Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Ο­μι­λί­α εις την Θεί­αν Με­τα­μόρ­φω­σιν του Κυ­ρί­ου


«Ο­μι­λί­α εις την Θεί­αν Με­τα­μόρ­φω­σιν του Κυ­ρί­ου
και Θε­ού και Σω­τή­ρος η­μών Ι­η­σού Χρι­στού»

Α­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου Πα­λα­μά


(νε­ο­ελ­λη­νι­κή α­πό­δο­ση)


Ο Προ­φή­της Η­σα­ΐ­ας προ­εί­πε για το ευ­αγ­γέ­λιο ό­τι «λό­γο συν­τε­τμη­μέ­νο θα δώ­σει ο Κύ­ριος ε­πί της γης» (Ησ. 10, 25). Συν­τε­τμη­μέ­νος λό­γος εί­ναι ε­κεί­νος, που μέ­σα σε λί­γες λέ­ξεις πε­ρι­κλεί­ει πλού­σιο νό­η­μα. Ας ε­πα­νε­ξε­τά­σου­με λοι­πόν σή­με­ρα ό­σα έ­χου­με εκ­θέ­σει κι ας προ­σθέ­σου­με ό­σα υ­πο­λεί­πον­ται, για να εμ­φο­ρη­θού­με α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τα ε­να­πο­κεί­με­να ά­φθαρ­τα νο­ή­μα­τα και ο­λό­κλη­ροι να κα­τα­λη­φθού­με α­πό τα θεί­α.


«Τον και­ρό ε­κεί­νο πα­ρα­λαμ­βά­νει ο Ι­η­σούς τον Πέ­τρο, τον Ι­ά­κω­βο και τον Ι­ω­άν­νη και τους α­νε­βά­ζει σε ό­ρος υ­ψη­λό κατ᾽ ι­δί­αν. Ε­κεί με­τα­μορ­φώ­θη­κε ε­νώ­πιόν τους και έ­λαμ­ψε το πρό­σω­πό Του ό­πως ο ή­λιος» (Ματθ. 17, 1). Ι­δού τώ­ρα εί­ναι και­ρός ευ­πρόσ­δε­κτος, σή­με­ρα η­μέ­ρα σω­τη­ρί­ας, α­δελ­φοί, η­μέ­ρα θεί­α, νέ­α και α­ΐ­διος, που δεν με­τρεί­ται με δι­α­στή­μα­τα, δεν αυ­ξο­μει­ώ­νε­ται, δεν δι­α­κό­πτε­ται α­πό νύ­κτα. Δι­ό­τι εί­ναι η η­μέ­ρα του Ή­λιου της δι­και­ο­σύ­νης, ο ο­ποί­ος δεν υ­φί­στα­ται αλ­λοί­ω­ση η σκια έ­νε­κα με­τα­τρο­πής» (Ι­ακ. 1, 7). Αυ­τός, αφ᾽ ό­του φι­λαν­θρώ­πως έ­λαμ­ψε σε μας με ευ­δο­κί­α του Πα­τρός και συ­νερ­γί­α του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος και μας ε­ξή­γα­γε α­πό το σκο­τά­δι στο θαυ­μα­στό του φως, συ­νε­χί­ζει για πάν­τα να λάμ­πει πά­νω α­πό τα κε­φά­λια μας ως ά­δυ­τος ή­λιος.


Ε­πει­δή, λοι­πόν, εί­ναι δι­και­ο­σύ­νης και α­λή­θειας ή­λιος, δεν α­νέ­χε­ται να φέγ­γει και να γνω­ρί­ζε­ται α­πό αυ­τούς που με­τέρ­χον­ται το ψεύ­δος η υ­ψώ­νουν την α­δι­κί­α με λό­για η την ε­πι­δει­κνύ­ουν με έρ­γα. Αλ­λά εμ­φα­νί­ζε­ται και γί­νε­ται πι­στευ­τός α­πό τους ερ­γά­τες της δι­και­ο­σύ­νης και τους ε­ρα­στές της α­λή­θειας και αυ­τούς ευ­φραί­νει με τις λάμ­ψεις Του. Αυ­τό εί­ναι που λέ­ει η Γρα­φή «Φως α­νέ­τει­λε για τον δί­και­ο και η σύ­ζυ­γός του ευ­φρο­σύ­νη» (Ψαλμ. 96, 12). Γι᾽ αυ­τό και ο ψαλ­μω­δός προ­φή­της ά­δει προς τον Θε­όν: «Το Θα­βώρ και ο Ερ­μών θα α­γαλ­λιά­σουν στο ό­νο­μά σου» (Ψαλμ. 88, 12), προ­α­ναγ­γέλ­λον­τας την ευ­φρο­σύ­νη που προ­κλή­θη­κε αρ­γό­τε­ρα στο ό­ρος α­πό την έλ­λαμ­ψη ε­κεί­νη σ᾽ αυ­τούς που την εί­δαν.


