Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Κεφάλαια Περί Αγάπης, Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού


Εορτάζει στις 21 Ιανουαρίου

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ εἶναι ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους Πατέρες τῆς Εκκλησίας. Ἔζησε καί μαρτύρησε τόν ζ΄ αἰ. (580-662), ἀφοῦ ἀντιτάχθηκε σθεναρά στήν αἵρεση τοῦ μονοθελητισμοῦ. Τό ἐκτεταμένο καί πολυσχιδές ἔργο του διαβάστηκε πολύ, ἀφομοιώθηκε δημιουργικά ἀπό μεταγενέστερους συγγραφεῖς καί ἄσκησε τεράστια ἐπίδραση στή διαμόρφωση τῆς θεολογικῆς σκέψης. Στίς τέσσερις ἑκατοντάδες «Κεφαλαίων περί ἀγάπης» ἀποφαίνεται ὅτι χωρίς ἀγάπη ἡ σωτηρία εἶναι προβληματική.

1. Ἡ ἀγάπη εἶναι μιά ἀγαθή διάθεση τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία τήν κάνει νά μήν προτιμᾶ κανένα ἀπό τά ὄντα περισσότερο ἀπό τή γνώση τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὅμως ἀδύνατο νά φτάσει ν᾿ ἀποκτήσει σταθερά αὐτή τήν ἀγάπη ὅποιος ἔχει κάποια ἐμπαθή κλίση σέ κάτι ἀπό τά γήινα.
2. Τήν ἀγάπη τή γεννᾶ ἡ ἀπάθεια·τήν ἀπάθεια τή γεννᾶ ἡ ἐλπίδα στόν Θεό τήν ἐλπίδα, ἡ ὑπομονή καί ἡ μακροθυμία. Αὐτές τίς γεννᾶ ἡ καθολική ἐγκράτεια· τήν ἐγκράτεια, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. τό φόβο τοῦ Θεοῦ τόν γεννᾶ ἡ πίστη.
3. Ἐκεῖνος πού πιστεύει στόν Κύριο, φοβᾶται τήν κόλαση. Κι ἐκεῖνος πού φοβᾶται τήν κόλαση, ἐγκρατεύεται ἀπό τά πάθη. Ἐκεῖνος πού ἐγκρατεύεται ἀπό τά πάθη, ὑπομένει ὅσα τόν θλίβουν. Ἐκεῖνος πού ὑπομένει ὅσα τόν θλίβουν, θά ἀποκτήσει τήν ἐλπίδα στόν Θεό. Ἡ ἐλπίδα στόν Θεό ἀπομακρύνει τό νοῦ ἀπό κάθε ἐμπαθή κλίση πρός τά γήινα. Καί ὅταν χωριστεῖ ἀπό αὐτή ὁ νοῦς, θά ἀποκτήσει τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό.
4. Ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν Θεό, πάνω ἀπό ὅλα τά κτίσματά Του προτιμᾶ τή γνώση Του κι ἀδιάλειπτα μέ πόθο τήν προσμένει.
5. Ἄν ὅλα τά ὄντα ἔγιναν ἀπό τόν Θεό καί γιά τόν Θεό, καί ὁ Θεός εἶναι καλύτερος ἀπό τά δημιουργήματά Του, ἐκεῖνος πού ἐγκαταλείπει τόν Θεό καί στρέφεται στά χειρότερα, φανερώνεται ὅτι προτιμᾶ περισσότερο τά δημιουργήματα ἀπό τόν Θεό.
6. Ἐκεῖνος πού ἔχει προσηλωμένο τό νοῦ του στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καταφρονεῖ ὅλα τά ὁρατά, καί τό σῶμα του ἀκόμη, σάν νά εἶναι ξένο.
7. Ἀφοῦ ἡ ψυχή εἶναι ἀνώτερη ἀπό τό σῶμα καί ἀσυγκρίτως ἀνώτερος ἀπό τόν κόσμο ὁ Δημιουργός Θεός,ἐκεῖνος πού προτιμᾶ τό σῶμα ἀπό τήν ψυχή καί τόν κόσμο ἀπό τόν Θεό πού τόν δημιούργησε, αὐτός δέν διαφέρει διόλου ἀπό αὐτούς πού λατρεύουν τά εἴδωλα.
8. Ἐκεῖνος πού χώρισε τό νοῦ του ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τή θεωρία, καί τόν ἔχει δεμένο σέ κάποιο ἀπό τά αἰσθητά, αὐτός εἶναι πού προτιμᾶ τό σῶμα ἀπό τήν ψυχή καί τά κτίσματα ἀπό τόν Θεό πού τά δημιούργησε.
9. Ἄν ἡ ζωή τοῦ νοῦ εἶναι ὁ φωτισμός πού δίνει ἡ πνευματική γνώση, κι αὐτόν τόν γεννᾶ ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό, ὀρθά ἔχει λεχθεῖ πώς δέν εἶναι τίποτε πιό μεγάλο ἀπό τή θεία ἀγάπη.
10. Ὅταν μέ τόν ἔρωτα τῆς ἀγάπης ὁ νοῦς μεταβαίνει πρός τόν Θεό, τότε δέν ἔχει διόλου αἴσθηση γιά κανένα ἀπό τά κτίσματα. Καθώς καταφωτίζεται ἀπό τό θεῖο καί ἄπειρο φῶς, γίνεται ἀναίσθητος γιά ὅλα τά κτίσματα, ὅπως τά μάτια δέν βλέπουν τά ἄστρα ὅταν ἀνατέλλει ὁ ἥλιος.
11. Ὅλες οἱ ἀρετές βοηθοῦν τό νοῦ γιά νά ἀποκτήσει τόν θεῖο ἔρωτα, περισσότερο ὅμως ἀπό ὅλες ἡ καθαρή προσευχή. Γιατί μέ αὐτήν ὁ νοῦς παίρνει φτερά καί πετᾶ πρός τόν Θεό καί βγαίνει ἔξω ἀπό τά ὄντα.
12. Ὅταν ὁ νοῦς ἁρπαχθεῖ μέσω τῆς ἀγάπης ἀπό τή θεία γνώση, καί ἀφοῦ βρεθεῖ ἔξω ἀπό τά ὄντα,αἰσθάνεται τήν ἀπειρία τοῦ Θεοῦ· τότε, ὅπως συνέβη στόν Ἡσαΐα, ἀπό τήν ἔκπληξη ἔρχεται σέ συναίσθηση τῆς μηδαμινότητάς του καί λέει μέ κατάνυξη τά λόγια τοῦ προφήτη: «Ὤ ἐγώ, ὁ ἄθλιος, τί συντριβή νιώθω! Ἐγώ, ἕνας ἄνθρωπος πού ἔχω χείλη ἀκάθαρτα, καί ἀνάμεσα σέ λαό πού ἔχει χείλη ἀκάθαρτα κατοικῶ, εἶδα μέ τά μάτια μου τόν Βασιλέα, τόν Κύριο Σαβαώθ».
13. Ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό, δέν μπορεῖ νά μήν ἀγαπήσει καί κάθε ἄνθρωπο σάν τόν ἑαυτό του, ἄν καί τόν δυσαρεστοῦν τά πάθη ἐκείνων πού δέν ἔχουν ἀκόμη καθαριστεῖ. Γι᾿ αὐτό χαίρεται μέ ἀμέτρητη καί ἀνέκφραστη χαρά γιά τή διόρθωσή τους.
14. Ἀκάθαρτη εἶναι ἡ ψυχή πού εἶναι γεμάτη ἀπό κακούς λογισμούς, ἀπό ἐπιθυμία καί μίσος.
15. Ἐκεῖνος πού βλέπει καί ἴχνος μόνο μίσους μέσα στήν καρδιά του, πρός ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο γιά ὁποιοδήποτε φταίξιμό του, εἶναι ἐντελῶς ξένος ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό. Γιατί ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό δέν ἀνέχεται διόλου τό μίσος κατά τοῦ ἀνθρώπου.
16. «Ὅποιος μέ ἀγαπᾶ -λέει ὁ Κύριος- θά τηρήσει τίς ἐντολές μου. Καί ἡ δική μου ἐντολή εἶναι νά ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τόν ἄλλο». Ἄρα λοιπόν ἐκεῖνος πού δέν ἀγαπᾶ τόν πλησίον του, δέν τηρεῖ τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖνος πού δέν τηρεῖ τήν ἐντολή, οὔτε τόν Κύριο μπορεῖ νά ἀγαπήσει.
17. Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού μπορεῖ νά ἀγαπήσει τόν κάθε ἄνθρωπο στόν ἴδιο βαθμό.
18. Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού δέν προσηλώνεται σέ κανένα πράγμα φθαρτό ἤ πρόσκαιρο.
19. Μακάριος ὁ νοῦς πού προσπέρασε ὅλα τά ὄντα καί ἀπολαμβάνει συνεχῶς τή θεία ὡραιότητα.
20. Ἐκεῖνος πού φροντίζει τή σάρκα, πῶς νά ἱκανοποιεῖ τίς ἐπιθυμίες της, καί γιά πρόσκαιρα πράγματα ἔχει μνησικακία πρός τόν πλησίον του, αὐτός λατρεύει τήν κτίση ἀντί τοῦ Δημιουργοῦ.
21. Ἐκεῖνος πού διατηρεῖ τό σῶμα του γερό καί μακριά ἀπό ἡδονές, τό ἔχει σύνδουλό του γιά νά ὑπηρετεῖ τά πνευματικά.
22. Ὅποιος ἀποφεύγει ὅλες τίς κοσμικές ἐπιθυμίες, κάνει τόν ἑαυτό του ἀνώτερο ἀπό κάθε κοσμική ὑλικότητα.
23. Ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό, ἀγαπᾶ δίχως ἄλλο τόν πλησίον του. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά φυλάει χρήματα· τά διαχειρίζεται κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τά μοιράζει σ᾿ ἐκείνους πού ἔχουν ἀνάγκη.
24. Ὅποιος κάνει ἐλεημοσύνη μιμούμενος τόν Θεό, δέν κάνει διάκριση καλοῦ καί κακοῦ, δικαίου καί ἀδίκου στά ἀπαραίτητα τῆς ζωῆς, ἀλλά μοιράζει ἴδια σέ ὅλους κατά τίς ἀνάγκες τους, ἄν καί προτιμᾶ γιά τήν ἀγαθή του προαίρεση τόν ἐνάρετο ἀπό τόν κακό.
25. Ὁ Θεός, ἐκ φύσεως ἀγαθός καί ἀπαθής, ὅλους τούς ἀγαπᾶ ἐξίσου ὡς δημιουργήματά Του, ἀλλά τόν ἐνάρετο τόν δοξάζει ἐπειδή ἀποκτᾶ καί τή γνώση, ἐνῶ τόν κακό ἄνθρωπο, τόν ἐλεεῖ λόγω τῆς ἀγαθότητάς Του, καί παιδεύοντάς τον σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο, τόν φέρνει σέ μετάνοια καί διόρθωση. Ἔτσι καί ὁ καλοπροαίρετος καί ἀπαθής ἄνθρωπος, ὅλους τούς ἀνθρώπους τούς ἀγαπᾶ ἐξίσου. Τόν ἐνάρετο καί γιά τήν ἀνθρώπινη φύση του, καί γιά τήν καλή του προαίρεση· τόν κακό τόν ἐλεεῖ καί σάν συνάνθρωπό του, καί ἀπό συμπάθεια, ἐπειδή ὡς ἀνόητος βαδίζει στό σκοτάδι.
26. Ἡ διάθεση τῆς ἀγάπης δέν διαπιστώνεται μόνο μέ τήν παροχή χρημάτων, ἀλλά πολύ περισσότερο μέ τή μετάδοση λόγου καί μέ τή σωματική διακονία.
27. Ἐκεῖνος πού ἀπαρνήθηκε εἰλικρινά τά κοσμικά καί ὑπηρετεῖ μέ ἀγάπη ἀπροσποίητη τόν πλησίον του, ἐλευθερώνεται γρήγορα ἀπό κάθε πάθος καί μετέχει στή θεία ἀγάπη καί γνώση.
28. Ἐκεῖνος πού ἔκανε κτῆμα του τή θεία ἀγάπη, δέν κουράζεται νά ἀκολουθεῖ συνέχεια τόν Κύριό του, ὅπως λέει ὁ θεῖος Ἱερεμίας, ἀλλά ὑπομένει μέ γενναιότητα κάθε κόπο, κακολογία καί ὕβρη, χωρίς νά σκέφτεται τό κακό πού τοῦ ἔκανε ὁποιοσδήποτε.
29. Ὅταν σέ προσβάλει κανένας ἤ σέ ἐξευτελίσει σέ κάτι, τότε φυλάξου ἀπό τούς λογισμούς τῆς ὀργῆς, μήπως μέ τή λύπη σέ χωρίσουν ἀπό τήν ἀγάπη καί σέ μεταφέρουν στή χώρα τοῦ μίσους.
30. Ὅταν αἰσθανθεῖς πόνο ἐπειδή κάποιος σέ προσέβαλε ἤ σέ ντρόπιασε, νά ξέρεις ὅτι ὠφελήθηκες πολύ· μέ τό ντρόπιασμα βγῆκε ἀπό μέσα σου ἡ κενοδοξία.
31. Ὅπως ἡ μνήμη τῆς φωτιᾶς δέν ζεσταίνει τό σῶμα, ἔτσι πίστη χωρίς ἀγάπη δέν φέρνει στήν ψυχή τόν φωτισμό τῆς γνώσεως.
32. Ὅπως τό φῶς τοῦ ἥλιου ἑλκύει τό ὑγιές μάτι, ἔτσι καί ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ τραβᾶ φυσικῶς τόν καθαρό νοῦ στόν ἑαυτό της μέ τήν ἀγάπη. 33. Νοῦς καθαρός εἶναι ὁ νοῦς πού ἀπομακρύνθηκε ἀπό τήν ἄγνοια καί καταφωτίζεται ἀπό τό θεῖο φῶς.

ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, μτφρ. Ἀ. Γαλίτης, τόμ. Β΄ (3η ἔκδ., Θεσ/νίκη: Τό περιβόλι τῆς Παναγίας, 1991),


Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Ο κύκλος του 99


"Ζούσε κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ένας βασιλιάς πολύ θλιμμένος που είχε έναν υπηρέτη χαρούμενο και αισιόδοξο. Κάθε πρωί ξυπνούσε τον βασιλιά πηγαίνοντας του το πρόγευμα, τραγουδούσε χαρούμενα στιχάκια, του έκανε αστείους μορφασμούς. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο φωτεινό χαμόγελο, αλλά και όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη.
Κάποια μέρα ο βασιλιάς δεν άντεξε και τον ρώτησε:
– Ποιό είναι το μυστικό σου;
– Ποιό μυστικό Μεγαλειότατε;
– Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ποιό είναι το μυστικό της χαράς σου. Λέγε γρήγορα.
– Μα…δεν υπάρχει μυστικό Μεγαλειότατε.
– Πως τολμάς να λες ψέμματα σ´εμένα. Έχω κόψει κεφάλια για πολύ μικρότερες προσβολές, από ένα ψέμα.
– Πιστέψτε με Μεγαλειότατε, σας παρακαλώ, δεν σας κρύβω τίποτα. Δεν υπάρχει κανένα μυστικό.
– Και πως τα καταφέρνεις βρε ανόητε και είσαι όλη την μέρα τόσο κεφάτος; Σε έχω παρακολουθήσει, σε βλέπω. Ολο χαχαχού και αστεία είσαι.
– Μα Μεγαλειότατε, η ζωή ήταν τόσο γενναιόδωρη μαζί μου. Η Λαμπροσύνη σας με τιμά και με έχει στην υπηρεσία της. Με την γυναίκα μου και τα παιδιά μου μένουμε σ´ένα ωραίο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε ρούχα και τροφή για όλους μας, δωρεάν εκπαίδευση στα παιδιά μου, επί πλέον δε, η Μεγαλειότητα σας μου πληρώνει και ένα μικρό μηνιαίο επίδομα, που ικανοποιεί τις μικροεπιθυμίες μας. Πως να μην είμαι ευτυχισμένος;
– Άκου, ηλίθιες δικαιολογίες εχω χορτάσει από τους συμβούλους μου. Αν δεν μου πεις το μυστικό της χαράς σου, η υπομονή μου θα εξαντληθεί και μαζί της και το κεφάλι στους ώμους σου. Είναι αδύνατον να είναι κάποιος ευτυχισμένος με αυτά που μου παρέθεσες.
– Μα Βασιλιά μου σας παρακαλώ πιστέψτε με. Δεν σας κρύβω κάτι. Πως θα μπορούσα άλλωστε. Δεν υπάρχει μυστικό.
– Χάσου από μπροστά μου ηλίθιε, πριν φωνάξω το δήμιο. Γελοίε. Καραγκιόζη.
Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια βαθειά υπόκλιση, και βγήκε από το δωμάτιο. Τον βασιλιά όμως, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Του φαινόταν τόσο παράλογο ο βαλές του να είναι τόσο ευτυχισμένος, ζώντας σε δανεικό σπίτι, τρώγοντας από τα περισσεύματα των αυλικών, φορώντας ρούχα από δεύτερο χέρι. Αφού κατάφερε κάπως να ηρεμήσει, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλό του και του διηγήθηκε την συζήτηση και την απορία του.
– Πες μου γέροντα, γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος;
– Α, Μεγαλειότατε, επειδή προφανώς βρίσκεται έξω από τον κύκλο.
– Έξω από που;
– Μα από τον κύκλο.
– Γι’ αυτό είναι ευτυχισμένος;
– Όχι μεγαλειότατε, γι αυτό δεν είναι δυστυχισμένος.
-Δεν καταλαβαίνω γέροντα. Δηλαδή όποιος είναι στον κύκλο είναι δυστυχής; Εγώ είμαι δυστυχής διότι είμαι μέσα στον κύκλο;
– Ακριβώς βασιλιά μου.
– Και πως βγήκε;
– Δεν μπήκε ποτέ.
– Βάλθηκες να με τρελλάνεις κι εσύ γέροντα. Τι στην οργή κύκλος είναι αυτός και γιατί μας προκαλεί θλίψη;
– Είναι ο κύκλος του ενενήντα εννέα.
– Και πως λειτουργεί αυτός ο διαολόκυκλος;
– Μεγαλειότατε είναι δύσκολο να σας τον εξηγήσω με λόγια, μπορώ όμως να σας τον δείξω στην πράξη.
– Δηλαδή τι θα κάνεις;
– Αν μου επιτρέψετε θα βάλω τον υπηρέτη σας στον κύκλο.
– Πως δηλαδή, θα τον σπρώξεις; είπε ο βασιλιάς κοροιδευτικά.
– Δεν θα χρειαστεί, βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία θα μπει μόνος του.
– Και καλά, όταν μπεί δεν θα δει ότι αυτό τον έκανε δυστυχισμένο, ώστε να βγεί κατ´ευθείαν;
– Θα το αντιληφθεί, αλλά δεν θα θέλει να φύγει.
– Δηλαδή μου λες ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει, αλλά παρ´όλα αυτά θα μπεί οικιοθελώς και δεν πρόκειται να ξαναβγεί;
– Ακριβώς Μεγαλειότατε. Κανένας δεν θέλει να βγεί από τον κύκλο του ενενήντα εννέα. Οσο και αν τον κάνει δυστυχισμένο. Θα μάθεις λοιπόν πως λειτουργεί ο κύκλος, αλλά εσύ θα χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη και το παλάτι έναν χαρούμενο άνθρωπο.
– Δεν με νοιάζει. Τι πρέπει να κάνουμε; Πότε ξεκινάμε;
– Σήμερα το βράδυ βασιλιά μου. Θα περάσω να σε πάρω. Θα έχεις ετοιμάσει ένα σακί με ενενήνταεννέα φλουριά. Ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο.
Πράγματι, την νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει τον βασιλιά. Πήγαν μαζί στο σπιτάκι του υπηρέτη, στην άκρη της αυλής του παλατιού, κρύφτηκαν και περίμεναν να ξημερώσει. Μόλις αχνοφέγγισε και άναψε στο δωμάτιο ένα κερί, ο σοφός έβαλε στο σακούλι ένα μήνυμα που έλεγε:
Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ. ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ.
Έδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε δυό φορές και έτρεξε να ξανακρυφτεί. Οταν υπηρέτης βγήκε ξαφνιασμένος, ο βασιλιάς παρακολουθούσε πίσω από έναν θάμνο. Τον είδε να διαβάζει το μήνυμα και να ανοίγει το πουγγί. Είδε την έκπληξη στο πρόσωπό του, το αρχικό φόβο, την καχύποπτη, ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω. Τον είδε να σφίγγει το πουγκί στην αγκαλιά του, να ανοίγει το πουκάμισο και να το βάζει στο στήθος του, να χώνεται γρήγορα σπίτι του. Μόλις άκουσαν την κλειδαριά να διπλοαμπαρώνει, ο βασιλιάς με τον σοφό πλησίασαν στο παράθυρο για να κατακοπεύσουν. Ο υπηρέτης είχε ρίξει στο πάτωμα τα πιατικά που ήσαν στο τραπέζι, αφήνοντας μόνο το κερί. Καθισμένος σε μια καρέκλα άδειαζε το περιεχόμενο.Τα μάτια ήταν γουρλωμένα, κόντευαν να βγουν έξω από τις κόγχες.
