Σάββατο, 11 Αυγούστου 2018

'Μήτηρ υπάρχουσα της Ζωής'


Δημήτρης Κουτρουμπής

 
Ένα από τα ωραιότερα τροπάρια της Εκκλησίας μας, είναι και το τροπάριο που ψάλλεται κατά την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. «Εν τη γεννήσει την Παρθενίαν εφύλαξας, εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε…». Είναι ωραίο, όχι μόνο διότι περιέχει επιτυχέστατα συμπλέγματα ιδεών, λέξεων και φθόγγων που γεννούν γνήσια ποιητική συγκίνηση, αλλά και διότι κατορθώνει σε λίγες φράσεις να συνοψίσει την πίστη και την πείρα της Εκκλησίας περί του προσώπου και του έργου της Παναγίας στην οικονομία της σωτηρίας και την ζωή του Σώματος του Χριστού. Το τροπάριο αυτό ονομάζει την Παναγία «Μητέρα της Ζωής». Ή, ακριβέστερα, διακυρήττει ότι η Θεοτόκος, μετά την κοίμησή της, δεν «κατέλιπε τον κόσμον» – δεν έπαυσε να εργάζεται και να είναι παρούσα εις τον κόσμον˙ αλλά μετέβη με όλην την ύπαρξή της, ψυχή τε και σώματι, προς την ζωήν, πλησίον του Θεού – διότι ήταν, είναι και θα είναι Μητέρα της Ζωής, «Μήτηρ υπάρχουσα της Ζωής»1.

Τί σημαίνει όμως ότι η Παναγία ήτο, είναι και θα είναι «Μήτηρ της Ζωής»;

Α΄. Σημαίνει, ότι είναι Μητέρα Εκείνου, τον οποίο ο απόστολος Πέτρος, στην στοά του ιερού, που ονομαζόταν του Σολομώντος, ονόμασε «αρχηγό της ζωής»2.
Ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της πίστης της Εκκλησίας είναι ότι τα πάντα έγιναν δια του Υιού και «χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν»3.

Ο Λόγος του Θεού, το δεύτερο Πρόσωπον της Αγίας Τριάδος, είναι η υποστατική εκδήλωση του δημιουργικού θελήματος του Πατρός. Αυτός έδωσε ύπαρξη και ζωή σε ότι ζει και υπάρχει. Αυτός έπλασε τον άνθρωπο ικανό να ζει αιώνια και ατελεύτητα με τον Θεό. Και όταν ο άνθρωπος, παρασυρμένος από τον Πονηρό και απομακρυσμένος από τον Θεό, κατέστη υπόδουλος του θανάτου και συνεπώς ανίκανος να πραγματοποιήσει τον προορισμό του.

Αυτός «εισέβαλε» στον κόσμον, και έσωσε το έργο του Θεού από τον αφανισμό, χορηγώντας σ' αυτό και πάλι την δυνατότητα της αθανασίας και της ζωής. Ο Λόγος του Θεού είναι λοιπόν ο αρχηγός – ο δημιουργός και χορηγός της ζωής. Κατά τους Πατέρες, είναι «Αυτοζωή» 4 – η ιδία η Ζωή, στην οποία πρέπει να μετέχει και να κοινωνεί, όποιος θέλει να αποσείσει τον ζυγόν του θανάτου και να πράξει το θέλημα του εν ουρανοίς Πατρός, να ζήσει δηλαδή αιωνίως και ατελεύτητα με Αυτόν.

Πώς όμως εισήλθε η Ζωή στον υπό του θανάτου κυριαρχούμενο κόσμο; Ακριβώς όπως είχε εισέλθει η Αμαρτία και ο Θάνατος – δι΄ενός ανθρώπου˙με την συνεργεία μιας γυναίκας. Η παρακοή της Εύας ήταν το ρήγμα δια του οποίου εισέδυσε ο Θάνατος˙ η υπακοή της Μαρίας υπήρξε η πύλη την οποία διώδευσε η Ζωή. «Ιδού η δούλη Κυρίου˙ γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου»5. Χάρις στην πρόθυμη και πιστή αυτή συμμόρφωση τής Παρθένου στο θέλημα του Θεού, ο προαιώνιος Λόγος «επί της γης ώφθη και τοις ανθρώποις συνανεστράφη»6. Η πίστη και η αγάπη της ταπεινής αυτής κόρης απέβη το μέσο, δια του οποίου «ο αόρατος ορατόν εαυτόν παρεσκεύασεν και ο ποιητής και δεσπότης των όλων εις των ανθρώπων εγεννήθη»7. Πράγματι, ο Λόγος του Θεού δεν φάνηκε στον κόσμον με προσωπείο ανθρώπου, όπως οι θεοί των Ελλήνων, οι οποίοι, κατά την μυθολογίαν, μεταμφιέζονταν σε ανθρώπους, όποτε ήθελαν να επικοινωνήσουν με τους βροτούς˙ ούτε ήλθε περιβεβλημένος φαινομενικό και αψηλάφητο σώμα, όπως ισχυρίζονταν κατά τον πρώτο ήδη μετά Χριστόν αιώνα διάφοροι αιρετικοί, «οι πλάνοι, οι μη ομολογούντες Ιησούν Χριστόν ερχόμενον εν σαρκί»8. 

Αλλά σε μίαν συγκεκριμένη στιγμή της ιστορίας, επί Καίσαρος Αυγούστου, «ατρέπτως και αναλλοιώτως» – χωρίς δηλαδή την παραμικρή αλλαγή ή αλλοίωση της θεότητάς του – «εγένετο σαρξ»9, και δια της επελεύσεως του Αγίου Πνεύματος, προσέλαβε, στην μήτρα μιας απλής και αφωσιομένης στον Θεόν γυναίκας, φύση ανθρώπου, αληθινού, πραγματικού, καθ΄όλα ομοίου με μάς. «Εν ακεραία και τελεία φύσει αληθούς ανθρώπου», γράφει ο Πάπας Λέων ο Μέγας προς Φλαβιανόν τον Κωνσταντινουπόλεως. «Θεός αληθής ετέχθη˙ όλος εν τοις εαυτοίς και όλος εν τοις ημών», με μόνη διαφορά ότι γεννήθηκε «δίχα ρύπου τινός αμαρτήματος»10.

Ως τέλειος άνθρωπος, ο Λόγος του Θεού πάτησε δια του θανάτου του τον Θάνατον και απελευθέρωσε τον άνθρωπο από την εξουσία του Πονηρού. Και όχι μόνον τον απολύτρωσε από την τυραννίδα του Διαβόλου, αλλά τον ανήγαγε και στους ουρανούς. Διότι, κατά την ημέραν της Αναλήψεως, ο Λόγος δεν επέστρεψε στον Πατέρα μόνος, αλλά συναποκομίζοντας και την ανθρώπινη φύση, την οποία είχε προσλάβει στον κόλπο της Μαρίας, της Μητέρας του. Τώρα, εκ δεξιών του Πατρός, δεν κάθεται απλώς ο προαιώνιος Λόγος˙ κάθεται ο σαρκωμένος και εκ γυναικός γενόμενος Υιός του Θεού, ο «άνθρωπος Χριστός Ιησούς», ο «μεσίτης» Θεού και ανθρώπων11, ο οποίος στο ενα και το αυτό πρόσωπο ενώνει την θεία και την ανθρώπινη φύση. Χάρις στην άφραστη και υπέρλογη ένωση του Θεού με τον άνθρωπο, η οποία πραγματοποιήθηκε στην μήτρα της Παρθένου, ο άνθρωπος, όχι μόνον απαλλάχτηκε από τον ζυγό του θανάτου και κατέστη εκ νέου ικανός προς ζωήν, αλλά κυριολεκτικά έγινε «μέτοχος της θείας φύσεως»12, εισήχθη εις την «αιώνιον ζωήν».

Αποτελώντας, στο πρόσωπο του αναστάντος και αναληφθέντος Κυρίου, μία σάρκα με τον Λόγο του Θεού, μετέχει στην ζωή της Αγάπης, η οποία αιωνίως συνδέει τα Πρόσωπα της μακαρίας και παναγίας Τριάδας.

Η Παναγία, λοιπόν, ως Μητέρα του «ανθρώπου Χριστού Ιησού», είναι Μητέρα της Ζωής. Και, υπό την άποψη αυτή, είναι μεταξύ μας ο διαρκής και αψευδής μάρτυρας του μυστηρίου της σωτηρίας μας, του μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Θεού. Διότι η παρουσία της Παναγίας, συνεχώς και αδιάκοπα, μας υπενθυμίζει και μας αποδεικνύει, ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, ότι «κεκοινώνηκε της σαρκός και του αίματος των παιδίων»13, ότι ωμοιώθηκε «κατά πάντα τοις αδελφοίς»14, ώστε και ο άνθρωπος να γίνει Θεός, να κοινωνήσει την θεία Ζωή και γίνει σύμμορφος της δόξας του Θεού. Την σημασία αυτήν της παρουσίας της Θεοτόκου μας φανερώνει καθαρότατα η ιστορία. Πράγματι, όσα τμήματα του χριστιανικού κόσμου παρανόησαν ή εκ προθέσεως υποτίμησαν την θέση της Παναγίας στην ζωή και την λατρεία της Εκκλησίας, υπέπεσαν πάντοτε σε δύο σοβαρότατες πλάνες: ή παρέβλεψαν την ανθρωπότητα του Λόγου˙ ή λησμόνησαν την θεότητα του Ιησού. Εννοείται, ότι και στις δύο περιπτώσεις, το μυστήριο της σωτηρίας έχασε το περιεχόμενό του και κατέστη αδύνατη η εν Χριστώ ζωή. Ακριβώς δε για να αποφευχθούν παρόμοιοι κίνδυνοι, η Εκκλησία καθιέρωσε σε κάθε σχεδόν ευχή και προσευχή της να μνημονεύεται η Μαρία, η Παναγία Μήτηρ του Θεού. Διότι, όπως νωρίτατα αντιλήφθηκε η χριστιανική συνείδηση, εκείνη, την οποίαν η Ελισάβετ, πλήρης Πνεύματος Αγίου, αποκάλεσε «ευλογημένην εν γυναιξί», είναι «ο θεόπεμπτος φύλαξ του χριστιανικού Μυστηρίου και η ασφαλεστέρα εγγύησις μιας αληθώς χριστοκεντρικής ευσέβειας και ζωής»15.

Β΄. Σημαίνει ότι η Παναγία είναι Μητέρα του μυστηριακού σώματος του Χριστού – της Εκκλησίας – εκτός του οποίου δεν υπάρχει σωτηρία και ζωή.

