Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Υπάρχει ζωή πριν τον θάνατο;


“...θάνατος γαρ εστίν η άνευ Χριστού ζωή»

Με αφορμή την ευαγγελική περικοπή της 21ης Αυγούστου (Ματθ. ιδ΄14-22)

πρωτ. Χριστόδουλος Μπίθας

 Ζούμε σε μια ανασφαλή εποχή όπου καθώς όλα μοιάζουν ρευστά και μεταβατικά οι περισσότεροι άνθρωποι νοιώθουν ανασφαλεια, άγχος και φόβο. Τα μεγάλα προβλήματα που συσωρεύτηκαν τα τελευταία χρόνια στην πατρίδα μας - πνευματική και πολιτισμική κρίση, οικονομική κατάρρευση, ανεργία και φτώχια, ανεξέλεγκτη μετανάστευση, εγκληματικότητα, πιθανοί κίνδυνοι πολεμικής εμπλοκής με τους κάθε λογής γείτονές μας, μόνιμη κρίση στην παιδεία, ακραίος λαϊκισμός, έχουν τρομάξει τους συμπατριώτες μας. Ταυτόχρονα, τα γεωπολιτικά και οικονομικά "παιχνίδια" των Μεγάλων Δυνάμεων, η ραγδαία αύξηση του ακραίου Ισλάμ σε κοντινές χώρες, το σοβαρότατο οικολογικό πρόβλημα και τόσα άλλα γεμίζουν φόβο κι ανησυχία το νου και την ψυχή.

 Βεβαίως, μαζί με όλα αυτά στον καθένα μας κυριαρχεί ο φόβος της φθοράς και του θανάτου, ο φόβος για την ασφάλεια και την υγεία των αγαπημένων προσώπων, ο φόβος να μην χάσουμε όσα θεωρούμε κεκτημένα. Είμαστε τα μόνα πλάσματα πάνω στην γη που γνωρίζουμε ότι θα πεθάνουμε κι αυτό καθορίζει την ζωή και την σκέψη, μας φέρνει αντιμέτωπους με το πεπερασμένο της ύπαρξής μας. Συνηθίζουμε να μην αναφερόμαστε στο θέμα του θανάτου στην καθημερινότητά μας, σα να’ ναι ένα κοινό μυστικό που όλοι θυμόμαστε αλλά κανείς δεν θέλει να το συζητήσει ανοιχτά. Εξορίσαμε από την ζωή μας τα ταφικά έθιμα που επί χιλιάδες λειτουργούσαν ψυχοθεραπευτικά στους ανθρώπους όλων τον πολιτισμών. Ζούμε στην εποχή της λήθης, της απώθησης, του εφήμερου, και το πληρώνουμε ακριβά. Συνειδητά η ασυνείδητα, η ζωή μας καθορίζεται από τον φόβο του θανάτου, που είτε προσπαθούμε να τον ξεχάσουμε και τον απωθούμε είτε μας βασανίζει μέσα από πολλούς και διάφορους φόβους. Ο φόβος του θανάτου για κάποιους είναι εμφανής, ενώ για άλλους εκφράζεται έμμεσα, είτε ως άγχος, είτε μεταμφιεσμένος σε κάποιο άλλο ψυχολογικό σύμπτωμα. 

Ο φόβος ως ψυχική διεργασία λειτουργεί σαν μηχανισμός επιβίωσης, αφού αν δεν υπήρχε το συναίσθημα του φόβου δεν θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε τους κινδύνους που μας απειλούν. Όμως, όταν ο φόβος κυριαρχεί στην ψυχή μας, συνήθως μετατρέπεται σε  άγχος, σε τρόμο, η πανικό, και βέβαια σε πολλές και διάφορες φοβίες, δηλαδή σε παθολογικό άγχος απέναντι σε κάποια συγκεκριμένη κατάσταση χωρίς να υπάρχει πραγματικός κίνδυνος.  Η εμπειρία του φόβου παραμένει στο ασυνείδητο, όπου μπορεί να εκδηλωθεί μέσα από εφιάλτες. Ο φόβος μπορεί επίσης να βιωθεί μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο και να μετατραπεί μέσω των ΜΜΕ η πολιτικών κομμάτων σε μαζική υστερία η να οδηγήσει σε επιθετικότητα.

Ο φόβος του θανάτου βαθειά μέσα στην ψυχή μας παρουσιάζεται σαν μια  αδιάκοπη απειλή. Θέλουμε να μάθουμε το αύριο, τρέχουμε σε αστρολόγους, μέντιουμ, ψάχνουμε προορατικούς "γέροντες" που θα μας πουν τα μελούμενα. Άλλοι από εμάς προσπαθούμε να τον ξορκίσουμε μέσα από την υστεροφημία, την κοινωνική καταξίωση, την απόκτηση πλούτου και δόξας, κάποιοι γεμίζουμε τον χρόνο μας με συνεχείς δραστηριότητες, κάποιοι κάνουν ακραία σπορ, κάποιοι απλώς πέφτουν στις καταχρήσεις. Παρ’ όλα αυτά ο φόβος του θανάτου και της απώλειας κυριεύει την ζωή μας. Όσο τον απωθούμε τόσο μας βασανίζει.

Ο φόβος του αύριο μας κάνει να σκεφτόμαστε με άγχος το μέλλον, αντί να ζούμε το παρόν κι έτσι μένουμε στάσιμοι, προσπαθούμε να παρηγορηθούμε με την ύλη, το ευτελές, με το εφήμερο. Και η αδυναμία να ελέγξουμε την ζωή μας, μας κρατά καθηλωμένους, στάσιμους. Ο φόβος μας παραλύει και εμποδίζει την χαρά του σήμερα και την μετάνοια, δηλαδή την ευθύνης απένατι στην ύπαρξή μας. Όσο ζούμε μέσα στο φόβο και το άγχος, η στιγμή χάνεται, δεν ζούμε, ο φόβος τρώει τα σωθικά μας και μας στερεί την χαρά της στιγμής, μας κλείνει στον εαυτό μας, προκαλεί θυμό η θλίψη.

Πως πρέπει άραγε να αντιμετωπίζει ένας Ορθόδοξος Χριστιανός το θέμα του φόβου; Ποιά πρέπει να είναι η στάση του, ώστε να μην επηρεάζεται από τον φόβο του θανάτου; Ποιός είναι ο τρόπος που θα "απαλλάξη τούτους, όσοι φόβω θανάτου δια παντός του ζην ένοχοι ήσαν δουλείας" (Β Ἑ­βρ. 2: 14,15).

