάμπ, το μπουρ­κί­νι κι ό­λες οι εν­δυ­μα­το­λο­γι­κές μορ­φές α­πο­προ­σω­πο­ποί­η­σης εί­ναι «γυ­ναι­κεί­ο δι­καί­ω­μα»– και δι­α­νο­ού­με­νοι τύ­που Τα­ρίκ Ρα­μαν­τάν οι ο­ποί­οι έ­χον­τας α­ξι­ο­ποι­ή­σει στο μέ­γι­στο την κο­σμι­κή κοι­νω­νί­α θέ­λουν να την κα­ταρ­γή­σουν. Έ­χει α­να­πτυ­χθεί πα­νί­σχυ­ρο φι­λο­μου­σουλ­μα­νι­κό λόμ­πι που ε­ξα­σκεί τυ­ραν­νί­α σε ό­λες τις ό­ψεις της γαλ­λι­κής ζω­ής: ό­χι, οι μου­σουλ­μά­νοι δεν εί­ναι οι τα­πει­νοί και οι κα­τα­φρο­νε­μέ­νοι – τα­πει­νοί και κα­τα­φρο­νε­μέ­νοι εί­ναι ό­σοι δεν έ­χουν φω­νή. 

Σή­με­ρα, στη χώ­ρα του Μο­λι­έ­ρου, θρι­αμ­βεύ­ει ο Ταρ­τού­φος. Στη χώ­ρα της Ζορζ Σαντ και της Σι­μόν ντε Μπο­βου­άρ θρι­αμ­βεύ­ει η πιο πρω­τό­γο­νη αρ­ρε­νω­πό­τη­τα ε­νώ οι κα­λο­συ­νά­τες και συγ­κα­τα­βα­τι­κές φε­μι­νί­στρι­ες χει­ρο­κρο­τούν την πα­ραί­τη­ση α­πό τους α­γώ­νες τους. Προ­στί­θεν­ται οι ε­πα­να­στά­τες του γλυ­κού νε­ρού· η α­ρι­στε­ρά της σαμ­πά­νιας και οι τύ­ποι του ’68 που πε­ρι­φρο­νούν την «α­στι­κή νο­μι­μό­τη­τα». Και αίφ­νης ό­λοι με­τα­μορ­φώ­νον­ται σε νο­μο­μα­θείς που ε­πι­θυ­μούν την πι­στή ε­φαρ­μο­γή του νό­μου. Η αν­τί­φα­ση τούς δι­α­φεύ­γει εν­τε­λώς, ό­πως και το φαι­νό­με­νο της νο­μι­κής δει­λί­ας που α­πο­τε­λεί γνώ­ρι­σμα ό­λων των ευ­ρω­πα­ϊ­κών κοι­νω­νι­ών τα τε­λευ­ταί­α σα­ράν­τα χρό­νια.

Η δι­α­μά­χη για το μπουρ­κί­νι εί­ναι δι­α­μά­χη για την υ­πο­τα­γή, ό­πως ή­ταν πάν­τα ό­ταν α­νέ­βαι­νε στη σκη­νή η μά­ζα των δο­σι­λό­γων. Ο Μι­σέλ Ου­ελ­μπέκ εί­χε για μια α­κό­μη φο­ρά δί­κιο και κα­νείς στη Γαλ­λί­α δεν του το συγ­χω­ρεί – ο κα­θέ­νας για τους λό­γους του. Αλ­λά, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δεν εί­ναι μό­νος: για ό­σους πι­στεύ­ουν στον γαλ­λι­κό πο­λι­τι­σμό και στη γαλ­λι­κή δη­μο­κρα­τί­α, υ­πάρ­χει το πα­ρελ­θόν: ο Μον­ταίν, ο Πα­σκάλ, ο Βολ­ταίρ, ο Κα­μύ, η Σι­μόν Βέ­ιλ – και, α­πέ­ναν­τι στη μά­ζα των δο­σι­λό­γων, με­ρι­κοί ση­με­ρι­νοί στο­χα­στές που ε­πα­να­λαμ­βά­νουν ό­τι το Ισ­λάμ εί­ναι φα­σι­στι­κό πρό­γραμ­μα που ερ­γα­λει­ο­ποι­εί μια ο­λο­κλη­ρω­τι­κή θρη­σκεί­α. Α­νέ­κα­θεν η α­ρι­στε­ρά έ­δει­χνε θάμ­βος για τον πρώ­ι­μο φα­σι­σμό, τον τρι­το­κο­σμι­κό ε­θνι­κι­σμό και τον ε­ξω­τι­σμό. 