Μετά την ένδοξον ανάβασή του στους ουρανούς, ο ενανθρωπήσας Λόγος δεν έπαυσε να ζει, να εργάζεται, να διδάσκει, να θεραπεύει, να σώζει και να ζωοποιεί εν μέσω των ανθρώπων. Είναι βέβαια τώρα ο «άνω τω Πατρί συγκαθήμενος», αλλ΄είναι επίσης και ο «ώδε ημίν συνών». Είναι Εκείνος, ο οποίος «εσκήνωσεν εν ημίν»16 – ο οποίος έστησε την σκηνή του ανάμεσά μας. Η ενσάρκωση αυτή του Λόγου, η «σκήνωσίς» του ανάμεσά μας δεν τελείωσε την ημέρα της Αναλήψεως˙ συνεχίζεται και θα συνεχίζεται μέχρι τέλους του παρόντος κόσμου. «Και ιδού, εγώ μεθ΄υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος»17. Διότι, ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος όχι απλώς για να προσαγάγει στον Πατέρα ένα τέλειο δείγμα του ανθρωπίνου γένους, τον Ιησούν της Ναζαρέτ˙ αλλά δια να πραγματοποιήσει το θέλημα του Θεού, ο οποίος «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν»18. 
Το φιλάνθρωπο και σωτήριο τούτο θέλημα του Πατέρα το πραγματοποίησε ο Κύριος «εφ΄ άπαξ» επί του Σταυρού, επειδή όμως ο άνθρωπος ζει εν χρόνω και χώρω, ιδρύθηκε η Εκκλησία για να μεταδίδει το «χαρμόσυνο άγγελμα» και τους καρπούς της σωτηρίας στους ανθρώπους κάθε τόπου και κάθε εποχής. Η Εκκλησία, εννοείται, δεν είναι «οργανισμός διαχειρίσεως και διαθέσεως των αγαθών της σωτηρίας», είναι ένα ζωντανό σώμα, η ανθρώπινη φύση του Κυρίου, η Σάρκα του Χριστού. Κανείς δεν μπορει να σωθεί από τον νόμο του Θανάτου, κανείς δεν μπορεί να έχει ζωή, εάν δεν ενσωματωθεί στην Εκκλησία, εάν δηλαδή δεν γίνει Σαρξ Κυρίου, Σώμα Χριστού. Η Εκκλησία είναι «μεσίτρια» Θεού και ανθρώπων, το μέσον δια του οποίου ο απρόσιτος και υπερούσιος Θεός γίνεται καταληπτός και προσιτός στον άνθρωπο και ο πεπερασμένος και αμαρτωλός άνθρωπος ενώνεται με τον υπεράγιο και άπειρο Θεό˙ είναι η κλίμακα, «η εστηριγμένη εν τη γη», της οποίας η κεφαλή φτάνει μέχρι τον  ουρανό «και επί της οποίας οι άγγελοι του Θεού ανεβαίνουν και κατεβαίνουν», ˙ είναι ο «φοβερός τόπος»20 της κοινωνίας Θεού και ανθρώπων, της ενανθρωπήσεως του Θεού και της θεώσεως του ανθρώπου. 
Πράγματι, όσοι πιστεύουν στο «ευαγγέλιο» του Θεού, βαπτίζονται εν ύδατι και «πνεύματι αγίω» και κάθε Κυριακή συνέρχονται ομοθυμαδόν επί το αυτό δια την κλάση του άρτου, προσλαμβάνονται, αφομοιώνονται και μετατρέπονται σε ζωντανά κύτταρα του σώματος του αναστάντος και δοξασθέντος Ιησού. Το σώμα τούτο λέγεται «μυστηριακό», διότι οικοδομείται, συντηρείται και καθίσταται ορατό δια των μυστηρίων21. Τα μυστήρια της Εκκλησίας φανερώνουν την σκήνωση του Λόγου «εν ημίν», καθιστούν ορατή την αληθινή και διαρκή παρουσία του Σωτήρος Χριστού στον κόσμο. Το επιτυγχάνουν δε με την  μεταβολή των πιστών σε σάρκα Χριστού, με την μετατροπής των «αμαρτωλών και αχρείων δούλων του Θεού» σε σώμα Κυρίου. Αλλά το σώμα αυτό δεν είναι άλλο από το σώμα εκείνο που γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Διαφέρει κατά την εκδήλωση, αλλ΄είναι όμοιο κατά την ουσία με το σώμα που έλαβε ο Λόγος του Θεού στην Πανάχραντη μήτρα της Παρθένου.

Απ΄ αρχαιοτάτων χρόνων, η Εκκλησία παρομοιάζει την ίδρυσή της με την «οικοδομή» της Εύας από την πλευρά του κοιμισμένου Αδάμ. «Όπως ο Αδάμ είναι ο τύπος του Χριστού», γράφει ο Τερτυλλιανός, «έτσι και ο ύπνος του Αδάμ είναι προτύπωση του σταυρικού θανάτου του Κυρίου. Από την πλευρά του κοιμισμένου Αδάμ ο Θεός οικοδόμησε την γυναίκα˙ από την ανοιγμένη πλευρά του Χριστού, του κοιμισμένου τον θανάσιμο ύπνον του σταυρού, δημιούργησε την εκκλησία, την αληθινή μητέρα των ζώντων». 22

Αλλά από αρχαιοτάτων επίσης χρόνων, η Εκκλησία πιστεύει, ότι «οικοδομήθηκε» δια τριών διαδοχικών εκχύσεων του Πνεύματος του Θεού: την ώρα κατά την οποία ο σταυρωμένος Ιησούς, κλίνοντας την κεφαλή, «παρέδωσε» στην μητέρα του και τον μαθητή, "ον ηγάπα, το πνεύμα"23˙  το πρωί της μέρας της μιας των Σαββάτων κατά την οποία ο αναστάς Κύριος ενεφύσησε στους μαθητές Πνεύμα Άγιο24˙  και κατά την ημέρα της Πεντηκοστής25. 

Και σε δύο τουλάχιστον από τις τρεις αυτές περιπτώσεις, κατά σαφή μαρτυρία της Αγίας Γραφής, η Μαρία η Μητέρα του Ιησού ήταν παρούσα.

Την παρουσία αυτή της Μητέρας του Κυρίου «παρά τω σταυρώ του Ιησού»26 και στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, όπου οι μαθητές «ήσαν προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν τη προσευχή και τη δεήσει»27, η Εκκλησία δεν την θεώρησε ποτέ τυχαία, αλλά την είδε πάντοτε ως απόδειξη της μυστηριακής μητρότητας της Παναγίας. Για τον λόγο αυτό, όρισε, σε κάθε  εκκλησιαστική σύναξη και ιδιαιτέρως κατά την τέλεση της Ευχαριστίας, κατά την οποία το Πνεύμα το Άγιο καταπέμπεται και πάλιν σε μας και στα προκείμενα δώρα , να μνημονεύεται «εξαιρέτως» η Παναγία, άχραντος, υπερευλογημένη, ένδοξη, δέσποινα ημών, Θεοτόκος και αειπάρθενος Μαρία. Την εξαίρετη αυτή ευλάβεια προς το πρόσωπο της Παναγίας εκφράζει με τον δικό της τρόπο και η αγιογραφία, η οποία όχι μόνον ζωγραφίζει στις αψίδες των ναών την Πλατυτέρα των Ουρανών για να δείξει ότι η Παναγία σκέπει και προστατεύει την λατρεύουσα και εν αγάπη ζώσα εκκλησιαστική κοινότητα, αλλά και όποτε θέλει να ιστορήσει τους Αγίους Πάντες,  τμήμα της Εκκλησίας που θριαμβεύει στους ουρανούς, τις απαρχές της καινής εν Χριστώ φύσεως, τοποθετεί πάντοτε στο κέντρο της εικόνας την Παναγία, την μητέρα της Εκκλησίας.

Γ΄. Σημαίνει ότι η Παναγία είναι μήτηρ κάθε Χριστιανού, κάθε ανθρώπου που αναγεννήθηκε άνωθεν και ζει με τον Θεό την «αιώνιο ζωή».

Τί είναι, αλήθεια, ο Χριστιανός; Κατά τον συγγραφέα της Αποκαλύψεως, είναι ο «τηρών τας εντολάς του Θεού και έχων την μαρτυρία του Ιησού Χριστού»28, εκείνος ο οποίος με την τήρηση των θείων εντολών είναι μάρτυρας του Χριστού στον κόσμο, φανερώνει δηλαδή και καθιστά ορατό και γνωστό τον Χριστό στον κόσμο. Όλοι όμως «οι τηρούντες τας εντολάς του Θεού και έχοντες την μαρτυρίαν του Ιησού Χριστού» είναι «σπέρμα», ή μάλλον «οι λοιποί του σπέρματος της γυναικός»29, η οποία «ώφθη εν τω ουρανώ», «περιβεβλημένη τον ήλιον, και η σελήνη υποκάτω των ποδών αυτής, και επί της κεφαλής αυτής στέφανος αστέρων δώδεκα»30, και της οποίας το πρώτο τέκνο, «υιός άρρην, ος μέλλει ποιμαίνει πάντα τα έθνη εν ράβδω σιδηρά»31, «ηρπάσθη προς τον Θεόν και τον θρόνον αυτού»32. 

Εναντίον του σπέρματος της γυναίκας αυτής διεξάγει φοβερό και αμείλικτο πόλεμο ο «δράκων ο μέγας, ο όφις ο αρχαίος, ο καλούμενος Διάβολος και Σατανάς, ο πλανών την οικουμένη όλη»33. Εν αντιθέσει όμως προς τους υιούς της Εύας, οι οποίοι παραδόθηκαν από την ίδια τους την Μητέρα στην οργή του «όφεως», οι γιοί τής Μαρίας, καίτοι ζουν στην «έρημο», στον υπό του θανάτου και του Διαβόλου κυριαρχούμενο  κόσμον, μπορούν να διαφύγουν τον κίνδυνο και να σωθούν, επειδή έχουν μητέρα ικανή να τους προστατεύσει και να τους σώσει από τον «θυμό τον μέγα» του Διαβόλου34. Η Μητέρα τους, η «γυνή», καθώς γεννά καθένα από αυτούς σε  «ζωή αιώνιο», τον καθιστά άτρωτο και απρόσβλητο από τις επιθέσεις του Σατανά. Η πεποίθηση, λοιπόν, του χριστιανικού λαού, ότι η Παναγία, η Μήτηρ του Κυρίου, είναι και Μητέρα όλων των Χριστιανών, δεν αποτελεί καθόλου λαϊκή πρόληψη και δεισιδαιμονία. Είναι θεολογικότατη και στηρίζεται στο κήρυγμα των Αποστόλων, την διδασκαλία των Πατέρων και την πείρα της προσευχομένης και λατρεύουσας χριστιανικής κοινότητας. Όσα ωραιότατα λέγονται και ιστορούνται περί της Θεοτόκου στην εκκλησιαστική υμνογραφία και αγιογραφία, δεν είναι «ποιητικές εξάρσεις και υπερβολές και δραματικές απεικονίσεις», που λέγονται και άδονται στην Λατρεία «μεταφορικά και ποιητική αδεία», και τα οποία συνεπώς «δεν πρέπει να εκλαμβάνονται κατά γράμμα, σαν να μην ανήκουν στην ουσία των ορθοδόξων δογμάτων». Αντιθέτως, είναι πλουσιότατοι θησαυροί, οι οποίοι εκφράζουν την αρχαιότατη πίστη της Εκκλησίας και περιέχουν την πνευματική πείρα αιώνων χριστιανικής ζωής, όπως άλλωστε μπορεί να το πιστοποιήσει κάθε άνθρωπος που αγωνίζεται ειλικρινά να ζήσει εν Χριστώ. Διότι – όπως επιτυχέστατα παρατηρεί ο σεβ. Έντουϋν Χόσκυνς, ο κορυφαίος των συγχρόνων ερμηνευτών της Γραφής, ερμηνεύοντας τους λόγους του Κυρίου στον Γάμο της Κανά: «Τι εμοί και σοι, γύναι; ούπω ήκει η ώρα μου» – «η Μαρία, επειδή είναι Μητέρα του Ιησού, πρόκειται να γίνει Μητέρα όλων όσων θα πιστέψουν σ' Αυτόν.

