Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Ἡ πνοὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος


Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεός, τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, παντοδύναμο ὅπως ὁ Πατέρας καὶ ὁ Υἱός. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ζωογονεῖ, ἐμψυχώνει καὶ ἐνδυναμώνει τὰ πλάσματα. Αὐτὸ δίνει στὰ ζῶα τὴ ζωή, στοὺς ἀνθρώπους τὸ νοῦ καὶ στοὺς χριστιανοὺς τὴν ἀνώτερη ζωή, τὴν πνευματική. Αὐτὸ φωτίζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν βοηθάει νὰ μπεῖ στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δίνεται στὸν καθένα μας ὄχι σύμφωνα μὲ τὴν ἀξία τῶν καλῶν ἔργων του, ἀλλὰ δωρεάν, σύμφωνα μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴ σωτηρία του.
Στὴ συνέχεια θὰ δοῦμε τί χαρίζει στὸν ἄνθρωπο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
1. Ὅταν κατοικήσει μέσα στὸν ἄνθρωπο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τοῦ δίνει πίστη καὶ φωτισμό. Χωρὶς Αὐτό, κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ἀληθινὴ καὶ ζωντανὴ πίστη. Χωρὶς τὸ φωτισμό Του, καὶ ὁ πιὸ σοφὸς καὶ μορφωμένος ἄνθρωπος εἶναι ὁλότελα τυφλὸς ὡς πρὸς τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κτίση Του. Ἀπεναντίας, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μπορεῖ νὰ φωτίσει ἐσωτερικὰ καὶ τὸν πιὸ ἀμόρφωτο καὶ ἁπλοϊκὸ ἄνθρωπο, νὰ τοῦ ἀποκαλύψει ἄμεσα τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τοῦ προσφέρει τὴ γλυκειὰ γεύση τῆς βασιλείας Του. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, αἰσθάνεται στὴν ψυχή του ἕνα ἀσυνήθιστο φῶς, ποὺ τοῦ ἦταν ὁλότελα ἄγνωστο μέχρι τότε.
2. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γεννάει στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη εἶναι σὰν μία καθαρὴ φωτιά, μία πηγὴ θερμότητας, ποὺ ζεσταίνει τὴν καρδιά. Εἶναι μία ρίζα, ποὺ βλαστάνει μέσα στὴν καρδιὰ ὅλα τὰ καλὰ ἔργα. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ζωογονηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη, τίποτα δὲν εἶναι δύσκολο, φοβερὸ ἢ ἀδύνατο. Γι' αὐτὸν κανένας νόμος δὲν εἶναι βαρύς, καμιὰ ἐντολὴ δὲν εἶναι ἀνεφάρμοστη. Ὅλα του εἶναι εὔκολα.
Ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη, ποὺ χαρίζει στὸν ἄνθρωπο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, εἶναι τόσο μεγάλα καὶ δυνατὰ ὄπλα στὰ χέρια του, πού, ἂν τὰ ἔχει, μπορεῖ εὔκολα, ἄνετα, μὲ χαρὰ καὶ γαλήνη νὰ βαδίσει τὸ δρόμο ποὺ βάδισε ὁ Χριστός.
3. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δίνει ἀκόμα στὸν ἄνθρωπο δύναμη, γιὰ ν' ἀντιστέκεται στοὺς πειρασμοὺς τοῦ κόσμου. Ἔτσι, χρησιμοποιεῖ βέβαια τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, ἀλλὰ σὰν περαστικὸς ταξιδιώτης, χωρὶς νὰ κολλάει σ' αὐτὰ τὴν καρδιά του. Ἀντίθετα, ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅσο μορφωμένος καὶ ἔξυπνος κι ἂν εἶναι, μένει πάντα δοῦλος καὶ αἰχμάλωτος τοῦ κόσμου.
4. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δίνει στὸν ἄνθρωπο καὶ σοφία.Αὐτὸ τὸ βλέπουμε κατεξοχὴν στοὺς ἁγίους ἀποστόλους, πού, πρὶν λάβουν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἦταν ἀγράμματοι καὶ ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, ὕστερα ὅμως κανεὶς δὲν μποροῦσε ν' ἀντισταθεῖ στὴ σοφία καὶ τὴ δύναμη τοῦ λόγου τους.
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χαρίζει σοφία ὄχι μόνο στὰ λόγια τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ στὶς πράξεις του. Ἔτσι, λ.χ., ἐκεῖνος ποὺ ἔχει μέσα του τὸ Πνεῦμα, πάντα θὰ βρεῖ τὸ χρόνο καὶ τὸν τρόπο νὰ φροντίσει γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀκόμα καὶ μέσα στὸ θόρυβο τοῦ κόσμου.
5. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χαρίζει τὴν ἀληθινὴ χαρά, τὴν καρδιακὴ εὐτυχία καὶ τὴν ἀσάλευτη εἰρήνη. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ χαρεῖ ἀληθινά, νὰ εὐχαριστηθεῖ καθαρά, νὰ νιώσει τὴν εἰρήνη ποὺ γλυκαίνει τὴν ψυχή. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι κάπου κάπου χαίρεται. Μὰ ἡ χαρά του εἶναι στιγμιαία καὶ ὄχι καθαρή. Κάπου-κάπου διασκεδάζει. Μὰ οἱ διασκεδάσεις του εἶναι πάντα κενές, ἀνούσιες, καὶ μετὰ ἀπ' αὐτὲς τὸν κυριεύει μία ἀκόμα μεγαλύτερη στενοχώρια. Κάπου-κάπου εἶναι ἤρεμος. Μὰ ἡ ἠρεμία του δὲν εἶναι ἡ πνευματικὴ εἰρήνη, εἶναι νάρκη τῆς ψυχῆς. Καὶ ἀλίμονο σ' ἐκεῖνον ποὺ δὲν προσπαθεῖ καὶ δὲν θέλει νὰ ξυπνήσει ἀπ' αὐτὴ τὴ νάρκη!
6. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δίνει καὶ τὴν ἀληθινὴ ταπείνωση.Ὁ ἄνθρωπος, ἀκόμα καὶ ὁ πιὸ γνωστικός, δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὸν ἑαυτό του ὅσο πρέπει, ἂν δὲν ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί χωρὶς τὴ θεία βοήθεια, δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὴν πραγματικὴ κατάσταση τῆς ψυχῆς του. Ἂν εἶναι τίμιος καὶ κάνει κανένα καλὸ στοὺς συνανθρώπους του, νομίζει πῶς εἶναι δίκαιος ἢ καί, σὲ σύγκριση μὲ τοὺς ἄλλους, τέλειος καὶ πῶς δὲν τοῦ χρειάζεται τίποτ' ἄλλο!
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅταν κατοικήσει μέσα μας, μᾶς ἀποκαλύπτει ὅλη τὴν ἐσωτερική μας φτώχια καὶ ἀδυναμία. Καὶ ἀνάμεσα στὶς ἀρετές μας, προβάλλει ὅλες τὶς ἁμαρτίες μας, τὴν ἀμέλειά μας, τὴν ἀδιαφορία μας γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἄλλων, τὴν ἰδιοτέλειά μας ἀκόμα καὶ ἐκεῖ ποὺ φαινόμαστε μεγαλόψυχοι, τὴν παχυλὴ φιλαυτία μας ἀκόμα καὶ ἐκεῖ ποὺ ποτὲ δὲν τὴν ὑποπτευόμασταν. Κοντολογίς, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μας τὰ δείχνει ὅλα, ὅπως πραγματικὰ εἶναι. Καὶ τότε ἀρχίζουμε ν' ἀποκτᾶμε τὴν ἀληθινὴ ταπείνωση. Τότε ἀρχίζουμε νὰ χάνουμε τὴν ἐμπιστοσύνη μας στὶς δικές μας δυνάμεις καὶ ἀρετές. Τότε ἀρχίζουμε νὰ θεωροῦμε τὸν ἑαυτό μας χειρότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Καὶ ταπεινωμένοι μπροστὰ στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἀρχίζουμε νὰ μετανοοῦμε εἰλικρινὰ καὶ νὰ ἐλπίζουμε μόνο σ' Ἐκεῖνον.
7. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μᾶς διδάσκει, τέλος, τὴν ἀληθινὴ προσευχή. Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ κάνει προσευχὴ πραγματικὰ εὐάρεστη στὸ Θεό, πρὶν λάβει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί ἂν ἀρχίσει νὰ προσεύχεται, χωρὶς νὰ ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, θὰ δεῖ τὸ νοῦ του νὰ μὴν μπορεῖ νὰ συγκεντρωθεῖ. Ἐπιπλέον, δὲν γνωρίζει, ὅπως πρέπει, οὔτε τὸν ἑαυτό του οὔτε τὶς ἀνάγκες του οὔτε τί νὰ ζητήσει οὔτε πῶς νὰ τὸ ζητήσει ἀπὸ τὸ Θεό. Καλὰ-καλὰ δὲν ξέρει οὔτε τί εἶναι ὁ Θεός. Ὅποιος, ὅμως, ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γνωρίζει τὸ Θεό, βλέπει ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Πατέρας του καὶ ξέρει πῶς νὰ Τὸν πλησιάσει, πῶς νὰ Τὸν παρακαλέσει καὶ τί νὰ Τοῦ ζητήσει. Οἱ σκέψεις του στὴν προσευχὴ εἶναι εὔτακτες, καθαρές, προσηλωμένες μόνο στὸν Κύριο. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος μπορεῖ μὲ τὴν προσευχή του νὰ πετύχει τὰ πάντα, ἀκόμα καὶ βουνὰ νὰ μετακινήσει.
Νά, λοιπόν, τί χαρίζει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σ' ἐκεῖνον ποὺ Τὸ ἔχει λάβει. Βλέπετε ὅτι, χωρὶς τὴ βοήθεια καὶ τὴ συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἀδύνατον ὄχι μόνο νὰ μποῦμε στὴν οὐράνια βασιλεία, ἀλλὰ κι ἕνα βῆμα νὰ κάνουμε στὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ ἐκεῖ. Γι' αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ποθοῦμε καὶ νὰ ζητᾶμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ Τὸ ἀποκτήσουμε καὶ νὰ Τὸ ἔχουμε πάντα μέσα μας, ὅπως Τὸ εἶχαν οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι.


Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

Γιατί δέν ἐκκλησιάζονται οἱ νέοι;

του Danion Vasile


"Οἱ νέοι εἶναι ἀνήθικοι", "οἱ νέοι εἶναι γεμάτοι πάθη", "οἱ νέοι εἶναι ἀνυπάκουοι", "οἱ νέοι δέν ἔχουν φόβο Θεοῦ…" Ἔχω ἀκούσει πολλές φορές αὐτές τίς ἠθικιστικές διαπιστώσεις. Ἡ ἐρώτησή μου εἶναι: εἶχαν οἱ νέοι τίς ἀπαραίτητες συνθῆκες γιά νά ἐννοήσουν τή Χριστιανική ζωή ἤ ὄχι; Θά ρωτήσει κάποιος: "Τί, οἱ νέοι εἶναι προορισμένοι νά χαθοῦν;"
Τό πρόβλημα εἶναι ὅτι οἱ νέοι δὲν ἀπορρίπτουν τήν πίστη στό Χριστό ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία διά τῆς φωνῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀλλά ἀπορρίπτουν ἕνα ὑποκατάστατο πίστεως τό ὁποῖο δέν τούς πείθει. Γιατί ἕνας νέος ποὺ ἔχει μεγαλώσει σέ μία πραγματικά Χριστιανική οἰκογένεια συμπεριφέρεται ἀλλιώτικα ἀπό ἕναν ποὺ μεγάλωσε σέ μία οἰκογένεια μέ ἀπίστους γονεῖς ἤ ἀπό ἕναν τοῦ ὁποίου οἱ γονεῖς πιστεύουν μέν στό Θεό ἀλλά δέν πηγαίνουν στή Ἐκκλησία;

Γιά πολλά μποροῦμε νά ἐπιπλήξουμε τούς νέους. Ἀλλά καί οἱ νέοι ἐμᾶς τούς μεγάλους. Θά τολμήσω νά δώσω τό λόγο στή νέα γενιά καί πιό συγκεκριμένα σ’ αὐτούς πού βρίσκονται μακριά ἀπό τήν ἐκκλησία:

«Ναί ἡ γενιά μας εἶναι ρέμπελη. Καί πῶς θά μποροῦσε νά εἶναι ἀλλιῶς; Ποιός μᾶς ἔμαθε κάτι ἄλλο; Ὑπάρχει τόσο ψέμα γύρω μας, τόση κακία στόν κόσμο τῶν μεγάλων. Διαμαρτυρόμαστε. Ἀλλά εἶναι ὁ μόνος τρόπος νά δείξουμε τήν περιφρόνησή μας σέ μία κοινωνία ἡ ὁποία ἀρχίζει νά μοιάζει μέ ἕνα πτῶμα. Ὅλοι μιλᾶνε γιά τήν ἀξία τῆς τιμιότητας ἀλλά ὅλοι κλέβουν. Ὅλοι ἐπαινοῦν τήν ἀλήθεια, ἀλλά ψεύδονται. Τί εἴδαμε στίς οἰκογένειές μας; Διαφωνίες μεταξύ γονέων καί καβγάδες. Τί διαπαιδαγώγηση λάβαμε; Μόνο συμβουλές νά εἴμαστε ἥσυχοι, ἀπειλές καί ξύλο γιά νά εἴμαστε ὑπάκουοι.

Καί γιατί εἴμαστε μακριά ἀπό τό Θεό; Ποιός μᾶς βοήθησε νά εἴμαστε κοντά του; Οἱ γονεῖς μας δέν πατοῦν στήν ἐκκλησία οὔτε τά Χριστούγεννα ἴσως μόνο τό Πάσχα στίς βαπτίσεις, τούς γάμους καί τίς κηδεῖες. Καί στίς Ἐκκλησίες ….τί βλέπουμε; Χριστιανοί οἱ ὁποῖοι εἶναι καλοί στό νά ἠθικολογοῦν ἄν μᾶς δοῦν στήν ἐκκλησία ντυμένους παράξενα καί ἔχουν τόση κακία ὅταν μᾶς διώχνουν πού οὔτε γυρίζουμε νά κοιτάξουμε πίσω. Ὑπάρχει τόση ὑποκρισία στούς Χριστιανούς. Ἔχουμε συγγενεῖς οἱ ὁποῖοι δέ λείπουν ποτέ ἀπό τήν ἐκκλησία. Ἀλλά ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα νά μοιραστεῖ ἡ κληρονομιά ξεχνοῦν καί τήν πίστη καί τήν κατανόηση. Ἐνῶ ὅταν γίνεται λόγος νά φροντίζουν κάποιο παππού, ὅλοι ἀποφεύγουν ἐπειδή ἔχουν τά προβλήματά τους. Αὐτή εἶναι πίστη;


Ἐνῶ καί γιά τούς παπάδες ἀκούγονται τόσα.