 Ο Χριστός μας έχει προειδοποιήσει: "Μην μεριμνήσετε για το αύριο, γιατί το αύριο θα μεριμνήσει για τον εαυτό του. Αρκετή για την ημέρα είναι η κακοπάθειά της" (δηλαδή τα προβλήματα) (Ματθ. 6:34). Όμως εμείς "Προτιμάμε καλύτερα να πεθαίνουμε κάθε ώρα από το φόβο του θανάτου, παρά να πεθάνουμε μια φορά", όπως γράφει κάπου ο μέγας Σαίξπηρ. Αντί να θυμόμαστε πως η επίγεια ζωή μας έχει ένα τέλος και αυτό να μας κάνει να την ζούμε με χαρά κι ευχαριστία, με αγάπη και ευγνωμοσύνη για κάθε λεπτό, βυθιζόμαστε στο φόβο και το άγχος. Πράγματι, πως να ζήσεις έτσι αν δεν έχεις πίστη στο ότι η ζωή αυτή συνεχίζεται αιώνια, πως να ευχαριστείς όταν δεν μπορείς να ζήσεις την στιγμή, πνιγμένος από τις ενοχές του χτες και τον φόβο του αύριο, πως να χαίρεσαι αν η αγάπη σου είναι λειψή και δεν απολαμβάνεις την αγάπη με τους ανθρώπους, όταν όλοι τάχα σου φταίνε και βιώνεις διαρκώς διαψεύσεις; Πως να ζήσεις πραγματικά αν είσαι ήδη πεθαμένος και συ νομίζεις ότι είσαι ζωντανός;

 Όλη η διδασκάλια του Χριστού περιστρέφεται ακριβώς γύρω από το πως ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει δίχως φόβο. Η Ανάστασή Του και η υπόσχεση ότι θα αναστηθούμε όλοι, η διδασκάλια Του για την αγάπη υποδεικνύουν τον τρόπο της θεραπείας. "Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή. Όποιος πιστεύει σ’ εμένα κι αν πεθάνει θα ζήσει,  και καθένας που ζει και πιστεύει σ’ εμένα δεν θα πεθάνει στον αιώνα."(Ιω.11:26).

Όσο περισσότερο η πίστη μου στην Ανάσταση αυξάνεται, ο φόβος μετριάζεται. Όσο περισσότερο ζω με αγάπη, η στιγμή γίνεται αιώνια. Όσο συγχωρώ, τόσο ησυχάζω. Όσο παύω να μισώ, να οργίζομαι η να ζηλοφθονώ, τόσο ειρηνεύω. Όσο περισσότερο απαλάσσομαι από τις μέριμνες, ο φόβος μετριάζεται, το άγχος θεραπεύεται, ζω τώρα. Όσο θυμάμαι πως είμαι διαχειριστής όσων μου δόθηκαν, ακόμα και των παιδιών μου και πως σκοπός είναι να διαχειρίζομαι τα πάντα κατά τον τρόπο του Ευαγγελίου κι όχι με τον τρόπο που η πεπτωκυία φύση μου υποβάλλει, τόσο απολαμβάνω το σήμερα και την σχέση με τον κόσμο. Όσο περισσότερο απαλάσσομαι, συν Θεώ, από τις ενοχές μου για όσα έκανα η όσα δεν έπραξα στο παρελθόν, η ψυχή μου αλαφρώνει. Όσο υπερβαίνω την φιλαυτία μου και καθαρίζω την ύπαρξή μου από την αμαρτία μου, ελευθερώνομαι από το βάρος μου. Όσο η σχέση μου με τον Χριστό γίνεται σχέση προσώπων, τόσο πείθομαι για την παρουσία Του στην ζωή μου. Όσο πορεύομαι με αυτό τον τρόπο, ζω μυστηριακά πρόγευση αιωνιότητος. 

 Ξεχωριστή θέση στην Ορθόδοξη παράδοση έχει η αρετή της "μνήμης του θανάτου". Όσο έχω, με την βοήθεια του Αγίου Πνεύματος μνήμη θανάτου, καταλαβαίνω αυτό που έλεγε ο Όσιος Ισαάκ ο Σύρος, πως "η πρώτη έννοια την οποία τοποθετεί μέσα στην καρδιά του ανθρώπου η θεία φιλανθρωπία και οδηγεί την ψυχή στην ζωή, είναι η ενθύμηση του θανάτου. Στον λογισμό αυτό ακολουθεί με φυσικό τρόπο η καταφρόνηση του κόσμου (δηλαδή των εμπαθών λογισμών), και από το σημείο αυτό αρχίζει στον άνθρωπο κάθε αγαθή κίνηση που τον οδηγεί στην ζωή".

Από την αρχαιότητα, οι φιλόσοφοι έθεσαν ως μέγα ζήτημα την σημασία του να θυμόμαστε πως είμαστε θνητοί. Ο Πλάτωνας έλεγε πώς  "Οι ορθώς  φιλοσοφούντες  αποθνήσκειν μελετώσι", δηλαδή πως όσοι φιλοσοφούν σωστά  είναι αυτοί  που μελετούν αποκλειστικά πώς  θα πεθάνουν, δηλαδή  ότι  όλη τους η ζωή  καθίσταται  ένας  μελετημένος βίος  με βάση  τήν  οπτική του θανάτου, ενώ ο Επίκουρος ήθελε να διατυπώσει μια φιλοσοφική διδασκαλία, με την οποία οι άνθρωποι θα κατόρθωναν να αποφύγουν τον φόβο του θανάτου και να εξασφαλίσουν στην ψυχή τους την αταραξία, την γαλήνη, έτσι που να αισθάνονται ευτυχισμένοι κάτω ακόμα και από τις πλέον αντίξοες συνθήκες. Αυτή η λογική μνήμη του θανάτου ως εφαλτήριο ζωής, ενυπάρχει σε πολλές φιλισοφικές απόψεις μέσα στους αιώνες.

 Όλα αυτά είναι σπουδαία για την ανθρώπινη σκέψη, όμως, στην Ορθόδοξη Παράδοση, πέρα από λογική μνήμη, η "Μνήμη του Θανάτου" θεωρείται αρετή που δίδεται στον πιστό από το Άγιο Πνεύμα όσο περισσότερο μεγαλώνει η πίστη του στον Αναστάντα Χριστό. " Αν ανάσταση νεκρών δεν υπάρχει, ούτε ο Χριστός έχει εγερθεί.  Και αν ο Χριστός δεν έχει εγερθεί, άρα είναι κενό και το κήρυγμά μας, κενή και η πίστη σας.  Ιδού, ένα μυστήριο σας λέω: όλοι δε θα κοιμηθούμε, όλοι όμως θα αλλάξουμε,  σε μια στιγμή, σε ριπή οφθαλμού, κατά την έσχατη σάλπιγγα. Γιατί θα σαλπίσει και οι νεκροί θα εγερθούν άφθαρτοι και εμείς θα αλλάξουμε.  Γιατί πρέπει το φθαρτό τούτο να ντυθεί αφθαρσία και το θνητό τούτο να ντυθεί αθανασία..." λέει ο Απόστολος Παύλος. "...Όταν αυτό που είναι φθαρτό ντυθεί αφθαρσία και το θνητό ντυθεί αθανασία, τότε θα πραγματοποιηθεί ο λόγος ο γραμμένος: Καταβροχθίστηκε ο θάνατος και νικήθηκε". (Α Κορ 15: 13-14, 51 -54)

Είναι αρετή η μνήμη του θανάτου γιατί μας οδηγεί σταδιακά από την απώθηση του φόβου στην αποδοχή της ζωής κι από την απελπισία για το αύριο στην ευχαριστία του σήμερα. Πίστη στον Αναστάντα Χριστό, σημαίνει πως η προσωπική σχέση μαζί του μυστηριακά μας ζωοποιεί δια της χάριτος αφού όπως λέει ο Απόστολος Παύλος " και ενώ ήμασταν νεκροί στα παραπτώματα, μας ζωοποίησε μαζί με τον Χριστό - με την χάρη είστε σωσμένοι." (Εφ. 2:5). Η πίστη δεν είναι ιδεολογία, ούτε εκτέλεση καθηκόντων, αλλά πορεία προς την όντως ζωή και πρόγευση Βασιλείας. 

