Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Βι­βλι­ο­πα­ρου­σί­α­ση α­πό τον πρωτ. Χρι­στό­δου­λο Μπί­θα

"Λα­τί­νοι και Ορ­θό­δο­ξοι στη Magna Graecia του 13ου αι­ώ­να"

 

Βι­βλι­ο­πα­ρου­σί­α­ση α­πό τον πρωτ. Χρι­στό­δου­λο Μπί­θα,

                              προ­ϊ­στά­με­νο του Ι. Ν. Παμ­με­γί­στων Τα­ξια­ρχών Μο­σχά­του, θε­ο­λό­γο-συγ­γρα­φέ­α.

 


            Έ­να υ­πέ­ρο­χο τα­ξί­δι στο χρό­νο και μια γνω­ρι­μί­α με έ­ναν ξε­χω­ρι­στό Ορ­θό­δο­ξο λό­γιο μο­να­χό μάς υ­πό­σχε­ται το βι­βλί­ο του Σω­τη­ρί­ου Ν. Κόλ­λια "Λα­τί­νοι και Ορ­θό­δο­ξοι στη Magna Graecia του 13ου αι­ώ­να" (εκδ. Γρη­γό­ρη), το ο­ποί­ο προ­λο­γί­ζε­ται με ε­παι­νε­τι­κά λό­για α­πό τον  σπου­δαί­ο θε­ο­λό­γο και ι­στο­ρι­κό π. Γε­ώρ­γιο Με­ταλ­λη­νό.
            Το υ­λι­κό του βι­βλί­ου προ­έρ­χε­ται α­πό την δι­δα­κτο­ρι­κή δι­α­τρι­βή του συγ­γρα­φέ­α, ε­πε­ξερ­γα­σμέ­νο κα­τάλ­λη­λα για να εκ­δο­θεί και κα­θώς το παίρ­νου­με στα χέ­ρια μας α­πό τον τί­τλο του και μό­νο μάς τα­ξι­δεύ­ει και προ­κα­λεί την φαν­τα­σί­α: Λα­τί­νοι και Ορ­θό­δο­ξοι στην Magna Graecia του 13ου αι­ώ­να: Ελ­λη­νι­σμός, χρι­στι­α­νι­σμός, μο­να­χι­σμός, ά­γιοι της Κά­τω Ι­τα­λί­ας και βί­ος του η­γου­μέ­νου Νι­κο­λά­ου της Μο­νής Κα­σού­λων της πε­ρι­ο­χής Υ­δρούν­τος (το ση­με­ρι­νό Ό­τραν­το). Το πε­ρι­ε­χό­με­νο φέρ­νει στο νου πε­ρι­γρα­φή ται­νί­ας ή του­λά­χι­στον ντο­κυ­μαν­τέρ, α­φού με κέν­τρο την ζω­ή ε­νός πα­τέ­ρα της Εκ­κλη­σί­ας, μας κα­λεί να τα­ξι­δέ­ψου­με πί­σω στον χρό­νο και να με­τα­βού­με σε μια α­πό τις πιο γνω­στές-ά­γνω­στες χα­μέ­νες πα­τρί­δες, την Με­γά­λη Ελ­λά­δα της Κά­τω Ι­τα­λί­ας.
             Δι­α­βά­ζον­τάς το, α­κο­λου­θού­με τον συγ­γρα­φέ­α να πε­ρι­δι­α­βαί­νει στα μέ­ρη που άν­θι­σε ο Ελ­λη­νι­σμός και η Ορ­θο­δο­ξί­α, να ε­ξε­ρευ­νά ε­ρεί­πια μο­να­στη­ρι­ών και να περ­πα­τά στα σο­κά­κια του Ό­τραν­το, της  πά­λαι πο­τέ πύ­λης της  Α­να­το­λής, α­φού η έ­ρευ­νά του α­παι­τού­σε την ε­πι­τό­πια α­να­ζή­τη­ση των τό­πων που έ­ζη­σε και έ­δρα­σε ο Νι­κό­λα­ος εξ Υ­δρούν­τος.
             Μπρο­στά στα μά­τια μας ξε­τυ­λί­γε­ται το νή­μα μιας ι­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κής πε­ρι­ό­δου της ι­στο­ρί­ας μας, α­φού ο 12ος και ο 13ος αι­ώ­νας χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται α­πό τις συ­νέ­πει­ες του Σχί­σμα­τος της Εκ­κλη­σί­ας, τις σκο­τει­νές στις προ­θέ­σεις τους Σταυ­ρο­φο­ρί­ες και βέ­βαι­α την α­πο­τρό­παι­η ά­λω­ση της Κων­σταν­τι­νού­πο­λης α­πό τους Σταυ­ρο­φό­ρους με την προ­δο­τι­κή συ­νυ­πευ­θυ­νό­τη­τα των δι­χα­σμέ­νων Βυ­ζαν­τι­νών.