Το επεισόδιο αυτό (η στιχομυθία μεταξύ Ιησού και της μητέρας του) είναι μια προαγγελία της δεύτερης αυτής μητρότητας της Μαρίας, η ώρα της οποίας θα έλθει όταν ο πρωτότοκος αυτής θα προσφερθεί θυσία επί του σταυρού. Η χρήση της λέξης «γύναι» είναι χαρακτηριστική, διότι η λέξη αυτή είναι στενότατα συνυφασμένη με την ιδέαν της μητρότητας. Όταν, λοιπόν, οι Πατέρες κηρύττουν ότι η Μαρία είναι η νέα Εύα, αποδεικνύουν ότι έχουν αντιληφθεί το νόημα ορθότερα και πληρέστερα από τους συγχρόνους ερμηνευτές. Διότι, ενώ η Εύα υπήρξε μητέρα ενός αμαρτωλού γένους το οποίο έπαυσε να έχει οιανδήποτε πραγματική σχέση με τον Θεό, η Μαρία είναι η μητέρα των πιστών, οι οποίοι, απολυτρωμένοι από την αμαρτία, γεννώνται άνωθεν και μένουν εν τω Θεώ»35.



______________________________

1. Την ιδέα αυτήν διακηρύττει με μεγαλύτερη σαφήνεια το κοντάκιον της εορτής, το οποίο λέγει ότι «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν (την Θεοτόκον), ως γαρ Ζωής Μητέρα προς την Ζωήν μετέστησενμετέφερεν με όλην την ύπαρξίν της –ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον».
2. Πράξ. 3, 15.
3. Ιωάν. 1, 3.
4. Ιουστίνου, Διάλ. 6. Ειρηναίου, Έλεγχος, Γ, ΧVIII, 7 XIX1XX1. Μ. Αθανασίου, Migne, P.G., 26, 584.
5. Λουκ. 1, 38.
6. Λειτουργία Μ. Βασιλείου.
7. Απόφασις Οικ. Συνόδου Χαλκηδόνος. Mansi, S.C.A.L. VII, 115 B.
8. Β΄ Ιωάν. 7.
9. Ιωάν. 1, 14.
10. Λέοντος Μεγάλου, Επιστολή προς Φλαβιανόν, Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως (13 Ιουνίου 449), P.LIV, 763.
11. Α΄Τιμ. 2, 5.
12. Β΄Πέτρ. 1, 4.
13. Εβρ. 3, 14.
14. Αυτόθι, 17.
15. Καρδιναλίου Suhard, Αρχιεπισκόπου Παρισίων, Ποιμαντορική Επιστολή, 1949.
16. Ιωάν. 1, 14.
17. Ματ. 28, 20.
18. Α΄Τιμ. 2, 4.
19. Γεν. 28, 12.
20. Αυτόθι, 17.
21. Βλ. το μοναδικό πλέον βιβλίον του H. de Lubac, Corpus Mysticum, LEucharistie et lEglise au Moyen Age, Paris, Aubier, 1944.
22. De Anima 43.
23. Ιωάν. 19, 30.
24. Ιωάν. 10, 19-23.
25. Πράξ. 2, 1-4.
26. Ιωάν. 19, 25.
27. Πράξ. 1, 14.
28. Αποκ. 12, 17.
29. Αυτόθι, 17.
30. Αυτόθι, 1.
31. Αυτόθι, 5.
32. Αυτόθι, 5.
33. Αυτόθι, 9.
34. Αυτόθι, 10-17.

Δ. ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΗ, «Η Χάρις της Θεολογίας», Αθήνα: εκδόσεις Δόμος, 199

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2018

ΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


Αρ­χιμ. Σω­φρο­νί­ου Σα­χά­ρωφ

   

«Ι­δού νε­φέ­λη φω­τει­νή ε­πε­σκί­α­σεν αυ­τούς, και ι­δού φω­νή εκ της νε­φέ­λης λέ­γου­σα· ού­τός ε­στιν ο υι­ός μου ο α­γα­πη­τός, εν ω ευ­δό­κη­σα· αυ­τού α­κού­ε­τε» (Ματθ. ι­ζ’ 5, Μαρκ. θ’ 7, Λουκ. θ’ 35).


 Σή­με­ρα, με την ευ­και­ρί­α της με­γά­λης πα­νη­γύ­ρε­ως της Εκ­κλη­σί­ας, πα­νη­γύ­ρε­ως η ο­ποί­α α­νά­λο­γα με τον βαθ­μό της προ­σέγ­γι­σής μας ό­σο πλη­σι­ά­ζου­με το τέ­λος της ε­πί­γειας ζω­ής μας ό­χι μό­νο δεν ε­λατ­τώ­νε­ται, αλ­λ’ α­κα­τά­παυ­στα αυ­ξά­νει σε δύ­να­μη και σπου­δαι­ό­τη­τα μέ­σα μας, ξε­χνών­τας κα­τά κά­ποι­ον τρό­πο την α­δυ­να­μί­α μας, τολ­μού­με να ο­μι­λή­σου­με για το α­πρό­σι­το και α­νέ­σπε­ρο Φως που ε­ξέ­λαμ­ψε στο Θα­βώρ.


Σας πα­ρα­κα­λώ, πα­ρα­βλέψ­τε κα­τά την ώ­ρα αυ­τή τη μη­δα­μι­νό­τη­τά μου- κλεί­στε τα μά­τια σας στην α­μά­θεια και στο ά­κομ­ψο του λό­γου μου, μάλ­λον δε, αν εί­ναι δυ­να­τόν, θε­ω­ρή­στε με σαν έ­ναν α­πό τους φύ­λα­κες του ό­ρους Ε­φραίμ, που α­να­βο­ού­σαν: «Ε­γερ­θή­τε, και α­να­βώ­μεν εις την Σι­ών προς Κύ­ριον τον Θε­όν η­μών».


Ο Θε­ός, «ο ποι­ή­σας τον ου­ρα­όν και την γην», εί­ναι ο Θε­ός μας εκ κοι­λί­ας της μη­τρός μας. Με­τά την κα­τά σάρ­κα γέν­νη­ση, πριν α­κό­μη μά­θου­με να δι­α­κρί­νου­με το δε­ξί χέ­ρι α­πό το α­ρι­στε­ρό, λά­βα­με ή­δη δεύ­τε­ρη γέν­νη­ση, ά­νω­θεν, στην κο­λυμ­βή­θρα του Βα­πτί­σμα­τος, και ε­λέ­χθη σε μας το μέ­γα και φο­βε­ρό και σε αυ­τές τις ε­που­ρά­νι­ες δυ­νά­μεις Ό­νο­μα, του Πα­τρός και του Υι­ού και του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

Στη συ­νέ­χεια, λά­βα­με άλ­λη α­νε­κτί­μη­τη δω­ρε­ά, για την ο­ποί­α η ψυ­χή μας δεν μπο­ρεί να μι­λή­σει ού­τε να α­να­λο­γι­σθεί χω­ρίς τρό­μο, δη­λα­δή το χρί­σμα του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, τη σφρα­γί­δα του α­για­σμού, η ο­ποί­α ε­τέ­θη σε ό­λα τα μέ­λη του σώ­μα­τός μας με τα λό­για του Μυ­στη­ρί­ου: «Σφρα­γίς δω­ρε­άς Πνεύ­μα­τος Α­γί­ου». Και έ­τσι γί­να­με σκή­νω­μα του Θε­ού του Υ­ψί­στου, και τα σώ­μα­τά μας να­ός του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος.


Α­πό τη βρε­φι­κή η­λι­κί­α τρε­φό­μα­στε στην Εκ­κλη­σί­α με το Θεί­ο Σώ­μα και Αί­μα του Χρι­στού. Εί­μα­στε παι­διά Του- σάρ­κα α­πό τη Σάρ­κα Του και αί­μα α­πό το Αί­μα Του. Α­πό τη νε­ό­τη­τά μας ζού­με μέ­σα στην α­τμό­σφαι­ρα του Θεί­ου Λό­γου, ο Ο­ποί­ος μας α­πο­κα­λύ­πτει τις α­πέ­ραν­τες δι­α­στά­σεις της γνώ­σε­ως του α­νάρ­χου Θε­ού, του Πα­τρός μας, που μας πα­ρέ­χει ή­δη α­πό ε­δώ την πρό­γευ­ση της μα­κα­ρι­ό­τη­τας της αι­ώ­νιας δι­α­μο­νής με­τ’ Αυ­τού και εν Αυ­τώ. Στην Εκ­κλη­σί­α μας κά­θε η­μέ­ρα ζού­με μέ­σα σε α­πε­ρί­γρα­πτο υ­περ­πλε­ο­να­σμό κά­θε πλού­του πνευ­μα­τι­κού, και η ευ­γνώ­μων ψυ­χή ορ­μά και α­να­φω­νεί: «Πράγ­μα­τι εί­ναι πλού­σιος ο Θε­ός μας, ο παν­τα­χού πα­ρών και τα πάν­τα πλη­ρών μας αγ­κα­λιά­ζει α­κα­τά­παυ­στα, ό­λους και τον κα­θέ­να ξε­χω­ρι­στά».


Και να, πα­ρ’ ό­λα αυ­τά, εί­μα­στε πτω­χοί τω πνεύ­μα­τι. Μέ­σα στα ό­ρια της γης υ­πάρ­χει α­κό­ρε­στη πεί­να και ά­σβε­στη δί­ψα Θε­ο­γνω­σί­ας, δι­ό­τι ο α­γώ­νας μας εί­ναι να φθά­σου­με τον Ά­φθα­στο, να δού­με τον Α­ό­ρα­το, να γνω­ρί­σου­με Αυ­τόν που βρί­σκε­ται πέ­ρα α­πό κά­θε γνώ­ση.


Η ορ­μή αυ­τή αυ­ξά­νει α­κα­τά­παυ­στα σε κά­θε άν­θρω­πο, ό­ταν το Φως της Θε­ό­τη­τας ευ­δο­κή­σει να τον κα­ταυ­γά­σει, έ­στω και με κά­ποι­α α­μυ­δρά προ­σέγ­γι­σή Του, δι­ό­τι τό­τε στους νο­ε­ρούς ο­φθαλ­μούς μας α­πο­κα­λύ­πτε­ται σε ποι­ά ά­βυσ­σο δι­α­μέ­νου­με. Η ό­ρα­ση αυ­τή κα­τα­πλήσ­σει ό­λο τον άν­θρω­πο, και τό­τε η ψυ­χή του δεν γνω­ρί­ζει α­νά­παυ­ση και δεν μπο­ρεί να τη βρει, μέ­χρις ό­του ε­λευ­θε­ρω­θεί πλή­ρως α­πό το σκο­τά­δι που την δι­α­κα­τέ­χει, μέ­χρις ό­του γε­μί­σει α­πό την Α­κό­ρε­στη Τρο­φή, μέ­χρις ό­του το Φως αυ­τό αυ­ξη­θεί στην ψυ­χή και ε­νω­θεί μα­ζί της τό­σο, ώ­στε Φως και ψυ­χή να γί­νουν έ­να, προ­κα­ταγ­γέλ­λον­τας τη θέ­ω­σή μας στη Θεί­α δό­ξα.


