Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Τι γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα;

  Τάκης Θεοδωρόπουλος*
«Κα­λές Γι­ορ­τές» ευ­χή­θη­κε ο δή­μαρ­χος μό­λις ά­να­ψαν τα φω­τά­κια του χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κου δέν­τρου στο Σύν­ταγ­μα, εμ­φα­νώς κον­τύ­τε­ρου α­πό τό­τε που ή­ταν το ψη­λό­τε­ρο της Ευ­ρώ­πης. Α­κού­γον­τας την ελ­λη­νι­κή εκ­δο­χή του αγ­γλο­σα­ξο­νι­κού Happy Holidays ή του γαλ­λι­κού Bonnes Fêtes, θυ­μή­θη­κα για μί­α α­κό­μη φο­ρά πως τα Χρι­στού­γεν­να υ­πήρ­ξαν έ­να α­πό τα πρώ­τα θύ­μα­τα της νε­ο- γλώσ­σας που μι­λά­ει η πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή Ευ­ρώ­πη. Γι­ορ­τά­ζου­με τις γι­ορ­τές; Ή μή­πως γι­ορ­τά­ζου­με τις δι­α­κο­πές; Και αν για τους πε­ρισ­σό­τε­ρους αυ­τό ι­σχύ­ει, μή­πως κα­λόν θα ή­το να υ­πεν­θυ­μί­ζου­με πού και πού πως και οι μεν και οι δε ο­φεί­λον­ται στο γε­γο­νός ό­τι ο Χρι­στι­α­νι­σμός γι­ορ­τά­ζει τη γέν­νη­ση του Χρι­στού;
Πα­λιά, πα­ρ’ η­μίν, ο Α­η Βα­σί­λης ερ­χό­ταν την Πρω­το­χρο­νιά. Γι’ αυ­τό τον έ­λε­γαν και Α­η Βα­σί­λη ε­ξάλ­λου, κι ας ή­ταν ντυ­μέ­νος Φιν­λαν­δός, κι ας έ­πρε­πε να χι­ο­νί­ζει ε­νώ δεν χι­ό­νι­ζε πο­τέ. Με­τά, βι­α­στι­κός και προ­σαρ­μο­σμέ­νος σε ευ­ρω­πα­ϊ­κούς ρυθ­μούς, άρ­χι­σε να έρ­χε­ται α­π’ τα Χρι­στού­γεν­να και να ξα­νάρ­χε­ται την Πρω­το­χρο­νιά για να φου­σκώ­σει πα­ρα­πά­νω την πι­στω­τι­κή. Τώ­ρα πια δεν έρ­χε­ται πο­τέ. Για­τί το ορ­θόν εί­ναι να ε­ξη­γείς στα παι­διά πως ο Α­η Βα­σί­λης δεν υ­πάρ­χει, πως τα δώ­ρα τα φέρ­νουν οι πι­στω­τι­κές κάρ­τες. Να τους ε­ξη­γείς α­πό την πιο τρυ­φε­ρή η­λι­κί­α πως ζουν σε έ­ναν κό­σμο ορ­φα­νό α­πό μα­γεί­α. Και με­τά, να α­πο­ρείς πώς εί­ναι δυ­να­τόν να α­πο­βλα­κώ­νον­ται α­π’ το πρω­ί ώς το βρά­δυ στα Play Station για να βρουν το πα­ρα­μύ­θι που τους στέ­ρη­σες.
Μα, θα μου πεί­τε, δεν εί­ναι σω­στό να α­πο­κλεί­ου­με α­πό τη χα­ρά μας τους μω­α­με­θα­νούς που ζουν α­νά­με­σά μας. Μή­πως οι μου­σουλ­μά­νοι εύ­χον­ται Κα­λή Νη­στεί­α ό­ταν αρ­χί­ζει το Ρα­μα­ζά­νι; Μα ε­μείς εί­μα­στε πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κοί, μι­λά­με την και­νούρ­για γλώσ­σα. Exeunt οι χρι­στι­α­νι­κές πα­ρα­δό­σεις, για­τί ε­μείς γεν­νι­ό­μα­στε σο­φοί, έ­ξυ­πνοι, α­νε­κτι­κοί και τα πα­ρελ­κό­με­να.
Τη λει­τουρ­γί­α των Χρι­στου­γέν­νων στην κα­τά­με­στη Πα­να­γί­α των Πα­ρι­σί­ων, ό­που δεν α­κου­γό­ταν ού­τε βη­χα­λά­κι, θα τη θυ­μά­μαι ό­σο ζω. Αι­σθάν­θη­κα την ί­δια συγ­κί­νη­ση που αι­σθα­νό­μουν ό­ταν ά­κου­γα τον σο­φό κα­θη­γη­τή μου να μι­λά­ει για τη «Μή­δεια» του Ευ­ρι­πί­δη.
Γι’ αυ­τό θα λέ­ω Κα­λά Χρι­στού­γεν­να και θα α­παι­τώ να με σέ­βον­ται και οι άλ­λοι, ό­πως τους σέ­βο­μαι κι ε­γώ.
*Κα­θη­με­ρι­νή 28/11/2015