            Στην Με­γά­λη Ελ­λά­δα, με­τά το Σχί­σμα, οι Ορ­θό­δο­ξες ε­πι­σκο­πές υ­πο­τάσ­σον­ται δι­οι­κη­τι­κά στους Λα­τί­νους ε­πι­σκό­πους και υ­φί­σταν­ται βα­ριά φο­ρο­λο­γί­α, δι­α­τη­ρών­τας όμως την ε­λευ­θε­ρί­α τους σε δογ­μα­τι­κά και λα­τρευ­τι­κά θέ­μα­τα. Μέ­σα σε αυ­τό το ο­δυ­νη­ρό ι­στο­ρι­κό πλαί­σιο μα­θαί­νου­με λε­πτο­μέ­ρει­ες για την ζω­ή και το έρ­γο του μο­να­χού Νι­κο­λά­ου, ο ο­ποί­ος δι­α­κό­νη­σε με τα πολ­λά χα­ρί­σμα­τά του την Ορ­θο­δο­ξί­α της Κά­τω Ι­τα­λί­ας. Διακρίθηκε ως δι­πλω­μα­τι­κός αν­τι­πρό­σω­πος της Εκ­κλη­σί­ας, φι­λο­μα­θής, δει­νός θε­ο­λό­γος με συ­στη­μα­τι­κή πα­ρου­σί­α­ση των θέ­σε­ών του, αν­τι­αι­ρε­τι­κός συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, λο­γο­τέ­χνης, βι­βλι­ό­φι­λος, α­κα­τα­πό­νη­τος τα­ξι­δευ­τής και πνευ­μα­τι­κός ο­δη­γός, με με­γά­λη ο­ξυ­δέρ­κεια πνεύ­μα­τος και δε­ξι­ο­τε­χνί­α στον χει­ρι­σμό του λό­γου.
            Ο συγ­γρα­φέ­ας μάς πε­ρι­γρά­φει την ι­δι­αί­τε­ρη ε­κεί­νη πε­ρί­ο­δο ό­που κα­θώς η Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α εί­ναι σε αιχ­μα­λω­σί­α, γί­νε­ται μια προ­σπα­θεια να βρε­θεί μια συμ­βι­βα­στι­κή λύ­ση στο πρό­βλη­μα της ε­νώ­σε­ως των δύ­ο Εκ­κλη­σι­ών. Λό­γω της γλωσ­σο­μά­θειάς του, ο μο­να­χός Νι­κό­λα­ος ε­πι­λέ­γε­ται α­πό τον Πά­πα ως δι­ερ­μη­νέ­ας της Πα­πι­κής α­πο­στο­λής στην Κων­σταν­τι­νού­πο­λη και ο ε­πι­φα­νής μο­να­χός α­πο­δέ­χε­ται την πρό­τα­ση, προ­φα­νώς ε­πει­δή α­πό αυ­τήν ε­ξαρ­τι­ό­ταν το μέλ­λον της Μο­νής των Κασούλων, χω­ρίς βέ­βαι­α να συμ­φω­νεί με τις θέ­σεις των Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κών.
             Συγ­κα­τα­βα­τι­κός και δι­αλ­λα­κτι­κός θε­ω­ρεί τους Λατίνους α­κού­σια πλα­νε­μέ­νους και ε­πι­δι­ώ­κει να βο­η­θή­σει στην α­πο­κα­τά­στα­ση των θρη­σκευ­τι­κών πα­ρα­νο­ή­σε­ων που έ­χουν ει­σα­χθεί στην εκ­κλη­σι­α­στι­κή ζω­ή και τά­ξη. Συμ­με­τέ­χει σε δύο πα­πι­κές α­πο­στο­λές στην Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, με­τα­ξύ 1205 και  1215, οι ο­ποί­ες βέ­βαι­α α­πο­βαί­νουν ά­καρ­πες, αλ­λά και σε μί­α α­πο­στο­λή στην Ρώ­μη ό­ταν ο Πά­πας ε­πι­χει­ρεί να α­λώ­σει την Ορ­θο­δο­ξί­α αρ­νού­με­νος την εγ­κυ­ρό­τη­τα του βα­πτί­σμα­τος των Ορ­θο­δό­ξων. Ο Νι­κό­λα­ος έ­χον­τας πα­ρα­κο­λου­θή­σει ό­λους αυ­τούς τους δι­α­λό­γους α­πό κον­τά, θα συγ­γρά­ψει πο­νή­μα­τα ό­που με α­κλό­νη­τα ε­πι­χει­ρή­μα­τα α­να­τρέ­πει τις κα­κο­δο­ξί­ες και ε­πι­ση­μαί­νει τα δογ­μα­τι­κά λά­θη.
            Το βι­βλί­ο εί­ναι γραμ­μέ­νο με λό­γο α­πλό και κα­τα­νο­η­τό και οι υ­πο­ση­μει­ώ­σεις ε­πε­ξη­γούν με τρό­πο σα­φή και ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κό ό­σα χρει­ά­ζε­ται να γνω­ρί­ζει ο α­να­γνώ­στης. Ό­σοι α­γα­πούν την ι­στο­ρί­α και την θε­ο­λο­γί­α θα ω­φε­λη­θούν α­πό το ω­ραι­ό­τα­το αυ­τό πό­νη­μα, το ο­ποί­ο ταυ­τό­χρο­να συγ­κι­νεί α­φού α­να­φέ­ρε­ται στις χα­μέ­νες πα­τρί­δες και τις δυ­σκο­λί­ες και την ο­δύ­νη που έ­ζη­σαν οι Ορ­θό­δο­ξοι της Magna Grecia. Ταυ­τό­χρο­να, η προ­σω­πι­κό­τη­τα του Νι­κο­λά­ου εξ Υ­δρούν­τος, έ­τσι ό­πως πα­ρα­στα­τι­κά την πα­ρου­σιά­ζει ο συγ­γρα­φέ­ας, α­πο­τε­λεί έ­να θαυ­μά­σιο πρό­τυ­πο για το πώς ό­ταν κά­ποι­ος έ­χει ι­σχυ­ρή ταυ­τό­τη­τα και δυ­να­τή πί­στη, μπο­ρεί να στέ­κε­ται α­κλό­νη­τος α­πέ­ναν­τι στον αν­τί­πα­λο, δί­χως φα­να­τι­σμούς και υ­περ­βο­λές και να εμ­πνέ­ει τό­σο τους συγ­χρό­νους του, ό­σο και ε­μάς, στους πα­ρά­ξε­νους και­ρούς που ζού­με.