Ηταν φανερό δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ενα βουνό από χρυσά φλουριά. Ενας θησαυρός. Όλος δικός του. Αυτός που δεν είχε ποτέ ως τώρα στην ζωή ακουμπήσει έστω ένα χρυσό φλουρί, τώρα είχε ένα μικρό βουνό από αυτά. Δικά του. Άρχισε να τα χαζεύει και να τα κάνει στίβες. Τα κοίταζε πως άστραφταν στο φως του κεριού και χαζογελούσε. Τα συγκέντρωνε, τα σκόρπιζε για να ακούει το κουδούνισμά τους. Και όλο χαμογελούσε. Παίζοντας άρχισε να τοποθετεί σε στίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρείς, τέσσερις, πεντε, έξι…Ταυτόχρονα έκανε και το άθροισμα. Πενήντα, εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα, ενενήντα, εκατ…που είναι το τελευταίο; Ξαναμετρά μία μία τις στίβες να βρεί το λάθος, τίποτα. Τα στήνει σε κολώνες, την μία δίπλα στην άλλη, μήπως κάποια προεξέχει…Τίποτα. Η τελευταία κολώνα ελλειματική. Μόνο εννέα φλουριά. Κοιτάζει ερευνητικά το τραπέζι, σηκώνει το κερί, γυρίζει το μέσα έξω στο σακκούλι…Τίποτα. Γονατίζει και αρχίζει να ψάχνει στο πάτωμα.Δεν μπορεί τα φλουριά ΕΠΡΕΠΕ να είναι εκατό.
-Δεν είναι δυνατόν, μονολογούσε όσο έψαχνε. Κάπου πρέπει να μου έπεσε…κάπου πρέπει να είναι. Με λήστεψαν! Αλήτες! Κερατάδες! Με κλέψανε!
Γονατισμένος κοιτούσε πάνω στο τραπέζι, έβλεπε τις κολώνες με τα φλουριά και αισθανόταν πως κάτι του είχε διαφύγει. Δεν μπορεί, κάπου έκανε λάθος. Αδύνατον η μία κολώνα να είναι κουτσή. Αλλά το φλουρί που έλειπε, πουθενά. Τελικά σαν να το πήρε απόφαση. Ενενηντα εννέα φλουριά, είναι πολλά λεφτά…συλλογίστηκε. Μπορώ να ζήσω την υπόλοιπη ζωή σαν άρχοντας…συνέχισε. Αλλά δεν είναι στρογγυλός αριθμός, ρε γαμώτο. Το εκατό, μάλιστα, είναι στρογγυλός αριθμός. Τώρα μου λείπει ένα. Ο βασιλιάς και ο σοφός σύμβουλος κοιτούσαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του υπηρέτη δεν ήταν το ίδιο. Ηταν σκεπτικός, σκυθρωπός με χείλη στενά, τραβηγμένα. Με μάτια μισόκλειστα έξυνε το κεφάλι του.Κάτι σκεπτόταν. Μάζεψε τα φλουριά στο σακκούλι και κοιτάζοντας καχύποπτα ολόγυρα, το έκρυψε προσεκτικά, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε πίσω από ένα σωρό καυσόξυλα. Υστερα πήρε χαρτί και μολύβι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς.
– Πόσο καιρό πρέπει να κάνω οικονομίες, ώστε να αποκτήσω και το εκατοστό φλουρί;
Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος, παραμιλούσε ασυναίσθητα.
– Θα βρώ και δεύτερη δουλειά, θα δουλέψω σκληρά για ένα διάστημα, μέχρι να το κερδίσω. Μετά όμως μεγάλε…άραγμα. Ναι, με εκατό φλουριά, μπορεί ένας άνθρωπος να μην δουλεύει. Μπορεί να ζει δίχως σκοτούρες. Είσαι πλούσιος! Είσαι άρχοντας! Δεν υπάρχει λόγος να δουλεύεις. αγόρι μου!
Τελείωσε τους υπολογισμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην άκρη όλο το μηνιάτικο του και ότι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε πέντε το πολύ έξι χρόνια θα μπορούσε να αγοράσει ένα χρυσό φλουρί.
– Έξι χρόνια είναι πάρα πολλά, μονολόγησε. Θα μπορούσα όμως να βάλω και την γυναίκα μου να δουλέψει. Κάποια δουλειά θα βρεί να κάνει στην πολιτεία. Θα μπορούσε να καθαρίζει σπίτια. Αλλά κι εγώ, πέντε η ώρα τελειώνω από το παλάτι. Μπορώ να κάνω το βοηθό σε κανένα μάστορα, δυό τρεις ώρες μέχρι να νυχτώσει.
Ξαναπιάνει το μολύβι και αρχίζει πάλι τους υπολογισμούς. Με την έξτρα δουλειά τη δική του και την συνεισφορά της γυναίκας του θα μάζευε τα χρήματα για το φλουρί σε τρία χρόνια. Εξακολουθούσε να είναι πολύς, πολύς καιρός.
– Ισως θα μπορούσαμε να κάνουμε και κάποιες οικονομίες. Να πουλήσουμε ας πούμε λίγο από το φαγητό. Ετσι κι αλλιώς το πολύ φαί, κακό κάνει. Ασε που μια και είναι τζάμπα, τό’ χουμε παρακάνει. Και τα χειμωνιάτικα παπούτσια. Τι χρειάζονται; Μπαίνει η Ανοιξη. Ερχονται ζέστες. Και τα επανωφόρια μπορώ να το πουλήσω. Να πουλήσω… Να πουλήσω… Πρέπει να γίνουν θυσίες. Άλλωστε θα πιάσουν τόπο. Σε δυό χρονάκια το πολύ θα αγοράσουμε το φλουρί που μας λείπει και μετά… ποιός μας πιάνει μετά. Θα είμαστε πλούσιοι. Οτι μας γιαλίζει θα το αγοράζουμε. Αυτό είναι. Δύο χρόνια στο τούνελ και μετά…
Ο βασιλιάς και ο σύμβουλος γύρισαν στο παλάτι.
Ο υπηρέτης είχε μπεί στον κύκλο του ενενήντα εννέα.
Τους μήνες που ακολούθησαν, ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε αποφασίσει εκείνο το πρωινό. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κακοκοιμόταν, αλλά επέμενε στην απόφασή του. Ενα πρωινό, μπήκε με το πρωινό στο δωμάτιο του βασιλιά, αργός, κακόκεφος, αμίλητος, όπως συνήθιζε τελευταία.
– Μα καλά, τί έπαθες εσύ; ρωτά τάχα ανήξερος ο βασιλιάς.
– Μια χαρά είμαι Μεγαλειότατε. Θέλετε τίποτε άλλο;
– Μέρες έχω να σ´ακούσω να τραγουδάς. Σου συμβαίνει κάτι;
– Αν δεν κάνω λάθος, η δουλειά μου είναι σας σερβίρω και να σας βοηθώ να ντυθείτε. Δεν κάνω τη δουλειά μου; Την κάνω και μάλιστα άψογα, συνέχισε. Δεν με προσλάβατε για γελωτοποιό ούτε για τραγουδιστή.
Μετά από μερικούς μήνες, ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη από το παλάτι. Δεν είναι ευχάριστο να περιβάλλεσαι από κακόκεφους, μουρτζούφληδες υπαλλήλους".