Ναί δέν πηγαίνουμε στήν ἐκκλησία. Ὄχι γιατί δέν πιστεύουμε στό Θεό, ὄχι ἐπειδή δέν ἔχουμε ἀνάγκη τήν ἀγάπη Του. Ἔχουμε τόση ἀνάγκη γιά Κάποιον ὁ Ὁποῖος θά μᾶς ἀγαπήσει πραγματικά, σ’ ἕναν τόσο βρώμικο κόσμο. Ἀλλά μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει ἡ Ἐκκλησία νά γνωρίσουμε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Δέν τό πιστεύουμε αὐτό. Δέν ἔχουμε λόγους νά τό πιστεύουμε. Γι’ αὐτό καί μένουμε στή ζωή μας, μέ τά προβλήματά μας, μέ τή μοναξιά μας. Ἄν ὁ Θεός δέ μᾶς ψάχνει ἐμεῖς δέν ξέρουμε νά βγοῦμε σέ ἀναζήτησή Του. Ἀφῆστε μας ἥσυχους…»

Δέ θυμᾶμαι ὅλα ὅσα μοῦ εἶπε. Ἀλλά ἀκούγοντάς τον, ξεροκατάπινα. Δέν μπορῶ ν’ ἀμφισβητήσω τό γεγονός ὅτι μερικά ἀπ’ αὐτά ἦταν πολύ ρεαλιστικά. Δέ θά ἀναπαράγω ἐδῶ τήν ἀπάντηση πού ἔδωσα στό νέο, μόνο θ’ ἀναλύσω τό δίκαιο τῶν μομφῶν του.

Μία πρώτη παρατήρηση ἔγκειται στό ὅτι θά ἦταν ἄριστο πολλοί νέοι νά βρίσκονται ἐν ἀναμονῆ τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ παραπάνω νέος. Δυστυχῶς πολλοί νέοι εἶναι τόσο παγιδευμένοι στά καθημερινά τους προβλήματα, ὥστε ἔχουν ξεχάσει τελείως τό Θεό, τοῦ ὁποίου ἡ παρουσία μᾶλλον τούς ἐνοχλεῖ.

Δηλαδή "καλύτερα νά μέμφεσαι τήν Ἐκκλησία, παρά νά κοιτᾶς τή ζωή σου;

Ὄχι, δέν τίθεται ἔτσι τό πρόβλημα. Δέν εἶναι καλό νά μέμφεσαι μόνο καί μόνο γιά νά δικαιολογεῖς τήν ἀπομάκρυνσή σου ἀπό τό Θεό. Ἀλλά στό δρόμο πρός τό Θεό, πολλοί περνοῦν μία φάση γεμάτη ἐνδοιασμούς, ἐρωτήματα καί ἀμφισβητήσεις. Ἀλλά ἐάν στή βάση ὅλων αὐτῶν τῶν ἀμφισβητήσεων βρίσκεται ἡ δίψα γιά τό Θεό, τότε δέν εἶναι κακό.

Ὁ π. Σεραφείμ Ρόουζ, χωρίς νά θέλει νά δικαιολογήσει τήν ἁμαρτία, ἔλεγε ὅτι πρίν ἀπό τή μεταστροφή του ἔπινε μέχρι πού μεθοῦσε καί τό ἔκανε ἐπειδή αἰσθανόταν τήν ἔλλειψη τοῦ Θεοῦ. Μέ τό ποτό προσπαθοῦσε νά καταπραΰνει τόν πόνο πού τοῦ προκαλοῦσε ἡ ἔλλειψη τοῦ Θεοῦ. Νά μιλήσουμε λίγο γιά τούς λόγους πού ἀκούσαμε πιό πάνω. Πιστεύω ὅτι μποροῦν νά συνοψιστοῦν στ’ ἀκόλουθα. Στό ὅτι οἱ νέοι δέ λαμβάνουν μία εἰδική κατήχηση, στό ὅτι δέν βρῆκαν στίς οἰκογένειές τους ζωντανά παραδείγματα πίστεως καί στό ὅτι σκανδαλίζονται ἀπ’ αὐτά πού βλέπουν ἀπό κάποιους Χριστιανούς Θεολόγους καί κάποιους Ἱερεῖς.

Δέν πιστεύω ὅτι θά ἦταν εὔκολο σέ κάποιον ν’ ἀπορρίψει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀφοῦ τή γνωρίσει. Οἱ νέοι τήν ἀπορρίπτουν χωρίς νά ξέρουν τί ἀπορρίπτουν. Βλέπουν τόν Θεό σάν ἕνα εἴδωλο τό ὁποῖο τό λατρεύουν ἀσυνείδητα κάποιοι ὑποκριτές Χριστιανοί, κάποιοι τυπολάτρες Χριστιανοί ἤ κάποιοι Χριστιανοί πού ἀγαποῦν τήν ἁμαρτία πιό πολύ ἀπό τήν σωτηρία. Τούς νέους δέν τούς βοήθησαν καί οὔτε τούς βοηθάει κανείς νά καταλάβουν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὡς καί τή σταύρωση τοῦ Χριστοῦ τήν καταλαβαίνουν ὡς μία ἐμπορική συναλλαγή ὡς ξεχρέωμα γιά τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων, σάν μία ρύθμιση τῶν λογαριασμῶν τοῦ Οὐρανίου Πατέρα μέ τήν ἀνθρωπότητα. Δέν τήν καταλαβαίνουν ὡς μία πράξη ἀγάπης. Καί σέ τί ἀλλάζει ἡ κατήχηση τῶν νέων ἀπό τήν κατήχηση τῶν μεγαλυτέρων; Δέν καλοῦνται στή σωτηρία καί οἱ μέν καί οἱ δέ; Μόνο πού στούς νέους ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη νά τούς μιλήσει κάποιος σέ μία πιό προσιτή γλώσσα. Οἱ νέοι εἶναι ἀλλεργικοί στόν "ξύλινο λόγο").

Ὡστόσο γιατί γιά ἑκατοντάδες χρόνια δέ γράφτηκαν παρά λίγα κείμενα ἀπευθυνόμενα στούς νέους; Μία πιθανή ἀπάντηση εἶναι ὅτι γιά πολλούς αἰῶνες οἱ νέοι λάμβαναν Χριστιανική μόρφωση στήν οἰκογένεια. Τίς πιό πολλές ἀπαντήσεις τίς λάμβαναν ἀπό τούς γονεῖς τους ἤ καί ἀπό τούς ἱερεῖς ἄν ὄχι πάντα τίς πιό πολλές φορές.

Ὅσο γιά τούς ἁμαρτωλούς ἱερεῖς γίνεται μεγάλος ντόρος ἐνῶ γιά τούς ἱερεῖς μέ ἁγία ζωή δέν γίνεται σχεδόν καθόλου λόγος. Ναί ὑπάρχουν ἱερεῖς οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι διάδοχοι τῶν ἁγίων πατέρων. Οὔτε τά Μ.Μ.Ε. θέλουν ν’ ἀκοῦν γι’ αὐτούς. Οὔτε ὅσοι ζοῦν στήν ἁμαρτία. Ἐπειδή τούς θεωροῦν ἐξτρεμιστές. Κάτι τό ὁποῖο εἶναι ἐπειδή εἶναι μαθητές τοῦ Χριστοῦ, Ἐκείνου ὁ Ὁποῖος γύρισε τόν κόσμο "ἀνάποδα" ἤ καλύτερα Ἐκείνου ὁ Ὁποῖος προσπάθησε νά ἐπαναφέρει στή φυσική του θέση ἕναν ‘ἀναποδογυρισμένο κόσμο’

Λαμβάνοντας λοιπόν ὑπόψη μας ὅλη αὐτή τήν ἀποστασία ποὺ ὑπάρχει γύρω μας, ἔχουν οἱ νέοι κάποιαν ἐλπίδα νά ζήσουν μία ἐνάρετη ζωή; Μπορεῖ κάποιος ν’ ἀντέξει τίς παγίδες τοῦ διαβόλου;

Παραδόξως ναί. Ἐπειδή ὅσο ποικιλόμορφες καί νά εἶναι οἱ παγίδες τοῦ διαβόλου, ὅσο ἀδύναμοι καί νά εἶναι οἱ Χριστιανοί, ὅσο καί ὑποκριτές νά εἶναι αὐτοί πού σπεύδουν νά διώξουν τούς νέους ἀπό τήν ἐκκλησία ἄν ἔρθουν σ’ αὐτήν ντυμένοι παράξενα, μέ τζίν σκισμένα, ὁ Θεός βρίσκει ἕναν τρόπο νά φθάσει στίς ψυχές τῶν νέων. Δύσκολα εἶναι ἀλήθεια, ἀλλά τά καταφέρνει. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι θά εἶναι τόσο διεστραμμένοι ὥστε θ’ ἀπορρίπτουν τελείως τό Θεό, θά ἔχει ἔρθει τό τέλος. Ἀλλά μέχρι τότε ἔχουμε καιρό.