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Βίος Αγίου Αρσενίου Καππαδόκη


Ο Οσιώτατος Αρσένιος ο Καππαδόκης γεννήθηκε γύρω στα 1840 στα Φάρασα ή Βαρασιό, στο Κεφαλοχώρι των έξι Χριστιανικών χωριών της περιφερείας Φαράσων της Καππαδοκίας. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι σε αρετές και μέτριοι σε αγαθά. Είχαν αποκτήσει δύο αγόρια, τον Βλάσιο και τον Θεόδωρο (τον Άγιον Αρσένιο).
  Από μικρή ηλικία έμειναν ορφανά και τα προστάτεψε η θεία τους, αδελφή της μητέρας τους. Ένα θαυμαστό γεγονός που συνέβηκε στα παιδιά και την θαυματουργική διάσωση του μικρού τότε Θεόδωρου από τον Άγιον Γεώργιο που  τον έσωσε από βέβαιο πνιγμό, είχεν ως αποτέλεσμα, για τον μεν Βλάσιο να δοθεί με τον δικό του τρόπο  στον Θεό, να τον δοξολογεί ως δάσκαλος της Βυζαντινής Μουσικής και κατέληξε αργότερα  στην  Κωνσταντινούπολη, για τον Θεόδωρο δε να θέλει να γίνει καλόγερος. Στη συνέχεια μεγαλώνοντας, στάλθηκε στη Νίγδη και μετά στη Σμύρνη όπου τέλειωσε τις σπουδές του.
  Στα είκοσι έξι του περίπου χρόνια πήγε στην Ιερά Μονή  Φλαβιανών του Τιμίου Προδρόμου όπου αργότερα εκάρη Μοναχός και πήρε το όνομα Αρσένιος. Δυστυχώς όμως δεν χάρηκε πολύ την ησυχία του, διότι εκείνη την εποχή είχαν ανάγκη μεγάλη από δασκάλους και ο Μητροπολίτης Παΐσιος ο Β’, τον χειροτόνησε Διάκο και τον έστειλε στα εγκαταλειμμένα παιδιά. Αυτό φυσικά γινόταν στα κρυφά, με χίλιες δυό προφυλάξεις, για να μη μάθουν τίποτε οι Τούρκοι. Στο τριακοστό έτος της ηλικίας του χειροτονήθηκε στην Καισσάρεια Πρεσβύτερος με τον τίτλο του Αρχιμανδρίτου και την ευλογία ως Πνευματικός.
  Άρχισε πια η πνευματική του δράση να γίνεται μεγαλύτερη και να απλώνεται. Με την άφθονη Θεία Χάρη που τον προίκισε ο Θεός θεράπευε τις ψυχές και τα σώματα των πονεμένων ανθρώπων. Είχε πολλή αγάπη στον Θεό και προς την εικόνα Του, διότι, όταν έβλεπε πολύ πόνο και καταπίεση Τουρκική, η αγάπη τον έβγαζε έξω από τον εαυτό του και έξω από το χωριό του και αγκάλιαζε και τα γύρω χωριά. Θεράπευε τον ανθρώπινο πόνο όπου τον συναντούσε σε Χριστιανούς ή Τούρκους. Για τον Άγιο δεν είχε καμιά σημασία, διότι έβλεπε στο πρόσωπό τους, την με πολλή αγάπη πλασθείσα εικόνα του Θεού. Αναρίθμητα είναι τα θαύματα που επετέλεσε ο Άγιος με τη χάρη του Θεού. Στείρες γυναίκες τεκνοποιούσαν, αφού τις διάβαζε ευχή ή έδιδε ‘φυλακτό’ που ήταν ένα κομμάτι χαρτί γραμμένο με κάποιες ευχές που τις έγραψε ο ίδιος. Διάβαζε το Άγιο Ευαγγέλιο σε σοβαρές περιπτώσεις, όπως στους τυφλούς, βουβούς, χωλούς, παραλυτικούς, και γινόντουσαν καλά, μόλις τελείωνε την ανάγνωση. Χρήματα φυσικά δεν δεχόταν ποτέ, ούτε κι έπιανε στα χέρια του. Συνήθιζε να λέγει ‘η πίστη μας δεν πουλιέται’.
  Βίωνε ολοκληρωτικά και ‘έπασχε τα Θεία’. Αιματηρούς αγώνες και προσπάθειες κατέβαλε για να διατηρήσει τους συγχωριανούς και τους συμπατριώτες του στην πίστη του Χριστού, στην Ορθόδοξη πίστη, για να μην κλονιστούν και αλλαξοπιστήσουν στις χαλεπές εκείνες ημέρες και εποχές, από τις πολλές και διάφορες πιέσεις που δεχόντουσαν από τους Τούρκους, αλλά και από τους προτεστάντες, που προσπαθούσαν να λυμάνουν την ποίμνη του Χριστού.