Η Με­τα­μόρ­φω­ση του Κυ­ρί­ου α­πο­τε­λεί στε­ρε­ό θε­μέ­λιο της ελ­πί­δας για τη με­τα­μόρ­φω­ση ό­λης της ζω­ής μας —η ο­ποί­α τώ­ρα εί­ναι γε­μά­τη α­πό κό­πο, α­σθέ­νει­ες, φό­βο— σε ζω­ή ά­φθαρ­τη και θε­ο­ει­δή. Εν τού­τοις, η α­νά­βα­ση αυ­τή στο υ­ψη­λό ό­ρος της Με­τα­μορ­φώ­σε­ως συν­δέ­ε­ται με με­γά­λο α­γώ­να. Ό­χι σπά­νια ε­μείς ε­ξα­σθε­νού­με α­πό την αρ­χή αυ­τού του α­γώ­να και α­πελ­πι­σί­α φαί­νε­ται να κυ­ρι­εύ­ει την ψυ­χή. Σε τέ­τοι­ες ώ­ρες μαρ­τυ­ρι­κής πα­ρα­μο­νής στα ό­ρια με­τα­ξύ του Α­προ­σί­του Φω­τός της Θε­ό­τη­τας που έλ­κει προς τον ε­αυ­τό Του και της α­πει­λη­τι­κής α­βύσ­σου του σκό­τους, να εν­θυ­μού­μα­στε τα δι­δάγ­μα­τα των Πα­τέ­ρων μας, οι ο­ποί­οι δι­ή­νυ­σαν την ο­δό αυ­τή α­κο­λου­θών­τας τον Χρι­στό, και «ε­ζω­σμέ­νοι τας ο­σφύ­ας η­μών» να παίρ­νου­με δύ­να­μη με την κρα­ται­ά ελ­πί­δα σε Ε­κεί­νον, ο Ο­ποί­ος με την πα­λά­μη Του βα­στά­ζει α­κό­πως ό­λη την κτί­ση. Να θυ­μό­μα­στε ό­τι στη ζω­ή μας πρέ­πει να ε­πα­να­λη­φθεί κα­τά τον ί­διο τρό­πο ο,τι έ­γι­νε στη ζω­ή του Υι­ού του Αν­θρώ­που, για να ε­λευ­θε­ρω­θού­με α­πό κά­θε φό­βο και ο­λι­γο­ψυ­χί­α. Η ο­δός εί­ναι κοι­νή σε ό­λους μας κα­τά τον λό­γο Αυ­τού του Χρι­στού: «Ε­γώ ει­μι η ο­δός»· και γι’ αυ­τό εί­ναι και μο­να­δι­κή, δι­ό­τι «ου­δείς έρ­χε­ται προς τον Πα­τέ­ρα, ει μη δι’ Ε­μού».


Αν ο Κύ­ριος «ε­πει­ρά­σθη», και ε­μείς πρέ­πει να πε­ρά­σου­με δια του πυ­ρός των πει­ρα­σμών. Αν ο Κύ­ριος κα­τα­δι­ώ­χθη­κε, και ε­μείς ε­πί­σης θα δι­ω­χθού­με α­πό τις ί­δι­ες ε­κεί­νες δυ­νά­μεις, οι ο­ποί­ες δί­ω­καν τον Χρι­στό. Αν ο Κύ­ριος έ­πα­θε και σταυ­ρώ­θη­κε, και ε­μείς α­να­πό­φευ­κτα ο­φεί­λου­με να πά­σχου­με και να σταυ­ρω­νό­μα­στε έ­στω, ί­σως, και πά­νω σε α­ό­ρα­τους σταυ­ρούς, ε­φό­σον πράγ­μα­τι Τον α­κο­λου­θού­με στις ο­δούς της καρ­δί­ας μας. Αν ο Κύ­ριος με­τα­μορ­φώ­θη­κε, και ε­μείς θα με­τα­μορ­φω­θού­με και ε­νώ α­κό­μη βρι­σκό­μα­στε πά­νω στη γη, αν ο­μοι­ω­θού­με προς Αυ­τόν στις ε­σω­τε­ρι­κές ε­πι­θυ­μί­ες μας. Αν ο Κύ­ριος πέ­θα­νε και α­να­στή­θη­κε, τό­τε και ό­λοι ό­σοι πι­στεύ­ουν σε Αυ­τόν θα δι­έλ­θουν δια του θα­νά­του, θα το­πο­θε­τη­θούν σε τά­φους και έ­πει­τα θα α­να­στη­θούν ό­μοι­α προς Αυ­τόν, ε­φό­σον πέ­θα­ναν ό­μοι­α προς Αυ­τόν.


Θα α­να­στη­θούν πρώ­τα οι ψυ­χές των πι­στών, έ­πει­τα δε, κα­τά την η­μέ­ρα της Κοι­νής Α­να­στά­σε­ως, και τα σώ­μα­τα. Αν ο Κύ­ριος με­τά την α­νά­στα­σή Του με δο­ξα­σμέ­νη σάρ­κα α­να­λή­φθη­κε στον ου­ρα­νό και κά­θι­σε στα δε­ξιά του Θε­ού, έ­τσι και ε­μείς με δο­ξα­σμέ­να σώ­μα­τα, δια της δυ­νά­με­ως του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, θα α­να­λη­φθού­με στους ου­ρα­νούς και θα γί­νου­με «συγ­κλη­ρο­νό­μοι Χρι­στού» και «κοι­νω­νοί της Θε­ό­τη­τος» Α’ Πέ­τρ. δ’ 13, Β’ Πέ­τρ. α’ 4, Ρωμ. ζ’ 17, Β’ Τιμ. β’ 11-12 κ.α.).


Ό­λα, ό­σα α­πα­ριθ­μή­σα­με πιο πά­νω, πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν α­πό τον Κύ­ριο ό­χι κα­τά τη Θε­ό­τη­τα, αλ­λά κα­τά την αν­θρω­πό­τη­τά Του, δη­λα­δή σε ε­κεί­νο το ε­πί­πε­δο, ό­που ο Κύ­ριος εί­ναι ο­μο­ού­σιος με ε­μάς «Υι­ός Αν­θρώ­που». Ο Κύ­ριος, ο Πα­τρί και Πνεύ­μα­τι συ­νά­ναρ­χος Λό­γος, με τη σάρ­κω­σή Του προ­σέ­λα­βε στη Θεί­α Του Υ­πό­στα­ση την αν­θρώ­πι­νη φύ­ση μας. Ό­χι φαι­νο­με­νι­κά, αλ­λά έ­γι­νε α­λη­θι­νά ό­μοι­ος με μας άν­θρω­πος και φα­νέ­ρω­σε στη σάρ­κα μας τη Θεί­α τε­λει­ό­τη­τα, «υ­πο­λιμ­πά­νων Ε­αυ­τόν υ­πο­γραμ­μόν» για μας, τον ο­ποί­ο πολ­λοί προ­φή­τες και δί­και­οι «ε­πε­θύ­μη­σαν ι­δείν» (Ματθ. ι­γ’ 17). Και αυ­τό ο­φεί­λου­με τώ­ρα ε­μείς να πραγ­μα­το­ποι­ή­σου­με, ο κα­θέ­νας στη ζω­ή του, ώ­στε με την ο­μοί­ω­ση προς τον Χρι­στόν, κα­τά την ει­κό­να της ε­πί­γειας ζω­ής Του, να γί­νου­με ό­μοι­οι με Αυ­τόν και κα­τά την ει­κό­να της Θεί­ας υ­πάρ­ξε­ως.


Σας πα­ρα­κα­λώ, να μην ο­λι­γο­ψυ­χή­σου­με α­κού­ον­τας τα λό­για της δι­δα­σκα­λί­ας αυ­τής, αλ­λά να λά­βου­με θάρ­ρος και να α­νοί­ξου­με τις καρ­δι­ές μας για να δε­χθού­με με α­πλό­τη­τα το Ευ­αγ­γέ­λιο του Χρι­στού. Ο Κύ­ριος με το στό­μα Του εί­πε: «Θαρ­σεί­τε, ε­γώ νε­νί­κη­κα τον κό­σμον» (Ι­ω­άν. ι­ς’ 33). Και ε­μείς, με τη δύ­να­μη του Χρι­στού, θα κα­τορ­θώ­σου­με α­ναμ­φί­βο­λα τη νί­κη αυ­τή ε­πί του κό­σμου, ώ­στε μα­ζί με Αυ­τόν να με­τά­σχου­με στην αι­ώ­νια Βα­σι­λεί­α των ου­ρα­νών.


Για την εκ­πλή­ρω­ση της εν­το­λής, «πο­ρεύ­ε­σθε, και στα­θέν­τες λα­λεί­τε εν τω, ι­ε­ρώ τω λα­ώ πάν­τα τα ρή­μα­τα της ζω­ής ταύ­της» (Πραξ. ε’ 20), σας λέ­ω: Αυ­τοί εί­ναι οι λό­γοι της αι­ώ­νιας ζω­ής, οι ο­ποί­οι δό­θη­καν α­πό τον Κύ­ριο «εις κλη­ρο­νο­μί­αν α­να­φαί­ρε­τον τοις πι­στοίς»· αυ­τό ση­μαί­νει «των Α­πο­στό­λων το κή­ρυγ­μα» και των «Πα­τέ­ρων τα δόγ­μα­τα»· αυ­τή εί­ναι η ορ­θό­δο­ξη πί­στη και η α­σά­λευ­τη ελ­πί­δα, η ο­ποί­α δεν θα δι­α­ψευ­σθεί, δι­ό­τι θε­μέ­λιό της εί­ναι η α­ψευ­δής μαρ­τυ­ρί­α του Κυ­ρί­ου. Και αν «νό­θα» τα­πεί­νω­ση θε­λή­σει να το ο­νο­μά­σει αυ­τό υ­πέρ­με­τρη παρ­ρη­σί­α η α­κό­μη και μω­ρί­α, τό­τε ας θυ­μη­θού­με τον Α­πό­στο­λο Παύ­λο, ο ο­ποί­ος α­πο­κό­πτον­τας α­φε­νός μεν την ο­λι­γο­ψυ­χί­α, α­φε­τέ­ρου δε την πα­ρά­λο­γη υ­πε­ρη­φά­νεια του σαρ­κι­κού φρο­νή­μα­τος, λέ­ει ό­τι «ευ­δό­κη­σεν ο Θε­ός δια της μω­ρί­ας του κη­ρύγ­μα­τος σώ­σαι τους πι­στεύ­ον­τας», α­πορ­ρί­πτον­τας τη σύ­νε­ση των συ­νε­τών, και με­τα­βάλ­λον­τας σε μω­ρί­α τη σο­φί­α αυ­τού του κό­σμου (βλ.Α’ Κορ. α’ 18-21). Κα­θη­με­ρι­νά η πεί­ρα της αν­θρω­πό­τη­τος μας α­πο­δει­κνύ­ει στα­θε­ρά ό­τι οι «σο­φοί και συ­νε­τοί» του αι­ώ­νος τού­του δεν μπο­ρούν να α­κο­λου­θή­σουν τον Χρι­στό ού­τε στο Θα­βώρ, ού­τε στον Γολ­γο­θά, ού­τε στο ό­ρος των Ε­λαι­ών.