Ο ασπρομάλλης ψυχαναλυτής έκανε μια παύση και κοίταξε προσεκτικά τον ασθενή του. Προσπάθησε να διαβάσει τα συναισθήματα από την ιστορία στο πρόσωπό του. Ανακάθησε στην πολυθρόνα του, πήρε το ποτήρι δίπλα του και ρούφηξε μια μεγάλη γουλιά σακέ. Καθάρισε την φωνή του και συνέχισε:
– Βλέπεις Ντεμιάν, εσύ, εγώ και όλοι μας έχουμε εκπαιδευθεί σ´αυτήν την ηλίθια ιδεολογία. Πάντοτε κάτι μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι, και δυστυχώς μόνο αν είσαι ικανοποιημένος μπορείς να απολαύσεις όσα έχεις.
– Γι αυτό, μάθαμε πως τάχα η ευτυχία θα έλθει όταν ολοκληρώσουμε αυτό που μας λείπει… Και επειδή πάντα κάτι λείπει, ξαναγυρίζουμε στην αρχή και δεν απολαμβάνουμε ποτέ την ζωή…Τι θα συνέβαινε όμως, αν η φώτιση ερχόταν στις ζωές μας και αντιλαμβανόμαστε, έτσι ξαφνικά, ότι τα ενενηντα εννιά φλουριά μας είναι το 100% του θησαυρού; Οτι δεν μας λείπει τίποτα, κανένας δεν μας έκλεψε τίποτα, το εκατό δεν είναι καθόλου πιο στρογγυλός αριθμός από το ενενηντα εννιά; Οτι αυτό, είναι μόνο μια παγίδα, ένα καρότο που έβαλαν μπροστά μας, για να είμαστε βλάκες, για να σέρνουμε το κάρο, κουρασμένοι, κακόκεφοι, δυστυχείς και συμβιβασμένοι; Μια παγίδα για να μην σταματήσουμε ποτέ να σπρώχνουμε και να μείνουν όλα όπως έχουν. Αιωνίως τα ίδια. Πόσα θα άλλαζαν αν μπορούσαμε να απολαύσουμε τους θησαυρούς μας, έτσι ακριβώς όπως είναι. Ετσι ακριβώς όπως τους κατέχουμε. Προσοχή όμως Ντεμιάν. Το να παραδεχτείς ότι το ενενηνταεννιά είναι ο θησαυρός, δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψεις τους στόχους σου. Δεν σημαίνει άραγμα, συμβιβασμός με οτιδήποτε. Γιατί άλλο το να παραδέχεσαι, κι άλλο το να συμβιβάζεσαι.

(Από το βιβλίο του Αργεντίνου ψυχοθεραπευτή Χόρχε Μπουκάι, «Να σου πω μια Ιστορία»)


Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

Εις τα Άγια Φώτα...

Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου
 
(επιλεγμένα αποσπάσματα από τον λόγο του)

Πάλιν ο Ιησούς μου, και πάλιν μυστήριον. Μυστήριον το οποίο δεν είναι ψεύτικον ούτε απρεπές, ούτε προέρχεται από την ελληνικήν (σημ. ειδωλολατρική) πλάνην και την μέθην (διότι εγώ έτσι αποκαλώ τα της λατρείας των και νομίζω ότι αυτό κάνει και κάθε λογικός άνθρωπος), αλλά και μυστήριον και θείον και υψηλόν και δημιουργεί λαμπρότητα. Διότι η αγία ημέρα των Φώτων, εις την οποίαν έχομεν φτάσει και την οποίαν έχομεν αξιωθή να εορτάσωμεν σήμερα, έχει μεν ως αρχήν το βάπτισμα του Χριστού μου, του αληθινού φωτός το οποίον φωτίζει κάθε άνθρωπο ο οποίος έρχεται εις τον κόσμον, πραγματοποιεί δε τον καθαρισμόν μου και βοηθεί το φως το οποίον έχομεν λάβει από τον Θεόν κατά την δημιουργίαν και το οποίον έχομεν κάνει να σκοτεινιάση και να αδυνατίση. Ακούσατε λοιπόν την φωνήν του Θεού, η οποία εις εμένα μεν, τον οπαδό και τον εξηγητήν των τοιούτων πραγμάτων, ακούγεται πολύ δυνατά, μακάρι δε να ακουσθή και σε σας: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου» και δια τον λόγον αυτόν· «πλησιάσετέ τον και πάρετε φως, και τα πρόσωπά σας δεν θα σκιασθούν από εντροπήν», επειδή έχουν την σφραγίδα του αληθινού φωτός. Να, ευκαιρία αναγεννήσεως, ας γίνωμεν ουράνιοι.

Να, καιρός αναδημιουργίας, ας ξαναβρούμε τον πρώτον Αδάμ. Να μην μείνωμεν εκείνο το οποίον είμεθα, αλλά να γίνωμεν εκείνο το οποίον ήμεθα κάποτε. Το φως φωτίζει μέσα εις το σκοτάδι με την παρούσαν ζωήν και την σάρκα. Και το καταδιώκει μεν, αλλά δεν κατορθώνει να το εξουδετερώση το σκοτάδι, η εχθρική δηλαδή δύναμις, η οποία επιτίθεται μεν από θρασύτητα εις εκείνον ο οποίος ομοιάζει προς τον Αδάμ, αλλά πέφτει επάνω εις τον Θεόν και νικάται, δια να ρίπτωμεν από πάνω μας το σκοτάδι και να πλησιάζωμεν προς το φως και να γινώμεθα τέλειον φως, τέκνα τελείου φωτός. Βλέπετε την ωραιότητα της ημέρας; Βλέπετε την δύναμιν του μυστηρίου; Δεν έχετε υψωθή από την γην; Δεν έχετε τοποθετηθή καθαρά επάνω, αφού ανυψωθήκατε από την φωνήν και τους πνευματικούς μου λόγους;

[…] Ο ίδιος Λόγος είναι και φοβερός εξ αιτίας της φύσεώς του, δι’ εκείνους οι οποίοι δεν είναι άξιοι και ικανός, εξ αιτίας της αγάπης του προς τον άνθρωπον, να εισέλθει εις εκείνους οι οποίοι έχουν προετοιμασθή κατ’ αυτόν τον τρόπον και εις όσους, αφού έχουν εκδιώξει το ακάθαρτον και υλικόν πνεύμα των ψυχών, εκαθάρισαν τας ψυχάς των και τας εστόλισαν με την καθαράν γνώσιν, την οποίαν δεν άφησαν ούτε αργήν ούτε άπρακτον, ώστε να κυριευθή πάλιν από τα επτά πνεύματα της κακίας, τα οποία είναι τόσα όσα και τα πνεύματα της αρετής και τα οποία επιτίθενται με μεγαλυτέραν ορμήν (διότι είναι πιο αξιέπαινον εκείνο το οποίο κατορθώνεται δυσκολώτερα). Και εις εκείνους οι οποίοι, εκτός από το να αποφεύγουν την κακίαν εργάζονται και την αρετήν, αφού έβαλαν μέσα των όσον περισσότερον ημπόρουν ολόκληρον τον Χριστόν, εις τρόπον ώστε να μην εύρη η πονηρά δύναμις κανένα κενόν δια να εισέλθη και να τα συμπληρώση, και να γίνουν τα τελευταία χειρότερα από τα πρώτα, λόγω του ότι η επίθεσις είναι πιο ισχυρά και η φρουρά πιο ασφαλής και δυσκολοκυρίευτος. Όταν θα φυλάξωμεν πολύ προσεκτικά την ψυχήν μας και ετοιμάσωμεν την καρδία μας δια πνευματικάς αναβάσεις, και ετοιμάσωμεν εις τους εαυτούς μας πρωτοκαλλιέργητα χωράφια, και σπείρωμεν καρπόν δικαιοσύνης…

[…] Επειδή η ουσία της εορτής είναι το να ενθυμούμεθα τον Θεόν, ας σκεφτούμε τον Θεόν. Διότι νομίζω ότι και ο ήχος από εκείνους οι οποίοι εορτάζουν εις την άλλην ζωήν, όπου είναι η κατοικία όλων όσων ευφραίνονται, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο Θεός, ο οποίος υμνείται και δοξάζεται από εκείνους οι οποίοι έχουν αξιωθή να εισέλθουν εις τον τόπον αυτόν […]. Όταν αναφέρω τον Θεόν, ας σας φωτίζουν ένα και, ταυτοχρόνως τρία φώτα. Τρία μεν λόγω των ιδιοτήτων, δηλαδή υποστάσεων, εάν προτιμά κανείς να τους ονομάζει έτσι, ή των προσώπων (διότι δεν πρόκειται να φιλονικήσωμεν δια τα ονόματα, όταν αι λέξεις έχουν την ίδιαν σημασίαν). Ένα δε λόγω της ενότητος της ουσίας, δηλαδή της θεότητος.

Διότι διαιρούνται και παραμένουν αδιαίρετα, δια να το ειπώ έτσι, και ενώνονται, ενώ παραμένουν διαιρεμένα. Διότι η θεότης είναι εν, το οποίον διακρίνεται εις τρία, και τρία τα οποία είναι ένα. Εκείνα εις τα οποία υπάρχει η θεότης, ή, δια να ακριβολογήσω περισσότερον, εκείνα τα οποία αποτελούν την θεότητα. Θα αποφύγωμεν τας υπερβολάς και τας παραλείψεις, χωρίς να κάμωμεν ούτε την ένωσιν σύγχυσιν, ούτε την διαίρεσιν αποξένωσιν. Ας μείνει το ίδιο μακριά από μας και η συναίρεσις του Σαβελλίου και ο διαχωρισμός του Αρείου, τα δύο αυτά εκ διαμέτρου αντίθετα κακά, τα ισάξια ως προς την ασέβειαν.