ΠΗΓΗ: 






-->

Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Πλην ε­νός… κ. Πα­ρα­σκευ­ό­που­λε



Ρέα Βιτάλη,
(protagon 7/11)


 Εκείνη την ημέρα είχα καταφθάσει στα δικαστήρια με μια τεράστια απορία μέσα μου. «Ποιος διάολο είναι αυτός, για τον οποίον με είχαν καλέσει ως μάρτυρα;». Και συγχρόνως μια βεβαιότητα, ότι κάποιο λάθος είχε γίνει. Προφανώς στα δικαστήρια είχαν καταφθάσει και άλλοι με την ίδια απορία και βεβαιότητα. Πόσοι ήταν οι άλλοι; Μια αίθουσα «κόσμος» πλην ενός.

Περιμένοντας τη σειρά μας, πιάσαμε κουβέντα ο ένας με τον άλλον. Πλην ενός. Που καθόταν αμίλητος στο πιο ακριανό κάθισμα. Δεν αργήσαμε να βρούμε το κοινό μας σημείο. Ολοι ήμασταν θύματα μιας αδίστακτης συμμορίας κακοποιών που τρύπωναν στα σπίτια νύχτα και ενώ οι ένοικοι κοιμόντουσαν τον ύπνο του δικαίου, οι μάγκες ενεργούσαν τον ξύπνιο του αδίκου.

Το έχω ξαναγράψει. Ολοι μεταμορφωνόμαστε σε «γενναίους» τέτοιες ώρες. Από κάπου εκβράζει τόσο δύναμη η ψυχή μας, που απορείς με τον ίδιο τον εαυτό σου. Ετσι ενήργησα και εγώ. Αλλά μετά; Το άτιμο μετά, είναι το αληθινό σου δράμα. Τρέμεις και τον ίδιο σου τον ίσκιο. Περνάνε χρόνια για να κοιμηθείς ξανά ήσυχος. Υποψιάζεσαι τους πάντες και τα πάντα. Η αγωνία κατοικοεδρεύει μέσα σου και τη μεταδίδεις στα παιδιά σου και σε όποιον αγαπάς. Είσαι σε συνεχή εγρήγορση και ετοιμότητα κακού.