  Το κελί του, μικρό, απέριττο, ευρισκόταν μέσα στον κόσμο, αλλά συγχρόνως κατόρθωνε να ζει και εκτός του κόσμου. Σε αυτό, καθώς και για τα θεία του κατορθώματα, πολύ τον βοηθούσαν οι δύο ημέρες (η Τετάρτη και η Παρασκευή) που έμενε έγκλειστος στο κελί του, προσευχόμενος. Οι οποίες καρποφορούσαν περισσότερο πνευματικά τότε, διότι αγίαζαν και την εργασία των άλλων ημερών. Ώρες έμενε γονατιστός προσευχόμενος στον Θεό για τον λαό Του, που τον είχε εμπιστευθεί στα ασκητικά χέρια του δούλου Του Αρσενίου. Η μεγάλη ευαισθησία Του Αγίου Πατρός δεν άντεχε να κάνει κανένα κακό στην πλάση. Ιδιαίτερα στα ζώα. Ποτέ του δεν κάθησε σε ζώο να το κουράσει, για να ξεκουράσει τον εαυτό του. Προτιμούσε πάντοτε να βαδίζει πεζός και όπως συνήθιζε ξυπόλυτος. Είχε πάντοτε μπροστά του τον Χριστό που ποτέ Του δεν κάθησε σε ζώο – παρά μόνο μια φορά – κι όπως χαρακτηριστικά έλεγε: ‘εγώ που είμαι χειρότερος κι από το γαϊδουράκι, πώς να καθήσω σ’αυτό;’
  Όταν ύψωνε τα χέρια του για να παρακαλέσει για κάτι τον Θεό, άρχιζε να τον παρακαλεί προσευχόμενος και φωνάζοντας, ‘Θεέ μου!’ λες και ξεκοβόταν η καρδιά του εκείνη την ώρα, και θαρρείς πως έπιανε τον Χριστό από τα πόδια και δεν τον άφηνε, εάν δεν του έκανε το αίτημά του. Εμείς όπως έλεγαν οι Φαρασιώτες ‘στην Πατρίδα μας τι θα πει γιατρός, δεν ξέραμε. Στον Χατζεφεντή τρέχαμε. Στην Ελλάδα μάθαμε από γιατρούς, αλλ’ αν τα πούμε στους εντόπιους, τους φαίνονται παράξενα’.
  Εκτός από τα άλλα του χαρίσματα είχε και το προορατικό χάρισμα. Είχε πληροφορηθεί από τον Θεό, πώς θα έφευγαν για την Ελλάδα, κάτι το οποίο έγινε στις 14 Αυγούστου του 1924 με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Γνώριζε από προηγουμένως και τον θάνατό του και ότι αυτός θα συνέβαινε σ’ ένα νησί.
  Η αγία του μορφή συνέχεια σκορπούσε Χάρη και παρηγοριά. Το πρόσωπό του έλαμπε από την ασκητική γυαλάδα, που έμοιαζε σαν το χρώμα του φτασμένου κυδωνιού. Είχε πια εξαϋλωθεί από τους υπερφυσικούς πνευματικούς αγώνες, που έκανε από αγάπη στον Χριστό, καθώς και από τους πολλούς του κόπους για την αγάπη προς το ποίμνιό του, που το εποίμανε πενήντα χρόνια σαν καλός Ποιμένας.
  Τρεις μέρες πριν την εκδημία του ήρθε η Παναγία, τον γύρισε σ’όλο το Άγιο Όρος, τα Μοναστήρια, τους Ναούς που τόσο επιθυμούσε να δει και δεν είχε αξιωθεί, και του είπε ότι σε τρεις ημέρες θα παρουσιαστεί στον Κύριο, που τόσο πολύ αγάπησε και έδωσε όλο του τον εαυτό σ’ Αυτόν. Κοιμήθηκε στις 10 Νοεμβρίου το 1924 στην Κέρκυρα, ημέρα όπου τιμάται η μνήμη του.
   Από την Κέρκυρα, το 1958, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν από τον μοναχό Παΐσιο τον Αγιορείτη στην Κόνιτσα και το 1970 από τον ίδιο στο γυναικείο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης, όπου ο Άγιος μετά τον θάνατό του έκανε πολλά θαύματα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον αγιοκατέταξε στις 11 Φεβρουαρίου 1986.





Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Ασώματα και άυλα όντα

Του Σωτηρίου Ν. Κόλλια
  

Αἰτία τῶν ὄντων καὶ αἰτία ὅποιου καλοῦ ἔχουν τὰ ὄντα εἶναι ὁ Θεός. Στὸ χρονοδιάγραμμα τῆς θείας δημιουργίας προηγεῖται ἡ πλάση τοῦ πνευματικοῦ κόσμου ἀπὸ τὸν ὁρατὸ καὶ ὑλικό. Τὸ ἄρτιο καὶ ἀπαράμιλλο σχέδιο τοῦ παντοδύναμου Δημιουργοῦ προέβλεπε τὴν δημιουργία τοῦ ἀόρατου καὶ πνευματικοῦ κόσμου πρὸ τοῦ ὑλικοῦ. Αὐτὸ μᾶς μαρτυρᾶ τὸ παλαιοδιαθηκικὸ χωρίο: "Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν" (Γέν. 1, 1). Ἡ χρονικὴ αὐτὴ προτεραιότητα εἶναι δηλωτικὴ τῆς σημαντικῆς θέσεως ποὺ δίδει ὁ Θεὸς στοὺς ἀγγέλους, καθιστώντας τους διαμέσους Αὐτοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶναι κορωνίδα τῆς ἐπὶ γῆς πλάσεως, ἐνῶ οἱ ἄγγελοι δοξολογοῦν, εὐχαριστοῦν καὶ ὑπηρετοῦν τὸν Δημιουργὸ ἐν τῷ οὐρανῷ. Τὴν πίστη μας στὸν ἀόρατο κόσμο ἐξάλλου ὁμολογοῦμε ἀπαγγέλλοντας τὸ πρῶτο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως: "ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων". Μὲ τὸν ὅρο "ἀόρατα" νοοῦμε τὸν πνευματικὸ κόσμο στὸν ὁποῖο ἀνήκουν οἱ ἄγγελοι. Ἀλλὰ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη ἔχουμε σαφεῖς μαρτυρίες γιὰ τὴν δημιουργία τῶν ἀγγέλων ἀπὸ τὸν Θεό: "ἐν Αὐτῷ (τῷ Κυρίῳ) ἐκτίσθη τὰ πάντα ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, εἴτε θρόνοι, εἴτε κυριότητες, εἴτε ἐξουσίαι· τὰ πάντα δι' Αὐτοῦ καὶ εἰς Αὐτὸν ἔκτισται" (Κολ. 1, 16). Μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων εἶναι σαφὴς ἡ ἑτερότητα, ὄχι ὅμως καὶ ἡ ἐναντίωση ἢ ἡ ἀντίθεση.