[…] Και ποιο είναι το φοβερόν μυστήριον το οποίο γίνεται προς χάριν μας; Ανανεώνονται αι φύσεις και ο Θεός γίνεται άνθρωπος. Και εκείνος ο οποίος είχε ανέβει επάνω από τους ουρανούς των ουρανών, εις την ανατολήν της δόξης και της λαμπρότητός του, δοξάζεται εις την δύσιν από την ιδικήν μας ασημαντότητα και ταπεινότητα, και ο Υιός του Θεού δέχεται και να γίνει και να ονομασθεί υιός ανθρώπου. Όχι επειδή μετεβλήθη εκείνο το οποίο ήτο (διότι είναι αμετάβλητον), αλλ’ επειδή προσέλαβεν εκείνο το οποίο δεν ήτο (διότι αγαπούσε τον άνθρωπον), δια να γίνει χωρητός ο αχώρητος και να έλθη εις επικοινωνίαν μαζί μας με την σάρκα, σαν μέσα από κάποιο παραπέτασμα, επειδή δεν ημπορούσε η ανθρώπινη φύσις, η οποία υπέκειτο εις δημιουργίαν και φθοράν, να αντέξει την θεότητά του.

Δια τον λόγον αυτόν ενώνονται τα πιο αντίθετα πράγματα. Όχι μόνο ο Θεός με την δημιουργίαν, ούτε ο νους με την σάρκα, ούτε το έξω από τον χρόνον με τον χρόνον, ούτε το απεριόριστο με το μέτρον, αλλά και η γέννησις με την παρθενίαν, και το υψηλότερον από κάθε τιμήν με την ατιμίαν, και το μη υποκείμενον εις πάθος με το πάθος, και το αθάνατον με το φθαρτόν. Επειδή ο εφευρέτης της κακίας ενόμιζεν ότι είναι ανίκητος, εφ’ όσον μας είχε δελεάσει με την ελπίδα να γίνωμεν θεοί, δελεάζεται ο ίδιος από την εμφάνισιν της σαρκός, δια να επιτεθεί εις τον Αδάμ και να προσκρούση εις τον Θεόν, και έτσι να σώση ο νέος Αδάμ τον παλαιόν, και να λυθή η καταδίκη της σαρκός, αφού θα έχη θανατωθή από την σάρκα ο θάνατος.

 […] Τώρα πρόκειται δι’ άλλην πράξιν του Χριστού και δι’ άλλο μυστήριον. Δεν ημπορώ να συγκρατήσω την χαράν μου. Νιώθω να γεμίζω από Θεόν. Λίγο ακόμη και θα αρχίσω να κηρύσσω την ευχάριστον αγγελίαν, όπως ο Ιωάννης, έστω και αν δεν είμαι πρόδρομος, πάντως θα το κάμω από την ερημίαν. Ο Χριστός φωτίζεται, ας φωτισθώμεν μαζί του. Ο Χριστός βαπτίζεται, ας κατέβωμεν μαζί του εις τον ποταμόν δια να ανεβώμεν και μαζί του. Ο Ιησούς βαπτίζεται. Θα πρέπει να προσέξωμεν μόνο το βάπτισμα ή και όλα τα άλλα; Δηλαδή ποιος ήτο, από ποιον εβαπτίσθη και πότε εβαπτίσθη; Ότι ήτο καθαρός, ότι εβαπτίσθη από τον Ιωάννην και ότι μετά ήρχισε τα θαύματα; Δια να μάθωμεν τι και δια να διαπαιδαγωγηθώμεν εις τι; Ότι πρέπει να καθαριζώμεθα προηγουμένως, να είμεθα ταπεινόφρονες και να κηρύσσωμεν μόνον όταν είμεθα ολοκληρωμένοι κατά την πνευματικήν και σωματικήν ηλικίαν.

Το πρώτο (πρέπει να το είπωμεν) προς εκείνους οι οποίοι σκοπεύουν να βαπτισθούν, ενώ δεν έχουν προηγουμένως προετοιμασθή και ενώ δεν παρέχουν εγγυήσεις με την συνήθειάν των να πράττουν το καλόν, ότι η λύτρωσίς των θα παραμείνει σταθερά. Διότι εάν το χάρισμα (διότι πράγματι είναι χάρισμα) παρέχει άφεσιν των παρελθόντων, τότε είναι περισσότερον ταιριαστόν προς την ευσέβειαν το να μην ξαναγυρίσωμεν εις εκείνα τα οποία έχομεν εμέσει. Το δεύτερον αναφέρεται εις εκείνους οι οποίοι υπερηφανεύονται έναντι των ιερέων, αν είναι κάπως ανώτεροι από αυτούς. Το τρίτον δε προς εκείνους οι οποίοι βασίζονται εις τον νεανικόν των ενθουσιασμόν και νομίζουν ότι η κάθε περίστασις είναι κατάλληλος δια διδασκαλίαν ή κατάληψιν της πρωτοκαθεδρίας.

Ο Ιησούς υποβάλλεται εις κάθαρσιν και συ την περιφρονείς; (Καθαρίζεται) υπό του Ιωάννου, και συ επαναστατείς εναντίον του κήρυκός σου; Καθαρίζεται όταν είναι ήδη τριάκοντα ετών, και συ προτού καν βγάλεις γένια διδάσκεις τους γέροντας ή τουλάχιστον νομίζεις ότι τους διδάσκεις, ενώ ούτε η ηλικία ούτε και ενδεχομένως, η συμπεριφορά σου σε κάνουν άξιον σεβασμού; Εις την περίπτωσιν αυτή έρχονται εις την γλώσσαν τα παραδείγματα του Δανιήλ και των άλλων νέων κριτών, επειδή καθένας ο οποίος αδικεί, εύκολα βρίσκει δικαιολογίας. Δεν αποτελεί όμως νόμον της Εκκλησίας εκείνο το οποίον είναι κάτι σπάνιον, όπως την άνοιξιν δεν την φέρει ένα μόνον χελιδόνι, όπως δεν κάνει και μια μόνον γραμμή τον γεωμέτρην, ή ένα μόνον ταξίδι τον ναυτικόν.

[…] Ο Ιωάννης όμως βαπτίζει και έρχεται να βαπτισθή ο Ιησούς, δια να αγιάση μεν ενδεχομένως και τον βαπτιστήν, όπως είναι καταφανές, δια να θάψη μέσα εις το ύδωρ όλον τον παλαιόν Αδάμ και να αγιάση πριν απ’ αυτούς και χάριν αυτών τον Ιορδάνην. Όπως ο ίδιος ήταν πνεύμα και σάρξ, έτσι δίδει πνευματικήν ολοκλήρωσιν με Πνεύμα και ύδωρ. Ο βαπτιστής δεν δέχεται και ο Ιησούς αγωνίζεται να τον πείση. «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα», λέγει ο λύχνος εις τον Ήλιον, η φωνή εις τον Λόγον, ο φίλος εις τον Νυμφίον, ο ανώτερος από κάθε άλλο γέννημα γυναικός εις τον Πρωτότοκον ολοκλήρου της δημιουργίας, εκείνος ο οποίος εσκίρτησεν ενώ ευρίσκετο μέσα εις την κοιλίαν εις εκείνον ο οποίος επροσκυνήθη μέσα εις την κοιλίαν, εκείνος ο οποίος προέτρεξε και ο οποίος θα προτρέξει εις εκείνον ο οποίος εφάνη και θα φανή […]

Τι δε είναι το φτυάρι; Η κάθαρσις. Τι είναι δε το πυρ; Το κάψιμον κάθε νοητού πράγματος και η αναζωπύρωσις του πνεύματος. Τι είναι δε αξίνη; Το κόψιμον της ψυχής, η οποία, αφού γεμίσει με ακαθαρσίας, έχει καταστή αθεράπευτος. Τι είναι η μάχαιρα; Η τομή την οποία κάνει ο Λόγος και η οποία ξεχωρίζει το κακόν από το καλόν και τον πιστόν από τον άπιστον και η οποία κάνει τον υιόν και την θυγατέρα και την νύμφην να επαναστατούν κατά του πατρός και της μητρός και της πενθεράς, και τα νέα και πρόσφατα (να επαναστατούν) κατά των παλαιών τα οποία είναι σκιώδη…

[…] Αλλά και ανεβαίνει από το ύδωρ ο Ιησούς. Ανεβάζει μαζί του και τον κόσμο και βλέπει να σχίζωνται οι ουρανοί, τους οποίους ο Αδάμ είχε κλείσει δια τον εαυτό του και δια τους απογόνους του, όπως είχε κλείσει και με την μάχαιραν του πυρός τον παράδεισον. Και το Πνεύμα μαρτυρεί την Θεότητα (διότι το όμοιον σπεύδει προς το όμοιον) και η φωνή από τους ουρανούς (διότι απ’ εκεί προέρχονταν εκείνος δια τον οποίον εδίδετο η μαρτυρία). Εμφανίζεται δε ωσάν περιστέρι (διότι τιμά το σώμα, αφού και αυτό γίνεται Θεός με την θέωσιν, όταν αυτή θεωρήται από την πλευράν του σώματος) και λόγω του ότι είναι από πολύ παλαιά συνηθισμένο να φέρη την ευχάριστον αγγελίαν της παύσεως του κατακλυσμού το περιστέρι. Εάν κρίνης την θεότητα με όγκους και με σταθμά, και δια τον λόγον αυτόν σου φαίνεται μικρόν το Πνεύμα, επειδή παρουσιάζεται με την μορφή περιστεριού, ω ανόητε και μικρόψυχε δια τα πιο μεγάλα, είναι καιρός να δυσφημίσης και την βασιλείαν των ουρανών, επειδή παρομοιάζεται με ένα σπειρί από σινάπι, και να υπερυψώνεις τον διάβολον πιο πολύ από την μεγαλειότητα του Ιησού, επειδή αυτός μεν ονομάζεται βουνό μέγα και Λεβιάθαν και βασιλεύς όσων ευρίσκονται εις τα ύδατα, ενώ ο Ιησούς ονομάζεται αρνίον και μαργαρίτης και σταγών και άλλα παρόμοια.