Με την α­νο­χή των Σο­σι­α­λι­στών και την πα­ρό­τρυν­ση της ά­κρας α­ρι­στε­ράς οι μου­σουλ­μά­νοι ζη­τούν φυ­λε­τι­κό δι­α­χω­ρι­σμό στα σχο­λεί­α και στις α­θλη­τι­κές δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, κα­τάρ­γη­ση του νό­μου για την μπούρ­κα στον δη­μό­σιο χώ­ρο (τον έ­χουν κα­ταρ­γή­σει στην πρά­ξη ό­πως κι άλ­λους στοι­χει­ώ­δεις νό­μους: πο­λυ­γα­μί­α, α­πα­γό­ρευ­ση γά­μων α­νη­λί­κων), μπουρ­κί­νι στη θά­λασ­σα και τοια­ύτα: βαθ­μια­ία προ­σπα­θούν να εγ­κα­τα­στή­σουν τη σα­ρί­α· δεν το κρύ­βουν· δεν πρό­κει­ται για φαν­τα­σί­ω­ση, ού­τε για «φο­βί­α». Ε­ξάλ­λου, ε­πι­κρί­νουν με σφο­δρό­τη­τα τις κοι­νω­νί­ες που τους έ­χουν υ­πο­δε­χτεί και τους έ­χουν προ­σφέ­ρει ερ­γα­σί­α, ε­λευ­θε­ρί­α και ευ­και­ρί­ες. Ω­στό­σο, με το να ε­πι­βάλ­λουν το μπουρ­κί­νι ως έν­δυ­μα σε­μνό­τη­τας χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τις γυ­ναί­κες που φο­ρούν μα­γιό ά­σε­μνες και α­χρεί­ες. Ού­τε αυ­τό το κρύ­βουν. Ε­ξάλ­λου, οι Γάλ­λοι ε­κλαμ­βά­νουν το ε­πι­λε­γό­με­νο μπουρ­κί­νι ως μέ­ρος του life-style: οι μου­σουλ­μά­νοι εί­ναι ει­λι­κρι­νείς· κά­νουν α­νοι­χτά λό­γο για υ­πα­κο­ή στο Κο­ρά­νι, για η­θι­κή αυ­στη­ρό­τη­τα, για την α­πα­ραί­τη­τη γυ­ναι­κεί­α αι­δώ. 

Κι ό­μως λί­γοι βλέ­πουν, λί­γοι α­να­γνω­ρί­ζουν ό­τι ε­κτυ­λίσ­σε­ται πό­λε­μος στο ε­σω­τε­ρι­κό των κοι­νω­νι­ών μας και σε παγ­κό­σμια κλί­μα­κα – έ­τσι κι αλ­λι­ώς, λί­γοι έ­βλε­παν την ά­νο­δο του να­ζι­σμού, λί­γοι πα­ρα­δέ­χον­ταν τα εγ­κλή­μα­τα του στα­λι­νι­σμού. Ε­φη­συ­χα­σμός, ε­πα­νά­παυ­ση, ευ­νου­χι­σμός, α­πά­θεια. Ψευ­δαι­σθή­σεις ο­ρι­εν­τα­λι­σμού, υ­πο­τα­γή. Η μά­ζα των δο­σι­λό­γων εν­θαρ­ρύ­νει τις προ­κλή­σεις ε­ναν­τί­ον της νε­ο­τε­ρι­κό­τη­τας και υ­πέρ του σκο­τα­δι­σμού – κι ε­πει­δή η πρό­ο­δος δεν εί­ναι α­μεί­λι­κτη και α­να­πό­φευ­κτη, ε­πι­στρέ­φου­με, ε­θε­λο­τυ­φλών­τας, στην ε­πο­χή πριν α­πό τη μά­χη του Που­α­τι­έ.  



Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Υπάρχει ζωή πριν τον θάνατο;


“...θάνατος γαρ εστίν η άνευ Χριστού ζωή»

Με αφορμή την ευαγγελική περικοπή της 21ης Αυγούστου (Ματθ. ιδ΄14-22)

πρωτ. Χριστόδουλος Μπίθας

 Ζούμε σε μια ανασφαλή εποχή όπου καθώς όλα μοιάζουν ρευστά και μεταβατικά οι περισσότεροι άνθρωποι νοιώθουν ανασφαλεια, άγχος και φόβο. Τα μεγάλα προβλήματα που συσωρεύτηκαν τα τελευταία χρόνια στην πατρίδα μας - πνευματική και πολιτισμική κρίση, οικονομική κατάρρευση, ανεργία και φτώχια, ανεξέλεγκτη μετανάστευση, εγκληματικότητα, πιθανοί κίνδυνοι πολεμικής εμπλοκής με τους κάθε λογής γείτονές μας, μόνιμη κρίση στην παιδεία, ακραίος λαϊκισμός, έχουν τρομάξει τους συμπατριώτες μας. Ταυτόχρονα, τα γεωπολιτικά και οικονομικά "παιχνίδια" των Μεγάλων Δυνάμεων, η ραγδαία αύξηση του ακραίου Ισλάμ σε κοντινές χώρες, το σοβαρότατο οικολογικό πρόβλημα και τόσα άλλα γεμίζουν φόβο κι ανησυχία το νου και την ψυχή.

 Βεβαίως, μαζί με όλα αυτά στον καθένα μας κυριαρχεί ο φόβος της φθοράς και του θανάτου, ο φόβος για την ασφάλεια και την υγεία των αγαπημένων προσώπων, ο φόβος να μην χάσουμε όσα θεωρούμε κεκτημένα. Είμαστε τα μόνα πλάσματα πάνω στην γη που γνωρίζουμε ότι θα πεθάνουμε κι αυτό καθορίζει την ζωή και την σκέψη, μας φέρνει αντιμέτωπους με το πεπερασμένο της ύπαρξής μας. Συνηθίζουμε να μην αναφερόμαστε στο θέμα του θανάτου στην καθημερινότητά μας, σα να’ ναι ένα κοινό μυστικό που όλοι θυμόμαστε αλλά κανείς δεν θέλει να το συζητήσει ανοιχτά. Εξορίσαμε από την ζωή μας τα ταφικά έθιμα που επί χιλιάδες λειτουργούσαν ψυχοθεραπευτικά στους ανθρώπους όλων τον πολιτισμών. Ζούμε στην εποχή της λήθης, της απώθησης, του εφήμερου, και το πληρώνουμε ακριβά. Συνειδητά η ασυνείδητα, η ζωή μας καθορίζεται από τον φόβο του θανάτου, που είτε προσπαθούμε να τον ξεχάσουμε και τον απωθούμε είτε μας βασανίζει μέσα από πολλούς και διάφορους φόβους. Ο φόβος του θανάτου για κάποιους είναι εμφανής, ενώ για άλλους εκφράζεται έμμεσα, είτε ως άγχος, είτε μεταμφιεσμένος σε κάποιο άλλο ψυχολογικό σύμπτωμα. 

Ο φόβος ως ψυχική διεργασία λειτουργεί σαν μηχανισμός επιβίωσης, αφού αν δεν υπήρχε το συναίσθημα του φόβου δεν θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε τους κινδύνους που μας απειλούν. Όμως, όταν ο φόβος κυριαρχεί στην ψυχή μας, συνήθως μετατρέπεται σε  άγχος, σε τρόμο, η πανικό, και βέβαια σε πολλές και διάφορες φοβίες, δηλαδή σε παθολογικό άγχος απέναντι σε κάποια συγκεκριμένη κατάσταση χωρίς να υπάρχει πραγματικός κίνδυνος.  Η εμπειρία του φόβου παραμένει στο ασυνείδητο, όπου μπορεί να εκδηλωθεί μέσα από εφιάλτες. Ο φόβος μπορεί επίσης να βιωθεί μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο και να μετατραπεί μέσω των ΜΜΕ η πολιτικών κομμάτων σε μαζική υστερία η να οδηγήσει σε επιθετικότητα.

Ο φόβος του θανάτου βαθειά μέσα στην ψυχή μας παρουσιάζεται σαν μια  αδιάκοπη απειλή. Θέλουμε να μάθουμε το αύριο, τρέχουμε σε αστρολόγους, μέντιουμ, ψάχνουμε προορατικούς "γέροντες" που θα μας πουν τα μελούμενα. Άλλοι από εμάς προσπαθούμε να τον ξορκίσουμε μέσα από την υστεροφημία, την κοινωνική καταξίωση, την απόκτηση πλούτου και δόξας, κάποιοι γεμίζουμε τον χρόνο μας με συνεχείς δραστηριότητες, κάποιοι κάνουν ακραία σπορ, κάποιοι απλώς πέφτουν στις καταχρήσεις. Παρ’ όλα αυτά ο φόβος του θανάτου και της απώλειας κυριεύει την ζωή μας. Όσο τον απωθούμε τόσο μας βασανίζει.