Ευχαριστία "πάντων ένεκεν" κάθε στιγμή, έξοδος από τον εαυτό μας, πλησίασμα στον πλησίον, αυτογνωσία που οδηγεί στην μετάνοια, άρνηση στις οποιοδήποτε μέριμνες, θεραπεία από την φιλαυτία μας, για να πορευτούμε στην φιλαδελφία και από εκεί στην φιλοθεΐα. Αυτός είναι ο τροπος της εν Χριστώ θεραπείας από τον φόβο και την θλίψη. Όλα αυτά είναι δωρεές του Αγίου Πνεύματος που δίδονται μόνο όταν τα ζητήσουμε συντετριμμένοι και χτυπήσουμε την θύρα δυνατά. Τότε μας αποκαλύπτεται ο Θεός προσωπικά και ο φόβος υποχωρεί. Μένει μόνο ο φόβος να μην χάσουμε την παρουσία του από την ζωή μας. Αποκτούμε τότε μαζί με τον ψαλμωδό (Ψαλμ. 22) την τόλμη που διώχνει τον φόβο: "Κυριος ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει ". Αμήν.
                                                               

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

Η ΕΛΠΙΔΑ ΤΗΣ ΛΙΝΕΤ



                                               
Ήταν πριν τρία χρόνια  που ανέγνωσα το βιβλίο «Η ΕΛΠΙΔΑ ΤΗΣ ΛΙΝΕΤ» (εκδ. Ακρίτας), όταν διαβάζοντας και την τελευταία του σελίδα αυτοδεσμεύθηκα να δώσω συνέχεια , να διαδώσω τη μαρτυρία ζωής και θανάτου αυτής της φωτεινής ύπαρξης. Μια ελάχιστη οφειλή για μια γυναίκα που έζησε μια πλήρη ζωή από αγάπη για την όντως Ζωή. Με συγκλόνισε  η απόλυτη αγάπη που ένιωσε και την μοιράστηκε.   Μα ποια ήταν η Λινέτ;

Μια χαριτωμένη Αμερικάνα που από τα παιδικά της χρόνια έμαθε να διακονεί ούσα ένα από τα πέντε παιδιά των ιεραποστόλων γονιών της. Μαζί τους παιδί δέκα χρόνια στην ιεραποστολή της Ουγκάντα  κι όλη της η ζωή μαθητεύουσα στο λόγο του Θεού φλόγισαν την ψυχή της με το πόθο να «μαθητεύση πάντα τα έθνη». Η ιεραποστολική της κλίση συνάντησε την καλλιτεχνική, καθώς νωρίς  ανακάλυψε το  τάλαντό της  στα εικαστικά και σε κάθε δημιουργική έκφανση: χειροτεχνία, τραγούδι, μουσική. Πολλαπλασίασε αυτά τα τάλαντα με ειδίκευση στη γραφιστική και παράλληλες  θεολογικές σπουδές , μια γερή αρματωσιά για την αποστολή που ακόμη αγνοούσε.

Σταθερά προσανατολισμένη, όμως, στον ιεραποστολικό πόθο βρήκε συνοδοιπόρο στο όραμα τον  Νέιθαν, συμφοιτητή στον κολέγιο και μετέπειτα θεολόγο, και ομοίως παιδί οικογένειας ιεραποστόλων στους Ινδιάνους της Κολομβίας. Κι αυτά τα χαρισματικά πλάσματα έμελλε να συναινέσουν στο σχέδιο του Θεού: βρέθηκαν συνειδητά στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Αμερικής  κι ένα τους απασχολούσε: να διακονήσουν.

Έμελλε το Κέντρο Ορθόδοξης Χριστιανικής Ιεραποστολής να τους φέρει σε επαφή με τον Αλβανίας Αναστάσιο. «Ο Νέιθαν ρώτησε τη Λινέτ αν ήταν έτοιμη να πάει. «Ασφαλώς και είμαι έτοιμη!», απάντησε. «Αλλά πού είναι η Αλβανία;» 

Κι έτσι το 1998 αρχίζει η διακονία τους στη χειμάζουσα Αλβανία. Η οικογένειά τους φτάνει εκεί με το φως, τη θέρμη της πίστης τους και το μόλις τριών μηνών γιο τους Τριστάν. Πόσο απόλυτα αφέθηκαν στο Θεό!

Φτωχικά, με διακοπές ρεύματος και με γείτονες καχύποπτους άρχισαν να χτίζουν γέφυρες με την αγάπη. Δίνοντας στους φτωχότερους τρόφιμα, έγνοια και… κουλουράκια. Κι όταν ξέσπασε η κρίση του Κοσόβου φιλοξενώντας οικογένειες στο σπίτι τους, πλένοντας τα ρούχα τους και μεταφέροντας από και προς τους προσφυγικούς καταυλισμούς και τα καθημαγμένα χωριά με το αυτοκίνητό τους. Η Λινέτ στάθηκε φίλη κι αδελφή σε μωρομάνες και  δασκάλα χειροτεχνίας στις θερινές κατασκηνώσεις των κοριτσιών. Μα δασκάλα χειροτεχνίας σήμαινε «σκεύος εκλογής» , αφού επούλωνε τις πληγές του πολέμου και έδινε μαρτυρία Χριστού σε απελπισμένους μουσουλμάνους αδιακρίτως. Χαιρόταν να βλέπει τα παιδιά της-είχε αποκτήσει και την Κάθριν- να μιλούν τη γλώσσα της δεύτερης πατρίδας, να έχουν φίλους, να αγαπούν.

Στον κύκλο αυτό της οκταετούς ιεραποστολής τους διακόνησε την Εκκλησία της Αλβανίας επιμελούμενη εκδόσεις και χαρίζοντας ένα δικό της πόνημα: «ΑΛΒΑΝΙΑ: Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ, 1991-2003».

Κι ήταν το 2004 που διαγνώστηκε ο καρκίνος της, επιθετικός και ήδη 4ου σταδίου. Κα τότε έλαμψε περισσότερο η πίστη,  η παράδοση αυτής της νέας γυναίκας στο θέλημα του Θεού, στην υπέρβαση του πόνου και στη μαρτυρία μέσα από το σωματικό μαρτύριο. Η φωτεινότητά της θα αδικηθεί  από την αδυναμία της γράφουσας, το λόγο έχει η ίδια:

«…να κοιτάμε πέρα από την κοιλάδα της σκιάς του θανάτου, προς την αιώνια  ελπίδα μας, εκεί που έχουμε κληθεί να κατοικήσουμε για πάντα μ’ Εκείνον που θα στεγνώσει όλα μας τα δάκρυα».

«Βαδίζω ένα μονοπάτι που με οδηγεί να αγαπώ τον Θεό γι’ αυτό που είναι και όχι από επιθυμία να με θεραπεύσει.