[…] Εμείς ας τιμήσωμεν σήμερα το βάπτισμα του Χριστού και ας το εορτάσωμεν σωστά με το να ευφραινόμεθα πνευματικά και όχι να περιποιούμεθα την κοιλίαν μας. Θα ευφρανθούμεν δε με ποίον τρόπον; Λουσθήτε δια να καθαρισθήτε. Αν μεν είστε κόκκινοι από την αμαρτίαν και ολιγώτερον κόκκινοι από το αίμα, τότε να γίνετε λευκοί όπως το χιόνι. Αν είσθε κόκκινοι και άνθρωποι γεμάτοι από αίματα, τότε ας φθάσετε έστω και την λευκότητα του μαλλιού. Πάντως καθαρισθήτε και φροντίζετε να καθαρίζεστε, επειδή με τίποτε άλλο δεν χαίρεται τόσον πολύ ο Θεός, όσο με την διόρθωσιν και την σωτηρίαν του ανθρώπου, χάριν του οποίου έχουν λεχθή τα πάντα και έχουν δοθή όλα τα μυστήρια, δια να γίνετε φωτεινά αστέρια δια τον κόσμον και δύναμις ζωτική δια τους άλλους ανθρώπους. Δια να παρουσιασθήτε ωσάν τέλεια φώτα εις το μεγάλο φως, και να μυηθείτε εις την φωταγωγίαν η οποία πηγάζει από εκεί, παίρνοντες φως καθαρώτερον και δυνατότερον από την Τριάδα, της οποίας σήμερα έχετε υποδεχθή την μια αυγήν από την μία Θεότητα, εις το πρόσωπο του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας, εις τον οποίον ανήκει η δόξα και η εξουσία εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

(Έργα αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ΕΠΕ 5).

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Το νόημα και η σημασία των καλάντων. Μια αλήθεια που είναι «του δρόμου»


Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου



Όταν ο σύγχρονος άνθρωπος μιλάει για τον θάνατο, εννοεί, λίγο πολύ, κάτι που βρίσκεται στο τέρμα της ζωής, ή, με άλλα λόγια, κάτι πριν από το οποίο υπάρχει ζωή. Αυτό φαίνεται αυτονόητο, θα μπορούσε, ωστόσο, να δεχτεί μια ένσταση: Συμφωνούμε ότι αυτό που συμβαίνει στο τέλος είναι θάνατος. Όμως αυτό που υπάρχει πριν από τον θάνατο είναι ζωή; Πόσο ζωή είναι, άραγε, μια μίζερη ύπαρξη βυθισμένη στον ατομισμό; Πόσο ζωή είναι μια φαρμακωμένη επιβίωση μέσα στις απρόσωπες πόλεις; Πόσο ζωή είναι να σε πιάνει ταχυκαρδία από την παρουσία του άλλου γιατί τον βιώνεις σαν ανταγωνιστή; Πόσο ζωή είναι οι ανθρωποθυσίες στο βωμό της ατομικής καριέρας; Πόσο ζωή είναι όσα κάνεις, αν ο άνθρωπος είναι ένα ον με ημερομηνία λήξης; Αυτό, κοντολογίς, που ονομάζουμε ζωή, πολύ συχνά δεν είναι παρά η δεσποτεία της θανατίλας. Αντί ο θάνατος να βρίσκεται στο τέρμα, διαποτίζει, δηλητηριάζει και μεταλλάσσει τη ζωή. Δεν καταργεί μεν τον άνθρωπο, τον κάνει όμως ζόμπι. Όλα αυτά σημαίνουν επιβίωση δίχως νόημα, ανόητη. Δεν καρτερά κάτι εκρηκτικό, δεν περιμένει κάποιον που να αλλάζει τα πράγματα, δεν έχει ελπίδα. Κι όλο το καθημερινό τρέξιμο δεν είναι παρά στημονιές στην ύφανση του σάβανου της. Μέσα σ αυτή τη μαυρίλα, το ελάχιστο που έχουμε να κάνουμε είναι να αφουγκραστούμε τις φωνές της αντίστασης. Μια τέτοια φωνή πρόκειται αυτές τις μέρες να σεργιανίσει τους δρόμους. 


Αν την αντιμετωπίσουμε σαν ένα άψυχο έθιμο, θα την χάσουμε. Αν τη συλλογιστούμε με φιλότιμο, θα βρούμε κάτω από την κρούστα έναν μπαξέ. Μιλάω για τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Κάλαντα είναι να 'χεις κάτι να πεις και —πολύ περισσότερο— να 'χεις να βρεις κάτι πολύτιμο για τη ζωή σου, μα να μην αντέχεις να το κρατήσεις για τον εαυτούλη σου, αλλά να καίγεσαι να το μοιραστείς. Κάλαντα είναι μια διάθεση συνάντησης σε μιαν ακοινώνητη κοινωνία. Κάλαντα είναι να ανοίγεις την πόρτα του σπιτιού σου για να ξεχυθείς στο δρόμο, να αναζητήσεις τον άλλον, να του χτυπήσεις την πόρτα. να αποζητήσεις το πρόσωπο του. Κάλαντα είναι να μετατρέπεις τις πόρτες από ταφόπλακες σε ανοίγματα ζωής. Το 'χετε σκεφτεί; Κάλαντα είναι το κουβάλημα μιας είδησης. Ότι η ελπίδα έρχεται από το αύριο και έρχεται από μια συνάντηση. Αύριο. 25 Δεκεμβρίου, ο άνθρωπος παύει να προορίζεται για τη χωματερή, αλλά συναντιέται με τον Θεό, γίνεται σάρκα του Θεού, γίνεται γλεντοκοπάς σ' ένα τραπέζι μαζί Του. 


Γίνεται, με λίγα λόγια, κοινωνός ενός άλλου τρόπου ύπαρξης, τον οποίον τον προσφέρει ένας Θεός ξετρελαμένος με τον άνθρωπο, τόσο ξετρελαμένος, που να αφήνει τα μεγαλεία για να σαρκωθεί μέσα σε μια φάτνη! Όσο πιο κοντά, δηλαδή, στον άνθρωπο, στην καθημερινότητα, στο χώμα, στα ζώα, στ' αστέρια, στον πόνο. «Να τα πούμε;» Τα κάλαντα είναι η αποζήτηση μιας επικοινωνίας με τον άλλον. Έχουμε να του πούμε κάτι, μα δεν βιάζουμε τα αυτιά του, ούτε παραβιάζουμε την ελευθερία του. Είναι σαν να του λέμε: «Αδερφέ, εμείς πιστεύουμε κάτι που το θεωρούμε σπουδαίο και που νιώθουμε πως δίνει νόημα σε κάθε στιγμή μας. Σκεφτόμαστε να σου το πούμε, κι εσύ κατόπιν διαλέγεις και παίρνεις. Να τα πούμε, λοιπόν;». «Καλήν ημέραν άρχοντες» Το 'χετε προσέξει; Δεν υπάρχουν ξεχωριστά κάλαντα για άρχοντες και ξεχωριστά για το λαό. Όλοι αποκαλούνται άρχοντες και το σπίτι τους αποκαλείται «αρχοντικό». Τα κάλαντα κομίζουν ένα όραμα• μια κοινότητα αρχοντάδων δίχως υποτελείς, δούλους και εξαθλιωμένους. 


Είναι ένα όραμα εμπνευσμένο από το μεδούλι της Εκκλησίας, από έναν Θεό που προσφέρει τον ίδιο του τον εαυτό σε όλους δίχως να νομιμοποιεί την ταξική αδικία. Αυτή την προσφορά του εμείς τη λέμε θεία ευχαριστία. Κι όταν τραγουδάμε: «Χρστός γεννάται, σήμερον», κυριολεκτούμε. Τα Χριστούγεννα δεν είναι απλώς η αναπόληση ενός μακρινού παρελθόντος. Είναι η δυνατότητα του σημερινού ανθρώπου να γίνει μέτοχος της Βηθλεέμ σήμερα. Είναι η δυνατότητα να μεταμορφωθούν οι πρώτες ύλες της ζωής μας, το ψωμί και το κρασί, σε σώμα και αίμα αυτού που γεννήθηκε «εν Βηθλεέμ τη πόλει» πριν τόσα χρόνια για να νικήσει το θάνατο και να αναστηθεί. «Χαίρει η κτίσις όλη» Τα κάλαντα αποτυπώνουν την πίστη της Εκκλησίας ότι η σάρκωση του Χριστού μπολιάζει με ζωή το σύμπαν κι όχι μονάχα την «ψυχούλα» καθενός ατομικά. Κυττάξτε τις βυζαντινές εικόνες της Γέννησης: τα βράχια είναι ζωγραφισμένα έτσι που να στρέφονται προς τον Χριστό, τα δέντρα χαμηλώνουν κ.λπ. Τα πάντα συμμετέχουν. Τα κάλαντα κουβαλούν μέσα τους τη μαρτυρία πως το περιβάλλον είναι κάτι αφάνταστα περισσότερο από αντικείμενο στυγνής εκμετάλλευσης ή σκουπιδότοπος μας. Όταν θα χτυπήσουν την πόρτα μας τα παιδιά των καλάντων, ας μην τα αποπάρουμε. Το να τους στρέψουμε την πλάτη, έτσι κι αλλιώς, δεν αρκεί για να ξορκίσουμε τις ενοχές μας για τον τρόπο ζωής μας. Τα κάλαντα βασίζονται σε κάτι ολότελα διαφορετικό από την αποξένωση, που πλαστικοποιεί τα πάντα γύρω μας- και κάτι ολότελα διαφορετικό από τις φαρισαϊκές ψευδοεπικοινωνίες, που στοιχειώνουν την καθημερινότητα μας: από τη φασιστική επέλαση, δηλαδή, του ξύλινου κομματικού λόγου και των τηλεοπτικών εκπομπών, που γδέρνουν τον άνθρωπο και ασελγούν πάνω στην αξιοπρέπεια του. 