Ὁπωσδήποτε ἡ Χριστιανική ζωή ποτέ δέν ἦταν εὔκολη. Καί δέν ἀναφέρομαι μόνο στόν καιρό τῶν διωγμῶν ἀλλά καί στίς εἰρηνικές περιόδους. Ναί ὁ διάβολος ποτέ δέν σταματᾶ. Πάντοτε ἀνεξάρτητα ἀπό τίς συνθῆκες προσπαθεῖ νά πιάσει τούς Χριστιανούς στά νύχια του. Παρ’ ὅλες τίς προσπάθειές του ὅμως ὑπάρχουν ἱερεῖς μέ ἅγια ζωή, μοναχοί πολύ ἀσκητικοί καί Χριστιανικές οἰκογένειες πού λάμπουν μές στό σκοτάδι τοῦ κόσμου. Στήν Ἁγία Γραφή λέγει: «οὗ δέ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ Χάρις» (Ρωμ. 5,20). Αὐτό εἶναι φυσικό, ἀλλιῶς οἱ ἄνθρωποι δέ θ’ ἄντεχαν σέ τόσο μεγάλους πειρασμούς. Ὅσο μεγάλοι ὅμως κι ἄν εἶναι οἱ πειρασμοί οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νά τά καταφέρουν. Ὁ Θεός πάντοτε τούς δίνει δύναμη. Ὅπως ἔδινε δύναμη στούς μάρτυρες γιά ν’ ἀντέξουν τά φρικτά μαρτύρια. Ναί, δύσκολα οἱ νέοι ἔρχονται στήν Ἐκκλησία. Ἀλλά ὁ Χριστός τούς καλεῖ ὅλο καί πιό δυνατά. Βλέπει τά προβλήματά τους, τίς πτώσεις τους καί ἁπλώνει τό χέρι Του δυνατά γιά νά τούς σηκώσει.

Γιατί δέν ἔρχονται οἱ νέοι στήν Ἐκκλησία; Ἴσως ἐπειδή δέν ἀκοῦν τό μήνυμα τήν κλήση τῆς Ἐκκλησίας, ἴσως ἐπειδή αὐτοί πού φέρουν τό ὄνομα Χριστιανός δέν τούς βοηθοῦν νά ἀκούσουν.

Ἐξ’ ἄλλου στό βιβλίο "οἱ περιπέτειες ἑνός προσκυνητῆ", βλέπουμε τόν γέροντα νά προτρέπει ὅπως σέ κάθε ἐξομολόγηση, οἱ Χριστιανοί νά ἐξομολογοῦνται, ὅτι δέν δείχνουν ἀρκετή ἀγάπη πρός τόν πλησίον. Καί τό γεγονός ὅτι δέν καταβάλουμε προσπάθεια νά ἔρθουν πρός τόν Χριστό ὅσοι εἶναι μακριά Του (ὄχι βέβαια νά τό ἐπιβάλουμε στό στύλ τῆς Ἱερᾶς Ἐξέτασης, ἀλλά νά δώσουμε μία θυσιαστικὴ μαρτυρία) εἶναι ἀπόδειξη ὅτι δέν τούς ἀγαπᾶμε ἀρκετά. Τί ἀγάπη εἶναι αὐτή νά βλέπουμε τόν πλησίον μας νά ὁδεύει πρός τό γκρεμό καί ἐμεῖς νά σκεφτόμαστε τά προβλήματά μας;

Νέοι, νά ξέρετε ὅτι τόν Χριστό τόν πονάει τό γεγονός ὅτι λίγοι ἱερωμένοι καί λίγοι πιστοί νοιάζονται θυσιαστικά νά σᾶς πάρουν ἀπό τό χέρι καί νά σᾶς φέρουν στήν Ἐκκλησία… Ἀλλά νά ξέρετε ὅτι ὁ Χριστός χαίρεται κάθε φορὰ πού ἕνας ἀπό ἐσᾶς ξεκινάει πρός τήν ὁδό τῆς σωτηρίας. Ἀκόμα κι ἄν νομίζετε ὅτι ὁ Χριστός σᾶς ξέχασε, Ἐκεῖνος περιμένει νά βρεῖ ἔστω καί μία χαραμάδα γιά νά μπεῖ στίς ψυχές σας.



Σάββατο, 9 Μαΐου 2015

Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτιδα



Έρχεται ο Κύριος σε μια πόλη της Σαμάρειας που λέγεται Σιχάρ. (Σαμάρεια ονομάσθηκε η πόλη που έκτισε το 880 π.Χ. ο βασιλιάς του Ισραήλ, Αμβρί, έπειτα το όρος Σομόρ που ήταν η ακρόπολή της και τέλος όλο το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ, που καταλύθηκε από τους Ασσυρίους το 721 π.Χ. και ο ηγεμόνας τους εγκατέστησε εκεί εθνικούς από πολλά μέρη).

Εκεί ήταν η πηγή του Ιακώβ, το πηγάδι που εκείνος είχε ανοίξει. Κουρασμένος ο Κύριος από την οδοιπορία κάθισε μόνος του δίπλα από το πηγάδι και κάτω αφελώς, γιατί οι μαθητές του πήγαν να αγοράσουν τροφές. Έρχεται εκεί μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να πάρει νερό και ο Κύριος διψώντας ως άνθρωπος, της ζήτησε νερό.

Αυτή αντελήφθηκε από την εμφάνισή του ότι ήταν Ιουδαίος και θαύμασε πως ένας Ιουδαίος ζητά νερό από την εθνική Σαμαρείτιδα. Αν γνώριζες, της είπε, τη δωρεά του Θεού, ποιός είναι αυτός που σου ζητά να πιεί νερό, εσύ θα του ζητούσες και θα σου έδινε ζωντανό νερό. Ο Κύριος επιβεβαίωσε ότι αν γνώριζε θα γινόταν μέτοχος πραγματικά ζωντανού νερού, όπως έπραξε και απόλαυσε αργότερα όταν το έμαθε, ενώ το συνέδριο των Ιουδαίων που έμαθαν σαφώς, έπειτα εσταύρωσαν τον Κύριο της δόξης. Δωρεά του Θεού είναι, επειδή θεωρεί αγαπητούς όλους ακόμα και τους μισητούς από του Ιουδαίους εθνικούς και προσφέρει τον εαυτό του και καθιστά τους πιστούς σκεύη δεκτικά της Θεότητός του.