Ο δε Η­σα­ΐ­ας λέ­ει: «λύ­σε κά­θε δε­σμό α­δι­κί­ας, δι­ά­λυ­σε τους κόμ­πους βια­ίων συν­θη­κών, κά­θε ά­δι­κη συμ­φω­νί­α α­ναί­ρε­σε» (Ησ. 58, 6). Και κα­τό­πιν: «Τό­τε θα ξε­χυ­θεί σαν την αυ­γή το φως σου και τα ι­ά­μα­τά σου γρή­γο­ρα θα α­να­τεί­λουν, θα πο­ρεύ­ε­ται ε­νώ­πιόν σου η δι­και­ο­σύ­νη σου και η δό­ξα του Θε­ού θα σε προ­στα­τεύ­ει» (Ησ. 58, 8). Και πά­λι, «ε­άν α­φαι­ρέ­σεις α­πό σέ­να δε­σμό και χει­ρο­νο­μί­α κα­τα­δι­κα­στι­κή και κα­κο­λο­γί­α, και δώ­σεις στον πει­να­σμέ­νο άρ­το με την ψυ­χή σου και χορ­τά­σεις ψυ­χή τα­πει­νω­μέ­νη, τό­τε θα α­να­τεί­λει μέ­σα α­πό το σκο­τά­δι το φως σου και το σκο­τά­δι σου θα γί­νει σαν με­ση­μέ­ρι» (Ησ. 58, 9). Πράγ­μα­τι, τους κα­θι­στά κι αυ­τούς άλ­λους ή­λιους, πά­νω στους ο­ποί­ους ο ή­λιος αυ­τός θα λάμ­ψει α­πλέ­τως· «δι­ό­τι θα λάμ­ψουν και οι δί­και­οι ό­πως ο ή­λιος στην βα­σι­λεί­α του Πα­τρός τους» (Ματθ. 13, 43).


Ας α­πο­βάλ­λου­με λοι­πόν, α­δελ­φοί, τα έρ­γα του σκό­τους, κι ας ερ­γα­ζό­μα­στε τα έρ­γα του φω­τός, ώ­στε ό­χι μό­νο να βα­δί­σου­με ευ­σχη­μό­νως σαν σε τέ­τοι­α η­μέ­ρα, αλ­λά και η­μέ­ρας υι­οί να γί­νου­με. Και ας α­νε­βού­με στο ό­ρος, ό­που ο Χρι­στός έ­λαμ­ψε, για να δού­με τι συ­νέ­βη ε­κεί. Η μάλ­λον, ε­άν εί­μα­στε ό­πως πρέ­πει και έ­χου­με γί­νει ά­ξιοι τέ­τοι­ας η­μέ­ρας, ο ί­διος ο Λό­γος του Θε­ού θα μας α­νε­βά­σει στον κα­τάλ­λη­λο και­ρό. Τώ­ρα ό­μως, πα­ρα­κα­λώ, εν­τεί­νε­τε και α­νυ­ψώ­στε τους ο­φθαλ­μούς της δι­ά­νοι­ας προς το φως του ευ­αγ­γε­λι­κού κη­ρύγ­μα­τος, έ­ως ό­του με­τα­μορ­φω­θεί­τε με την α­να­καί­νι­ση του νου σας και έ­τσι α­πο­κτών­τας την θεί­α αί­γλη α­πό ψη­λά, να γί­νε­τε σύμ­μορ­φοι με το ο­μοί­ω­μα της δό­ξας του Κυ­ρί­ου (Φιλ. 3, 21), του ο­ποί­ου το πρό­σω­πο ε­πά­νω στο ό­ρος έ­λαμ­ψε σή­με­ρα σαν τον ή­λιο.


Τι ση­μαί­νει «σαν τον ή­λιο;» Κά­πο­τε το η­λια­κό φως δεν υ­πήρ­χε σαν σε σκεύ­ος στον δί­σκο τού­το. Το μεν φως εί­ναι πρω­το­γεν­νη­μέ­νο, τον δε δί­σκο την τε­τάρ­τη η­μέ­ρα δη­μι­ούρ­γη­σε ο Κτί­στης των πάν­των, α­νά­βον­τας σ᾽ αυ­τόν το φως και κά­μνον­τάς τον ά­στρο που φέρ­νει την η­μέ­ρα και συγ­χρό­νως φαί­νε­ται την η­μέ­ρα. Κα­τά τον ί­διο τρό­πο και το φως της θε­ό­τη­τας κά­πο­τε δεν βρι­σκό­ταν σαν σε σκεύ­ος στο σώ­μα του Χρι­στού. Ε­κεί­νο μεν εί­ναι πριν α­πό κά­θε αρ­χή και δί­χως αρ­χή. Τού­το δε το πρόσ­λημ­μα, το ο­ποί­ο έ­λα­βε α­πό μας ο Υι­ός του Θε­ού, δη­μι­ουρ­γή­θη­κε για χά­ρη μας στους ύ­στε­ρους χρό­νους, λαμ­βά­νον­τας εν­τός του το πλή­ρω­μα της θε­ό­τη­τας. Έ­τσι εμ­φα­νί­σθη­κε φω­στή­ρας θε­ο­ποι­ός και συ­νά­μα θε­ο­φεγ­γής. Έ­τσι έ­λαμ­ψε το πρό­σω­πο του Χρι­στού ό­πως ο ή­λιος, τα δε ι­μά­τιά Του έ­γι­ναν λευ­κά ό­πως το φως. Ο δε Μάρ­κος λέ­ει «στιλ­πνά και λευ­κά πο­λύ σαν χι­ό­νι, τέ­τοι­α που δεν μπο­ρεί να λευ­κά­νει γνα­φέ­ας ε­πί της γης» (Μαρκ. 9, 3).