Έ­τσι, α­γα­πη­τοί, προ­σέλ­θε­τε, και με τη δύ­να­μη της πί­στε­ως ας α­νε­βού­με στο «ό­ρος Κυ­ρί­ου» (Ησ. β’ 3), ας στα­θού­με α­ο­ρά­τως στην πό­λη του Ζών­τος Θε­ού, και με­τάρ­σιοι τω πνεύ­μα­τι ας δού­με την ά­υ­λη Θε­ό­τη­τα του Πα­τρός και του Πνεύ­μα­τος στον Μο­νο­γε­νή Υι­ό α­πα­στρά­πτου­σα. Ας α­νέ­βου­με ό­χι με υ­πε­ρή­φα­νη παρ­ρη­σί­α, αλ­λά με φό­βο και τρό­μο, ως α­νά­ξιοί της α­να­βά­σε­ως και ο­ρά­σε­ως αυ­τής, εν­τού­τοις ό­μως, με ελ­πί­δα ό­τι και σε μας τους α­μαρ­τω­λούς, κα­τά την ά­με­τρη α­γα­θό­τη­τα του Ου­ρα­νί­ου Πα­τρός, θα λάμ­ψει «το α­ΐ­διο Φως» της Θε­ό­τη­τος, η ά­στε­κτη λάμ­ψη του ο­ποί­ου έρ­ρι­ξε πρη­νείς στο Θα­βώρ τους ε­κλε­κτούς Α­πο­στό­λους.


Α­φού α­νυ­ψώ­σα­με για λί­γο τον νου μας στη θε­ω­ρί­α των θε­με­λι­ω­δών αρ­χών της πί­στε­ώς μας, οι ο­ποί­ες πρέ­πει να α­πο­τε­λούν το μό­νι­μο πο­λί­τευ­μα της ζω­ής του πνεύ­μα­τός μας, ας ε­πι­τρέ­ψου­με στους ε­αυ­τούς μας να προ­χω­ρή­σου­με στο θέ­μα που ε­πι­λέ­ξα­με.


Η Με­τα­μόρ­φω­ση του Κυ­ρί­ου εί­ναι έ­να με­γά­λο γε­γο­νός, που έ­χει ση­μα­σί­α αι­ώ­νια ό­χι μό­νο για τον κα­θέ­να α­πό μας, αλ­λά και για ό­λη την ι­στο­ρί­α του κό­σμου. Στα έρ­γα των Πα­τέ­ρων μας θα βρού­με προ­σε­κτι­κή δι­ε­ρεύ­νη­ση αυ­τού α­πό ό­λες τις πλευ­ρές· ε­πι­πλέ­ον θα βρού­με ο,τι προ­η­γή­θη­κε αυ­τού του γε­γο­νό­τος ως προ­ε­τοι­μα­σί­α των μα­θη­τών α­πό τον Κύ­ριο· στη συ­νέ­χεια, ο,τι το συ­νό­δευ­σε και ο,τι τε­λέ­σθη­κε κα­τά την ώ­ρα αυ­τής της ί­διας της Θα­βω­ρί­ου Θε­ο­φα­νεί­ας· και ε­πι­πλέ­ον, ο,τι το α­κο­λού­θη­σε στις πρά­ξεις του Κυ­ρί­ου Ι­η­σού και στη συ­νεί­δη­ση των Α­πο­στό­λων, των μαρ­τύ­ρων της Με­τα­μορ­φώ­σε­ως. Η γνώ­ση για ό­λα αυ­τά θα βο­η­θή­σει και ε­μάς τους ι­δί­ους να δι­έλ­θου­με συ­νε­τά τη δι­κή μας πο­ρεί­α α­κο­λου­θών­τας «τοις ί­χνε­σι του Χρι­στού». Αλ­λά κα­τά την πα­ρού­σα στιγ­μή ας συγ­κεν­τρώ­σου­με την προ­σο­χή του πνεύ­μα­τός μας σε ε­κεί­νο το ο­ποί­ο, σύμ­φω­να με την ευ­αγ­γε­λι­κή δι­ή­γη­ση, α­πο­τε­λεί την α­πο­κλει­στι­κή ι­δι­ο­μορ­φί­α του γε­γο­νό­τος της πα­ρού­σας η­μέ­ρας.


«Ι­δού νε­φέ­λη φω­τει­νή ε­πε­σκί­α­σεν αυ­τούς, και ι­δού φω­νή εκ της νε­φέ­λης λέ­γου­σα: Ού­τός ε­στιν ο Υι­ός Μου ο α­γα­πη­τός, εν Ω ευ­δό­κη­σα· Αυ­τού α­κού­ε­τε».


Σε τι έγ­κει­ται η φω­τει­νή αυ­τή νε­φέ­λη, η ο­ποί­α πε­ρι­έ­λαμ­ψε ε­κεί­νη τη νύ­κτα το Ά­γιο Θα­βώρ;

Προ ε­τών, κα­τά την η­μέ­ρα της Με­τα­μορ­φώ­σε­ως, ρώ­τη­σα κά­ποι­ον α­σκη­τή ο ο­ποί­ος, ό­πως α­ναμ­φί­βο­λα πι­στεύ­ω, α­ξι­ώ­θη­κε πολ­λές φο­ρές να δει αυ­τό το Φως. Στην α­δι­ά­κρι­τη πα­ρά­κλη­σή μου να μου πει κά­τι για το μυ­στή­ριο του Θα­βω­ρί­ου Φω­τός, δη­λα­δή πως αυ­τό ο­ρά­ται και πως εί­ναι δυ­να­τόν να α­πο­κτή­σει κά­ποι­ος τη δω­ρε­ά αυ­τή, αυ­τός με ά­κρα συγ­κα­τά­βα­ση προς την α­μά­θειά μου, με με­γά­λη υ­πο­μο­νή, μου δι­ευ­κρί­νι­σε το θέ­μα αυ­τό, ε­γώ δε σή­με­ρα θα με­τα­δώ­σω σε σας μό­νο το πιο ου­σι­ώ­δες α­πό αυ­τό που ά­κου­σα α­πό το α­ψευ­δές στό­μα του, και ό­σο εί­ναι δυ­να­τόν πιο σύν­το­μα.


Μου δι­η­γή­θη­κε ο άν­δρας αυ­τός ό­τι κα­τ’ αρ­χάς, ό­ταν ή­ταν α­κό­μη νέ­ος, το φως αυ­τό εμ­φα­νι­ζό­ταν σε αυ­τόν α­σα­φώς, σε σύν­το­μες στιγ­μές, άλ­λο­τε σαν α­κα­τά­λη­πτη πύ­ρι­νη φλό­γα, η ο­ποί­α έ­και­γε την καρ­διά του δια της α­γά­πης, άλ­λο­τε σαν κά­ποι­ο α­παύ­γα­σμα το ο­ποί­ο δι­είσ­δυ­ε με τη λάμ­ψη στον νου του κα­τά τον και­ρό της προ­σευ­χής, κυ­ρί­ως στον να­ό. Αλ­λά κά­ποι­α η­μέ­ρα, με­τά α­πό ε­κτε­νή, κα­τά τη διά­ρκεια πολ­λών μη­νών, δι­ά­πυ­ρη προ­σευ­χή που συ­νο­δευ­ό­ταν α­πό βα­θειά λύ­πη για την α­θλι­ό­τη­τά του, το φως αυ­τό κα­τέ­βη­κε με ι­λα­ρό­τη­τα πά­νω του και πα­ρέ­μει­νε μα­ζί του τρεις η­μέ­ρες. Κα­τά τις η­μέ­ρες αυ­τές αι­σθα­νό­ταν τον ε­αυ­τό του εμ­φα­νώς ε­κτός θα­νά­του. Η χα­ρά της εκ νε­κρών α­να­στά­σε­ως γέ­μι­ζε τό­τε την ψυ­χή του. Ε­σω­τε­ρι­κά ο­νό­μα­ζε το φως ε­κεί­νο «πρω­ΐ­αν α­να­στά­σε­ως», δι­ό­τι αυ­τό ή­ταν ι­λα­ρό, σαν «ε­α­ρι­νή πρω­ΐ­α». Ε­κεί­νο τον και­ρό βρι­σκό­ταν αυ­τός με­τα­ξύ αν­θρώ­πων, οι ο­ποί­οι ζού­σαν τη συ­νη­θι­σμέ­νη σε ό­λους κο­πι­ώ­δη ζω­ή. Με­τά την πά­ρο­δο ε­τών α­πό το γε­γο­νός αυ­τό, ό­ταν αυ­τός ή­ταν ή­δη μο­να­χός, και αρ­γό­τε­ρα λει­τουρ­γός, συ­νέ­βαι­νε πολ­λές φο­ρές να με­τα­βάλ­λε­ται η προ­σευ­χή του σε θε­ω­ρί­α φω­τός, έ­τσι ώ­στε να μην αι­σθά­νε­ται τό­τε ού­τε το σώ­μα του, ού­τε τον υ­λι­κό κό­σμο που τον πε­ρι­έ­βαλ­λε.


Το φως αυ­τό φα­νε­ρώ­νε­ται ως κα­θα­ρά ά­νω­θεν ευ­δο­κί­α. Έρ­χε­ται κα­τ’ αρ­χάς α­προσ­δό­κη­τα, δη­λα­δή ό­ταν η ψυ­χή δεν σκέ­πτε­ται κα­θό­λου γι’ αυ­τό ό­τι θα έρ­θει, η α­κό­μη ό­τι υ­πάρ­χει. Ά­γνω­στο ως τό­τε, φέ­ρει με την έ­λευ­σή του στην ψυ­χή γλυ­κειά α­πο­ρί­α, και κα­τά­πλη­κτη αυ­τή α­γνο­εί α­κό­μη το ποι­ός η τι της φα­νε­ρώ­θη­κε, αλ­λ’ αι­σθά­νε­ται τον ε­αυ­τό της ε­κεί­νη την ώ­ρα ως αιχ­μά­λω­το που βγαί­νει α­πό το ζο­φε­ρό σκο­τά­δι της φυ­λα­κής προς τις α­πέ­ραν­τες ε­κτά­σεις, που φω­τί­ζον­ται α­πό τον ή­λιο.

Έ­λε­γε ε­πί­σης ο άν­δρας ε­κεί­νος: «Πα­ρά το ό­τι το Θεί­ο Φως μέ­νει πάν­το­τε κα­τά τη φύ­ση του α­ναλ­λοί­ω­το, ό­μως οι ε­νέρ­γει­ές του, δη­λα­δή ε­κεί­νο το ο­ποί­ο γεν­νά στον άν­θρω­πο, ποι­κίλ­λουν. Με­ρι­κές φο­ρές προσ­λαμ­βά­νε­ται ως αί­σθη­ση ι­λα­ρής α­γά­πης Χρι­στού· άλ­λο­τε ως συμ­πα­ρά­στα­ση Θεί­ας Δυ­νά­με­ως· άλ­λο­τε ως κά­ποι­α α­νε­κλά­λη­τη κί­νη­ση της αι­ώ­νιας ζω­ής μέ­σα στον άν­θρω­πο· και άλ­λο­τε πά­λι ως φως συ­νέ­σε­ως η υ­περ­νο­η­τή νο­ε­ρά ό­ρα­ση του Θε­ού. Ά­με­τρη ό­μως εί­ναι η α­γα­θό­τη­τα του Κυ­ρί­ου και συμ­βαί­νει ώ­στε η α­γά­πη Του να εκ­χέ­ε­ται α­κό­μη α­φθο­νό­τε­ρα. Τό­τε το Θεί­ο Φως γε­μί­ζει ό­λο τον άν­θρω­πο, ού­τως ώ­στε και αυ­τός γί­νε­ται ό­μοι­ος προς το φως· και τό­τε ε­κεί­νο το ο­ποί­ο βλέ­πει, εί­ναι α­δύ­να­τον να ο­νο­μα­στεί δι­α­φο­ρε­τι­κά, πα­ρά μό­νο φως —πα­ρά το ό­τι το Φως αυ­τό κα­τά τη φύ­ση του εί­ναι εν­τε­λώς δι­α­φο­ρε­τι­κό α­πό το φως του ο­ρα­τού η­λί­ου».