Η Σαμαρείτιδα δεν κατάλαβε το μεγαλείο του ζωντανού νερού, απορεί που θα βρεί νερό χωρίς κουβά σε ένα βαθύ πηγάδι. Έπειτα επιχειρεί να τον συγκρίνει με τον Ιακώβ, που τον αποκαλεί πατέρα, εξυμνώντας το γένος από το τόπο και εξαίρει το νερό με τη σκέψη ότι δεν μπορεί να βρεθεί καλύτερο. Όταν όμως άκουσε ότι το «νερό που θα σου δώσω» θα γίνει πηγή που τρέχει προς αιώνια ζωή, άφησε λόγο ψυχής που ποθεί και οδηγείται προς τη πίστη και ζήτησε να το λάβει για να μη ξαναδιψήσει. Ο Κύριος θέλοντας να αποκαλύπτεται λίγο λίγο, της λέγει να φωνάξει τον άνδρα της, γνωρίζοντάς της πόσους άνδρες είχε και αυτόν που έχει τώρα δεν είναι δικός της. Εκείνη όμως δεν στενοχωρείται από τον έλεγχο, αλλά αμέσως καταλαβαίνει ότι ο Κύριος είναι προφήτης και του ζητά εξηγήσεις σε ψηλά ζητήματα.

Βλέπετε πόση είναι η μακροθυμία και η φιλομάθεια αυτής της γυναίκας; Πόση συλλογή και γνώση είχε στη διάνοιά της, πόση γνώση της θεόπνευστης Γραφής; Και αμέσως τον ρωτά που πρέπει να λατρεύεται σωστά ο Θεός, εδώ σ' αυτό το τόπο ή στα Ιεροσόλυμα; Και τότε παίρνει τη απάντηση, ότι έρχεται η ώρα οπότε ούτε στο όρος αυτό ούτε στα Ιεροσόλυμα θα προσκυνήτε τον Πατέρα. Της γνωρίζει μάλιστα ότι η σωτηρία είναι από τους Ιουδαίους, δεν είπε θα είναι, στο μέλλον, γιατί ήταν αυτός ο ίδιος. Έρχεται ώρα και είναι τώρα που οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνούν το Πατέρα κατα Πνεύμα και αλήθεια.

Γιατί ο ύψιστος και προσκυνητός Πατέρας, είναι Πατέρας αυτοαληθείας, δηλαδή του μονογενούς Υιού και έχει Πνεύμα αληθείας, το Πνεύμα το άγιο και αυτοί που τον προσκυνούν, το πράττουν έτσι διότι ενεργούνται δι' αυτών. Ο Κύριος απομακρύνει κάθε σωματική έννοια τόπο και προσκύνηση, λέγοντας: «Πνεύμα ο Θεός και αυτοί που τον προσκυνούν πρέπει να τον προσκυνούν κατα Πνεύμα και αλήθεια». Ως πνεύμα που είναι ο Θεός είναι ασώματος, το δε ασώματο δεν ευρίσκεται σε τόπο ούτε περιγράφεται με τοπικά όρια. Ως ασώματος ο Θεός δεν είναι πουθενά, ως Θεός δε είναι παντού, ως συνέχων και περιέχων το πάν.

Παντού είναι ο Θεός όχι μόνο εδώ στη γη αλλά και υπεράνω της γης, Πατήρ ασώματος και κατά τον χρόνο και σε τόπο αόριστος.

Βέβαια και η ψυχή και ο άγγελος είναι ασώματα, δεν είναι όμως σε τόπο, αλλά δεν είναι και παντού, γιατί δεν συνέχουν το σύμπαν αλλά αυτά έχουν ανάγκη του συνέχοντος.

Η Σαμαρείτιδα καθώς άκουσε από το Χριστό αυτά τα εξαίσια και θεοπρεπή λόγια, αναπτερωμένη, μνημονεύει τον προσδοκώμενο και ποθούμενο Μεσσία, τον λεγόμενο Χριστό που όταν έρθει θα μας τα διδάξει όλα. Βλέπετε πως ήταν ετοιμότατη για την πίστη; Από που θα γνώριζε τούτο, αν δεν είχε μελετήσει τα προφητικά βιβλία με πολλή σύνεση; Έτσι προλαβαίνει περί του Χριστού ότι θα διδάξει όλη την αλήθεια. Μόλις την είδε ο Κύριος τόσο θερμή της λέγει απροκάλυπτα: Εγώ είμαι ο Χριστός, που σου μιλώ. Εκείνη γίνεται αμέσως εκλεκτή ευαγγελίστρια και αφήνοντας τη υδρία και το σπίτι της τρέχει και παρασύρει όλους τους Σαμαρείτες πρός το Χριστό και αργότερα με τον υπόλοιπο φωτοειδή βίο της (ως Αγία Φωτεινή) σφραγίζει με το μαρτύριο την αγάπη της προς τον Κύριο.

(Απόσπασμα ομιλίας του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά)


Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

Ο ΠΑΡΑΛΥΤΟΣ ΚΙ ΕΜΕΙΣ


 του π. Χριστόδουλου Μπίθα



Ἀμέσως μετά τήν Ἀνάσταση θεσπίστηκε νά ἀκοῦμε τρεῖς εὐαγγελικές περικοπές. Ἡ πρώτη τό βράδυ τῆς Ἀναστάσεως, μετά τοῦ Θωμᾶ καί ὕστερα τῶν Μυροφόρων. Καί οἱ τρεῖς γιά νά διατρανώσουν μέσα μας τήν πεποίθηση ὅτι ὁ Χριστός ἀναστήθηκε κι ὅτι ὅλα τά γεγονότα τῆς Θείας Οἰκονομίας ἔτσι ἔγιναν σύμφωνα μέ τή μαρτυρία αὐτῶν πού τά εἶδαν, τά ἄκουσαν καί ψηλάφησαν. Ἀμέσως μετά ἔβαλαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας νά ἀκολουθοῦν τρία ἄλλα Εὐαγγέλια πού ἀφοροῦν ἐμᾶς. Ἄν τά πρῶτα ἀφοροῦν τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τά ἑπόμενα ἀφοροῦν τή δική μας ἀνάσταση. Τήν ἀνάσταση ἀπ' τόν πνευματικό θάνατο.
Ἔτσι, λοιπόν, σήμερα, Κυριακή τοῦ Παραλύτου, τήν ἄλλη τῆς Σαμαρείτιδος καί μετά τοῦ Τυφλοῦ, τρία Εὐαγγέλια ἀφιερωμένα στήν ὑπενθύμιση ὅτι, ἄν ὁ Χριστός ἀναστήθηκε, κι ἐμεῖς εἴμαστε προορισμένοι νά ἀναστηθοῦμε, πρῶτα πνευματικά (ἐφόσον τό θελήσουμε βέβαια) καί στή συνέχεια νά ἀκολουθήσουμε κι ἐμεῖς τήν ἀνάσταση μετά τόν θάνατό μας.
Ὑπάρχει ἕνα τροπάριο τῆς ἡμέρας πού λέει «ἄταφος νεκρός, ὡς ὑπάρχων ὁ παράλυτος». Σάν νά ἦταν ἄταφος νεκρός αὐτός ὁ παράλυτος. Ἐκεῖ, παρατημένος, κοντά στήν Προβατική πύλη. Λεγόταν ἔτσι γιατί ἦταν ἡ πύλη, μία ἀπό τίς πολλές στά Ἱεροσόλυμα, ὅπου ἔβαζαν τά πρόβατα ἐκεῖνα πού προορίζονταν γιά τίς θυσίες στό θυσιαστήριο. Ἦταν ἐκεῖ, λοιπόν, κοντά στήν πύλη αὐτή τήν Προβατική μιά κολυμπήθρα, μιά δεξαμενή πού λεγόταν Βηθεσδά, πού σημαίνει τό σπίτι τοῦ ἐλέους. Καί ἐκεῖ ὑπῆρχε μιά παλιά ἑβραϊκή παράδοση ὅτι, ὅταν ταραζόταν τό ὕδωρ κάποια στιγμή ἀπό ἄγγελο Κυρίου, ὅποιος προλάβαινε κι ἔπεφτε μέσα πρῶτος, θεραπευόταν.
Ὁ Κύριος λοιπόν περνᾶ ἀπό ἐκεῖ. Φανταζόμαστε τό θέαμα: Ἕνα σωρό ἄνθρωποι, σακάτηδες, τυφλοί, ἀναγκεμένοι, σέρνονται γύρω ἀπό τό στηθαῖο τῆς δεξαμενῆς καί ἀνάμεσα σ' ὅλους αὐτούς ὁ Κύριος ἑστιάζει σ' ἕνα πρόσωπο. Ὁ Κύριος πού καταλαβαίνει τίς ψυχές ὅλων μας, βλέπει ἕναν ἄνθρωπο πού εἶναι διαφορετικός ἀπό ὅλους ἐκείνους πού ἀπευθυνόταν συνήθως στά ἄλλα θαύματα πού ἔκανε. Ἕνας παράλυτος 38 χρόνια βρισκόταν ἐκεῖ καί δέν εἶχε βρεῖ ποτέ κανένα νά τόν ρίξει μέσα στή δεξαμενή. Ὁ ἴδιος ἦταν δύσκολο νά κινηθεῖ. Πρίν προλάβει, λοιπόν, νά πεῖ τίποτα ἐκεῖνος στόν Χριστό (μᾶλλον δέν σκόπευε) γυρνάει ὁ Κύριος, τόν κοιτάει στά μάτια καί τοῦ λέει: «Θέλεις νά θεραπευτεῖς»; Ἐκεῖνος ἀρχίζει τό παράπονο: «Τόσα χρόνια εἶμαι ἐδῶ καί δέν βρέθηκε ἕνας ἄνθρωπος νά μέ ρίξει μέσα». «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω»! Καί ὁ Χριστός, βλέποντας τήν κραυγή πού ὑπάρχει βαθιά μέσα στήν ψυχή του γίνεται ὁ δικός του ἄνθρωπος. Ὁ παράλυτος λέει «δέν ἔχω κανένα». Καί ὁ Χριστός γίνεται συγγενής του, γίνεται φίλος του, γίνεται ἀδερφός του, γίνεται δικός του καί δέν χρειάζεται νά τόν πετάξει μέσα στή δεξαμενή. Ἐκεῖνος μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τόν ἀνασταίνει, τόν σηκώνει. Ζητάει καί τή δική του συνέργεια. «Πάρε τό κρεβάτι σου καί περπάτα», λέει γιά ἀκόμα μία φορά. Γιατί ὅπως πάντα λέμε, ὁ Χριστός δέν κάνει θαύματα γιά νά τά κάνει. Κάνει θαύματα γιά νά δοξαστεῖ ὁ Θεός μέσα ἀπ' τούς ἀνθρώπους πού ἐν μετανοίᾳ μετά θά Τόν δοξολογοῦν καί θά Τόν ὑμνοῦν.
Αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ὁ παράλυτος, μᾶς φέρνει κατευθεῖαν στόν νοῦ τόν παράλυτο ἐκείνης τῆς ἄλλης διηγήσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Ἄς τό θυμηθοῦμε γιατί ἔχει σημασία. Ἦταν ὁ Κύριος κάπου ἀλλοῦ, σ' ἕνα σπίτι. Καί ξαφνικά ἐμφανίστηκαν κάποιοι ἄνθρωποι πού κρατοῦσαν ἕνα κρεβάτι κι εἶχαν ἕναν παράλυτο. Κι ἦταν τόσο μεγάλη ἡ ἀγάπη τους γι' αὐτόν τόν παράλυτο πού γκρέμισαν, ἐπειδή δέν μποροῦσαν νά μποῦν, τή στέγη τοῦ σπιτιοῦ καί τόν κατέβασαν μέσα. Καί τοῦ εἶπε ὁ Κύριος: «Ἐσύ θά θεραπευτεῖς γιά τήν ἀγάπη ὅλων σας».