Λαμ­πρύν­θη­κε, λοι­πόν, με το ί­διο φως και το προ­σκυ­νη­τό ε­κεί­νο σώ­μα του Χρι­στού και τα ι­μά­τια, αλλ᾽ ό­χι ε­ξί­σου. Δι­ό­τι το μεν πρό­σω­πό Του σαν τον ή­λιο έ­λαμ­ψε, τα δε ι­μά­τια, ε­φό­σον άγ­γι­ζαν το σώ­μα Του, έ­γι­ναν φω­τει­νά. Και έ­δει­ξε με αυ­τό ποι­ές εί­ναι οι στο­λές της δό­ξας, που θα εν­δυ­θούν κα­τά τον μέλ­λον­τα αι­ώ­να ό­σοι πλη­σί­α­σαν τον Θε­ό, και ποι­ά εί­ναι τα εν­δύ­μα­τα της α­να­μαρ­τη­σί­ας, τα ο­ποί­α ό­ταν α­πέ­βα­λε ο Α­δάμ λό­γω της πα­ρα­βά­σε­ως, φαι­νό­ταν γυ­μνός και αι­σθα­νό­ταν ντρο­πή. Ο μεν θεί­ος Λου­κάς λέ­ει: «Έ­γι­νε η μορ­φή Του δι­α­φο­ρε­τι­κή και η εν­δυ­μα­σί­α Του λευ­κή και α­πα­στρά­πτου­σα», βλέ­πον­τας ό­τι ό­λα τα ε­κεί τε­λού­με­να δεν έ­χουν κά­τι αν­τί­στοι­χο να συγ­κρι­θούν. Ο δε Μάρ­κος ει­κο­νί­ζει μεν τα ι­μά­τια, λέ­γον­τας ό­μως ό­τι εί­ναι στιλ­πνά και λευ­κά σαν χι­ό­νι έ­δει­ξε και αυ­τός ό­τι οι ει­κό­νες και τα πα­ρα­δείγ­μα­τα υ­στε­ρούν έ­ναν­τι της θέ­ας των ι­μα­τί­ων ε­κεί­νων. Δι­ό­τι το χι­ό­νι εί­ναι μεν λευ­κό, αλλ᾽ ό­χι στιλ­πνό. Έ­χει πάν­τα α­νώ­μα­λη ε­πι­φά­νεια, ε­φό­σον ό­λο α­πο­τε­λεί­ται α­πό μι­κρές φυ­σα­λί­δες λό­γω της μί­ξε­ως του ε­νυ­πάρ­χον­τος σ᾽ αυ­τό α­έ­ρα. Ό­ταν δη­λα­δή το σύν­νε­φο δεν έ­χει α­κό­μη συ­στα­θεί τε­λεί­ως και δεν μπο­ρεί να α­πο­βά­λει τον ε­νυ­πάρ­χον­τα α­έ­ρα, πή­ζει α­πό την σφο­δρό­τη­τα του ψύ­χους και έ­τσι κα­τέρ­χε­ται γε­μά­το α­έ­ρα, λευ­κό και α­νώ­μα­λο, ό­πως πε­ρί­που ο α­φρός.


Ε­πει­δή, λοι­πόν, δεν αρ­κού­σε το λευ­κό του χι­ο­νιού, για να πα­ρα­στή­σει την τερ­πνό­τη­τα της θέ­ας ε­κεί­νης, συμ­πε­ρι­λή­φθη­κε και το στιλ­πνό, δεί­χνον­τας και μ᾽ αυ­τά ο ευ­αγ­γε­λι­στής την υ­περ­φυ­ή φύ­ση του φω­τός ε­κεί­νου, με το ο­ποί­ο τα ι­μά­τια ε­κεί­να έ­γι­ναν στιλ­πνά και λευ­κά. Πράγ­μα­τι, δεν εί­ναι ι­δι­ό­τη­τα του φω­τός να κα­θι­στά λευ­κά και στιλ­πνά αυ­τά που φω­τί­ζει, αλ­λά να δεί­χνει το χρώ­μα τους. Αν­τι­θέ­τως, ε­κεί­νο, κα­θώς φαί­νε­ται, τα α­πο­κά­λυ­ψε η μάλ­λον τα αλ­λοί­ω­σε, πράγ­μα που δεν συ­νι­στά ι­δι­ό­τη­τα αι­σθη­τού φω­τός. Το δε α­κό­μη πα­ρα­δο­ξό­τε­ρο, ό­τι και ό­ταν τα αλ­λοί­ω­σε, τα δι­α­τή­ρη­σε πά­λι α­ναλ­λοί­ω­τα, ό­πως φά­νη­κε λί­γο αρ­γό­τε­ρα. Πως να τα ε­νερ­γεί αυ­τά φως γνώ­ρι­μο σε μας; Γι᾽ αυ­τό ο ευ­αγ­γε­λι­στής θέ­λον­τας να δεί­ξει υ­περ­φυ­ή ό­χι μό­νο την υ­πε­ρο­χι­κή λαμ­πρό­τη­τα και ο­μορ­φιά του προ­σώ­που του Κυ­ρί­ου, αλ­λά και την ω­ραι­ό­τη­τα των εν­δυ­μά­των, πα­ρα­μέ­ρι­σε με τρό­πο την φυ­σι­κή ω­ραι­ό­τη­τα συ­νά­πτον­τας την στιλ­πνό­τη­τα με το λευ­κό του χι­ο­νιού. Ε­πει­δή ό­μως και η τέ­χνη μα­ζί με την φύ­ση ε­πι­νο­εί το ω­ραί­ο, θέ­τον­τας ε­κεί­νη την ο­μορ­φιά πά­νω α­πό τε­χνη­τούς ω­ρα­ϊ­σμούς, α­να­φέ­ρει: «τέ­τοι­α, που δεν μπο­ρεί να λευ­κά­νει γνα­φέ­ας ε­πά­νω στην γη».