 «…συνειδητοποίησα ότι ήταν  πιο σημαντικό να θεραπευτώ ψυχικά παρά σωματικά. Έτσι άρχισα να ζητάω από τον Θεό να μου δείξει τι σήμαινε να γιατρευτώ ψυχικά. Τον τελευταίο αυτό χρόνο έχω επικεντρώσει την προσοχή μου πολύ περισσότερο στη θεραπεία της ψυχής παρά του σώματος. Νομίζω ότι αυτή η θεραπεία μου ήρθε με πολλούς  διαφορετικούς τρόπους. Προσευχήθηκα στο Θεό να μου δείξει, και είμαι σίγουρη ότι μου έδειξε, ποια σημεία χρειάζονταν θεραπεία.»

«Μ’ έχουν ρωτήσει πολλές φορές αν η αντιμετώπιση του θανάτου σε κάνει να αποβάλλεις αυτόματα καθετί επιφανειακό και «ανεξόφλητο» που έχεις μέσα σου. Ίσως έτσι να συμβαίνει για κάποιους, αλλά στην περίπτωσή μου χρειάστηκε να καταβάλω μεγάλες προσπάθειες, για να το πετύχω, Ένιωσα μεγάλη απογοήτευση για τον εαυτό μου, για το γεγονός ότι η αρρώστια μου δε με άλλαξε περισσότερο. Ακόμη αγωνίζομαι με πολλά από τα τρωτά του χαρακτήρα μου και τις συνήθειές μου και βλέπω ότι ακόμη ισχύει το « μετά φόβου και τρόμου την εαυτών  σωτηρίαν κατεργάζεσθε», στιγμή προς στιγμή, μέρα με τη μέρα. Η  μόνη διαφορά είναι ίσως η αίσθηση του επείγοντος. Δεν ξέρω πόσο χρόνο έχω ακόμα και αισθάνομαι την ανάγκη να μοιραστώ την αγάπη του Χριστού με τον καθένα γύρω μου.»

«Μια φίλη μού έγραψε πρόσφατα:  «Ίσως μπορείς να μας δώσεις ή να μας μεταφέρεις  τη χάρη αυτού του ολοφώτεινου τόπου, τη μεθόριο που κατέχεις, που κράτησες τόσο επάξια εδώ κι ενάμιση χρόνο». Μ’ άρεσε η χρήση της λέξης «μεθόριος», γιατί σκέφτηκα  ότι κι αν ακόμη, με τη θαυμαστή επέμβαση της δεξιάς του Κυρίου, γινόμουν καλά, θα ήθελα να ζήσω όλη μου τη ζωή σ’ αυτή τη μεθόριο- τον τόπο απ’ όπου έχει κανείς τη θέαση της Βασιλείας του Θεού, ενώ ακόμη πατάει τα πόδια του στη γη. Δεν αμφιβάλλω ότι το όραμα της Βασιλείας θα μετέβαλλε  ό ,τι έκανα στη γη. Θα χρωμάτιζε όλες μου τις πράξεις με αγάπη και θα με οδηγούσε να απομακρύνω οτιδήποτε με εμποδίζει και με αποσπά από το αγαθό.»

Δυο βδομάδες προτού κοιμηθεί, πραγματοποίησε ομιλία στη θερινή κατασκήνωση των κοριτσιών. Αυτή τη φορά δεν τους παρέδωσε μαθήματα χειροτεχνίας αλλά στάθηκε ισχνή ανάμεσά τους αλλά ήρεμη, ειρηνική, χριστοφόρος με ένα λόγο δύναμης κι αλήθειας:

«Ίσως σας φανεί παράξενο το ότι θα κάνω μια τέτοια ομιλία. Εδώ στην Αλβανία κανείς δεν μιλάει για το θάνατο. Συχνά οι άνθρωποι δε λένε στους ασθενείς ότι είναι πράγματι άρρωστοι. Το πρόβλημα με τη στάση αυτή είναι ότι οι άνθρωποι δεν έχουν χρόνο να προετοιμαστούν για το θάνατο. Να σας πω την αλήθεια, όλοι χρειαζόμαστε πραγματική προετοιμασία  για το θάνατο  και προετοιμασία για να συναντήσουμε τον Δημιουργό μας.»

Η Λινέτ κοιμήθηκε στις 27 Αυγούστου 2006 με όσους αγάπησε και την αγάπησαν να βιώνουν την αγάπη του Χριστού. Με αναστάσιμους ύμνους την αποχαιρέτησε η Αλβανία που άλλαξε και την άλλαξε. Και με την εμπειρία ενός «ωραίου θανάτου», μιας κοίμησης. Τραγουδώντας στα παιδιά της σε cd  που τους άφησε, γράφοντά τους για τα γενέθλια των επόμενων χρόνων κι αφήνοντας κληρονομιά τη ζεστή, χειροπιαστή αγάπη έγινε μέσα από τη σταυροαναστάσιμη πορεία του πόνου «μυστική μάρτυς», σύμφωνα με τον Αλβανίας Αναστάσιο.

Το βιβλίο μέσα από τα αυτόγραφα δελτία που απέστελνε και τα όσα μοιράστηκε διαδικτυακά συνιστά μαρτυρία Ανάστασης και η ελπίδα της Λινέτ , ελπίδα όλων μας.
                                                                                                                                     Ειρήνη Ζαμάνη

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Εξομολόγηση, το λησμονημένο μυστήριο...




 π. Χριστοδούλου Μπίθα, από το περιοδικό ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΛΟΓΟΣ, Καλοκαίρι 2016

Τι είναι η εξομολόγηση; Γιατί να λέω τα μυστικά μου σε έναν άγνωστο, αντί σε έναν φίλο μου; Εγώ τα λέω στην εικόνα, δεν χρειάζεται να τα πω στον παπά! Τι όφελος θα έχω να λέω γεγονότα που θέλω να ξεχάσω; Εγώ πηγαίνω Χριστούγεννα και Πάσχα, γιατί να πηγαίνω πιο συχνά; Η εξομολόγηση είναι για τις γυναίκες (!). Εγώ σταμάτησα την εξομολόγηση γιατί την τελευταία φορά που πήγα, αισθάνθηκα πολύ άσχημα, επειδή ο ιερέας με μάλωσε για όσα του αποκάλυψα...

Αυτές είναι μερικές από τις απόψεις που θα ακούσουμε αν ρωτήσουμε τον μέσο πιστό σχετικά με την εξομολόγηση, το λησμονημένο από τους πολλούς Μυστήριο της μετανοίας. Μέσα στο γενικότερο κλίμα της ακατηχησίας που επικρατεί στην εποχή μας, οι περισσότεροι προσέρχονται περιστασιακά στην εξομολόγηση και επίσης σπάνια μετέχουν στην Θεία Κοινωνία. Μάλλον αγνοούν πως για τον Ορθόδοξο Χριστιανό η Εκκλησία "σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις", όπως λέει ο όσιος Νικόλαος Καβάσιλας, πως η ενεργή και συνειδητή μυστηριακή ζωή μας οδηγεί προς τον Θεό, δηλαδή η έμπρακτη μετάνοια και κοινωνία με το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, συμμετοχή στα μυστήρια, κατήχηση, γνώση του Λόγου του Θεού και  εφαρμογή του.