Ἄς κοιτάξουμε τή διαφορά. Στή μία διήγηση ὑπάρχει κάποιος πού ἀγαπάει καί ἀγαπιέται. Ἡ αὐτοθυσία, ἡ ἀλληλεγγύη, ἡ ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων τῶν δικῶν του τόν ὁδηγοῦν στό θαῦμα. Ἕνας ἄνθρωπος ἄξιος νά ἀγαπήσει καί νά ἀγαπηθεῖ δέν χρειάζεται νά πεῖ τίποτε ἄλλο. Εἶναι μέσα σέ μιά κοινωνία μέ τόν Θεό καί ἡ θεραπεία γίνεται ἀμέσως. Σήμερα, σέ αὐτή τήν περικοπή πού ἀκούσαμε, ἔχουμε ἕναν ἄνθρωπο πού ἰσχυρίζεται ὅτι 38 χρόνια δέν βρέθηκε κανείς νά τόν ρίξει μέσα. Εἶναι δυνατόν; Εἶναι δυνατόν νά μήν βρεθεῖ οὔτε ἕνας νά σέ ρίξει μέσα; Εἶναι δυνατόν νά ἔχουμε ἕνα θαῦμα διαφορετικό ἀπό τά ἄλλα; Συνήθως πλησιάζουν τόν Ἰησοῦ ἕνας ἄντρας, μιά γυναίκα μέ παρρησία καί λένε «πιστεύω ὅτι εἶσαι ὁ Υἱός τοῦ Δαυίδ, σῶσε με». Ἐδῶ δέν λέει κουβέντα. Ὁ Κύριος τόν καταλαβαίνει. Τί συμβαίνει μ' αὐτόν τόν ἄνθρωπο, μ' αὐτόν τόν παράλυτο; Ὅπως λένε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν εἶχε καθόλου ἀγάπη. Δέν ἔβρισκε οὔτε κἄν ἕναν ἄνθρωπο νά συνδεθεῖ μαζί του, νά πάει νά περιμένει, νά κάθεται. Οἱ ἄλλοι γκρέμισαν μιά στέγη γιά νά βάλουν τόν ἀγαπημένο τους. Ἐδῶ δέν βρέθηκε οὔτε ἕνας νά κάθεται λίγο μαζί του νά τοῦ κάνει παρέα. Τί συνέβαινε μέ αὐτόν τόν ἄνθρωπο; Ἦταν βυθισμένος στή μοναξιά του. Προφανῶς μποροῦμε νά ὑποθέσουμε ὅτι τίς μέρες πού περνοῦσαν μέσα στά χρόνια γκρίνιαζε, φώναζε, μουρμούραγε, τά 'χε μέ ὅλους, τούς κατηγοροῦσε. Καί μᾶς ἔρχεται στόν νοῦ ποιός ἄλλος; Ὁ ἑαυτός μας. Πού καθώς περνάει ὁ χρόνος, παράλυτοι ἐμεῖς ἀπό τήν ἁμαρτία, σιγά σιγά χάνουμε τήν πίστη μας στήν ἀγάπη. Ἀποτυγχάνουμε. Χάνουμε φίλους, χάνουμε παρέες. Μπορεῖ νά χωρίσουμε. Μπορεῖ νά ἔχουμε μιά ἐπαγγελματική ἀποτυχία. Κλεινόμαστε στόν ἑαυτό μας, εἰδικά σ' αὐτούς τούς καιρούς τούς περίεργους καί ἀφιλόξενους. Κλεινόμαστε μόνοι μας καί ἀρχίζουμε κι ἐμεῖς αὐτά πού ἔλεγαν καί οἱ προηγούμενοι: «Δέν ὑπάρχει ἀγάπη, δέν ὑπάρχει φιλία, δέν ὑπάρχουν ἀξίες, τόν ἑαυτό σου νά κοιτᾶς». Καί καθώς τά λέμε αὐτά, ὅλο καί περισσότερο κλεινόμαστε στόν ἑαυτό μας. Τί θλιβερό πού εἶναι, ἄνθρωποι νά τερματίζουν τή ζωή τους καί νά μήν ἔχουν οὔτε ἕναν φίλο. Καί χειρότερο ἀπό αὐτό. Νά μήν τούς ἀγαποῦν οἱ συγγενεῖς τους καί πάντα νά τούς φταῖνε οἱ ἄλλοι. Πάντα νά φταῖνε οἱ ἄλλοι, ποτέ οἱ ἴδιοι.
Ὁ Κύριος κάνει τή θεραπεία σ' αὐτόν τόν ἄνθρωπο πού θέλησε νά τόν ξεχωρίσει, ὄχι γιατί κατάλαβε ὅτι Αὐτός ἦταν προφήτης, ὅτι ἦταν δάσκαλος, ὅτι ἦταν Μεσσίας, ἀλλά τόν ξεχώρισε γιατί ἦταν τόσο πολύ δυστυχισμένος, μά τόσο πολύ δυστυχισμένος, πού ὅλους τούς εἶχε διώξει ἀπό κοντά του. Ὅταν τόν θεραπεύει καί αὐτός μέσα στή χαρά τῆς θεραπείας του σηκώνεται πάνω (ἄς τό σκεφτοῦμε αὐτό, πῶς εἶναι νά εἶσαι καθηλωμένος χρόνια ὁλόκληρα καί νά σηκώνεσαι ὄρθιος), ὅταν σηκώνεται πάνω καί ἀρχίζει νά ζητωκραυγάζει τοῦ λέει «πήγαινε καί μήν ξανακάνεις τά ἴδια, γιατί τότε θά 'ναι χειρότερα. Μήν ξαναμαρτήσεις». Αὐτή ἦταν ἡ ἁμαρτία του. Εἶχε ξεχάσει τί θά πεῖ ἀγάπη. Ἄρα εἶχε ξεχάσει τί θά πεῖ Θεός. Ἄρα εἶχε ξεχάσει τί θά πεῖ πλησίον καί συνάνθρωπος. Ἄρα βρισκόταν σέ μιά σκοτεινιά τεράστια μέσα στήν ψυχή του.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας κάνουν σέ αὐτή τήν περικοπή καί μιά ἀλληγορική ἑρμηνεία. Λένε ὅτι ὁ παράλυτος εἶναι ὁ λαός τοῦ Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκεῖ καθηλωμένος μέσα στήν ἱστορία καί περιμένει τόν Θεό νά ἔρθει νά τόν σώσει. Κι ἐκεῖνος, ὁ λαός τοῦ Ἰσραήλ, μές τή δυστυχία του, ὕστερα ἀπό συνεχεῖς ταπεινώσεις καί αἰχμαλωσίες καί συνεχεῖς καταστολές τῶν ἐξεγέρσεών του, ὕστερα ἀπό 6 αἰῶνες δυστυχίας, ἐκεῖ, παρότι περιμένουν ἕναν ἄλλο Μεσσία, ἐντελῶς διαφορετικό συναντοῦν τόν Χριστό. Κι ἕνα μέρος ἀπό αὐτούς τούς ἀνθρώπους, τούς Ἰσραηλίτες, γίνονται οἱ πρῶτοι Χριστιανοί καί μεταδίδουν τό Εὐαγγέλιο σ' ὅλο τόν κόσμο.
Ἔρχεται ὁ συνειρμός στόν δικό μας τόν λαό. Πού εἶναι ἐπίσης παράλυτος. Δύο χιλιάδες χρόνια μετά τήν ἔλευση τοῦ Κυρίου, 3-4 χιλιάδες χρόνια μετά πού ἄρχισε νά λάμπει ἐδῶ αὐτός ὁ πολιτισμός ὁ σπουδαῖος, κοιτώντας γύρω βλέπουμε μιά πολύ μεγάλη παραλυσία. Ἄν ἔπρεπε νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς, θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ἡ κυρίαρχη θρησκεία πού ὑπάρχει γύρω μας σ' αὐτή τήν ἐποχή εἶναι ἕνας ἀγνωστικισμός. Σέ πολλούς ἕνας ἀθεϊσμός. Στούς περισσότερους μιά ἔλλειψη ἀξιῶν, μιά ἀδιαφορία γιά τά πάντα.
Πόσους ἀνθρώπους δέν ξέρουμε πού εἶναι ἔτσι; Μπορεῖ νά ἔχουν χρήματα, νά ἔχουν κοινωνική καταξίωση, νά ἔχουν καθωσπρεπισμό κι ὅμως εἶναι βυθισμένοι σ' ἕνα σκοτάδι. Κάποιος ἀπαισιόδοξος θά ἔλεγε ὅτι οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἔτσι εἴμαστε. Κάποιος αἰσιόδοξος θά ἔλεγε ὅτι εἴμαστε ἔτσι ἀλλά μπορεῖ νά τό καταλαβαίνουμε. Ἡ πραγματικότητα τῆς κοινωνίας, εἰδικά στίς μεγάλες πόλεις, μᾶς θυμίζει πάρα πολύ τή σημερινή περικοπή. Ἄνθρωποι παράλυτοι ψυχικά, ἠθικά, ἀπό τίς ἀξίες. Πού ὅλη τήν ὥρα λένε «ἄν εἶχα κάποιον νά μέ βοηθήσει τότε μπορεῖ νά ἄλλαζα. Ἄν ὑπῆρχε Θεός καί μοῦ ἐμφανιζόταν καί μοῦ 'κανε ἕνα θαῦμα, τότε μπορεῖ νά ἄλλαζα». Ἄν, ἄν, ἄν... καί ἐν τῷ μεταξύ πάντα φταῖνε οἱ ἄλλοι. 
Κι ὅπως λέει ἐκεῖνο τό τραγουδάκι τό ὡραῖο «πάντα γι' ἄλλους μιλᾶμε», ποτέ γιά τόν ἑαυτό μας. Πρόθυμοι νά κουτσομπολέψουμε, νά κατηγορήσουμε, νά οἰκτίρουμε τόν ὁποιονδήποτε. Φτάνει νά μήν μᾶς ποῦν τίποτα γιά τόν ἑαυτό μας. Ὅταν μᾶς ποῦν κάτι θυμώνουμε, παρεξηγιόμαστε, βρίζουμε, ἔχουμε ὅλες τίς δικαιολογίες τοῦ κόσμου. Κανείς δέν ἔχει δικαιολογία παρά μόνο ἐμεῖς. Ἔτσι κάνουμε. Κι ὅσο μεγαλώνουμε χειρότεροι γινόμαστε. 