Τα παιδιά των καλάντων είναι — θελητά ή άθελα τους— αληθινοί αντάρτες των πόλεων σήμερα. Μπορεί κίνητρο τους να είναι η παραξενιά κι η χαρά του εθίμου, μπορεί και το χαρτζηλίκι που αποκομίζουν. Το θέμα είναι ότι στα χέρια τους (ή, μάλλον, στα πόδια και στα στόματα τους) κρατιέται μια υπόθεση που μακάρι να βιωθεί κάποτε σε όλες της τις διαστάσεις. Διότι όσο ακόμα παίρνει τους δρόμους η αλήθεια των καλάντων κι όσο αντηχεί το κάλεσμα τους σε έναν αλλιώτικο, ερωτικό τρόπο ζωής, οι άχαρες πόλεις μας δεν έχουν πάρει ακόμα διαζύγιο από την ελπίδα. Δεν έχουν θαφτεί ακόμα (όχι ολοκληρωτικά τουλάχιστον) στο ανέραστο αμπαλάζ του καταναλωτισμού, των βιτρινών, των ρεβεγιόν δίχως προσδοκία του αύριο, των «Χριστουγέννων» χωρίς Χριστό. Φωτιά στα τόπια, παιδιά. Και ντροπή σ΄ όποιον σας μιλήσει για ντροπή.

Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Η ελπίδα της χριστουγεννιάτικης απελπισίας


Του Πρωτοπρεσβυτέρου Αδαμαντίου Αυγουστίδη


Παραμονές Χριστουγέννων και, όπως συμβαίνει όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια, βλέπουν το φως της δημοσιότητας κείμενα που "καταγγέλουν" ότι έχει χαθεί το νόημα της γιορτής και ότι ο υπερκαταναλωτισμός έχει επιβάλει το ύφος και την κυριαρχία του. Όμως αν απογυμνωθούν οι γιορτές αυτών των ημερών από το φολκλορικό τους στοιχείο, τα ρεβεγιόν, την ευκαιρία για ολιγοήμερες διακοπές και τις υποχρεωτικές οικογενειακές συγκεντρώσεις, "που τις επιβάλουν οι μέρες", τι θα απέμενε άραγε για τους πολλούς που να θυμίζει ότι είναι Χριστούγεννα; Το ερώτημά μας δεν αντιμάχεται την, δικαιολογημένη άλλωστε, δυσθυμία που καλύπτεται πίσω από τη "γκρίνια". Θέλουμε όμως να προκαλέσουμε τη σκέψη, και γιατί όχι και την ψυχή μας, να αναγνωρίσει ότι όλα αυτά είναι πια δεδομένα και αυτονόητα και η μεμψιμοιρία δεν μπορεί να τα διορθώσει. Το πολύ να τονισθεί και γραπτώς το έλλειμμα νοήματος και να επιδεινωθεί το αίσθημα της πνευματικής μιζέριας και της συναισθηματικής στέρησης που συγκαλύπτει η τεχνητή λάμψη των ημερών. Είναι φανερό ότι η καταναλωτική έξαρση δεν αποτελεί τη φυσική εκδήλωση μιας ευτυχίας που ζητά εκτόνωση, αλλά λειτουργεί σαν διεγερτικό μιας χαράς που δεν έχει λόγο και νόημα ώστε να εκδηλωθεί αυθόρμητα. Η υπερφωταγωγημένη ερημία των απρόσωπων πόλεων αγωνίζεται να συσκοτίσει τη σχεδόν υπομανιακή υποχρεωτική ευθυμία. Τίποτα όμως δεν μπορεί να κρύψει την κατάθλιψη που φουντώνει τέτοιες μέρες, τις απόπειρες αυτοκτονίας που αυξάνουν και τα "κοριτσάκια με τα σπίρτα" που γίνονται ορατά όσο ποτέ άλλοτε. Στο πνευματικό επίπεδο, άλλωστε, πόσο μακριά βρισκόμαστε από αυτά σχεδόν όλοι μας. 


Το να καταφύγει κανείς σε μελαγχολικές διαπιστώσεις είναι εύκολο· και το επόμενο βήμα είναι συνήθως η καταφυγή στο πρόσχημα και στην ψευδαίσθηση των αναμνήσεων του παλιού καλού καιρού, μέχρι να κυλίσουν οι μέρες και να επιστρέψουμε στην ψυχοφθόρα ασφάλεια της ρουτίνας μας. Ας μην καθηλωθούμε όμως στις θλιβερές διαπιστώσεις, όσο αληθινές κι αν είναι αυτές. Εάν απομακρυνθούμε από την καθυπόταξη της σκέψης μας στην απογοήτευση που γεννά η παρατήρηση αυτών των φαινομένων και προσεγγίσουμε το ψυχολογικό τους υπόβαθρο, μπορεί να οδηγηθούμε σε ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις. Με όποιο τρόπο κι αν προσπαθείται να καταπνιγεί η κραυγή της υπαρξιακής μας αγωνίας, είτε στο θόρυβο των ρεβεγιόν, είτε κάτω από το πέπλο της φαντασμαγορίας και της τεχνητής ευφορίας, η μεταμφιεσμένη κατάθλιψη παραμένει η αληθινή, κυριαρχούσα συναισθηματική κατάσταση. Οι εδικοί γνωρίζουν καλά την αμυντική βουλιμική διάθεση του καταθλιπτικού ατόμου, που προσπαθεί να συγκαλύψει με "στοματικές" ικανοποιήσεις, όπως η καταναλωτική μανία, το έλλειμμα που βιώνει στο συναισθηματικό επίπεδο. Τυπικό το παράδειγμα της συζύγου, που προσπαθεί να ανακουφίσει το καταθλιπτικό άγχος της συναισθηματικής της στέρησης, "σηκώνοντας" τα μαγαζιά. Ο ίδιος μηχανισμός μάς ωθεί να εκφραζόμαστε ψευδοευφορικά στην προσπάθεια να αποφύγουμε τη συναίσθηση του εσωτερικού μας κενού και της δυσθυμικής μας διάθεσης. Τι μας κάνει λοιπόν ομοθυμαδόν μελαγχολικούς και κατ' ανάγκη συμμέτοχους της προκατασκευασμένης και ψευδεπίπλαστης ιλαρότητας που χαρακτηρίζει το κλίμα αυτών των ημερών; Αν τα Χριστούγεννα ήσαν εξ ορισμού άνευ Χριστού, μια γιορτή του χειμερινού ηλιοστασίου όπως ήταν προχριστιανικά η 25η Δεκεμβρίου, τότε ίσως δεν θα είχαν νόημα οι σκέψεις και οι προβληματισμοί. 


Θα μπορούσαμε να επαναπαυθούμε στη σιωπηλή συμφωνία ότι κάποιες ευκαιρίες διαφυγής από τη ρουτίνα είναι χρήσιμες· επομένως και να συμβιβαστούμε με την υποταγή στη χρησιμοθηρία του γιορτασμού. Όσο δε πιο εκκωφαντική η ανάπαυλα, τόσο πιο μεγάλη η συγκάλυψη του τραγικού στοιχείου της καθημερινότητας μας. Όμως το βαθύτερο αίτημα της λύτρωσης μας από τη φθορά, το χρόνο και την αναγκαιότητα δεν μπορεί να απαντηθεί με την υποταγή σε θεσμοθετημένες επιμέρους αναγκαιότητες, έστω διασκεδαστικές, αλλά τελικά πάντοτε φθοροποιές. Πόση χαρά μπορεί να περιέχει ένα πανηγύρι στο οποίο υποτίθεται ότι γιορτάζεται η γέννηση Εκείνου, που θα μπορούσε να μάς λυτρώσει από τη δουλεία της πνευματικής μας ανελευθερίας και της υπαρξιακής μας μιζέριας, όταν Τον έχουμε ήδη εξορίσει από τη ζωή μας και από το νόημα της; Ποιό γαμήλιο γλέντι δικαιολογεί τους πανηγυρισμούς και τις γιορταστικές υπερβολές όταν έχει εκδιωχθεί ο "νυμφίος"; Τέτοιοι "γάμοι" μοιάζουν περισσότερο με κηδείες των οποίων η λαμπρότητα οφείλεται κυρίως στις ενοχές των οικείων παρά στην αγάπη και τη χριστοκεντρική ελπίδα. Η συγκαλυμμένη μελαγχολία των ημερών μπορεί να κρύβει το ενοχοποιημένο πένθος για τον εξοστρακισμό της ενσαρκωμένης μας ελπίδας· του προαιώνιου Θεού που "παιδίον γέγονεν" και αναζητά εγκάρδιες φάτνες για να τις μετατρέψει, φιλοξενούμενος εκεί, σε οίκους του Πατρός Του. Παρόλο τον ξεπεσμό της υπάρχει κάτι θετικό και ελπιδοφόρο σ' αυτή τη συνεχώς πιο εκκοσμικευμένη ατμόσφαιρα της γιορτής. 