Στην Καινή Διαθήκη διαβάζουμε πως η επίγεια διδασκαλία του Κυρίου ξεκινά με κλήση για μετάνοια: «Από τότε άρχισε ο Ιησούς να κηρύττει και να λέγει· μετανοείτε· ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 4,17) και πως μετά την Ανάσταση, όταν εμφανίστηκε στους Μαθητές, παρέδωσε το Μυστήριο της μετανοίας - εξομολογήσεως λέγοντας: «Σε όσους συγχωρείτε τις αμαρτίες, θα τους έχουν έχουν συγχωρεθεί, σε όποιους θεωρείτε ότι είναι ασυγχώρητες, θα κρατηθούν έτσι» (Ιω. 20,23).

Με αυτόν τον τρόπο ο Χριστός μας καλεί να αφήσουμε πίσω οποιαδήποτε αμαρτία έχουμε διαπράξει και να ξεκινήσουμε την ζωή μας από την αρχή μετα-νοημένοι, (Μετάνοια = μετά + νοώ), δηλαδή έχοντας μεταστρέψει τον νου μας,  αλλάζοντας διαρκώς τρόπο σκέψης και πράξης. Η μετάνοια δεν είναι μεταμέλεια, δεν είναι δηλαδή κατανόηση κάποιων λανθασμένων πράξεων, αλλά αλλαγή στον τρόπο της θέασης του κόσμου, εγκεντρισμός της ζωής μας στο παράδειγμα και την διδασκαλία του Ευαγγελίου, επιθυμία να γίνει η ζωή μας Χριστοκεντρική με τον τρόπο που εμπειρικά τον ορίζει ο Απόστολος Παύλος: «Δεν ζω πια εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός. Και την ζωή που τώρα ζω σωματικά, την ζω με την πίστη που έχω στον Υιό του Θεού, ο οποίος με αγάπησε και πέθανε εκούσια για μένα» (Γαλ. 2,20). 
Όλη η διδασκαλία της Εκκλησίας αποτελεί μια συνεχή κλήση για μετάνοια, για πνευματική αναγέννηση, για επανεκτίμηση του τρόπου ζωής, για συνειδητοποίηση της ματαιότητας των αστοχιών μας, για μια νέα θεώρηση του βίου μέσα στο φως του Χριστού. Σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη, «Μετάνοια σημαίνει ανανεώση του βαπτίσματος.  Μετάνοια σημαίνει συμφωνία με τον Θεό για νέα ζωή. Μετανοών σημαίνει αγοραστής της ταπεινώσεως. Μετάνοια σημαίνει σκέψης αυτοκατακρίσεως, αμεριμνησία για όλα τάαλλά και μέριμνα για την σωτήρια του εαυτού μας. Μετάνοια σημαίνει θυγατέρα της ελπίδας και αποκηρύξεις της απελπισίας. Μετάνοια σημαίνει συμφιλίωση με τον Κύριο με έργα αρετής αντίθετα με τα παραπτώματά μας. Μετάνοια σημαίνει καθαρισμός της συνειδήσεως» (Κλίμαξ, Λόγος περί μετανοίας).
Η εξομολόγηση αποκαλείται Μυστήριο της μετανοίας γιατί προϋποτίθεται πως βρίσκόμαστε ήδη σε μια πορεία αυτογνωσίας με την χάρη του Θεού και ελέγχουμε τον εαυτό μας με βάση τον Λόγο του Χριστού, διαρκώς διδασκόμενοι και συνειδητοποιώντας την αμαρτία μας. Εννοείται πως προηγείται η προσωπική σχέση με τον Θεό και έπεται η ανάγκη να εξομολογηθούμε, να ομολογήσουμε όσα αισθανόμαστε πως αποτελούν την αστοχία μας στην ζωή και βέβαια στην σχέση με τον συνάνθρωπο, αφού κατανοούμε την φράση «αν δεν αγαπάς τον αδελφό σου, που τον βλέπεις, πως είναι δυνατό ν' αγαπάς τον Θεό, που δεν τον βλέπεις;». Ο πνευματικός - εξομολόγος παρίσταται ως μάρτυρας του Μυστηρίου και εξασφαλίζει την όσο δυνατόν περισσότερη αντικειμενικότητα στην εξομολόγηση. Στην ουσία μεσολαβεί ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό, ενώ η συγχώρηση δίδεται με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, καθώς ο πιστός νοιώθει την αγάπη του Χριστού και συγχωρεί τον εαυτό του, ξεπερνά τις ενοχές του και αναγεννημένος αποφασίζει να πορευτεί από το κατ’εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν.
Μόνοι μας «μπροστά στην εικόνα», μπορούμε να λέμε τα πράγματα όπως θέλουμε, ο εξομολόγος, όμως, θα επισημάνει την όποια αμαρτία, εμπάθεια, ασυγχωρησία, κατάκριση, ζηλοφθονία, οργή, ενοχή κλπ, ομολογούμε, υπενθυμίζοντάς μας τον λόγο του Κυρίου και πως ο Θεός κανέναν δεν τιμωρεί, αλλά πως είναι αυτοτιμωρία η απομάκρυνσή μας από Εκείνον, μακριά από τον τρόπο της αληθινής αγάπης. Θα μας θυμίσει πως δεν υπάρχει αμαρτία που να υπερβαίνει το έλεος, την αγάπη και την φιλανθρωπία του Θεού. Δεν υπάρχει αμαρτία ασυγχώρητη, εκτός από την αμετανόητη, αφού ο Θεός «θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α´ Τιμ. 2,4), αλλά, βέβαια, επειδή δεν θέλει να παραβιάσει την ελευθερία μας «ουδένα αναγκάζει σωθήναι».
Η εξομολόγηση δεν είναι μια ψυχολογική τεχνική, αλλά ειλικρινής κατάθεση ψυχής με την συναίσθηση πως μιλάμε στον Θεό, επισημοποίηση της μετάνοιας, γι᾽ αυτό προϋποτίθεται η επίγνωση της αμαρτίας, η προσωπική ανάληψη της ευθύνης, η αίσθηση της συντριβής.
Η εξομολόγηση δεν είναι δικαστήριο, ούτε ανακριτική διαδικασία, όπου θα κριθούμε από έναν αυστηρό κριτή ιερέα, αλλά επιβεβαίωση της άπειρης αγάπης του Θεού που κήρυξε πως «χαρά έσται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι η επί ενενήκοντα εννέα δικαίοις, οίτινες ου χρείαν έχουσι μετανοίας» (Λουκ. 15, 7).  Στην εξομολόγηση πάμε να να «μηδενίσουμε το κοντέρ» της ζωής μας και να ξαναρχίσουμε από την αρχή!