Αλλ᾽ ό­μως ο προ­αι­ώ­νιος Λό­γος, που σαρ­κώ­θη­κε για μας, η ε­νυ­πό­στα­τη σο­φί­α του Πα­τρός, φέ­ρει ο­πωσ­δή­πο­τε μέ­σα Του και τον λό­γο του ευ­αγ­γε­λι­κού κη­ρύγ­μα­τος· του ο­ποί­ου το γράμ­μα εί­ναι σαν εν­δυ­μα­σί­α· λευ­κό και σα­φές, συ­νά­μα δε στιλ­πνό και λαμ­πρό και σαν μαρ­γα­ρι­τά­ρι, μάλ­λον δε θε­ο­πρε­πές και έν­θε­ο γι᾽ αυ­τούς που βλέ­πουν πνευ­μα­τι­κά τα του Πνεύ­μα­τος και ερ­μη­νεύ­ουν θε­ο­πρε­πώς τις λέ­ξεις των κει­μέ­νων και δεί­χνουν ό­τι τα λό­για του ευ­αγ­γε­λι­κού κη­ρύγ­μα­τος εί­ναι τέ­τοι­α, που γνα­φέ­ας ε­πά­νω στην γη, δη­λα­δή σο­φός του κό­σμου τού­του, δεν μπο­ρεί να δι­α­σα­φή­σει. Και τι λέ­ω να δι­α­σα­φή­σει; Δεν μπο­ρεί να τα κα­τα­νο­ή­σει, ού­τε ό­ταν τα ε­ξη­γεί άλ­λος. Δι­ό­τι, κα­θώς λέ­ει ο α­πό­στο­λος, «ψυ­χι­κός άν­θρω­πος δεν δέ­χε­ται τα του Πνεύ­μα­τος, ού­τε μπο­ρεί να τα γνω­ρί­σει» (Α´ Κορ. 2, 14). Γι᾽ αυ­τό και ε­σφαλ­μέ­νως θε­ω­ρεί αι­σθη­τές τις α­σύλ­λη­πτες και θεί­ες και πνευ­μα­τι­κές ελ­λάμ­ψεις, «ε­ρευ­νών­τας πράγ­μα­τα που δεν εί­δε, μά­ται­α υ­πε­ρυ­φα­νευ­ό­με­νος με τον υ­πο­δου­λω­μέ­νο στην α­μαρ­τί­α νου του» (Κολ. 2, 18).


Αλλ᾽ ο Πέ­τρος, που ο νους του φω­τί­σθη­κε α­πό την θε­σπέ­σια ε­κεί­νη θέ­α και α­νυ­ψώ­θη­κε προς θεί­ο έ­ρω­τα και πό­θο με­γα­λύ­τε­ρο, μη θέ­λον­τας πλέ­ον να α­πο­χω­ρι­σθεί το φως ε­κεί­νο, «κα­λό εί­ναι να εί­μα­στε ε­δώ», έ­λε­γε στον Κύ­ριο, «αν θέ­λεις, ας κα­τα­σκευ­ά­σου­με ε­δώ τρεις σκη­νές, μί­α για σέ­να, μί­α για τον Μω­ϋ­σή και μί­α για τον Η­λί­α», μη γνω­ρί­ζον­τας τι λέ­ει. Δι­ό­τι, βέ­βαι­α, δεν εί­χε φθά­σει ο και­ρός της α­πο­κα­τα­στά­σε­ως. Ό­ταν έλ­θει ο και­ρός, δεν θα χρει­α­σθού­με σκη­νές χει­ρο­ποί­η­τες. Πέ­ρα α­πό αυ­τό, δεν έ­πρε­πε να ε­ξι­σώ­νει τον Δε­σπό­τη με τους δού­λους με την ο­μοι­ό­τη­τα των σκη­νών. Ο μεν Χρι­στός ως Υι­ός γνή­σιος στους κόλ­πους του Πα­τρός βρί­σκε­ται, οι δε προ­φή­τες ως υι­οί γνή­σιοι του Α­βρα­άμ στους κόλ­πους του Α­βρα­άμ ό­πως πρέ­πει θα κα­τοι­κή­σουν. Κα­θώς λοι­πόν ο Πέ­τρος στην ά­γνοι­ά του έ­λε­γε αυ­τά, «ι­δού, νε­φέ­λη φω­τει­νή τους ε­πι­σκί­α­σε», δι­α­κό­πτον­τας τους λό­γους του Πέ­τρου και δεί­χνον­τας ποι­ά εί­ναι η σκη­νή που αρ­μό­ζει στον Χρι­στό. Τι ή­ταν ό­μως αυ­τή η νε­φέ­λη και πως, ε­νώ ή­ταν φω­τει­νή, τους ε­πι­σκί­α­σε; Μή­πως εί­ναι αυ­τή το α­πρό­σι­το φως, στο ο­ποί­ο ο Θε­ός κα­τοι­κεί, το φως που εν­δύ­ε­ται σαν ι­μά­τιο; Δι­ό­τι λέ­ει: «αυ­τός που κα­θι­στά τα σύν­νε­φα ά­μα­ξά Του» (103, 4) και «έ­θε­σε το σκό­τος πε­ρι­κά­λυμ­μά Του σαν κυ­κλι­κή σκη­νή» (Ψαλμ. 17, 13), ε­νώ ο α­πό­στο­λος λέ­ει: «εί­ναι ο μό­νος που έ­χει α­θα­να­σί­α και κα­τοι­κεί σε φως α­πρό­σι­το» (Α´ Τιμ. 6, 16). Ώ­στε το ί­διο εί­ναι ε­δώ και φως και σκό­τος, που ε­πι­σκιά­ζει α­πό α­σύγ­κρι­τη λαμ­πρό­τη­τα.