Ποιά εἶναι ἡ ἐλπίδα λοιπόν; Ἡ ἐλπίδα εἶναι τό παράδειγμα τοῦ ἄλλου παραλυτικοῦ. Ἡ ἐλπίδα εἶναι ὅτι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποφασίσει νά πεῖ ἕνα ὄχι σέ αὐτή τήν πεπτωκυία φύση, τή χοϊκή, τή χωμάτινη πού μᾶς τραβάει πρός τά κάτω, πού θέλει νά μᾶς κλείσει στόν ἑαυτό μας, ὅταν ἀποφασίσει ὅτι πρέπει νά ἀγαπήσει ἀκόμα κι ἄν ἡ φύση του, ἡ ἁμαρτία του τοῦ λέει τό ἀντίθετο, ὅταν ἀποφασίσει ὅτι πρέπει νά συγχωρήσει, ὅταν ἀποφασίσει ὅτι δέν πρέπει νά κατακρίνει, τότε ἔρχεται ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καί ἀναπληρώνει αὐτά πού φαίνονται ἀδύνατα γιά μᾶς.  
Ἄς σκεφτοῦμε μόνο ἀπό ἐκείνους ὅλους τούς ἀνθρώπους πού ἤ θεραπεύτηκαν, ἤ γλίτωσαν ἀπό τόν θάνατο, πόσοι ἄραγε δοξολόγησαν μέ τήν ἴδια τους τή ζωή; Ἄς θυμηθοῦμε ἐκείνη τή διήγηση μέ τούς λεπρούς. «Δέκα θεραπεύτηκαν, οἱ ἄλλοι ἐννιά πού πῆγαν»; ρωτάει ὁ Κύριος. Ἀπό ἐκείνους τούς καλούς ἀνθρώπους πού θεραπεύτηκαν ἀπό κάποιο θαῦμα καί γλίτωσαν πόσοι ἄραγε ἀναγνώρισαν, πέρα ἀπό τά πανηγύρια μιά φορά τόν χρόνο κι ἴσως ἕνα τάμα, τό θαῦμα στή ζωή τους; Πόσοι τό ἀναγνώρισαν οὕτως ὥστε νά ἀλλάξει ἡ ζωή τους, νά προχωρήσουν πρός τόν Θεό, νά πιστέψουν στό Εὐαγγέλιο, νά ἀρχίσουν νά ζοῦν στήν Ἐκκλησία τῶν μυστηρίων, νά πάψουν νά βλέπουν τυπικά τήν Ἐκκλησία, νά πάψουν νά κατηγοροῦν τούς ἄλλους, νά κατηγοροῦν τούς ἐπισκόπους, τούς ἱερεῖς κι ἔτσι οἱ ἴδιοι νά μήν συνεχίζουν νά κάνουν τά δικά τους. Πόσοι ἄραγε; Μόνο ὁ Θεός τό ξέρει. 
Εἴμαστε σίγουροι ὅμως ὅτι ἀπ' ὅλους ἐκείνους τούς ἀνθρώπους πού εὐεργετήθηκαν τότε, θά ὑπῆρξαν ἄνθρωποι πού θά ἀναγνώρισαν τό σημαντικότερο. Αὐτό πού καλεῖται ὁ καθένας μας νά ἀναγνωρίσει. Ὅτι τό θαῦμα δέν εἶναι κάτι πού γίνεται ἀπ᾽ ἔξω μας, γιά νά μᾶς λύσει ἕνα θέμα, μιά ἀρρώστια, μιά ἀποτυχία. Τό θαῦμα ἀρχίζει καί τό ζεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀφιερώσει τήν καρδιά του στόν Θεό. 
Κάντε τήν ἀγάπη ζωή σας. Αὐτό εἶναι τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Δέν εἶναι οἱ νόμοι καί οἱ κανόνες. Αὐτά ὑπάρχουν ἁπλῶς νά μᾶς δείχνουν, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ποιά εἶναι ἡ ἁμαρτία μας. Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη. Μόνο αὐτή μπορεῖ νά σώσει τόν κόσμο, πού αἱματοκυλιέται καθημερινά σέ πολέμους, σέ ἐγκλήματα, σέ ταραχές, σέ καταστροφές.  
Πῶς κατάντησε ἡ Ἑλλάδα βλέπετε! Ἐμεῖς πού ζήσαμε στήν κάποτε παλιά Ἀθήνα, πού ἔλεγε τό τραγουδάκι «διαμαντόπετρα τῆς γῆς τό δαχτυλίδι», τή βλέπουμε τώρα τσαλακωμένη, καταματωμένη, μέ τό κέντρο της τό ὄμορφο, μέ τά νεοκλασσικά κτήρια, μέ τά ἀγάλματα τῶν ποιητῶν καί τῶν μεγάλων σοφῶν μουτζουρωμένα, μαυρισμένα, μέ σπασμένες τίς προθῆκες τῶν καταστημάτων, μέ ἀνθρώπους νά χτυπάει ὁ ἕνας τόν ἄλλο καί κανείς νά μήν ξέρει γιατί χτυπάει καί ποιόν χτυπάει.
Μόνο ἡ ἀγάπη μπορεῖ νά σώσει αὐτό τόν κόσμο. Ὄχι γιατί ἔχουμε στό μυαλό μας οὐτοπίες ὅτι τάχα θά γίνει κάποτε κάποια χριστιανική δημοκρατία. Ὁ Χριστός τό ἀπέκλεισε αὐτό. Ἐτοῦτος ὁ κόσμος θά τελειώσει ἔτσι ὅπως πορεύεται. Μέ τόν ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου, τόν σατανᾶ, νά διαφεντεύει τίς πληγές ὅλων τῶν ἀνθρώπων πού εἶναι παράλυτοι. Ἀλλά ὅπως λέει ἡ ἀποκάλυψη «ὅποιος συνταχθεῖ μέ τό ἀρνίο, μέ τόν Χριστό, θά σωθεῖ». Ὅποιος συντάσσεται μέ τόν Χριστό δέν κινδυνεύει ἀπό τίποτα. Ὅποιος μετέχει τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῆς Θείας Κοινωνίας, ἀλλά συνειδητά, ὄχι τυπικά καί ἐθιμοτυπικά. 
Χριστιανοί πρέπει νά γινόμαστε γιά νά σωθοῦμε, γιά νά νοιώσουμε τή χαρά. Ὄχι ἐπειδή εἴμαστε Ἕλληνες. Χριστιανοί πρέπει νά γινόμαστε γιατί καταλάβαμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὁ παράλυτος δέν ἔχει μέλλον. Ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὁ παράλυτος σέ αὐτή τή ζωή θά 'ναι μόνος του καί δέν θά βρίσκει οὔτε ἕναν ἄνθρωπο νά τοῦ συμπαρασταθεῖ. Καί θά παρακαλεῖ καί θά παρακαλεῖ καί θά τά βάζει μέ ὅλους. Μόνο ἡ ἀγάπη, ἀδερφοί μου, μπορεῖ νά σώσει αὐτό τόν κόσμο. Μόνο ὁ Χριστός δηλαδή!
Ἔτσι, λοιπόν, κάθε φορά πού βρισκόμαστε μπροστά στήν ἀνάμνηση ἑνός θαύματος, συνεχῶς δηλαδή, γιατί ἡ Ἐκκλησία μας κάθε μέρα γιορτάζει τήν ἀνάμνηση τοῦ θαύματος, ἄς θυμόμαστε: Θαῦμα κατά τήν ὀρθόδοξη θεολογία δέν εἶναι μόνο ἡ ἔκτακτη ὑπερφυσική ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀλλά θαῦμα πραγματικό εἶναι τό νά ζεῖ ὁ ἄνθρωπος τό θαῦμα αὐτό κάθε μέρα στή ζωή του. Νά δοξάζει τό πρωί πού σηκώνεται καί νά λέει «Δόξα τῷ Θεῷ, εἶναι θαῦμα πού ζῶ! Θά μποροῦσα νά 'χα πεθάνει». Νά τρώει καί νά κάνει τόν σταυρό του ὄχι τυπικά, ἀλλά νά λέει «Δόξα τῷ Θεῷ πού ἔχω νά φάω, ἔστω κι ἕνα καρβέλι ψωμί». Νά τελειώνει τό βράδυ καί νά λέει «Δόξα τῷ Θεῷ πού βγῆκε ἡ σημερινή ἡμέρα! Κι ἄν ἔκανα λάθη, Θεέ μου, σέ παρακαλῶ συγχώρεσέ με. Δόξα τῷ Θεῷ γιά τό δῶρο τῆς ζωῆς»!
Ὅταν καί ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά ἀντιμετωπίζει τή ζωή του σάν θαῦμα, τότε συγκλονισμένος βλέπει χιλιάδες θαύματα νά γίνονται γύρω του. Δέν χρειάζεται πιά ἀποδείξεις. Δέν χρειάζεται νά διαβάσει κανείς βιβλία μέ θαύματα. Τό ζεῖ τό θαῦμα. Γιατί ζεῖ Κύριος ὁ Θεός. Ὁ Θεός νά εἶναι μαζί μας, νά μᾶς εὐλογεῖ καί νά μᾶς φωτίζει! Ἀμήν!