Οἱ ἄγγελοι εἶναι ἀσώματα καὶ ἄϋλα ὄντα, μὲ νοῦ, θέληση καὶ δύναμη. Τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ μποροῦν νὰ νοηθοῦν ὑπερθετικῶς συγκρινόμενα μόνο μὲ τὸν ὁρατὸ καὶ ὑλικὸ ἄνθρωπο, ἐνῶ ἀναφορικὰ μὲ τὸν Θεὸ οἱ ἰδιότητες αὐτὲς αἴρονται. Διακρίνονται γιὰ τὴν ἰδία βούληση ποὺ τοὺς ἐπιτρέπει νὰ πράττουν αὐτεξουσίως, καὶ ἐπιπροσθέτως δύνανται νὰ ἐνεργοῦν μὲ θαυμαστὸ γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δεδομένα τρόπο. Ἡφύση τους εἶναι πνευματικὴ καὶ ἡ προαίρεσή τους ἀγαθή. Ἡ ἐκ τοῦ Θεοῦ δημιουργία τους συνεπάγεται ἄλλωστε τὴν ἀγαθὴ φύση τους ἀφοῦ δὲν νοεῖται ἡ δημιουργία κακῶν πνευμάτων ἀπὸ τὸν πανάγαθο Θεό. Κάθε ποίημα τοῦ Δημιουργοῦ προέρχεται ἀπὸ ἄμετρη ἀγάπη καὶ ἡ ἀγάπη δὲν ὁδηγεῖ στὴν κακία καὶ τὴν ἀρνητικότητα. Οἱ ἄγγελοι δὲν ὑπόκεινται στοὺς ἀνθρωπίνους νόμους διότι εἶναι πνεύματα φωτὸς ἀκτινοβολώντας τὶς θεῖες μαρμαρυγὲς τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Βρίσκονται σὲ κατάσταση ἠθικῆς τελειότητας κοντὰ στὸν Θεὸ τὸν ὁποῖο δοξάζουν καὶ ὑπηρετοῦν. Στὸν Ἀπόστολο Παῦλο διαβάζουμε ὅτι οἱ ἄγγελοι εἶναι "λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν" (Ἑβρ. 1, 14). Διακονοῦν τὸν Θεὸ καὶ μεριμνοῦν ὑπὲρ ἐκείνων ποὺ μέλλουν νὰ κληρονομήσουν τὴν οὐράνια βασιλεία. Εἶναι προικισμένοι μὲ δύναμη, σοφία καὶ πνευματικότητα καὶ δὲν ὑπόκεινται ὅπως ὁ ἄνθρωπος στὸν θάνατο. Σχετικὰ μὲ τὸν τόπο διαμονῆς τῶν ἀγγέλων οὗτος δὲν εἶναι αἰσθητὸς καὶ ὑλικός, ἀλλὰ νοητός, ἀφοῦ καὶ οἱ σὲ αὐτὸν εὑρισκόμενοι καὶ διαμένοντες εἶναι πνεύματα.


Οἱ ἄγγελοι εἶναι πολυάριθμοι, σύμφωνα μὲ τὶς ἀναφορὲς στὴν Ἁγία Γραφή (Δαν. 7, 10: "χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ καὶ μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αὐτῷ", Ματθ. 26, 53: "πλείους ἢ δώδεκα λεγεώνας ἀγγέλων", Ἑβρ. 12, 22: "μυριάσιν ἀγγέλων", Ἰούδ. 14: "ἰδοὺ ἦλθε ὁ Κύριος ἐν ἁγίαις μυριάσιν αὐτοῦ", Ἀποκ. 5, 11: "μυριάδες μυριάδων καὶ χιλιάδες χιλιάδων"), κατατασσόμενοι σὲ ἐννέα τάξεις ἢ τάγματα ἀγγέλων.


Οἱ ἄγγελοι, ὅπως καὶ οἱ ἄνθρωποι, εἶχαν τὸ ἀνεκτίμητο δῶρο τῆς ἐλευθερίας τῆς βουλήσεως. Δὲν πλάστηκαν γιὰ νὰ ὑποταχθοῦν ἀκούσια στὸ θεῖο θέλημα, παρὰ εἶχαν τὴν δυνατότητα νὰ ἐπιλέξουν τὴν αὐτόβουλη ἐναρμόνιση τῆς δράσης τους μὲ τὴν θέληση τοῦ Θεοῦ ἢ νὰ παρεκκλίνουν καὶ νὰ διαφοροποιηθοῦν ἀπὸ αὐτήν, χαράσσοντας ἀγνώμονη πρὸς τὴν δημιουργία πορεία. Τὰ δημιουργήματα πλάσθηκαν ἔχοντας τὴν δυνατότητα νὰ ἀναχθοῦν στὴν ἀθανασία μὲ τὴν μετοχή τους στὸν Θεό.


Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο Διάβολος, οι δαίμονες και το έργο αυτών κατά την διδασκαλία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού», εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2004.