Ο φόβος του αύριο μας κάνει να σκεφτόμαστε με άγχος το μέλλον, αντί να ζούμε το παρόν κι έτσι μένουμε στάσιμοι, προσπαθούμε να παρηγορηθούμε με την ύλη, το ευτελές, με το εφήμερο. Και η αδυναμία να ελέγξουμε την ζωή μας, μας κρατά καθηλωμένους, στάσιμους. Ο φόβος μας παραλύει και εμποδίζει την χαρά του σήμερα και την μετάνοια, δηλαδή την ευθύνης απένατι στην ύπαρξή μας. Όσο ζούμε μέσα στο φόβο και το άγχος, η στιγμή χάνεται, δεν ζούμε, ο φόβος τρώει τα σωθικά μας και μας στερεί την χαρά της στιγμής, μας κλείνει στον εαυτό μας, προκαλεί θυμό η θλίψη.

Πως πρέπει άραγε να αντιμετωπίζει ένας Ορθόδοξος Χριστιανός το θέμα του φόβου; Ποιά πρέπει να είναι η στάση του, ώστε να μην επηρεάζεται από τον φόβο του θανάτου; Ποιός είναι ο τρόπος που θα "απαλλάξη τούτους, όσοι φόβω θανάτου δια παντός του ζην ένοχοι ήσαν δουλείας" (Β Ἑ­βρ. 2: 14,15).

 Ο Χριστός μας έχει προειδοποιήσει: "Μην μεριμνήσετε για το αύριο, γιατί το αύριο θα μεριμνήσει για τον εαυτό του. Αρκετή για την ημέρα είναι η κακοπάθειά της" (δηλαδή τα προβλήματα) (Ματθ. 6:34). Όμως εμείς "Προτιμάμε καλύτερα να πεθαίνουμε κάθε ώρα από το φόβο του θανάτου, παρά να πεθάνουμε μια φορά", όπως γράφει κάπου ο μέγας Σαίξπηρ. Αντί να θυμόμαστε πως η επίγεια ζωή μας έχει ένα τέλος και αυτό να μας κάνει να την ζούμε με χαρά κι ευχαριστία, με αγάπη και ευγνωμοσύνη για κάθε λεπτό, βυθιζόμαστε στο φόβο και το άγχος. Πράγματι, πως να ζήσεις έτσι αν δεν έχεις πίστη στο ότι η ζωή αυτή συνεχίζεται αιώνια, πως να ευχαριστείς όταν δεν μπορείς να ζήσεις την στιγμή, πνιγμένος από τις ενοχές του χτες και τον φόβο του αύριο, πως να χαίρεσαι αν η αγάπη σου είναι λειψή και δεν απολαμβάνεις την αγάπη με τους ανθρώπους, όταν όλοι τάχα σου φταίνε και βιώνεις διαρκώς διαψεύσεις; Πως να ζήσεις πραγματικά αν είσαι ήδη πεθαμένος και συ νομίζεις ότι είσαι ζωντανός;

 Όλη η διδασκάλια του Χριστού περιστρέφεται ακριβώς γύρω από το πως ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει δίχως φόβο. Η Ανάστασή Του και η υπόσχεση ότι θα αναστηθούμε όλοι, η διδασκάλια Του για την αγάπη υποδεικνύουν τον τρόπο της θεραπείας. "Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή. Όποιος πιστεύει σ’ εμένα κι αν πεθάνει θα ζήσει,  και καθένας που ζει και πιστεύει σ’ εμένα δεν θα πεθάνει στον αιώνα."(Ιω.11:26).