Αλ­λά και αυ­τό, που λί­γο πριν εί­δαν τα μά­τια των α­πο­στό­λων, χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ως α­πρό­σι­το α­πό τους ι­ε­ρούς θε­ο­λό­γους. «Σή­με­ρα εί­ναι φω­τός α­προ­σί­του ά­βυσ­σος. Σή­με­ρα φω­τί­ζει τους α­πο­στό­λους α­πε­ρι­ό­ρι­στη έκ­χυ­ση θεί­ας αί­γλης στο Θα­βώρ». Και ο μέ­γας Δι­ο­νύ­σιος α­πο­κα­λών­τας γνό­φο το α­πρό­σι­το φως, ό­που λέ­γε­ται ό­τι κα­τοι­κεί ο Θε­ός λέ­ει ό­τι «σ᾽ αυ­τόν τον γνό­φο ει­σέρ­χε­ται ό­ποι­ος α­ξι­ώ­νε­ται να γνω­ρί­σει και να δει τον Θε­ό». Ε­πο­μέ­νως το ί­διο φως ή­ταν αυ­τό που πρω­τύ­τε­ρα έ­βλε­παν να λάμ­πει α­πό το πρό­σω­πο του Κυ­ρί­ου οι α­πό­στο­λοι και η φω­τει­νή νε­φέ­λη που κα­τό­πιν ε­πι­σκί­α­σε. Αλ­λά στην αρ­χή ε­πει­δή έ­λαμ­πε με­τρι­ό­τε­ρα, ε­πέ­τρε­πε την ό­ρα­ση. Ό­ταν ό­μως δι­α­χύ­θη­κε με πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρη έν­τα­ση, ή­ταν γι᾽ αυ­τούς α­ό­ρα­το λό­γω της α­σύγ­κρι­της λαμ­πρό­τη­τας. Και έ­τσι ε­πι­σκί­α­σε την πη­γή του θεί­ου και α­εν­νά­ου φω­τός, τον ή­λιο της δι­και­ο­σύ­νης Χρι­στό. Άλ­λω­στε, και στον αι­σθη­τό ή­λιο το ί­διο φως και την ό­ρα­ση πα­ρέ­χει μέ­σω της α­κτί­νας και α­φαι­ρεί πά­λι την ό­ρα­ση, ό­ταν κα­τά­μα­τα τον κοι­τά­ξει κα­νείς, δι­ό­τι η λαμ­πρό­τη­τά του εί­ναι υ­πε­ρά­νω της δυ­να­τό­τη­τας των ο­φθαλ­μών μας.


Αλλ᾽ ο μεν αι­σθη­τός ή­λιος φαί­νε­ται ό­πως εί­ναι εκ φύ­σε­ως και ό­χι ό­πως θέ­λει, ού­τε μό­νο σε ό­ποι­ους θέ­λει. Ο δε ή­λιος της α­λή­θειας και της δι­και­ο­σύ­νης Χρι­στός, έ­χον­τας ό­χι μό­νο φύ­ση και φυ­σι­κή λαμ­πρό­τη­τα και δό­ξα, αλ­λά και θέ­λη­ση α­νά­λο­γη, φω­τί­ζει προ­νο­η­τι­κώς και σω­τή­ρια μό­νο ό­σους θέ­λει και ό­σο θέ­λει. Έ­τσι θέ­λη­σε και φά­νη­κε σαν ή­λιος ε­νώ­πιον των α­πο­στό­λων και μά­λι­στα ό­χι α­πό με­γά­λη α­πό­στα­ση. Έ­πει­τα έ­λαμ­ψε πιο έν­το­να κα­τά την θέ­λη­σή Του και α­πό την α­σύγ­κρι­τη φω­τει­νό­τη­τα έ­γι­νε α­ό­ρα­τος στα μά­τια των α­πο­στό­λων, σαν να ει­σήλ­θε σε φω­τει­νή νε­φέ­λη. Αλ­λά και φω­νή α­κού­σθη­κε α­πό την νε­φέ­λη: «Αυ­τός εί­ναι ο Υι­ός μου ο α­γα­πη­τός, στον ο­ποί­ον ευ­δό­κη­σα, Αυ­τόν να α­κού­τε». Ό­ταν ο Κύ­ριος βα­πτί­σθη­κε στον Ι­ορ­δά­νη, α­νοί­χθη­καν οι ου­ρα­νοί και η ί­δια α­κού­σθη­κε φω­νή α­πό την δό­ξα ε­κεί­νη α­σφα­λώς, την ο­ποί­α δό­ξα και ο Στέ­φα­νος αρ­γό­τε­ρα ε­να­τέ­νι­σε, ό­ταν ά­νοι­ξαν γι᾽ αυ­τόν οι ου­ρα­νοί και κα­τα­λή­φθη­κε α­πό τον Πνεύ­μα το Ά­γιο. Τώ­ρα α­κού­σθη­κε α­πό την νε­φέ­λη, που ε­πι­σκί­α­σε τον Ι­η­σού. Ε­πο­μέ­νως εί­ναι αυ­τή η ί­δια η υ­πε­ρου­ρά­νια δό­ξα του Θε­ού. Πως λοι­πόν εί­ναι αι­σθη­τό φως το υ­πε­ρου­ρά­νιο;