Σαν α­πάν­τη­ση στην αρ­χι­κή μου ε­ρώ­τη­ση για τη Θα­βώ­ρια Θε­ο­φά­νεια, ο άν­δρας ε­κεί­νος πα­ρέ­τει­νε τον λό­γο ε­πι­δι­ώ­κον­τας προ­φα­νώς να βρει έν­νοι­ες προ­σι­τές σε μέ­να, έ­στω και σε κά­ποι­ο μι­κρό μέ­τρο.

Έ­λε­γε: «Πρέ­πει πάν­το­τε να έ­χου­με κα­τά νουν την α­νε­πάρ­κειά μας· και αν ε­πι­τρέ­ψω στον ε­αυ­τό μου να θί­ξει το με­γά­λο αυ­τό θέ­μα, θα το κά­νω α­κρο­θι­γώς, για να κα­τα­νο­ή­σου­με κά­τι λί­γο α­πό αυ­τό χω­ρίς τολ­μη­ρές α­ξι­ώ­σεις να το α­πο­σα­φη­νί­σου­με η και να το κα­τα­νο­ή­σου­με πλή­ρως. Και έ­τσι, αν βγού­με α­πό τις ε­νέρ­γει­ες του Θεί­ου Φω­τός που ή­δη πε­ρι­γρά­ψα­με σε ε­κεί­νη την α­πλή, μέ­χρι φαι­νο­με­νι­κής α­φέ­λειας δι­ή­γη­ση των Ευ­αγ­γε­λι­στών, μπο­ρού­με λί­γο να τη συμ­πλη­ρώ­σου­με ως ε­ξής:


Α­μέ­σως μό­λις άρ­χι­σαν οι Α­πό­στο­λοι να κα­τα­νο­ούν την υ­πε­ράν­θρω­πη τε­λει­ό­τη­τα του Δι­δα­σκά­λου τους και ο­μο­λό­γη­σαν Αυ­τόν δια του στό­μα­τος του Πέ­τρου ως Χρι­στόν, Υι­όν του Θε­ού του Ζών­τος, ο Κύ­ριος ε­πό­θη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο να τους στε­ρε­ώ­σει στη γνώ­ση αυ­τή δια της μαρ­τυ­ρί­ας του Πα­τρός. Αυ­τό ή­ταν τε­λεί­ως α­πα­ραί­τη­το, ε­φό­σον Αυ­τός ε­τοι­μα­ζό­ταν ή­δη για «την έ­ξο­δον, ην έ­μελ­λε πλη­ρούν εν Ι­ε­ρου­σα­λήμ», δη­λα­δή για την τέ­λε­ση της θυ­σί­ας πά­νω στον Γολ­γο­θά. Πί­σω α­πό τα λό­για του Πέ­τρου: “Συ ει ο Χρι­στός” (Μαρκ. η’ 29), ε­κεί­νη τη στιγ­μή κρυ­βό­ταν η α­τε­λής γνώ­ση για το ποι­ός πράγ­μα­τι ή­ταν αυ­τός ο Χρι­στός. Εν­τού­τοις, πα­ρά την έλ­λει­ψη τε­λει­ό­τη­τας και πλη­ρό­τη­τας της ο­μο­λο­γί­ας αυ­τής, εκ­δη­λώ­θη­κε σε αυ­τήν ή­δη η αυ­ξη­θεί­σα α­γά­πη και α­φο­σί­ω­ση των Α­πο­στό­λων, που τους κα­τέ­στη­σε ι­κα­νούς να “χω­ρέ­σουν” με­γα­λύ­τε­ρο φως Θεί­ας α­πο­κα­λύ­ψε­ως, και ως γι’ αυ­τό ο Κύ­ριος εί­πε: “Ει­σί τι­νες των ώ­δε ε­στη­κό­των, οί­τι­νες ου μη γεύ­σων­ται θα­νά­του έ­ως αν ί­δω­σι τον Υι­όν του Αν­θρώ­που ερ­χό­με­νον εν τη Βα­σι­λεί­α Αυ­τού” (Μαρκ. θ’ 1). Με­τά τους λό­γους αυ­τούς ο Κύ­ριος με τους μα­θη­τές πραγ­μα­το­ποι­εί σι­ω­πη­λά1 την πο­ρεί­α α­πό τα ό­ρια της Και­σα­ρεί­ας της Φι­λίπ­που μέ­χρι το Ι­ε­ρό Θα­βώρ. Ε­κεί λοι­πόν ε­ξέ­λε­ξε τους προ­κρί­τους, Πέ­τρο, Ι­ά­κω­βο και Ι­ω­άν­νη, και τους ο­δή­γη­σε στο “ό­ρος το υ­ψη­λό” της θε­ω­ρί­ας της Θεί­ας Αυ­τού· Δό­ξης, ην εί­χεν Αυ­τός πα­ρά τω Πα­τρί προ του τον κό­σμον εί­ναι”.


»Αυ­τός ο Κύ­ριος πάν­το­τε και α­ναλ­λοί­ω­τα έ­φε­ρε εν Ε­αυ­τώ το Φως —όν­τας κα­τά τη Θε­ό­τη­τά Του ά­ναρ­χο Φως—, αλ­λά δι­έ­με­νε εν Αυ­τώ κα­τά τρό­πο α­ό­ρα­το σε ε­κεί­νους, οι ο­ποί­οι δεν δέ­χθη­καν α­κό­μη μέ­σα τους το Φως. Πά­νω στο Θα­βώρ ο Κύ­ριος προ­σευ­χό­ταν. Τί­πο­τε δεν μας εμ­πο­δί­ζει να υ­πο­θέ­σου­με ό­τι κα­τά το πε­ρι­ε­χό­με­νό της η προ­σευ­χή αυ­τή ή­ταν ό­μοι­α με ε­κεί­νη της Γεθ­ση­μα­νή (βλ. Ι­ω­άν. ι­ζ’ κ. α.), δι­ό­τι “ε­λή­λυ­θεν Αυ­τού η ώ­ρα”. Αγ­κα­λι­ά­ζον­τας στην προ­σευ­χή τα πάν­τα, “α­πό κα­τα­βο­λής κό­σμου” ως τη συν­τέ­λεια του αι­ώ­νος αυ­τού, ο Κύ­ριος προ­σευ­χό­ταν και για τους Α­πο­στό­λους, ώ­στε να φα­νε­ρω­θεί σε αυ­τούς το Ό­νο­μα του Πα­τρός, και η α­γά­πη, δια της ο­ποί­ας ο Πα­τέ­ρας α­γά­πη­σε τον Υι­ό, να μέ­νει σε αυ­τούς (βλ. Ι­ω­άν. ι­ζ’ 26).


»Οι ε­κλε­γέν­τες αυ­τοί τρεις μάρ­τυ­ρες και συμ­μέ­το­χοι της υ­περ­φυ­ούς αυ­τής προ­σευ­χής του Χρι­στού ε­ξαν­τλή­θη­σαν σε αυ­τήν (την προ­σευ­χή). Πο­λε­μών­τας α­σκη­τι­κά ε­νάν­τια στην α­σθέ­νεια της σάρ­κας τους, βα­ρύν­θη­καν για λί­γο χρό­νο α­πό τον ύ­πνο· εν­τού­τοις, με τη δύ­να­μη της ε­σω­τε­ρι­κής προ­σευ­χής που ε­νερ­γού­σε μέ­σα τους, ε­πα­νέρ­χον­ται εκ νέ­ου σε νη­φά­λια κα­τά­στα­ση, και τό­τε οι σθε­να­ροί τω πνεύ­μα­τι αυ­τοί νι­κη­τές της α­σθέ­νειας της σάρ­κας εί­δαν τον Χρι­στό εν τω φω­τί και αυ­τούς που συ­νο­μι­λού­σαν μα­ζί Του, τον Η­λί­α και τον Μω­υ­σή. Και μπό­ρε­σαν να δουν, ε­πει­δή και οι ί­διοι γέ­μι­σαν ε­κεί­νη την ώ­ρα α­πό φως.


»Το α­συ­νή­θι­στο και με­γα­λει­ώ­δες της ο­ρά­σε­ως βύ­θι­σε τους Α­πο­στό­λους σε α­νέκ­φρα­στη έκ­πλη­ξη και μα­κά­ρια α­πο­ρί­α. Αυ­τό το γνω­ρί­ζου­με α­πό τα λό­για του Ευ­αγ­γε­λί­ου για τον Πέ­τρο: “μη ει­δώς τι λα­λή­ση”, και α­πό τα λό­για του ι­δί­ου του Πέ­τρου: “Ε­πι­στά­τα, κα­λόν ε­στιν η­μάς ώ­δε εί­ναι”.

»Ε­κεί­νη τη στιγ­μή η ό­ρα­ση του πνευ­μα­τι­κού κό­σμου και του Θεί­ου Φω­τός α­πό τους Α­πο­στό­λους συν­δυ­α­ζό­ταν ε­πί­σης και με τις πα­ρα­στά­σεις του αι­σθη­τού κό­σμου που τους πε­ρι­έ­βαλ­λε. Αλ­λά στη συ­νέ­χεια το φως που αυ­ξή­θη­κε τους α­νύ­ψω­σε πέ­ρα α­πό κά­θε ο­ρα­τό και πρό­σκαι­ρο στα α­ό­ρα­τα και αι­ώ­νια (βλ. Β’ Κορ. δ’ 18)…


Εί­ναι α­πλές μέ­χρι α­κρό­τη­τος οι ευ­αγ­γε­λι­κές δι­η­γή­σεις: “Ι­δού, νε­φέ­λη φω­τει­νή ε­πε­σκί­α­σεν αυ­τούς…”. Ό­πως ο άν­θρω­πος που α­νε­βαί­νει σε κά­ποι­ο βου­νό, ό­ταν μπει σε πυ­κνό σύ­νε­φο, δεν δι­α­κρί­νει με την ό­ρα­ση τον υ­πό­λοι­πο κό­σμο, έ­τσι και η φω­τει­νή αυ­τή νε­φέ­λη, που φα­νε­ρώ­θη­κε ως φως και πνο­ή του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, το Ο­ποί­ο με την α­φό­ρη­τη Θεί­α έ­λευ­σή Του ει­σή­γα­γε τους Α­πο­στό­λους στον κό­σμο του α­κτί­στου Φω­τός, του ά­τρε­πτου, του α­νέ­σπε­ρου, του α­ναλ­λοί­ω­του, του α­πέ­ραν­του, του υ­πε­ρου­ρά­νιου, τό­σο ε­ξα­φά­νι­σε τις πα­ρα­στά­σεις που εί­χαν α­πό τις πα­ρερ­χό­με­νες μορ­φές του κό­σμου αυ­τού, ώ­στε αυ­τοί και Αυ­τόν τον Χρι­στό δεν Τον έ­βλε­παν πλέ­ον κα­τά σάρ­κα (βλ. Β’ Κορ. ε’ 16). Α­φού ει­σήλ­θαν δια του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος στη θε­ω­ρί­α της α­πε­ρί­γρα­πτης Θε­ό­τη­τος του Ι­η­σού Χρι­στού, ά­κου­σαν ε­κεί­νη την ώ­ρα την ά­υ­λη και α­πρό­σι­τη φω­νή του Πα­τρός: “Ού­τός ε­στιν ο Υι­ός Μου ο α­γα­πη­τός”.