Όσο περισσότερο η πίστη μου στην Ανάσταση αυξάνεται, ο φόβος μετριάζεται. Όσο περισσότερο ζω με αγάπη, η στιγμή γίνεται αιώνια. Όσο συγχωρώ, τόσο ησυχάζω. Όσο παύω να μισώ, να οργίζομαι η να ζηλοφθονώ, τόσο ειρηνεύω. Όσο περισσότερο απαλάσσομαι από τις μέριμνες, ο φόβος μετριάζεται, το άγχος θεραπεύεται, ζω τώρα. Όσο θυμάμαι πως είμαι διαχειριστής όσων μου δόθηκαν, ακόμα και των παιδιών μου και πως σκοπός είναι να διαχειρίζομαι τα πάντα κατά τον τρόπο του Ευαγγελίου κι όχι με τον τρόπο που η πεπτωκυία φύση μου υποβάλλει, τόσο απολαμβάνω το σήμερα και την σχέση με τον κόσμο. Όσο περισσότερο απαλάσσομαι, συν Θεώ, από τις ενοχές μου για όσα έκανα η όσα δεν έπραξα στο παρελθόν, η ψυχή μου αλαφρώνει. Όσο υπερβαίνω την φιλαυτία μου και καθαρίζω την ύπαρξή μου από την αμαρτία μου, ελευθερώνομαι από το βάρος μου. Όσο η σχέση μου με τον Χριστό γίνεται σχέση προσώπων, τόσο πείθομαι για την παρουσία Του στην ζωή μου. Όσο πορεύομαι με αυτό τον τρόπο, ζω μυστηριακά πρόγευση αιωνιότητος. 

 Ξεχωριστή θέση στην Ορθόδοξη παράδοση έχει η αρετή της "μνήμης του θανάτου". Όσο έχω, με την βοήθεια του Αγίου Πνεύματος μνήμη θανάτου, καταλαβαίνω αυτό που έλεγε ο Όσιος Ισαάκ ο Σύρος, πως "η πρώτη έννοια την οποία τοποθετεί μέσα στην καρδιά του ανθρώπου η θεία φιλανθρωπία και οδηγεί την ψυχή στην ζωή, είναι η ενθύμηση του θανάτου. Στον λογισμό αυτό ακολουθεί με φυσικό τρόπο η καταφρόνηση του κόσμου (δηλαδή των εμπαθών λογισμών), και από το σημείο αυτό αρχίζει στον άνθρωπο κάθε αγαθή κίνηση που τον οδηγεί στην ζωή".

Από την αρχαιότητα, οι φιλόσοφοι έθεσαν ως μέγα ζήτημα την σημασία του να θυμόμαστε πως είμαστε θνητοί. Ο Πλάτωνας έλεγε πώς  "Οι ορθώς  φιλοσοφούντες  αποθνήσκειν μελετώσι", δηλαδή πως όσοι φιλοσοφούν σωστά  είναι αυτοί  που μελετούν αποκλειστικά πώς  θα πεθάνουν, δηλαδή  ότι  όλη τους η ζωή  καθίσταται  ένας  μελετημένος βίος  με βάση  τήν  οπτική του θανάτου, ενώ ο Επίκουρος ήθελε να διατυπώσει μια φιλοσοφική διδασκαλία, με την οποία οι άνθρωποι θα κατόρθωναν να αποφύγουν τον φόβο του θανάτου και να εξασφαλίσουν στην ψυχή τους την αταραξία, την γαλήνη, έτσι που να αισθάνονται ευτυχισμένοι κάτω ακόμα και από τις πλέον αντίξοες συνθήκες. Αυτή η λογική μνήμη του θανάτου ως εφαλτήριο ζωής, ενυπάρχει σε πολλές φιλισοφικές απόψεις μέσα στους αιώνες.

 Όλα αυτά είναι σπουδαία για την ανθρώπινη σκέψη, όμως, στην Ορθόδοξη Παράδοση, πέρα από λογική μνήμη, η "Μνήμη του Θανάτου" θεωρείται αρετή που δίδεται στον πιστό από το Άγιο Πνεύμα όσο περισσότερο μεγαλώνει η πίστη του στον Αναστάντα Χριστό. " Αν ανάσταση νεκρών δεν υπάρχει, ούτε ο Χριστός έχει εγερθεί.  Και αν ο Χριστός δεν έχει εγερθεί, άρα είναι κενό και το κήρυγμά μας, κενή και η πίστη σας.  Ιδού, ένα μυστήριο σας λέω: όλοι δε θα κοιμηθούμε, όλοι όμως θα αλλάξουμε,  σε μια στιγμή, σε ριπή οφθαλμού, κατά την έσχατη σάλπιγγα. Γιατί θα σαλπίσει και οι νεκροί θα εγερθούν άφθαρτοι και εμείς θα αλλάξουμε.  Γιατί πρέπει το φθαρτό τούτο να ντυθεί αφθαρσία και το θνητό τούτο να ντυθεί αθανασία..." λέει ο Απόστολος Παύλος. "...Όταν αυτό που είναι φθαρτό ντυθεί αφθαρσία και το θνητό ντυθεί αθανασία, τότε θα πραγματοποιηθεί ο λόγος ο γραμμένος: Καταβροχθίστηκε ο θάνατος και νικήθηκε". (Α Κορ 15: 13-14, 51 -54)