Εκείνη την ημέρα, μόλις αντιλήφθηκα ότι μια ολόκληρη αίθουσα άνθρωποι είχαμε υποστεί ακριβώς το ίδιο και σε λίγο θα βρισκόμασταν αντιμέτωποι με το κάθαρμα που είχε εισβάλει στη ζωή μας, θυμάμαι ότι είχε μαζευτεί όλο το αίμα μου στα νύχια μου. Εκανα τρελές σκέψεις. Ηθελα να τον δω και να του επιτεθώ και ό,τι με βρει με βρήκε.

Ναι! Φτάνεις στο ακραίο σημείο να θες να πάρεις τον νόμο στα χέρια σου. Ονειρεύεσαι αυτοδικία. Να μην πολυλογώ…

Εκείνη την ημέρα στο δικαστήριο, μια αίθουσα άνθρωποι, ήρθαμε εν τέλει αντιμέτωποι με το τίποτα. Ο ληστής είχε σύμμαχο. Τον νόμο Παρασκευόπουλου. Εμείς; Χωρίς συμμάχους. Για το αδιαχώρητο των φυλακών βρέθηκε λύση απλούστατη. Ανοίγουμε τις πόρτες. Τα ισόβια, έξι χρόνια. Ολα τα παράλογα, μας τα λοβοτομούν ως «ΟΚ».

Εποχή τεράτων. Σας γράφω μια ιστορία. Ομως, από την αρχή του κειμένου μου, τονίζω «πλην ενός». Ενα νέο παιδί που καθόταν σκυφτό στην άκρη της αιθούσης. Μπήκε ο διάολος μέσα μου. Μέχρι που τον υποψιάστηκα τον αμίλητο. Τελικά ο νεαρός άνδρας ήταν αστυνομικός. Εκείνος είχε συλλάβει τον «δήμιό» μας.

Η αψάδα του νέου, του «απονήρευτου». Από τη Σχολή στον δρόμο. Που έπεσε κατά πάνω στον άγριο ληστή και έδωσε μάχη ζωής. Προς τι; Προς τι; Η ανομία σουλατσάρει ανενόχλητη, μπορεί και «χρήσιμη»… Προσεύχομαι συχνά, να μην αντιληφθούμε πόσο ακυβέρνητοι ήμαστε, για να περισώσουμε τις όποιες μας δυνάμεις. Εδώ που φτάσαμε, οι ψευδαισθήσεις ενός κράτους εν ζωή… Μπορεί και να σώζει ζωές. κ. Παρασκευόπουλε, κ. Τόσκα chapeau! Ποτέ δεν ήμασταν χειρότερα.

ΥΓ: «Τα δυο τελευταία χρόνια βγήκαν 10.000 κρατούμενοι». Τάδε έφη Παρασκευόπουλος. «Ζούμε σε ασφαλέστατη χώρα». Τάδε έφη Τόσκας. Τι να πει ο πολίτης; Στέρεψαν πια και οι λέξεις.

Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

Τι φταίει που τα σημερινά παιδιά όσα και να τους δίνεις δεν ικανοποιούνται με τίποτα;