»Αυ­τό υ­πήρ­ξε η υ­πέρ­τα­τη στιγ­μή ο­λό­κλη­ρου του Θα­βω­ρί­ου γε­γο­νό­τος.


»Αν τώ­ρα α­να­φερ­θού­με πά­λι στην α­σθέ­νεια της αν­θρώ­πι­νης φύ­σε­ως, φο­ρείς της ο­ποί­ας ή­ταν οι Α­πό­στο­λοι, συ­νέ­χι­σε ο άν­δρας ε­κεί­νος, τό­τε, μέ­νον­τας πι­στοί στην Ευ­αγ­γε­λι­κή δι­ή­γη­ση και την πεί­ρα των Πα­τέ­ρων της Εκ­κλη­σί­ας, μπο­ρού­με να πού­με τα ε­ξής:


»Μέ­γι­στη και ύ­ψι­στη υ­πήρ­ξε η ό­ρα­ση των Α­πο­στό­λων στο ό­ρος της Με­τα­μορ­φώ­σε­ως, εν­τού­τοις, δεν ή­ταν α­κό­μη τέ­λεια, δι­ό­τι τό­τε δεν ή­ταν α­κό­μη ι­κα­νοί να δε­χθούν ό­λο το πλή­ρω­μα και την τε­λει­ό­τη­τα του Φω­τός που εμ­φα­νί­σθη­κε σε αυ­τούς. Γι’ αυ­τό η Εκ­κλη­σί­α ψάλ­λει: “Δεί­ξας τοις μα­θη­ταίς Σου την δό­ξαν Σου, κα­θώς η­δύ­ναν­το”, η σε άλ­λον ύ­μνο­ν  “κα­θώς ε­χώ­ρουν”.


»Μέ­γι­στη και ύ­ψι­στη υ­πήρ­ξε η ό­ρα­ση των Α­πο­στό­λων, αλ­λά τό­τε α­κό­μη α­τε­λώς α­φο­μοι­ώ­θη­κε α­πό αυ­τούς, και γι’ αυ­τό πα­ρέ­μει­ναν δυ­να­τές ε­κεί­νες οι τα­λαν­τεύ­σεις, τις ο­ποί­ες υ­πέ­στη­σαν αυ­τοί κα­τά τις η­μέ­ρες του Πά­θους· και μό­νο αρ­γό­τε­ρα ο Πέ­τρος α­να­φέ­ρε­ται σε αυ­τήν και την ε­πι­κα­λεί­ται ως μαρ­τυ­ρί­α της α­λή­θειας (βλ. Β’ Πέ­τρ. α  17-18).


»Α­τε­λής ή­ταν α­κό­μη η ό­ρα­ση των Α­πο­στό­λων πά­νω στο Θα­βώρ, και εν­τού­τοις ή­ταν τό­σο με­γά­λη και γνή­σια η θε­ω­ρί­α της “υ­πε­ρού­σιου ευ­πρε­πεί­ας” και του “προ­αι­ώ­νιου κε­κρυμ­μέ­νου μυ­στη­ρί­ου”, ώ­στε ού­τε η ό­ρα­ση του Μω­υ­σή στο Σι­νά (βλ. Εξ. ι­θ’-κ’ και κγ’-λδ’), ού­τε η ό­μοι­α προς αυ­τήν του Η­λί­α στο Χω­ρήβ (βλ. Γ’ Βασ. ι­θ’) έ­φθα­σαν το ύ­ψος και την τε­λει­ό­τη­τά της, την ο­ποί­α πα­ρα­τη­ρού­με στους λό­γους της εκ­κλη­σι­α­στι­κής Ω­δής: “Κα­θω­ρά­θης τω Μω­ϋ­σή, εν γνό­φω το πά­λαι, εν φω­τί δε, νυν α­προ­σί­τω της Θε­ό­τη­τος” (α’ Ω­δή, β’ κα­νών- βλ. Ε­βρ. ι­β’ 18-24)».


Ελ­κύ­ον­τάς σας στο βά­θος των α­φά­των μυ­στη­ρί­ων της θε­ο­λο­γί­ας, δεν θα κρύ­ψω κα­θό­λου ό­τι και ε­γώ ο ί­διος έρ­χο­μαι σε φό­βο. Και δο­κι­μά­ζω ό­χι μό­νο φό­βο, αλ­λά και συ­στο­λή κα­τά την ώ­ρα αυ­τή: Ο Σο­φός Πα­ροι­μια­στής εί­πε: «πί­νε ύ­δα­τα α­πό σων αγ­γεί­ων και α­πό σων φρε­ά­των πη­γής» (Πα­ροιμ. ε’ 15), και ε­γώ σας προ­σφέ­ρω αυ­τό που άν­τλη­σα α­πό την εμ­πει­ρί­α και την κλη­ρο­νο­μιά άλ­λων. Βλέ­πον­τας ό­μως με ποι­ά προ­θυ­μί­α προ­σέ­χε­τε στον λό­γο, σαν να μην χορ­τά­σα­τε α­κό­μη α­πό αυ­τόν, θα σας με­τα­δώ­σω και τον ε­πί­λο­γο της α­λη­σμό­νη­της για μέ­να συ­νο­μι­λί­ας με τον σπου­δαί­ο ε­κεί­νον άν­δρα. Συ­νε­παρ­μέ­νος α­πό τον εμ­πνευ­σμέ­νο λό­γο του, ευ­γνω­μο­νών­τας τον για τη συγ­κα­τά­βα­σή του προς ε­μέ­να, γέ­μι­σα α­πό θλί­ψη ε­κεί­νη την ώ­ρα συ­νει­δη­το­ποι­ών­τας το δι­κό μου σκό­τος και σι­ω­πού­σα, δι­α­λο­γι­ζό­με­νος μέ­σα μου: «Δεν έ­χω αυ­τή την τύ­χη». Για να με πα­ρη­γο­ρή­σει ο συ­νο­μι­λη­τής μου συ­νέ­χι­σε ως ε­ξής:


«Ό­σο ε­μείς δεν α­ξι­ω­νό­μα­στε να δού­με τη με­γα­λο­πρε­πή δό­ξα της Θε­ό­τη­τας, τό­σο με την πιο πι­στή ε­σω­τε­ρι­κή κί­νη­ση του πνεύ­μα­τός μας θα μας ε­λέγ­χει ο ε­αυ­τός μας. Και ε­άν η ψυ­χή μας εί­ναι αν­δρεί­α, τό­τε θα πού­με: Για τις α­δι­κί­ες μου στε­ρή­θη­κα αυ­τό το δώ­ρο, δι­ό­τι ο πο­ρευ­ό­με­νος εν δι­και­ο­σύ­νη και λα­λών ευ­θεί­αν ο­δόν… ού­τος οι­κή­σει εν υ­ψη­λώ… και τον Βα­σι­λέ­α με­τά δό­ξης ό­ψε­ται” (Ησ. λγ’ 15-18). Πα­ρ’ ό­λα αυ­τά μη δώ­σε­τε τό­πο στην α­πό­γνω­ση· αν­τί­θε­τα, λά­βε­τε θάρ­ρος και πεν­θή­σε­τε εν με­τα­νοί­α για τον ε­αυ­τό σας. Α­πορ­ρίψ­τε τον ά­δι­κο λο­γι­σμό, ό­τι αυ­τό εί­ναι κλή­ρος μό­νο των ε­κλε­κτών, λο­γι­σμό που μπο­ρεί να φο­νεύ­σει μέ­σα μας την ά­για ελ­πί­δα. Η α­λή­θεια, στην ο­ποί­α εί­ναι α­ναγ­καί­ο να στε­ρε­ω­θεί η καρ­διά μας, εί­ναι ό­τι ο Κύ­ριος κα­νέ­ναν δεν “εκ­βάλ­λει έ­ξω” και δεν α­πορ­ρί­πτει α­πό ε­κεί­νους που έρ­χον­ται προς Αυ­τόν (πρβλ. Ι­ω­άν. ς’ 37). Ό­λοι ε­μείς, χω­ρίς ε­ξαί­ρε­ση, με­γά­λοι και μι­κροί, ση­μαν­τι­κοί και α­σή­μαν­τοι, κλη­θή­κα­με στην ί­δια τε­λει­ό­τη­τα, στην ο­ποί­α κά­λε­σε ο Κύ­ριος τους Α­πο­στό­λους Πέ­τρο, Ι­ά­κω­βο και Ι­ω­άν­νη που τους ο­δή­γη­σε στο ό­ρος του Θα­βώρ, δι­ό­τι και ε­μείς, ό­πως και αυ­τοί, λά­βα­με τις ί­δι­ες εν­το­λές και ό­χι άλ­λες, και, ε­πο­μέ­νως, την ί­δια, ί­ση προς αυ­τούς, τι­μή κλή­σε­ως και ό­χι άλ­λη κα­τώ­τε­ρη. Ε­ρευ­νή­στε με προ­σο­χή ό­λη την α­κο­λου­θί­α της Ε­ορ­τής και θα δεί­τε με ποι­ά δύ­να­μη η Εκ­κλη­σί­α προ­σκα­λεί και πεί­θει ό­λους για α­νά­βα­ση στο α­ψη­λά­φη­το Ό­ρος της νο­ε­ράς Θε­ο­πτί­ας, δεί­χνον­τας έ­τσι σα­φώς ό­τι ό­χι μό­νο κα­τά την αρ­χαι­ό­τη­τα, ό­χι μό­νο στους Α­πο­στό­λους ευ­δό­κη­σε ο Κύ­ριος να φα­νε­ρώ­σει την “αυ­γή” της Θε­ό­τη­τάς Του, αλ­λά και κα­τά τη διά­ρκεια ό­λων των αι­ώ­νων, και ως τις η­μέ­ρες μας α­κό­μη, δεν έ­παυ­σε και ου­δέ­πο­τε θα παύ­σει, σύμ­φω­να με την ε­παγ­γε­λί­α Του, να εκ­χέ­ει την ί­δια ε­κεί­νη δω­ρε­ά σε ό­σους Τον α­κο­λου­θούν με ό­λη την καρ­διά τους.


»Ε­κτός α­πό τη νό­θα τα­πεί­νω­ση —”αυ­τό δεν εί­ναι για μέ­να”—, ε­κτός α­πό την α­δι­και­ο­λό­γη­τη α­πό­γνω­ση, η ο­ποί­α γεν­νι­έ­ται α­πό την α­κη­δί­α και την η­δυ­πά­θεια, φραγ­μός προς τη θε­ω­ρί­α του Α­κτί­στου Φω­τός α­πο­βαί­νει α­κό­μη και η τολ­μη­ρή έ­φε­ση “να δού­με τον Θε­ό”, και να Τον αγ­κα­λι­ά­σου­με με τη σκέ­ψη μας, σαν να θέ­λου­με να δι­εισ­δύ­σου­με με δύ­να­μη στα μυ­στή­ρια και στα έγ­κα­τα του Θεί­ου Εί­ναι και να κυ­ρι­αρ­χή­σου­με σε Αυ­τό με τον νου, σαν να ε­πρό­κει­το για αν­τι­κεί­με­νο της γνώ­σε­ώς μας. Εί­ναι δύ­σκο­λο να βρού­με λέ­ξεις για να χα­ρα­κτη­ρί­σου­με την πνευ­μα­τι­κή ου­σί­α αυ­τής της υ­πε­ρή­φα­νης α­ξι­ώ­σε­ως του νου μας, αλ­λά εί­ναι σπου­δαί­ο για μας να γνω­ρί­σου­με ό­τι σε πα­ρό­μοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις συ­ναν­τού­με ό­χι “φω­τει­νή νε­φέ­λη”, αλ­λά γνό­φο και σκό­τος, που κρύ­βουν τον Θε­ό.