Είναι αρετή η μνήμη του θανάτου γιατί μας οδηγεί σταδιακά από την απώθηση του φόβου στην αποδοχή της ζωής κι από την απελπισία για το αύριο στην ευχαριστία του σήμερα. Πίστη στον Αναστάντα Χριστό, σημαίνει πως η προσωπική σχέση μαζί του μυστηριακά μας ζωοποιεί δια της χάριτος αφού όπως λέει ο Απόστολος Παύλος " και ενώ ήμασταν νεκροί στα παραπτώματα, μας ζωοποίησε μαζί με τον Χριστό - με την χάρη είστε σωσμένοι." (Εφ. 2:5). Η πίστη δεν είναι ιδεολογία, ούτε εκτέλεση καθηκόντων, αλλά πορεία προς την όντως ζωή και πρόγευση Βασιλείας. 

Ευχαριστία "πάντων ένεκεν" κάθε στιγμή, έξοδος από τον εαυτό μας, πλησίασμα στον πλησίον, αυτογνωσία που οδηγεί στην μετάνοια, άρνηση στις οποιοδήποτε μέριμνες, θεραπεία από την φιλαυτία μας, για να πορευτούμε στην φιλαδελφία και από εκεί στην φιλοθεΐα. Αυτός είναι ο τροπος της εν Χριστώ θεραπείας από τον φόβο και την θλίψη. Όλα αυτά είναι δωρεές του Αγίου Πνεύματος που δίδονται μόνο όταν τα ζητήσουμε συντετριμμένοι και χτυπήσουμε την θύρα δυνατά. Τότε μας αποκαλύπτεται ο Θεός προσωπικά και ο φόβος υποχωρεί. Μένει μόνο ο φόβος να μην χάσουμε την παρουσία του από την ζωή μας. Αποκτούμε τότε μαζί με τον ψαλμωδό (Ψαλμ. 22) την τόλμη που διώχνει τον φόβο: "Κυριος ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει ". Αμήν.
                                                               

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

Η ΕΛΠΙΔΑ ΤΗΣ ΛΙΝΕΤ



                                               
Ήταν πριν τρία χρόνια  που ανέγνωσα το βιβλίο «Η ΕΛΠΙΔΑ ΤΗΣ ΛΙΝΕΤ» (εκδ. Ακρίτας), όταν διαβάζοντας και την τελευταία του σελίδα αυτοδεσμεύθηκα να δώσω συνέχεια , να διαδώσω τη μαρτυρία ζωής και θανάτου αυτής της φωτεινής ύπαρξης. Μια ελάχιστη οφειλή για μια γυναίκα που έζησε μια πλήρη ζωή από αγάπη για την όντως Ζωή. Με συγκλόνισε  η απόλυτη αγάπη που ένιωσε και την μοιράστηκε.   Μα ποια ήταν η Λινέτ;

Μια χαριτωμένη Αμερικάνα που από τα παιδικά της χρόνια έμαθε να διακονεί ούσα ένα από τα πέντε παιδιά των ιεραποστόλων γονιών της. Μαζί τους παιδί δέκα χρόνια στην ιεραποστολή της Ουγκάντα  κι όλη της η ζωή μαθητεύουσα στο λόγο του Θεού φλόγισαν την ψυχή της με το πόθο να «μαθητεύση πάντα τα έθνη». Η ιεραποστολική της κλίση συνάντησε την καλλιτεχνική, καθώς νωρίς  ανακάλυψε το  τάλαντό της  στα εικαστικά και σε κάθε δημιουργική έκφανση: χειροτεχνία, τραγούδι, μουσική. Πολλαπλασίασε αυτά τα τάλαντα με ειδίκευση στη γραφιστική και παράλληλες  θεολογικές σπουδές , μια γερή αρματωσιά για την αποστολή που ακόμη αγνοούσε.

Σταθερά προσανατολισμένη, όμως, στον ιεραποστολικό πόθο βρήκε συνοδοιπόρο στο όραμα τον  Νέιθαν, συμφοιτητή στον κολέγιο και μετέπειτα θεολόγο, και ομοίως παιδί οικογένειας ιεραποστόλων στους Ινδιάνους της Κολομβίας. Κι αυτά τα χαρισματικά πλάσματα έμελλε να συναινέσουν στο σχέδιο του Θεού: βρέθηκαν συνειδητά στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Αμερικής  κι ένα τους απασχολούσε: να διακονήσουν.