«Του/της τα προσφέρουμε όλα…», «νοιώθω υπερβολική αγάπη για το παιδί μου…», «δεν του/της έχει λείψει τίποτα»… «δεν είναι ποτέ ευχαριστημένος/η ό,τι κι αν του/της κάνουμε». Λόγια που ακούμε καθημερινά στα γραφεία μας, αλλά και σε παρέες φίλων και γνωστών που έχουν παιδιά.
Πολύ συχνά, τα λόγια αυτά αναφέρονται σε συνδυασμό με ένα παράπονο του γονιού για την κακή συμπεριφορά των παιδιών ή για την αχαριστία τους. Παρότι είναι τόσο δοτικοί, υλικά και συναισθηματικά, δεν εισπράττουν αυτό που περίμεναν από τα παιδιά τους.
Στον Σύλλογο Αντιμετώπισης Τοξικοεξάρτησης, ένα σύλλογο γονέων και οικογενειών, χρηστών ουσιών, στον οποίο κάποτε είχα εργαστεί για κάποια χρόνια, τα λόγια αυτά ήταν σχεδόν κοινά στα μέλη-γονείς των ομάδων θεραπείας.
Βλέποντας τις ιστορίες αυτών των οικογενειών, διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν γεγονότα τα οποία τους έχουν σημαδέψει και που σχετίζονται τόσο με τη δική τους σχέση με τους γονείς τους όσο και με τις οικονομικές συνθήκες της παιδικής τους ηλικίας ή και των χρόνων της πρώτης νιότης τους. Σε αυτά τα γεγονότα, είναι συχνά τα τραύματα που έχουν δημιουργηθεί από πρώιμη απώλεια των γονιών, ιδιαίτερα της μητέρας, ή από την στέρηση. Στέρηση, που έχει να κάνει με ζωτικά αγαθά, υλικά και άυλα, όπως είναι η έλλειψη τροφής λόγω πενίας, ή η στέρηση της μητρικής φροντίδας.
Μέσα από το δικό τους παιδί, μοιάζει να ταΐζουν τόσο αυτό όσο και τον εαυτό τους ως παιδί. Δίνουν δηλαδή διπλή τροφή (συναισθηματική αλλά συνήθως και υλική) στο παιδί τους. Προσπαθώντας να υπεραναπληρώσουν το κενό των δικών τους στερήσεων «μπουκώνουν» το παιδί από αγάπη.
Σπανιότερα, αυτή η υπερβολή σχετίζεται με κάποιο πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε το παιδί τους ενόσω ήταν βρέφος, ή κατά τον τοκετό. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε το ρίζωμα μιας διαρκούς ανησυχίας για την υγεία του παιδιού, μία ανησυχία που φέρει ως αποτέλεσμα την υπερπροστασία του.
Πολύ συχνό είναι το φαινόμενο της προσκόλλησης της μητέρας με το παιδί της εξαιτίας της κακής σχέσης που έχει με τον άντρα της. Μέσα από την υπερβολική της αγάπη υπεραναπληρώνει το συναισθηματικό κενό που βιώνει από τη συζυγική της σχέση. Το παιδί γίνεται στήριγμα-αποκούμπι της και δίνεται ολοκληρωτικά σε αυτό χωρίς να θέτει κανένα όριο στη σχέση τους.
Όποια κι αν είναι η αιτία μίας τέτοιας «υπερβολικής αγάπης» το σίγουρο είναι ότι μεγαλώνουν παιδιά τα οποία δεν μπορούν να ανεχτούν οποιαδήποτε μορφή ματαίωσης είτε προέρχεται από τους ίδιους, είτε από άλλους. Το κενό, που είναι μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης, πρέπει με πάση θυσία να «βουλώσει» με κάποιον τρόπο.
Αυτή όμως η μη αποδοχή του κενού, είναι και μία από τις βασικότερες αιτίες προβλημάτων που εμφανίζονται στη ζωή του παιδιού. Προβλήματα εμφανίζονται όπως η υπερκατανάλωση, η λήψη ουσιών ή αλκοόλ, ο τζόγος κ.ά. Πρόκειται για τις λεγόμενες «νεοανάγκες» που
δημιουργούνται, αναζητώντας να καλυφθεί μάταια το κενό που δεν έχουν μάθει ποτέ να αντιμετωπίζουν.
Είναι όμως και ιστορικοκοινωνικές οι συνθήκες που μπορούν να οδηγήσουν στην ανατροφή ολόκληρων γενεών με τα παραπάνω προβλήματα. Οι κακουχίες που έζησαν ως παιδιά γονείς που επιβίωσαν από πολέμους, για παράδειγμα, μπορούν να προκαλέσουν υπερβολικές συμπεριφορές αναπλήρωσης προς τα παιδιά τους. Δεν είναι τυχαίος ίσως μέσα σε αυτό το
πρίσμα ο υπερδανεισμός που ζήσαμε τα τελευταία χρόνια και η φούσκα που προήλθε από κάλυψη «νεοαναγκών». Οι μετανάστες, όποιας εθνικότητας κι αν είναι, που βιώνουν οικονομικές και άλλες κακουχίες αποτελούν έναν άλλο τρωτό πληθυσμό μελλοντικών γενεών.
Ο Winnicott, είναι ο πρώτος που μίλησε για την πραγματικά καλή μητέρα. Λέει ότι αυτή είναι η «αρκετά καλή» μητέρα κι όχι η «λίγη» ή η «πολύ καλή»…
Η λίγη μητέρα, είναι αυτή που μεγαλώνει το παιδί στερώντας του βασικές ανάγκες, όπως είναι η διατροφή, η φροντίδα, η προστασία του.