Η εξομολόγηση δεν είναι κάτι τυπικό, ούτε επετειακό έθιμο, αλλά πορεία αυτογνωσίας συνεχής που μας οδηγεί στην Θεογνωσία. Λέει σχετικά ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος:  «Όποιος αισθάνθηκε τις αμαρτίες του είναι ανώτερος από εκείνον που εγείρει νεκρούς με τήνπροσευχή του... Όποιος αξιώθηκε να δει τον εαυτό του, αυτός είναι ανώτερος από εκείνον που αξιώθηκε να δει τους αγγέλους· διότι ο τελευταίος επικοινωνεί με τους σωματικούς οφθαλμούς, ενώ εκείνος βλέπει με τους οφθαλμούς της ψυχής».
Η εξομολόγηση δεν έχει ως σκοπό να πούμε πόσες «καλές» πράξεις πραγματοποιήσαμε, πόσο ηθικοί είμαστε, πόσο καλοί Χριστιανοί νοιώθουμε, αλλά να κατανοήσουμε την προσωπική μας ευθύνη σε αυτόν τον κόσμο. Πίσω από την αυτοδικαίωσή μας πολλές φορές κρύβεται η ασυγχωρησία μας, η σκληρότητά μας, η αδιαφορία μας, το πλήγωμα των άλλων στο όνομα των αρχών μας. Τι αξία έχει η «ηθική» μας αν στενοχωρούμε τους κοντινούς μας, την/τον σύζυγό μας, τα παιδιά μας, τον συνάδελφό μας, αν τους εκβιάζουμε ψυχολογικά, αν δεν ελέγχουμε την οργή μας η την γκρίνια μας, αν προσπαθούμε να τους επιβάλλουμε το θέλημά μας, αδιαφορώντας για την δική τους ψυχή; Πίσω από εκφράσεις του τύπου «όπως όλος ο κόσμος είμαι λίγο νευρικός», η «για το καλό του/της φωνάζω» κλπ, κρύβεται η αμετανοησία μας και η ανικανότητά μας να συναισθανθούμε τις πραγματικές ανάγκες των άλλων. Δια της μετανοίας αναμορφωνόμαστε στην καινή ηθική του Ευαγγελίου, στον τρόπο της Αγάπης.
Πόσο κατανοούμε πως η απλή απαρίθμηση αμαρτωλών πράξεων δεν είναι παρά η αναφορά στο αποτέλεσμα και όχι στην αιτία της αμαρτίας, όπως ο πυρετός είναι σύμπτωμα και όχι ο λόγος μιας ασθένειας; Πόσο καταλαβαίνουμε ότι αιτία όλων των αμαρτιών είναι η έλλειψη ζωντανής και προσωπικής σχέσης με τον Θεό, με την διδασκαλία του Χριστού, με την διαρκή αναζήτηση της Αλήθειας, όπως Εκείνος μας ζήτησε: «Γνωρίστε την αλήθεια, και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει» (Ιωάν. 8, 32). Επίσης, πόσο καταλαβαίνουμε πως το να επαναλαμβάνουμε μηχανικά λέξεις που διαβάζουμε στα ασκητικά βιβλία (φιληδονία, γαστριμαργία κλπ), δίχως να αναφέρουμε συγκεκριμένα περιστατικά και λογισμούς που θα μας δώσουν την ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε ότι η αμαρτία δεν είναι κάτι ασαφές αλλά συγκεκριμένες σκέψεις και πραξεις;

Πόσο κατανοούμε πως στην εξομολόγηση πρέπει να ερευνούμε και να ομολογούμε αδιάκοπα της εκφάνσεις τήςφιλαυτίας μας, η οποία είναι η ρίζα της αμαρτίας μας; Πόσο καταλαβαίνουμε τον εγωκεντρισμό μας, τον ναρκισσισμό μας, τα συμπλέγματά μας; Πόσο κατανοούμε πως το Μυστήριο της μετανοίας εξαρτάται από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τον πλησίον; Πόσο μεγάλη σημασία έχει το να συναισθανθούμε την έλλειψη αγάπης, την δυσκολία να συγχωρέσουμε, την δυσκολία μας να δούμε τους άλλους ως «εικόνες Θεού», να νοιαστούμε κατά τον τρόπο που ο Απόστολος μας προτρέπει: «Χαίρε μετά χαιρόντων και κλαίε μετά κλαιόντων» (Ρωμ. 12,15).
Το Μυστήριο της μετανοίας αποσκοπεί να μας αποκαλυφθεί σταδιακά η αστοχία της ζωής μας, σε όλη της την διάσταση. Πόσοι άραγε κατανοούμε πόσο μεγάλη αμαρτία είναι η αχαριστία, η γκρίνια, η μεμψιμοιρία, το να μην ευχαριστούμε τον Θεό για την ημέρα που ξημέρωσε, για την ζωή που μας χαρίστηκε, όταν ο Χριστός μας παραγγέλει: «Να χαίρεστε και να νοιώθετε αγαλλίαση, γιατί ο μισθός σας πολύς εν τοις ουρανοίς», κι ο Απόστολος Παύλος μας υποδεικνύει «πάντοτε να χαιρόμαστε και για κάθε τι να ευχαριστούμε»;
Κατανοούμε άραγε πόσο μεγάλη αμαρτία είναι η βιοτική μέριμνα και το άγχος για το αύριο (το οποίο εξ άλλου επιφέρει τόσες βλάβες στην ψυχοσωματική υγεία), όταν ο Κύριος έχει δώσει την εντολή: «Μην μεριμνάτε για την ζωή σας, τι θα φάτε η τι θα πιείτε, μήτε για το σώμα σας τι θα ντυθείτε. Η ζωή σας δεν είναι πιο σημαντική από την τροφή και το σώμα από το ένδυμα; Μην μεριμνάτε για το αύριο, γιατί το αύριο θα έχει τις δικές του φροντίδες. Αρκετές είναι οι έγνοιες της σημερινής ημέρας» (Ματθ. 6,25&34).
Κατανοούμε άραγε πόσο μεγάλη αμαρτία είναι ο φόβος που γεμίζει την ψυχή με ανασφάλεια , όταν ο Ευαγγελιστής μας λέγει πως «η αγάπη έξω βάλλει τον φόβο» (Ιω. 4,18) και πως στην οδό της μετανοίας θα κατανοήσουμε πως ακόμα κι αν «δεν πειράζουμε ούτε μυρμήγκι», όπως λέμε πολλοί, το ότι ζούμε με φόβο σημαίνει πως δεν έχουμε πραγματική αγάπη στον Θεό, ούτε στον συνάνθρωπο. Και, βέβαια, κατανοούμε πως πίσω από όλους τους φόβους και τις φοβίες κρύβεται ο έσχατος εχθρός, ο θάνατος, και πως σκοπός της ζωής μας είναι να πιστέψουμε στην Ανάσταση κι έτσι να νοιώσουμε αιώνιοι;
Κατανοούμε, επίσης, πόσο πολύ μας εμποδίζουν οι ενοχές στην σχέση μας με τον Θεό και τους ανθρώπους, πόσο βαραίνουν την ψυχή μας όταν μένουν απωθημένες στο ασυνείδητο η φωλιασμένες στο συνειδητό μας και πως η εξομολόγηση μας οδηγεί ακριβώς στην θεραπεία των ενοχών, όταν ο Χριστός δια του στόματος του ιερέα μας διαβεβαιώνει πως όλα μας τα συγχωρεί και μας καλεί σε μια νέα αρχή; Αυτός είναι και ο λόγος που δίπλα Του κατέφυγαν πόρνες, τελώνες και ληστές, γεγονός που σκανδάλιζε τους Φαρισαίους, οι οποίοι φόρτωναν (και φορτώνουν) με ενοχές τους ανθρώπους αντί να τους ελευθερώνουν κατά τον λόγο «Ελάτε προς εμένα όλοι όσοι κουράζεστε και είστε φορτωμένοι, κι εγώ θα σας αναπαύσω. Σηκώστε το ζυγό μου πάνω σας και διδαχτείτε από εμένα, γιατί είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά, και οι ψυχές σας θα βρουν ανάπαυση.  Γιατί ο ζυγός μου είναι ευεργετικός και το φορτίο που σας ζητώ ελαφρό» (Ματθ. 11, 28-30).
Χωρίς την κατανόηση και την παραδοχή σε βάθος του τι σημαίνει αμαρτία, στην πραγματικότητα η εξομολόγησή μας γίνεται μια τυπική διαδικασία, το μυστήριο καθίσταται ανενεργό κι εμείς μάλλον κοροοϊδεύουμε τον εαυτό μας... γιατί τον Θεό δεν μπορούμε να τον εξαπατήσουμε.
Συνεπώς, μάλλον αυταπατώμεθα όταν ζητάμε μια συγχωρητική ευχή χωρίς να έχουμε εξομολογηθεί, και υποβιβάζουμε μια βαθειά και μακρόχρονη θεραπευτική διαδικασία σε μαγική πράξη, όπου ο ιερέας σαν μάγος θα μεταβιβάσει κάποιο αόρατο «συγχωροχάρτι», δίχως εμείς να συνεργούμε συνειδητά στην μετάνοιά μας.
Όσον αφορά την σχέση μας με τον πνευματικό προϋποτίθεται πως θα πρέπει να αναζητήσουμε τον κατάλληλο για μας  ιερέα και αφού καταλήξουμε θα πρέπει να του δείξουμε εμπιστοσύνη. Ας μην ισχυριζόμαστε πως δεν βρήκαμε κατάλληλο, γιατί απλούστατα δεν ψάξαμε! Μπορεί να υπάρχουν προβληματικοί ιερείς, μπορεί να είχαμε ίσως μια δυσάρεστη εμπειρία, αλλά όταν μπούμε σε πορεία μετανοίας θα δούμε με έκπληξη πως υπάρχουν αρκετοί καλοί πνευματικοί. Ας ψάξουμε να δούμε ποιός μας ταιριάζει κι ας μπούμε σε πορεία σχέσης πραγματικής. Εννοείται ότι δεν πρέπει να ντρεπόμαστε για όσα λέμε αφού και ο ιερέας ως αμαρτωλός άνθρωπος κάνει κι αυτός τον αγώνα του και βρίσκεται ο ίδιος σε μια πορεία εξομολογητική, οπότε θα ακούσει με μεγάλη προσοχή και κατανόηση. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να ανοίγουμε την καρδιά μας και να λέμε όσα μας απασχολούν και είναι μεγάλη η ανακούφιση και η ειρήνη που έρχεται μετά.