»Ό­ταν προ­ση­λώ­σου­με τους ο­φθαλ­μούς του νου μας α­π’ ευ­θεί­ας στον Ή­λιο του Προ­αι­ώ­νιου Εί­ναι, για να Τον δού­με κα­θώς ε­στι, τό­τε οι ο­φθαλ­μοί μας κα­τα­φλέ­γον­ται και τυ­φλώ­νον­ται α­πό το α­πρό­σι­το και ε­κτυ­φλω­τι­κό Φως της Θε­ό­τη­τας, ό­πως τυ­φλώ­νον­ται και κα­τα­φλέ­γον­ται οι φυ­σι­κοί μας ο­φθαλ­μοί, ό­ταν γυ­μνοί, χω­ρίς κα­νέ­να προ­στα­τευ­τι­κό μέ­σο, στρα­φούν κα­τ’ ευ­θεί­αν προς τον ή­λιο. Στη Γρα­φή βρί­σκου­με μια θαυ­μα­στή ει­κό­να, που μας δι­δά­σκει την εγ­κρά­τεια α­πό την παρ­ρη­σί­α ε­νώ­πιον του Θε­ού: «Ι­στά­με­να κύ­κλω του Θρό­νου του Υ­ψί­στου τα ε­ξα­πτέ­ρυ­γα Σε­ρα­φείμ, δυ­σί πτέ­ρυ­ξι κα­τα­κα­λύ­πτον­τα τα πρό­σω­πα αυ­τών» (Ησ. ς’ 2).


»Ο Θε­ός και γνω­ρι­ζό­με­νος και ο­ρώ­με­νος α­ναλ­λοί­ω­τα δι­α­μέ­νει πά­νω α­πό κά­θε γνώ­ση και ό­ρα­ση. Η α­πε­ρι­ό­ρι­στη αυ­τή υ­περ­βα­τι­κό­τη­τα του Θε­ού στη “μυ­στι­κή” γλώσ­σα της θε­ο­λο­γί­ας ο­νο­μά­ζε­ται “γνό­φος”. Η Και­νή Δι­α­θή­κη δεν χρη­σι­μο­ποι­εί που­θε­νά για τον Θε­ό τη λέ­ξη “γνό­φος”. Μας λέ­ει ό­τι “Ο Θε­ός Φως ε­στι και σκο­τί­α εν Αυ­τώ ουκ έ­στιν ου­δε­μί­α” (Α’ Ι­ω­άν. α’ 5). Για την υ­περ­βα­τι­κό­τη­τά Του, και συ­νε­πώς την τέ­λεια “α­ο­ρα­σί­α”, την τέ­λεια “α­γνω­σί­α” Του, η Και­νή Δι­α­θή­κη λέ­ει τα ε­ξής: “Θε­όν ου­δείς ε­ώ­ρα­κε πώ­πο­τε” (Ι­ω­άν. α’ 18). Και αλ­λού: “Ο Θε­ός,… φως οι­κών α­πρό­σι­τον, ον εί­δεν ου­δείς αν­θρώ­πων ου­δέ ι­δείν δύ­να­ται” (Α’ Τιμ. ς’ 16). Ό­ταν φά­νη­καν οι φι­λό­σο­φοι και οι αι­ρε­τι­κοί, που υ­πο­στή­ρι­ζαν τη δυ­να­τό­τη­τα πλή­ρους γνώ­σε­ως του Θε­ού, τό­τε οι Ά­γιοι Πα­τέ­ρες, για να ε­κρι­ζώ­σουν την α­σύ­νε­τη αυ­τή ι­δέ­α, ε­πέ­στρε­ψαν σε Πα­λαι­ο­δι­α­θη­κι­κές ει­κό­νες και γλώσ­σα: «Και εί­πεν ο Θε­ός προς Μω­υ­σήν “κα­τα­βάς δι­α­μάρ­τυ­ραι τω λα­ώ, μή­πο­τε εγ­γί­σω­σι προς τον Θε­όν κα­τα­νο­ή­σαι Αυ­τόν… Ει­στή­κει δε ο λα­ός μα­κρό­θεν, Μω­ϋ­σής δε ει­σήλ­θεν εις τον γνό­φον, ου ην ο Θε­ός» (Εξ. ι­θ’ 21, κ’ 21). Έ­τσι, για να πλή­ξουν ι­σχυ­ρό­τε­ρα τη συ­νεί­δη­ση των α­σό­φων σο­φών, οι Πα­τέ­ρες προ­σέ­φυ­γαν στην έν­νοι­α του “γνό­φου”, με τον ο­ποί­ο ο Σο­φός Νο­μο­θέ­της Μω­υ­σής συγ­κρα­τού­σε τον λα­ό του, που ή­ταν α­κό­μη ά­πει­ρος της Θε­ο­γνω­σί­ας, α­πό την α­σύ­νε­τη έ­ξαρ­ση της ι­δέ­ας του “κα­τα­νο­ή­σαι” τον Θε­ό· και για να μην πα­ρεκ­κλί­νουν α­πό την Και­νο­δι­α­θη­κι­κή Α­πο­κά­λυ­ψη, οι Πα­τέ­ρες ο­νό­μα­σαν τον γνό­φο αυ­τό “υ­πέρ­φω­τον”.


»Η α­λη­θι­νή ο­δός για τη θε­ω­ρί­α του Θεί­ου Φω­τός δι­έρ­χε­ται δια μέ­σου του έ­σω αν­θρώ­που. Ό­λη η σκέ­ψη μας, ό­λη η δύ­να­μη της ε­πι­θυ­μί­ας μας, ο­φεί­λουν να κα­τευ­θύ­νον­ται μό­νον προς το “τη­ρή­σαι την εν­το­λήν του Θε­ού ά­σπι­λον και α­νε­πί­λη­πτον” (Α  Τίμ. ς’ 14). Τό­τε το Θεί­ο Φως, ό­πως έ­δει­ξε η πεί­ρα των αι­ώ­νων, “πο­λυ­με­ρώς και πο­λυ­τρό­πως” ε­πι­σκέ­πτε­ται τον άν­θρω­πο. Και κα­νέ­νας δεν μπο­ρεί να πει πο­τέ για τα ό­ρια της ευ­δο­κί­ας του Θε­ού προς ε­μάς, δι­ό­τι αυ­τή βρί­σκε­ται α­λη­θι­νά πέ­ρα α­πό κά­θε ό­ριο. Ό­σο και αν τεί­νει ο άν­θρω­πος προς τον Θε­όν, ό­σο και αν φλέ­γε­ται α­πό την α­γά­πη προς Αυ­τόν, και πά­λι οι εκ­χύ­σεις του Φω­τός θα πα­ρα­μεί­νουν πέ­ρα α­πό κά­θε ό­ριο και α­ριθ­μό, δι­ό­τι δεν υ­πάρ­χει σε αυ­τές τέ­λος, και ό­ταν α­κό­μη το φως υ­περ­βαί­νει τις δυ­νά­μεις της φύ­σε­ώς μας να υ­πο­μεί­νει τη λάμ­ψη του. Και ο μο­να­δι­κός δυ­να­τός λό­γος, η μο­να­δι­κή ε­πι­κύ­ρω­ση για ό­λα αυ­τά εί­ναι ό­τι “ο Θε­ός Φως ε­στι, και σκο­τί­α εν Αυ­τώ ουκ έ­στιν ου­δε­μί­α”, και ό­τι “Αυ­τός οι­κεί εν α­προ­σί­τω Φω­τί” και εμ­φα­νί­ζε­ται πάν­το­τε εν τω φω­τί και ως φως».


Αλ­λά και πα­ρά τα λό­για αυ­τά, δεν δι­α­λύ­θη­κε η α­πο­ρί­α στη δει­λή μου ψυ­χή. Δεν έ­βλε­πα την ο­δό μπρο­στά μου· δεν γνώ­ρι­ζα πως να ει­σέλ­θω σε αυ­τή τη ζω­ή, α­πό που να αρ­χί­σω· αι­σθα­νό­μουν τον ε­αυ­τό μου μέ­σα σε γνό­φο και ρώ­τη­σα:


«Τί­να κά­νω για να κλη­ρο­νο­μή­σω την αι­ώ­νια ζω­ή»;

Και μου δό­θη­κε η α­πάν­τη­ση:

«Να προ­σεύ­χε­σαι, ό­πως ο ά­γιος Γρη­γό­ριος ο Πα­λα­μάς, ο ο­ποί­ος για χρό­νια έ­κρα­ζε, “Κύ­ρι­ε, φώ­τι­σόν μου το σκό­τος”, και ει­σα­κού­σθη­κε.

»Να προ­σεύ­χε­σαι με τα λό­για της εκ­κλη­σι­α­στι­κής Ω­δής, “Λαμ­ψά­τω, ω Φω­το­δό­τα, και ε­μοί τω α­μαρ­τω­λώ το φως Σου το α­πρό­σι­τον”, και να εν­δυ­να­μώ­νεις στην πί­στη, εν­θυ­μού­με­νος ό­τι η Εκ­κλη­σί­α δεν προ­σεύ­χε­ται για πράγ­μα­τα που δεν μπο­ρούν να γί­νουν».

Στη συ­νέ­χεια ο άν­δρας ε­κεί­νος, σαν να α­πέ­κλει­ε τη δυ­να­τό­τη­τα ό­τι μια τέ­τοι­α προ­σευ­χή θα πα­ρα­μεί­νει χω­ρίς την ά­νω­θεν α­πάν­τη­ση, κα­τέ­κλει­σε τον λό­γο του ως ε­ξής:

«Ό­ταν η ψυ­χή σου γνω­ρί­σει αυ­τό το φως, τό­τε, ό­ταν συμ­βεί να το στε­ρεί­ται, θα φλέ­γε­σαι γι’ αυ­τό και μι­μού­με­νος τον ά­γιο Συ­με­ών τον Νέ­ο Θε­ο­λό­γο θα το ζη­τάς και θα κρά­ζεις προς αυ­τό:

Ελ­θέ, το φως το α­λη­θι­νόν.

Ελ­θέ, η Ζω­ή η αι­ώ­νιος.

Ελ­θέ, των πε­πτω­κό­των η έ­γερ­σις.

Ελ­θέ, των κει­μέ­νων η α­νόρ­θω­σις,

Ελ­θέ, των νε­κρών η α­νά­στα­σις.

Ελ­θέ, Πα­νά­γι­ε Βα­σι­λεύ.

Ελ­θέ και σκή­νω­σον εν η­μίν,

και μεί­νον α­δι­α­στά­τως εν η­μίν,

και α­δι­αι­ρέ­τως Συ μό­νος βα­σί­λευ­ε εν η­μίν

εις τους αι­ώ­νας των αι­ώ­νων. Α­μήν».

ΠΗΓΗ: Ι.Μ. Τιμίου Προσδρόμου Καρέα