Η υπερβολικά καλή μητέρα είναι αυτή που «μπουκώνει» το παιδί, διατηρώντας το μονίμως σε μία κατάσταση κορεσμού. Διαλύει την επιθυμία του. Δεν του επιτρέπεται να ζητήσει κάτι, αφού πριν διψάσει του έχει το ποτήρι με το νερό…
Η αρκετά καλή μητέρα είναι αυτή που καλύπτει τις βασικές ανάγκες του παιδιού της, υλικές και συναισθηματικές, ωστόσο του λέει και όχι. Μία τέτοια μητέρα επιτρέπει την αυτονόμηση του παιδιού της.
Η βοήθεια των γονιών στην αυτονομία των παιδιών είναι κάτι το οποίο τους καθιστά καλούς γονείς. Αποτελεί επίσης και μία δικλείδα ασφαλείας για την ποιότητα της σχέσης τους με το παιδί τους που κάποτε θα τους το αναγνωρίσει.
Ο Winnicott μιλάει κυρίως για τη μητέρα. Και η αλήθεια είναι ότι η σχέση μητέρας-παιδιού είναι περισσότερο τρωτή στην απουσία ορίων μεταξύ τους.
Ωστόσο, μέσα από την εμπειρία μου με γονείς, βλέπουμε ότι και ο πατέρας μπορεί να εμφανίζεται με τα ίδια χαρακτηριστικά που αναφέραμε.
Ο νόμος, το όριο μπαίνει κυρίως από τον πατέρα, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια ζωής του παιδιού. Όταν όμως, ο πατέρας έχει ο ίδιος την εμπειρία ενός πολύ αυταρχικού-βάναυσου πατέρα, ή ενός απόντα πατέρα, ή έχει ο ίδιος στερηθεί στην κάλυψη βασικών αναγκών ως παιδί ή νέος, τότε μπορεί να εμφανιστεί υπερβολικά δοτικός με τα παιδιά του και ανοριοθέτητος ή απών.
Αυτό σημαίνει ότι το παιδί δεν θα μάθει την αυτοπειθαρχία, θα δυσκολευτεί πολύ στην ενηλικίωσή του, ή μπορεί και να έχει προβλήματα με το νόμο. Φυσικά, πάντα υπάρχουν δυνατότητες αλλαγής, αλλά η βοήθεια δεν μπορεί να προέλθει από την ίδια την οικογένεια.
Η απουσία των ορίων, μέσα από την υπερβολική αγάπη, δημιουργεί μία λανθάνουσα αιμομικτική σχέση ανάμεσα στους γονείς και το παιδί, μία σχέση που ο άλλος (ο μελλοντικός σύντροφος), δύσκολα βρίσκει θέση. Έτσι, συχνά, τα παιδιά αυτά που παραμένουν για δεκαετίες, ή και για πάντα παιδιά, είναι προσκολλημένα στην πατρική οικογένεια.
Οι συγκρούσεις με τους γονείς και ο θυμός των παιδιών είναι αναμενόμενες συμπεριφορές. Κι αυτό γιατί, ενώ η τάση του νέου ανθρώπου είναι να ανοίξει τα φτερά του και να φτιάξει τη ζωή του ως ενήλικας ταλανίζεται από δυσβάσταχτη ενοχή απέναντι στους γονείς του, που αισθάνεται ότι τους εγκαταλείπει. Η οικονομική εξάρτηση των νέων από τους γονείς τους,
βασίζεται στην συναισθηματική εξάρτησή τους και συνεχίζει να διατηρεί την υπάρχουσα ισορροπία της οικογένειας μέσα από ένα τέτοιο άλλοθι.
Τα παιδιά δεν είναι ποτέ ικανοποιημένα. Το κενό, όσο κι αν προσπαθήσουν οι γονείς να το καλύψουν, θα είναι πάντα εκεί, γιατί αυτή είναι η φύση του ανθρώπου, η τραγικότητα της ύπαρξής μας.
Ωστόσο, ο άνθρωπος μπορεί να είναι ικανοποιημένος, εφόσον του δοθεί η ευκαιρία να αναπτύξει βούληση, να βρει το προσωπικό του νόημα ζωής, να προσανατολιστεί με βάση αυτό.
Ποιος θα φύγει από την οικογενειακή εστία όταν όλες οι ανάγκες του καλύπτονται; Ποιος θα προοδεύσει όταν δεν υπάρχει λόγος; Το βόλεμα που δημιουργείται καθιστά το νέο συναισθηματικά ανώριμο και αιώνιο παιδί. Ένα παιδί όμως σε σώμα ενηλίκου, μερικές φορές αρκετών δεκαετιών, είναι ένας ανάπηρος ενήλικας με απουσία νοήματος ζωής. Ένας θλιμμένος και ανικανοποίητος άνθρωπος που δεν του έγινε επιτρεπτό το μεγάλωμά του.
Όχι μόνο αυτά τα παιδιά, αλλά ολόκληρη ίσως η σημερινή κοινωνία έχει μέσα από αυτή την κρίση να ανακαλύψει, ή να ξαναθυμηθεί, την αξία του Αρκετού.
Ποτέ δεν είναι αργά για να βοηθήσει ο γονιός το παιδί του να ωριμάσει. Πρέπει όμως να αντιμετωπίσει τα δικά του φαντάσματα του παρελθόντος και να αναμετρηθεί μαζί τους. Η ειλικρινής αγάπη προς το παιδί του μπορεί να τον βοηθήσει να πάρει μία τέτοια απόφαση. Ποτέ δεν είναι αργά για να βρει την ισορροπία μεταξύ της οριοθέτησης της συμπεριφοράς του και της τρυφερότητας και αγάπης.
Το ίδιο ισχύει και για τον ενήλικα-παιδί. Μέσα από τη θεραπεία μπορεί να σταθεί στα δικά του πόδια και να ανοίξει επιτέλους τα φτερά του, που τόσα χρόνια ήταν σε αγκύλωση.