Δί­δα­ξε δε η α­πό την νε­φέ­λη φω­νή του Πα­τρός, ό­τι ό­λα ε­κεί­να τα προ της ε­λεύ­σε­ως του Κυ­ρί­ου και Θε­ού και Σω­τή­ρα μας Ι­η­σου Χρι­στού, οι νο­μο­θε­σί­ες, οι υι­ο­θε­σί­ες, ή­ταν α­τε­λή και δεν έ­γι­ναν ού­τε τε­λέ­σθη­καν σύμ­φω­να με προ­η­γού­με­νο θέ­λη­μα του Θε­ού, αλ­λά πα­ρα­χω­ρή­θη­καν για την μέλ­λου­σα αυ­τή του Κυ­ρί­ου πα­ρου­σί­α και ε­πι­φά­νεια. Αυ­τός λοι­πόν εί­ναι ε­κεί­νος, στον ο­ποί­ο ευ­δο­κεί και α­να­παύ­ε­ται και ευ­α­ρε­στεί­ται τέ­λεια ο Πα­τήρ, ό­πως σε Υι­ό α­γα­πη­τό. Γι᾽ αυ­τό και πα­ραγ­γέλ­λει Αυ­τόν να α­κού­με και σ᾽ Αυ­τόν να πει­θαρ­χού­με. Και ό­ταν λέ­ει «ει­σέλ­θε­τε α­πό την στε­νή πύ­λη, δι­ό­τι εί­ναι πλα­τειά και ά­νε­τη η ο­δός που ο­δη­γεί στην α­πώ­λεια, ε­νώ στε­νή και δύ­σβα­τη η ο­δός που ο­δη­γεί στην ζω­ή», Αυ­τόν να α­κού­τε. Κι ό­ταν λέ­ει πως το φως αυ­τό εί­ναι βα­σι­λεί­α του Θε­ού, Αυ­τόν να α­κού­τε, σ᾽ Αυ­τόν να πι­στεύ­ε­τε και τέ­τοι­ου φω­τός να κα­θι­στά­τε α­ξί­ους τους ε­αυ­τούς σας.


Ό­ταν λοι­πόν φά­νη­κε η φω­τει­νή νε­φέ­λη και ή­χη­σε α­πό την νε­φέ­λη η πα­τρι­κή φω­νή, έ­πε­σαν, λέ­ει, με το πρό­σω­πο στην γη οι μα­θη­τές· ό­χι εξ αι­τί­ας της φω­νής, α­φού και άλ­λο­τε πολ­λές φο­ρές α­κού­σθη­κε, ό­χι μό­νο στον Ι­ορ­δά­νη αλ­λά και στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα ό­ταν πλη­σί­α­ζε το σω­τή­ριο πά­θος. Πράγ­μα­τι, ό­ταν ο Κύ­ριος εί­πε «Πά­τερ, δό­ξα­σε το ό­νο­μά Σου» ήλ­θε φω­νή α­πό τον ου­ρα­νό: «Το ό­νο­μά μου το δό­ξα­σα και πά­λι θα το δο­ξά­σω» (Ι­ω. 12, 28), και ό­λος μεν ο ό­χλος ά­κου­σε, αλ­λά κα­νείς α­πό αυ­τούς δεν έ­πε­σε. Ε­δώ ό­μως ό­χι μό­νο φω­νή, αλ­λά και φως α­πε­ρι­ό­ρι­στο συ­νά­μα φά­νη­κε. Ευ­λό­γως, λοι­πόν, κα­τά­λα­βαν οι θε­ο­φό­ροι Πα­τέ­ρες ό­τι γι᾽ αυ­τόν τον λό­γο έ­πε­σαν πρη­νείς οι μα­θη­τές, ό­χι για την φω­νή, αλ­λά για το πα­ρά­ξε­νο και υ­περ­φυ­ές φως. Δι­ό­τι και πριν φθά­σει η φω­νή ή­σαν φο­βι­σμέ­νοι, ό­πως λέ­ει ο Μάρ­κος, σα­φώς α­πό την θε­ο­φά­νεια ε­κεί­νη.


Ό­μως, ό­ταν με ό­λα αυ­τά α­πο­δει­κνύ­ε­ται ό­τι το φως ε­κεί­νο εί­ναι θεί­ο και υ­περ­φυ­ές και ά­κτι­στο, τι πα­θαί­νουν πά­λι αυ­τοί που ε­πι­δί­δον­ται με υ­περ­βο­λι­κό ζή­λο στην θύ­ρα­θεν και σαρ­κι­κή παι­δεί­α και δεν μπο­ρούν να γνω­ρί­σουν τα του Πνεύ­μα­τος; Κα­τρα­κυ­λούν σε άλ­λο γκρε­μό. Δεν το ο­νο­μά­ζουν θεί­α δό­ξα, ού­τε βα­σι­λεί­α Θε­ού, ού­τε κάλ­λος, ού­τε χά­ρη, ού­τε λαμ­πρό­τη­τα, ό­πως α­πό τον Θε­ό και τους θε­ο­λό­γους δι­δα­χθή­κα­με, αλ­λά ι­σχυ­ρί­ζον­ται ό­τι τού­το εί­ναι η ου­σί­α του Θε­ού, το ο­ποί­ο προ­η­γου­μέ­νως έ­λε­γαν ό­τι εί­ναι αι­σθη­τό και κτι­στό. Ο δε Κύ­ριος στα ευ­αγ­γέ­λια λέ­ει πως τού­τη η δό­ξα δεν εί­ναι κοι­νή μό­νο σ᾽ Αυ­τόν και τον Πα­τέ­ρα, αλ­λά και στους α­γί­ους αγ­γέ­λους, κα­θώς γρά­φει ο θεί­ος Λου­κάς: «ό­ποι­ος ντρα­πεί να ο­μο­λο­γή­σει ε­μέ­να και την δι­δα­σκα­λί­α μου στην γε­νε­ά αυ­τή, θα ντρα­πεί και ο Υι­ός του αν­θρώ­που γι αυ­τόν, ό­ταν έλ­θει μέ­σα στην δό­ξα Του και την δό­ξα του Πα­τρός και των α­γί­ων αγ­γέ­λων» (Λουκ. 9, 26). Αυ­τοί λοι­πόν που ι­σχυ­ρί­ζον­ται πως η δό­ξα αυ­τή εί­ναι ου­σί­α, θα δε­χθούν ό­τι αυ­τή εί­ναι κοι­νή ου­σί­α του Θε­ού και των αγ­γέ­λων, πράγ­μα που α­πο­τε­λεί ε­σχά­τη α­σέ­βεια.