Όσο πιο ψευδεπίπλαστα επιμένουμε να τη γιορτάζουμε, πνίγοντάς την σε φως από "νέον" και πλαστικά πλουμίδια, τόσο πιο κούφια και άπελπις θα είναι η γεύση που θα αφήνει. Και τόσο πιο πολύ ο λαός "ο καθήμενος εν σκότει" θα αρχίσει να αναζητά το Μέγα Φως, που το συλλογικό του ασυνείδητο θυμάται πως γνώρισε κάποτε. Ισως λοιπόν τότε να ξαναζητήσει τον αστέρα που οδηγεί στη φάτνη. Στην προσωπική καρδιακή φάτνη του καθενός που θα κατανοήσει ότι όσο ταπεινή και βρώμικη κι αν είναι, ο Χριστός θα την καταδεχθεί, θα την ενοικήσει και θα την μετατρέψει σε σώμα της Βασιλείας του Θεού. Μέχρι τότε, όσοι από μας θέλουν να βρίσκονται κοντύτερα στη φάτνη παρά στα ανάκτορα του Ηρώδη ας προσπαθήσουμε να ζήσουμε τη γιορτή και τη ζωή μας με τέτοιο τρόπο, ώστε αν κάποιος μας ρωτήσει για το αστέρι των μάγων ή παρατηρήσει τη δική μας πορεία να βρει το σωστό δρόμο. Τότε η χαρά της γιορτής θα ξαναβρεί το νόημα και την αυθεντικότητά της. Τότε, αντί της παθητικής μας συμμετοχής σε ψευδοπαρηγορητικά τηλεοπτικά βαριετέ, ίσως σταθούμε ικανοί να απολαύσουμε την ευφρόσυνη και βιωματική μας συμμετοχή στον χαρμόσυνο ύμνο: "Χριστός γεννάται, δοξάσατε".

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Παρουσίαση του νέου βιβλίου

 «Λατῖνοι καί Ὀρθόδοξοι στή Magna Graecia τοῦ 13ου αἰώνα»,
τῶν ἐκδόσεων ΓΡΗΓΟΡΗ

Γράφει ὁ πρωτ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός
Ὁμότιμος Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Παν/μίου Ἀθηνῶν

Ἡ ἐργασία αὐτή ἀποτελεῖ μία ἱστορικοθεολογική ἀνατομία τῶν σχέσεων Λατίνων καί Ὀρθοδόξων στήν Μεγάλη Ἑλλάδα (MAGNA GRAECIA) τόν 13ο αἰώνα, μέ ἐπικέντρωση στήν πόλη τοῦ Ὄτραντο (Ὑδροῦς) καί τόν ὄχι τόσο γνωστό στήν ἔρευνα ἡγούμενο τῆς μονῆς Ἁγίου Νικολάου Κασούλων, Νικόλαο τόν ἐξ Ὑδροῦντος (1219-1235). Ἡ ἔρευνα προκάλεσε δημιουργικῶς τήν εὐσυνειδησία τοῦ συγγραφέα, Διδάκτορος Θεολογίας Σωτηρίου Κόλλια, ὁ ὁποῖος δέν δίστασε, οὔτε ἐφείσθη κόπων, ὥστε νά μεταβεῖ στήν Ἰταλία, Γαλλία καί Γερμανία γιά ἐπιτόπια διερεύνηση θεμάτων σχετιζομένων μέ τήν ἐργασία.
            Ἰχνηλατεῖται, ἔτσι, ἡ ἀκόμη ἔντονη παρουσία τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας στήν πολύπαθη αὐτή περιοχή καί προσφέρεται μία οὐσιαστική συμβολή στήν ἔρευνα λόγῳ τῆς παντελοῦς ἔλλειψης μίας εἰδικῆς μονογραφίας γιά τόν Νικόλαο, πού ἀποδεικνύεται μία πολύ ἐνδιαφέρουσα προσωπικότητα. Φωτίζεται, ἐπίσης, ἐπαρκῶς ἡ λίγο γνωστή σχέση του μέ τόν μεγάλο φίλο του Μητροπολίτη Κερκύρας Γεώργιο Βαρδάνη καί ἡ συμμετοχή του στόν διάλογο Ὀρθοδόξων καί Λατίνων στίς συνόδους 1205/6 καί 1214/16 στήν Κωνσταντινούπολη, μετά τήν τραγική ἅλωσή της ἀπό τούς Φράγκους τό 1204.
            Ὀρθά ὀνομάζεται ἀπό τόν συγγραφέα μας ἡ πόλη τοῦ Ὄτραντο «πύλη τῆς Ἀνατολῆς» καί ἐπαρκῶς ἀξιολογεῖται ὁ μοναχισμός στήν Κάτω Ἰταλία, συγκεκριμένα δέ στήν Μονή τῶν Κασούλων. Τό κεντρικό δέ θέμα τῆς μελέτης ἐπαρκῶς φωτίζει ὁ ἐπιχειρούμενος «ἱστορικός περίπατος» στίς διακυμάνσεις τῶν σχέσεων Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς καί παπικῆς Παλαιᾶς Ρώμης ἀπό τόν 8ο αἰώνα μέ κορύφωση στήν ἅλωση τοῦ 1204, σημαντικό κλειδί γιά τήν κατανόηση τῆς ἱστορικῆς συνέχειας. Ἄλλωστε σωστά ἔχει λεχθεῖ (κ. Ἑλένη Γλύκατζη-Ἀρβελέρ) ὅτι μετά τό 1204 ἡ Κωνσταντινούπολη ἦταν μία πόλη καταδικασμένη νά χαθεῖ. Στήν Μεγάλη Ἑλλάδα διατηρήθηκε ἡ ἑλληνική ἰδιαιτερότητα μέχρι τόν 16ο αἰώνα, κάτι πού δέν παραλείπει νά τονίσει καί ὁ κ. Κόλλιας, ἡ συνεχῶς ὅμως αὐξανόμενη παπική πίεση ἔγινε τελικά ἀσφυκτική καί ἐν τέλει ἐξουθενωτική, μέ στόχο τόν ἐκλατινισμό τους. Ὑπάρχουν ὅμως, χάριτι Θεοῦ, ἑλληνικά χωριά μέ ἔντονα καί ἄσβεστα τά ἴχνη τοῦ εὐκλεοῦς ἑλληνικοῦ παρελθόντος.
            Ἡ ἐργασία ὅμως κάνει εὐρύτερα γνωστή τήν ἐπιβλητική μορφή τοῦ ἡγουμένου Νικολάου, πού ἐτίμησε τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό, παρότι ἐπιστρατεύθηκε ἀπό τόν κυρίαρχο παπισμό λόγῳ τῆς ὑψηλῆς παιδείας του καί τῆς ἄριστης κατοχῆς ἀπό αὐτόν, μεταξύ ἄλλων γλωσσῶν, τῆς Ἑλληνικῆς καί τῆς Λατινικῆς. Ὑπερασπιστής τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου, προσπάθησε νά ἀποβεῖ «μεσάζων» μετά τό 1204 στούς δύο ἀντιμέτωπους κόσμους Ἀνατολῆς καί Δύσης. Στούς προαναφερθέντες διαλόγους εἶχε τό ρόλο τοῦ διερμηνέως-μεταφραστῆ, ἀγωνιζόμενος καί αὐτός γιά τήν πιθανή ἐξεύρεση κάποιας συμβιβαστικῆς λύσεως στόν ἑνωτικό διάλογο, χωρίς νά παύσει ὅμως ποτέ νά εἶναι προασπιστής τῆς Ὀρθοδοξίας. Εὔστοχα, καί πρός ἐπίρρωση τῆς δικῆς του θετικῆς τοποθετήσεως ἔναντι τοῦ Νικολάου, ἐπικαλεῖται ὁ κ. Κόλλιας τήν ὑπεύθυνη γνώμη τοῦ παπικοῦ Βυζαντινολόγου Hans-Georg Beck, ὅτι «παρόλο πού ὁ Νικόλαος δραστηριοποιήθηκε στίς ὑπηρεσίες τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, ὑπῆρξε μέ ζῆλο ὀπαδός τοῦ Μεγάλου Φωτίου καί τῆς Θεολογίας του».
            Ὁ συγγραφέας δίνει ἀπαντήσεις σέ ἀνοιχτά ἐρωτήματα, ἀποκαθιστᾶ παλαιότερες ἐρευνητικές ἀσάφειες, διορθώνει ἀπόψεις μέ πειστικότητα, παρακολουθώντας τήν πορεία τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας, γιά νά καταλήξει στά συμπεράσματά του.  
Παρά τόν βαρύ βιβλιογραφικό ὁπλισμό ἡ μελέτη διαβάζεται ἄνετα καί ἀπό τόν μή εἰδικό λόγῳ τῆς ἁπλότητας καί σαφήνειας τῆς γλώσσας, ἀλλά καί τῆς χρήσεως πλούσιου φωτογραφικοῦ καί εἰκονογραφικοῦ ὑλικοῦ. Ὁ ἀναγνώστης πολλά ἔχει νά ὠφεληθεῖ ἀπ’ τήν μεθοδική παρουσίαση μιᾶς κρίσιμης περιόδου, πού ἄφησε ἔντονα ἴχνη στίς περαιτέρω σχέσεις Παπισμοῦ καί Ὀρθοδοξίας μέχρι σήμερα. Εἶναι δέ συγκινητική ἡ ἐπισήμανση τοῦ συγγραφέα, ὅτι μιλώντας ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες γιά «ἀλησμόνητες πατρίδες» στήν Ἀνατολή, δέν πρέπει νά λησμονοῦμε τίς πιό παλαιές «πατρίδες» στή Δύση, τήν Μεγάλη Ἑλλάδα, στήν ὁποία τό ἑλληνικό μεγαλεῖο δέν ἔχει σβήσει.


                               




























Φωτογραφίες: Σ.Κ.
-->