Δήμητρα Σταύρου, Ψυχολόγος


Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Αρχή ή αναβολή μετανοίας;






Δέσποινα Ζαμάνη-Κόλλια, θεολόγος



 

«Μετανιώνετε για κάποια πράγματα στην ζωή σας;»



Α. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι.

      (ο αλάνθαστος)

Β. Δεν μετανιώνω για τίποτα, ούτε και για τα λάθη μου.

      (ο αμετανόητος)

Γ. Ναι, για κάποια πράγματα μετανιώνω.

      (ο μετανοημένος)

Δ. Μετανιώνω που αποτυγχαίνω να γίνομαι αυτό που μπορώ και εκπειράζω

     τους γύρω μου με τα λάθη και τις αδυναμίες μου.

      (ο άγιος)



   Άν ανήκετε στην κατηγορία Α, το κείμενο δεν σας αφορά. Αν ανήκετε στην κατηγορία Β, μην συνεχίσετε την ανάγνωση, θα το μετανιώσετε. Αν ανήκετε στην κατηγορία Δ, το κείμενο δεν έχει να σας προσφέρει τίποτα απολύτως. Αν ανήκετε στην κατηγορία Γ, ίσως κάτι χρήσιμο αποκομίσετε από τις παρακάτω σκέψεις.

   Κα­τ’ αρχήν πρέπει να πούμε πως η μετάνοια ως λέξη εμπεριέχει ένα «λάθος». Η αρχή της μετάνοιας δεν είναι καθόλου το μετά(-νοια) αλλά το τώρα, η κάθε στιγμή που φεύγει ανεπιστρεπτί. Πολλοί εξαιτίας αυτής της λεκτικής σύγχυσης τοποθετούν την μετάνοια στο μετά (μετά τα 80; τα 90; η μάλλον μετά θάνατον;) πάντως όχι στην παρούσα φάση της ζωής τους. Γιατί άλλωστε; Είναι νέοι˙ δεν είναι εγκληματίες˙ δεν έχουν διαπράξει πολλές αμαρτίες˙ θα ξανακάνουν τα ίδια λάθη˙ δεν φταίνε αυτοί αλλά οι άλλοι˙ έχουν να κάνουν καλύτερα πράγματα από το να φιλοσοφούν την ζωή τους. Γι’ αυτούς η μετάνοια συμβαίνει άπαξ στην ζωή του καθενός και έχει συγκεντρωτικό χαρακτήρα: υπολογίζω τις αστοχίες μου και ανακοινώνω το άθροισμα στον Θεό-Αφέντη-Τιμωρό συνήθως όχι μέσω κάποιου ιερέα πνευματικού παρά μιας αμίλητης και ακούνητης εικόνας στο εικονοστάσι του σπιτιού μου η στην καλύτερη περίπτωση σε κάποιο ναό. Για όλα αυτά βέβαια εξυπακούεται πως έχουν εξασφαλίσει (από ποιόν;) εγγύηση προσδιορισμού της χρονικής λήξης του βίου τους. Οπότε γιατί να αγχώνονται και να βιάζονται να μετανοήσουν πριν την ώρα τους;


 Για εμάς όμως τους άμοιρους που το απροσδόκητο του θανάτου δεν είναι μια μελλοντολογία αλλά μια καθημερινή πιθανότητα, η μετάνοια παίρνει άλλες διαστάσεις. Σημαίνει την μεταβολή του νου, «αλλάζω μυαλά» κατά το λαϊκέστερον και μάλλον σαφέστερον.