Μά­λι­στα, ό­χι μό­νο οι άγ­γε­λοι, αλ­λά και οι ά­γιοι με­τα­ξύ των αν­θρώ­πων με­τέ­χουν σ᾽ αυ­τή την δό­ξα και βα­σι­λεί­α. Αλλ᾽ ο μεν Πα­τήρ και ο Υι­ός μα­ζί με το θεί­ο Πνεύ­μα έ­χουν φυ­σι­κή τού­τη την δό­ξα και βα­σι­λεί­α, οι δε ά­γιοι άγ­γε­λοι και άν­θρω­ποι την α­πο­κτούν κα­τά χά­ρη, δε­χό­με­νοι α­πό ε­κεί την έλ­λαμ­ψη. Άλ­λω­στε και ο Μω­ϋ­σής και ο Η­λί­ας, που εμ­φα­νί­σθη­καν μα­ζί Του σ᾽ αυ­τή την δό­ξα, αυ­τό α­κρι­βώς μας πα­ρέ­στη­σαν. Ο δε Μω­ϋ­σής φά­νη­κε κοι­νω­νός της θε­ϊ­κής δό­ξας ό­χι μό­νο τώ­ρα ε­πά­νω στο Θα­βώρ, αλ­λά και τό­τε που το πρό­σω­πό του δο­ξά­σθη­κε τό­σο, ώ­στε να μη μπο­ρούν οι Ι­σμα­η­λί­τες να το αν­τι­κρύ­σουν. Τού­το δη­λώ­νει και αυ­τός που λέ­ει ό­τι ο Μω­ϋ­σής δέ­χθη­κε στο θνη­τό πρό­σω­πό του την α­θά­να­τη δό­ξα του Πα­τρός. Κα­θώς και ε­κεί­νος που, ό­ταν ο Ευ­νό­μιος χα­ρα­κτή­ρι­ζε α­με­τά­δο­τη προς τον Υι­ό την δό­ξα του Παν­το­κρά­το­ρα, τον αν­τέ­κρου­σε λέ­γον­τας ό­τι, δεν θα α­νε­χό­μουν τέ­τοι­ο λό­γο, α­κό­μη κι αν α­να­φε­ρό­ταν στον Μω­ϋ­σή.


Κοι­νή, λοι­πόν, και μί­α εί­ναι η δό­ξα και η βα­σι­λεί­α και η λαμ­πρό­τη­τα του Θε­ού και των α­γί­ων Του. Γι᾽ αυ­τό και ο ψαλ­μω­δός προ­φή­της ψάλ­λει: «η λαμ­πρό­τη­τα του Θε­ού μας θα εί­ναι ε­πά­νω μας» (Ψαλμ. 89, 19). Αλ­λά κα­νείς μέ­χρι τώ­ρα δεν τόλ­μη­σε να πει ό­τι εί­ναι μί­α και κοι­νή η ου­σί­α του Θε­ού και των α­γί­ων. Και βέ­βαι­α κοι­νή φά­νη­κε τε­λευ­ταί­α ε­πά­νω στο ό­ρος η θεί­α λαμ­πρό­τη­τα της θε­ό­τη­τας του Λό­γου και της αν­θρώ­πι­νης σάρ­κας. Ό­τι εί­ναι ό­μως κοι­νή η ου­σί­α της θε­ό­τη­τας και της σάρ­κας, θα το έ­λε­γαν ο Ευ­τυ­χής και ο Δι­ό­σκο­ρος και ό­χι αυ­τοί που θέ­λουν να εί­ναι ευ­σε­βείς. Και την μεν δό­ξα αυ­τή και λαμ­πρό­τη­τα, ό­πως και τώ­ρα την εί­δαν οι συ­νο­δοι­πό­ροι του Ι­η­σού, ό­λοι θα την αν­τι­κρύ­σουν, ό­ταν ο Κύ­ριος φα­νεί να λάμ­πει α­πό α­να­το­λή έ­ως δύ­ση. Κα­νείς ό­μως δεν στά­θη­κε στην υ­πό­στα­ση και ου­σί­α του Θε­ού και εί­δε η πε­ρι­έ­γρα­ψε την θεί­α φύ­ση. Και το μεν θεί­ο τού­το φως δί­δε­ται με μέ­τρο και ε­πι­δέ­χε­ται το μάλ­λον και ήτ­τον με­ρι­ζό­με­νο δί­χως να δι­αι­ρεί­ται, κα­τά την α­ξί­α αυ­τών που το δέ­χον­ται. Η α­πό­δει­ξη εί­ναι κον­τά. Το μεν πρό­σω­πο του Κυ­ρί­ου έ­λαμ­ψε πιο πο­λύ απ᾽ τον ή­λιο, τα δε ι­μά­τια έ­γι­ναν λαμ­πρά και λευ­κά σαν χι­ό­νι. Και ο Μω­ϋ­σής και ο Η­λί­ας στην ί­δια θε­ά­θη­καν δό­ξα, αλ­λά κα­νείς τους δεν ά­στρα­ψε τό­τε σαν ή­λιος. Και οι ί­διοι οι μα­θη­τές μέ­ρος του φω­τός ε­κεί­νου εί­δαν, μέ­ρος δεν μπό­ρε­σαν να α­τε­νί­σουν.