Έμελλε το Κέντρο Ορθόδοξης Χριστιανικής Ιεραποστολής να τους φέρει σε επαφή με τον Αλβανίας Αναστάσιο. «Ο Νέιθαν ρώτησε τη Λινέτ αν ήταν έτοιμη να πάει. «Ασφαλώς και είμαι έτοιμη!», απάντησε. «Αλλά πού είναι η Αλβανία;» 

Κι έτσι το 1998 αρχίζει η διακονία τους στη χειμάζουσα Αλβανία. Η οικογένειά τους φτάνει εκεί με το φως, τη θέρμη της πίστης τους και το μόλις τριών μηνών γιο τους Τριστάν. Πόσο απόλυτα αφέθηκαν στο Θεό!

Φτωχικά, με διακοπές ρεύματος και με γείτονες καχύποπτους άρχισαν να χτίζουν γέφυρες με την αγάπη. Δίνοντας στους φτωχότερους τρόφιμα, έγνοια και… κουλουράκια. Κι όταν ξέσπασε η κρίση του Κοσόβου φιλοξενώντας οικογένειες στο σπίτι τους, πλένοντας τα ρούχα τους και μεταφέροντας από και προς τους προσφυγικούς καταυλισμούς και τα καθημαγμένα χωριά με το αυτοκίνητό τους. Η Λινέτ στάθηκε φίλη κι αδελφή σε μωρομάνες και  δασκάλα χειροτεχνίας στις θερινές κατασκηνώσεις των κοριτσιών. Μα δασκάλα χειροτεχνίας σήμαινε «σκεύος εκλογής» , αφού επούλωνε τις πληγές του πολέμου και έδινε μαρτυρία Χριστού σε απελπισμένους μουσουλμάνους αδιακρίτως. Χαιρόταν να βλέπει τα παιδιά της-είχε αποκτήσει και την Κάθριν- να μιλούν τη γλώσσα της δεύτερης πατρίδας, να έχουν φίλους, να αγαπούν.

Στον κύκλο αυτό της οκταετούς ιεραποστολής τους διακόνησε την Εκκλησία της Αλβανίας επιμελούμενη εκδόσεις και χαρίζοντας ένα δικό της πόνημα: «ΑΛΒΑΝΙΑ: Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ, 1991-2003».

Κι ήταν το 2004 που διαγνώστηκε ο καρκίνος της, επιθετικός και ήδη 4ου σταδίου. Κα τότε έλαμψε περισσότερο η πίστη,  η παράδοση αυτής της νέας γυναίκας στο θέλημα του Θεού, στην υπέρβαση του πόνου και στη μαρτυρία μέσα από το σωματικό μαρτύριο. Η φωτεινότητά της θα αδικηθεί  από την αδυναμία της γράφουσας, το λόγο έχει η ίδια:

«…να κοιτάμε πέρα από την κοιλάδα της σκιάς του θανάτου, προς την αιώνια  ελπίδα μας, εκεί που έχουμε κληθεί να κατοικήσουμε για πάντα μ’ Εκείνον που θα στεγνώσει όλα μας τα δάκρυα».

«Βαδίζω ένα μονοπάτι που με οδηγεί να αγαπώ τον Θεό γι’ αυτό που είναι και όχι από επιθυμία να με θεραπεύσει.

 «…συνειδητοποίησα ότι ήταν  πιο σημαντικό να θεραπευτώ ψυχικά παρά σωματικά. Έτσι άρχισα να ζητάω από τον Θεό να μου δείξει τι σήμαινε να γιατρευτώ ψυχικά. Τον τελευταίο αυτό χρόνο έχω επικεντρώσει την προσοχή μου πολύ περισσότερο στη θεραπεία της ψυχής παρά του σώματος. Νομίζω ότι αυτή η θεραπεία μου ήρθε με πολλούς  διαφορετικούς τρόπους. Προσευχήθηκα στο Θεό να μου δείξει, και είμαι σίγουρη ότι μου έδειξε, ποια σημεία χρειάζονταν θεραπεία.»