 Η μεταστροφή του νου άραγε δηλώνει αλλαγή νοητική, εγκεφαλική; Σαφώς και όχι. Ο νους είναι βασική λειτουργία της ψυχής. Είναι αυτός που εξέρχεται μέσω των αισθήσεων, προσλαμβάνει παραστάσεις από τον κόσμο και επιστρέφει έχοντας ήδη επηρεαστεί θετικά ή αρνητικά. Ανάλογα με την κατεύθυνση που παίρνει, στρέφει την ψυχή επί το αγαθό η το κακό. Σίγουρα πάντως -όπως λένε και οι Πατέρες της Εκκλησίας- ο νους είναι ένας δυσκάθεκτος ίππος, που δύσκολα δαμάζεται και ελέγχεται. Η τιθάσευσή του είναι ωστόσο πρωταρχικής σημασίας για τον πνευματικό αγώνα του πιστού. Πρόκειται επομένως για αλλαγή ψυχική.


 Μεταστρέφω όμως τον νου μου από τι σε τι; Θα λέγαμε ότι τον μεταστρέφω από τα φθαρτά στα αιώνια, από τα φαινόμενα στα αυθεντικά είναι, από την λήθη στην α-λήθεια. Αλλάζω γενικά τον τρόπο θέασης του εαυτού μου, των συνανθρώπων, της ζωής, του κόσμου, του Θεού. 


 Γιατί αυτή η αναγκαιότητα αλλαγής; Προφανώς γιατί συνειδητοποιώ την δυσλειτουργία της ύπαρξής μου, γιατί βαρέθηκα την μιζέρια μου, γιατί θλίβομαι για την ανικανότητά του να βιώσω την αληθινή αγάπη και χαρά στην ζωή. Νιώθω μια βαθιά απόγνωση όχι συναισθηματικού τύπου αλλά οντολογική, που με οδηγεί σε ψυχικό τέλμα. Κάποιες φορές όμως, αν και αντιλαμβάνομαι τις επισκέψεις των τύψεων και νιώθω την ανάγκη μεταμέλειας, δειλιάζω να μετανοήσω ουσιαστικά. Είναι η ντροπή για τα χάλια μου, ο φόβος να αντικρύσω τον πραγματικό μου εαυτό, η θλίψη για τις αποτυχίες μου, ο εγωισμός μου επειδή δεν τα κατάφερα καλύτερα; Μα ακριβώς για όλους αυτούς τους λόγους χρειάζομαι την μετάνοια, που λειτουργεί λυτρωτικά, αρκεί να αποφασίσουμε να κάνουμε αρχή. Χρειάζεται γενναιότητα να παραδεχτώ τα λάθη μου αλλά όταν κάνω αρχή μετανοίας έχω ήδη διανύσει τα μισά του δρόμου (προς την θέωση), αφού η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Για να μην μείνω όμως στα μισά αλλά να φτάσω στον προορισμό μου, είναι απαραίτητο η μετάνοια να είναι διαρκής και ακατάπαυστη. Όπως κάθε άσκηση για να εμπεδωθεί χρειάζεται επανάληψη, η πνευματική άσκηση της μετάνοιας χρειάζεται καθημερινή επανάληψη για να καταστεί μια σταθερή βιωματική κατάσταση. Κάθε μέρα μετανοώ, κάθε μέρα σηκώνομαι, κάθε μέρα πέφτω και πάλι από την αρχή. Η μετάνοια βέβαια δεν λειτουργεί μηχανικά παρά συμμετέχει συνειδητά όλο μου το είναι. Δεν είναι μία τυπική συνήθεια˙ απλά μετατρέπεται σε ανάγκη ζωής σαν την ανάσα, γιατί κάθε μέρα ανακαλύπτω όλο και περισσότερο την αστοχία μου. Το θολό κάτοπτρο μέσα από το οποίο έβλεπα μέχρι τώρα ξεθαμπώνει σιγά σιγά και το βλέμμα της ψυχής γίνεται πιο καθάριο.


 Ο λόγος μας βέβαια μόνο περί αρχής μετανοίας γιατί τέλος μετανοίας δεν υπάρχει.