Έ­τσι λοι­πόν με­τρεί­ται και με­ρί­ζε­ται, δί­χως να δι­αι­ρεί­ται, το φως ε­κεί­νο και ε­πι­δέ­χε­ται αυ­ξο­μεί­ω­ση. Και έ­να μέ­ρος αυ­τού γνω­ρί­ζε­ται τώ­ρα έ­να μέ­ρος αρ­γό­τε­ρα. Γι᾽ αυ­τό και ο θεί­ος Παύ­λος λέ­ει: «τώ­ρα κα­τά μέ­ρος γνω­ρί­ζου­με και κα­τά μέ­ρος προ­φη­τεύ­ου­με» (Α´ Κορ. 13, 9). Ό­μως τε­λεί­ως α­μέ­ρι­στη και α­κα­τά­λη­πτη εί­ναι η ου­σί­α του Θε­ού και καμ­μιά ου­σί­α δεν ε­πι­δέ­χε­ται αυ­ξο­μει­ώ­σεις. Κα­τά τα άλ­λα, εί­ναι γνώ­ρι­σμα των κα­τα­ρα­μέ­νων Μεσ­σα­λια­νών το να νο­μί­ζουν ό­τι η ου­σί­α του Θε­ού γί­νε­ται ο­ρα­τή στους κατ᾽ αυ­τούς α­ξί­ους. Ε­μείς ό­μως α­να­τρέ­πον­τας και τους πα­λαι­ούς και τους σύγ­χρο­νους κα­κο­δό­ξους και πι­στεύ­ον­τας, κα­θώς δι­δα­χθή­κα­με, ό­τι οι ά­γιοι βλέ­πουν και κοι­νω­νούν ό­χι την ου­σί­α του Θε­ού, αλ­λά βα­σι­λεί­α και δό­ξα και λαμ­πρό­τη­τα και φως α­πόρ­ρη­το και θεί­α χά­ρη, ας ο­δεύ­σου­με προς την λάμ­ψη του φω­τός της χά­ρι­τος, για να γνω­ρί­σου­με και να θε­ω­ρή­σου­με τρί­φω­τη Θε­ό­τη­τα, που α­κτι­νο­βο­λεί ε­νια­ία α­πόρ­ρη­τη αί­γλη α­πό μί­α τρι­συ­πό­στα­τη φύ­ση. Και τα μά­τια του νου ας α­νυ­ψώ­σου­με προς τον Λό­γο, που εί­ναι τώ­ρα με το σώ­μα Του εγ­κα­τε­στη­μέ­νος πά­νω α­πό τις ου­ρά­νι­ες α­ψί­δες. Αυ­τός, θε­ο­πρε­πώς κα­θή­με­νος στα δε­ξιά της με­γα­λω­σύ­νης, σαν α­πό μα­κρυ­νό τό­πο μας στέλ­νει αυ­τό το μή­νυ­μα: «ό­ποι­ος θέ­λει να πα­ρα­στεί σ᾽ αυ­τή την δό­ξα, ας μι­μεί­ται κα­τά το δυ­να­τόν και ας πο­ρεύ­ε­ται την ο­δό και την πο­λι­τεί­α, την ο­ποί­α υ­πέ­δει­ξα με τον ε­πί­γει­ο βί­ο μου».


Ας πα­ρα­τη­ρού­με, λοι­πόν, με τους ε­σω­τε­ρι­κούς ο­φθαλ­μούς το μέ­γα τού­το θέ­α­μα, την φύ­ση μας να ζει αι­ω­νί­ως με το ά­ϋ­λο πυρ της θε­ό­τη­τος. Και α­φού α­πο­βά­λου­με τους δερ­μά­τι­νους χι­τώ­νες, τους ο­ποί­ους φο­ρέ­σα­με ε­ξαι­τί­ας της πα­ρα­βά­σε­ως, τα γε­ώ­δη και σαρ­κι­κά φρο­νή­μα­τα, ας στα­θού­με σε γη α­γί­α, α­να­δει­κνύ­ον­τας ο κα­θέ­νας την δι­κή του γη α­γί­α δια της α­ρε­τής και της α­να­τά­σε­ως προς το Θε­ό, ώ­στε να έ­χου­με παρ­ρη­σί­α, ό­ταν έρ­χε­ται ο Θε­ός μέ­σα σε φως, και προ­στρέ­χον­τας να φω­τι­σθού­με και φω­τι­ζό­με­νοι να ζή­σου­με αι­ω­νί­ως μα­ζί Του προς δό­ξα της τρι­σή­λιας και μο­ναρ­χι­κω­τά­της λαμ­πρό­τη­τας, τώ­ρα και πάν­τα και στους αι­ώ­νες των αι­ώ­νων.


http://users.uoa.gr