«Μ’ έχουν ρωτήσει πολλές φορές αν η αντιμετώπιση του θανάτου σε κάνει να αποβάλλεις αυτόματα καθετί επιφανειακό και «ανεξόφλητο» που έχεις μέσα σου. Ίσως έτσι να συμβαίνει για κάποιους, αλλά στην περίπτωσή μου χρειάστηκε να καταβάλω μεγάλες προσπάθειες, για να το πετύχω, Ένιωσα μεγάλη απογοήτευση για τον εαυτό μου, για το γεγονός ότι η αρρώστια μου δε με άλλαξε περισσότερο. Ακόμη αγωνίζομαι με πολλά από τα τρωτά του χαρακτήρα μου και τις συνήθειές μου και βλέπω ότι ακόμη ισχύει το « μετά φόβου και τρόμου την εαυτών  σωτηρίαν κατεργάζεσθε», στιγμή προς στιγμή, μέρα με τη μέρα. Η  μόνη διαφορά είναι ίσως η αίσθηση του επείγοντος. Δεν ξέρω πόσο χρόνο έχω ακόμα και αισθάνομαι την ανάγκη να μοιραστώ την αγάπη του Χριστού με τον καθένα γύρω μου.»

«Μια φίλη μού έγραψε πρόσφατα:  «Ίσως μπορείς να μας δώσεις ή να μας μεταφέρεις  τη χάρη αυτού του ολοφώτεινου τόπου, τη μεθόριο που κατέχεις, που κράτησες τόσο επάξια εδώ κι ενάμιση χρόνο». Μ’ άρεσε η χρήση της λέξης «μεθόριος», γιατί σκέφτηκα  ότι κι αν ακόμη, με τη θαυμαστή επέμβαση της δεξιάς του Κυρίου, γινόμουν καλά, θα ήθελα να ζήσω όλη μου τη ζωή σ’ αυτή τη μεθόριο- τον τόπο απ’ όπου έχει κανείς τη θέαση της Βασιλείας του Θεού, ενώ ακόμη πατάει τα πόδια του στη γη. Δεν αμφιβάλλω ότι το όραμα της Βασιλείας θα μετέβαλλε  ό ,τι έκανα στη γη. Θα χρωμάτιζε όλες μου τις πράξεις με αγάπη και θα με οδηγούσε να απομακρύνω οτιδήποτε με εμποδίζει και με αποσπά από το αγαθό.»

Δυο βδομάδες προτού κοιμηθεί, πραγματοποίησε ομιλία στη θερινή κατασκήνωση των κοριτσιών. Αυτή τη φορά δεν τους παρέδωσε μαθήματα χειροτεχνίας αλλά στάθηκε ισχνή ανάμεσά τους αλλά ήρεμη, ειρηνική, χριστοφόρος με ένα λόγο δύναμης κι αλήθειας:

«Ίσως σας φανεί παράξενο το ότι θα κάνω μια τέτοια ομιλία. Εδώ στην Αλβανία κανείς δεν μιλάει για το θάνατο. Συχνά οι άνθρωποι δε λένε στους ασθενείς ότι είναι πράγματι άρρωστοι. Το πρόβλημα με τη στάση αυτή είναι ότι οι άνθρωποι δεν έχουν χρόνο να προετοιμαστούν για το θάνατο. Να σας πω την αλήθεια, όλοι χρειαζόμαστε πραγματική προετοιμασία  για το θάνατο  και προετοιμασία για να συναντήσουμε τον Δημιουργό μας.»

Η Λινέτ κοιμήθηκε στις 27 Αυγούστου 2006 με όσους αγάπησε και την αγάπησαν να βιώνουν την αγάπη του Χριστού. Με αναστάσιμους ύμνους την αποχαιρέτησε η Αλβανία που άλλαξε και την άλλαξε. Και με την εμπειρία ενός «ωραίου θανάτου», μιας κοίμησης. Τραγουδώντας στα παιδιά της σε cd  που τους άφησε, γράφοντά τους για τα γενέθλια των επόμενων χρόνων κι αφήνοντας κληρονομιά τη ζεστή, χειροπιαστή αγάπη έγινε μέσα από τη σταυροαναστάσιμη πορεία του πόνου «μυστική μάρτυς», σύμφωνα με τον Αλβανίας Αναστάσιο.

Το βιβλίο μέσα από τα αυτόγραφα δελτία που απέστελνε και τα όσα μοιράστηκε διαδικτυακά συνιστά μαρτυρία Ανάστασης και η ελπίδα της Λινέτ , ελπίδα όλων μας.
                                                                                                                                     Ειρήνη Ζαμάνη