Σκοπός του πνευματικού είναι να βοηθήσει τον εξομολογούμενο να αφυπνιστεί, να καταλάβει ποιά είναι η αστοχία του, να πάψει να δικαιολογείται και να κατανοήσει πως σκοπός της ζωής του Χριστιανού είναι η αγιότητα. Εις τύπον Χριστού και προσευχόμενος, οφείλει να δείχνει αγάπη, διάκριση, υπομονή, συγχωρητικότητα, κατανόηση, σεβασμό στην ασθένειά μας, ενσυναίσθηση, να υπενθυμίζει πως η εξομολόγηση έχει σκοπό να μας βοηθήσει στον δρόμο της θεραπείας, στην άρνηση της αμαρτίας. Αν χρειαστεί να βάλει επιτίμια, δηλαδή στέρηση της Θείας Κοινωνίας, αυτό δεν σημαίνει τιμωρία, αλλά υπενθύμιση πως με την στάση μας έχουμε απομακρυνθεί από τον Χριστό και πρέπει πάλι να Τον αποζητήσουμε με έμπρακτη μετάνοια.
Να τονίσουμε εδώ πως δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε τον πνευματικό ως «αυθεντία», σαν «γκουρού» που θα μας δίνει χρησμούς και θα αποφασίζει εκείνος αντί για εμάς, αλλά ως αγωνιζόμενο άνθρωπο που λειτουργεί ως «παιδαγωγός εις Χριστόν» εν ελευθερία και αποτελεί πρότυπο αγωνιστικότητας, ως έναν πιο έμπειρο συνοδοιπόρο ο οποίος θα μας υποδεικνύει το θέλημα του Θεού και θα μας καθοδηγεί χωρίς καταναγκασμούς, αφού με την δική μας βούληση εμείς οι ίδιοι  θα αποφασίζουμε για κάθε θέμα μας έχοντας την ευθύνη των πράξεών μας.
«Χαρά έσται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι», λέει ο Κύριος (Λουκ. 15, 7).  Χιλιάδες Ορθόδοξοι σε όλο τον κόσμο ζούμε μυστικά δια του Μυστηρίου της μετανοίας τον δρόμο της επιστροφής στην αγκαλιά του Θεού, εξομολογούμεθα θεραπευόμενοι, γνωρίζουμε τον εαυτό μας με την ενέργεια της Θείας Χάριτος και την βοήθεια του πνευματικού. Όσο περισσότερο καταλαβαίνουμε την ασθένειά μας, θα νοιώθουμε σταδιακά την συγχώρεση από τον Θεό κι όσο πασχίζουμε να αγαπήσουμε τον πλησίον, τόσο θα πορευόμαστε προς τον προορισμό μας, το καθ᾽ ομοίωσιν. Αν όντως έχουμε μετάνοια, το Άγιο Πνεύμα θα μας πληροφορεί για την πρόοδό μας και με έκπληξη θα βλέπουμε πως «τα αδύνατα παρά ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ…» (18, 27) . Αρκεί να καταβάλουμε ελεύθερα την προαίρεσή μας και προσερχόμαστε στο μυστήριο της εξομολογήσεως με φόβο Θεού κι ελπίδα Αναστάσεως πνευματικής. Αμήν.




Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ Η ΕΥΠΕΡΙΣΤΑΤΟΣ ΑΜΑΡΤΙΑ





Όταν ένας άνθρωπος φέρει στους ώμους του ένα βαρύ φορτίο, μία δοκιμασία, έναν σταυρό, οι υπόλοιποι συνηθίζουμε να λέμε ότι αυτός «αγίασε». Έχουμε ταυτίσει τους αγίους με εκείνους του ανθρώπους που κουβαλάνε φορτία και μάλιστα δυσβάσταχτα. Η αγιότητα θεωρείται σταυρός. Θεωρείται επιλογή των λίγων. Αυτών που δε θέλουν να ζήσουν τη χαρά της κοσμικής ζωής, αλλά οραματίζονται έναν κόσμο εκτός χρόνου και μετά θάνατον, στον οποίο ο Θεός που πιστεύουν θα τους δώσει ανάπαυση. Έτσι εμείς οι άνθρωποι τους τιμούμε ακριβώς διότι δε χάρηκαν σ’  αυτή τη ζωή, αλλά άφησαν τα πάντα για τον ουρανό.
                Ο λόγος όμως του αποστόλου Παύλου, όταν αναφέρεται στους αγίους, μας δείχνει κάτι άλλο. Μας προτρέπει, «τοσούτον έχοντες περικείμενον ημίν νέφος μαρτύρων, όγκον αποθέμενοι πάντα και την ευπερίστατον αμαρτίαν, δι’  υπομονής τρέχωμεν τον προκείμενον ημίν αγώνα» (Εβρ. 12, 1). Έχοντας γύρω μας μια τόσο μεγάλη στρατιά μαρτύρων, ας τινάξουμε από πάνω μας κάθε φορτίο και την αμαρτία που εύκολα μας εμπλέκει, κι ας τρέχουμε με υπομονή το αγώνισμα του δύσκολου δρόμου που έχουμε μπροστά μας.  Ο απόστολος δεν μας ζητά να σηκώνουμε φορτία, αλλά να τινάξουμε φορτία. Δεν βλέπει τη ζωή της πίστης ως βάρος. Αντίθετα, βλέπει τις μέριμνες αυτής της ζωής, την αγωνία μας να πετύχουμε, την επιδίωξη της ικανοποίησης κάθε επιθυμίας ως βάρος. Την θεοποίηση του εγώ μας. Την αίσθηση ότι υπάρχουμε για να περνάμε καλά. Αυτά μας παγιδεύουν, μαζί με τη αμαρτία, που εύκολα μας μπλέκει στον χρόνο, και δεν μας αφήνουν να έχουμε υπομονή για να τρέξουμε στον αγώνα προς τον Αρχηγό της πίστης μας που είναι ο Χριστός.
Ο Παύλος  μιλά για μια αλλιώτικη θέαση του κόσμου. Η σχέση με τον Χριστό είναι η χαρά. Η αγάπη που αυτή η σχέση δίνει είναι που νοηματοδοτεί τη ζωή μας. Το πρόσωπο του Χριστού αίρει τα φορτία μας. Και την ίδια στιγμή οι εντολές της πίστης δεν είναι βάρος και όγκος, αλλά ό,τι μας κάνει να βρίσκουμε ελπίδα. Αυτή η στάση δεν μπορεί να αγγίξει βέβαια εύκολα την εποχή του πρόσκαιρου και εφήμερου. Αν μπορείς να ικανοποιήσεις τις επιθυμίες σου και τα θελήματά σου «εδώ και τώρα», πώς να μη σου είναι βάρος η υπομονή; Αν ο πειρασμός σου έχει να κάνει με το να χρησιμοποιείς τους άλλους για να περνάς καλά, πώς να μη σου είναι βάρος η αγάπη, στην οποία χρειάζεται να μοιραστείς, να παραιτηθείς από το εγώ, να συγχωρέσεις, να αντέξεις, να αφιερωθείς; Αν ο πολιτισμός σου λέει ότι έχεις δικαιώματα τα οποία είναι η βάση για να είσαι καταξιωμένος και επιτυχημένος, πώς να μη σου είναι βάρος το να παραιτηθείς από αυτά, να τα αφήσεις κατά μέρος, να πεις ότι χάριν της αγάπης, χάριν του πλησίον, χάριν της ταπεινής καρδιάς, θα δείξεις μακροθυμία και θα παραιτηθείς από ό,τι δικαιούσαι ή θα το μοιραστείς με τον άλλο;   Θα παραιτηθείς ακόμη και από τον χρόνο σου, από τη δυνατότητα να ξοδεύεις τα πάντα όπως θέλεις, χάριν της συνάντησης με τον Θεό και τον πλησίον, ακόμη και και με εκείνον που δεν σε αναπαύει;
Οι άγιοι νίκησαν την αμαρτία που μας κρατά παγιδευμένους στις περιστάσεις της ζωής, σε αυτό που φαντάζει ανίκητο, που δίνει στιγμιαία χαρά και σε κάνει να μη νοιάζεσαι για τη διάρκεια. Μεταμόρφωσαν τον αυθορμητισμό σε συνειδητή επιλογή πίστης. Τον φόβο του θανάτου σε ελπίδα ανάστασης. Την ήττα σε νίκη.  Την περιφρόνηση και την απόρριψη σε εμπιστοσύνη στο Θεό και το θέλημά Του. Τον ιδρώτα, τον πόνο και το αίμα σε ολοκαύτωμα αγάπης. Είπαν μέσα τους ότι αξίζει ακόμη και ο θάνατος, παρά ο χωρισμός από τον Χριστό. Και αξιώθηκαν της αιώνιας κοινωνίας μαζί Του, αλλά και της τιμής των ανθρώπων εν τη Εκκλησία.
Φοβόμαστε να σηκώσουμε τον σταυρό μας. Παρακαλούμε τον Θεό να μας απαλλάξει από το φορτίο του να μην έρχονται τα πράγματα όπως τα ζητάμε. Η αληθινή γενναιότητα όμως στη ζωή βρίσκεται εκεί όπου εμπιστευόμαστε Αυτόν που μας αγαπά και όταν αποτινάσσουμε κάθε βάρος που μας οδηγεί στην απόγνωση. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο στη ζωή της Εκκλησίας. Εκεί υπάρχει η αγιότητα. Στην Εκκλησία. Όταν στρέφουμε τον νου και την καρδιά μας τόσο στον Θεό όσο και σε όσους προηγήθηκαν στον δρόμο αυτό, τότε διαπιστώνουμε ότι η αγιότητα έχει χαρά. Γιατί είναι στερεωμένη στην αλήθεια που νικά τον χρόνο. Στο μυστήριο της Ευχαριστίας που μας ενώνει με τον Θεό και τον πλησίον. Στην μετάνοια που μας ξεκουράζει από την επενέργεια των παθών. Στον αγώνα να είναι η συνείδησή μας καθαρή από έργα που νεκρώνουν. Η Εκκλησία γίνεται ο δρόμος και ο τρόπος δια των οποίων το Άγιο Πνεύμα μας κάνει να ελπίζουμε και να ησυχάζουμε.
Ναι, είναι δύσκολο να αποτινάξουμε τα φορτία. Γιατί άλλα είναι τα πραγματικά και άλλα νομίζουμε ότι κουβαλούμε.  Η ζωή των αγίων είναι η διάλυση των ψευδαισθήσεων και η οικείωση της αλήθειας που βρίσκεται στη σχέση με το Πρόσωπο του Χριστού. Γιατί ο άγιος έχει βρει την αλήθεια. Τον πολύτιμο μαργαρίτη. Και αγαπώντας Τον, δε φοβάται. Με τα χαρίσματά του προσεγγίζει τον Θεό και αποπνέει τη χάρη Του. Ας δώσουμε λοιπόν στον εαυτό μας την ευκαιρία να βρει νόημα δια της αγιότητας και να ξεπεράσει την κάθε μορφής αμαρτία, αποτινάσσοντας τα φορτία που τον εμποδίζουν από το να ζήσει την Αλήθεια. Και το παράδοξο είναι ότι δε θα είμαστε μόνοι μας, αλλά όσοι προηγήθηκαν θα μας στηρίζουν με τις προσευχές και την αγάπη τους ενώπιον του Θεού.  Ας καγχάζει ο κόσμος. Δεν είναι άξιος των αγίων. Αλλά ο Θεός θέλει πάντας σωθήναι! Μπορούμε να διαλέξουμε την αγαθή μερίδα Του.