Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

Τα τρία δώρα του Πάσχα



Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Ware (Γουέαρ)

Το Πάσχα, η γιορτή της Ανάστασης του Σωτήρος, είναι, πάνω απ’ όλα μια γιορτή μεγάλης χαράς. Όταν ο αναστημένος Χριστός συναντά τις μυροφόρες καθώς φεύγουν από το μνήμα, το πρώτο πράγμα που τους λέει είναι η λέξη «Χαίρετε»…

Ο Ιησούς Χριστός, ο Κύριός μας, εισέρχεται μετά την Ανάσταση, κεκλεισμένων των θυρών, και εμφανίζεται, «ούσης οψίας», στους μαθητές Του. Κομίζει στους Αποστόλους τρία δώρα, και σε ανταπόδοση τους δίνει την εντολή ή τους παραγγέλλει να φέρουν εις πέρας μία αποστολή. Ποιά είναι αυτά τα τρία αναστάσιμα δώρα και ποιά η αποστολή που τα συνοδεύει;

Το πρώτο δώρο είναι το δώρο της Ειρήνης; «Ήλθεν ο Ιησούς και έστη εις το μέσον, και λέγει αυτοίς• ειρήνη υμίν» (Ιωάν. 20, 19). Η ειρήνη σημαίνει μία αίσθηση κατεύθυνσης: Όχι την απουσία πειρασμών και αγώνα -αυτά συνεχίζονται μέχρι τέλους της ζωής μας- αλλά την απουσία εκείνης της σύγχυσης, της παραζάλης και της αβεβαιότητας, που κάνουν τον άνθρωπο να παραλύει. Τέτοια ήταν η κατάσταση των μαθητών. Όταν είδαν τον Κύριό τους να πεθαίνει στο Σταυρό, απογοητεύτηκαν βαθιά και τράπηκαν σε φυγή, όπως τα πρόβατα χωρίς ποιμένα. Δεν είχαν ιδέα τι θα έπρατταν στη συνέχεια. Όμως τώρα που συνάντησαν τον αναστημένο Σωτήρα, έχουν πλέον μέσα τους ειρήνη. Έχουν μία αίσθηση προσανατολισμού και ξέρουν που πηγαίνουν.

Το δεύτερο δώρο είναι το δώρο της Χαράς: «εχάρησαν ούν οι μαθηταί ιδόντες τον Κύριον» (Ιωάν. 20, 20). Η απόγνωση που ένιωσαν οι μαθητές όταν είδαν τον Χριστό σταυρωμένο μετατράπηκε τώρα σε αγαλλίαση. Συντετριμμένοι προηγουμένως, ζαρωμένοι από το φόβο πίσω από κλειδωμένες πόρτες, μεταμορφώνονται έξαφνα από μία μεγάλη χαρά.

Το τρίτο δώρο είναι το σημαντικότερο όλων, είναι η δωρεά του Αγίου Πνεύματος: «Ενεφύσησε και λέγει αυτοίς• λάβετε Πνεύμα Άγιον» (Ιωάν. 20, 22). Προεξοφλώντας την πληρέστερη αποκάλυψη κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, ο αναστημένος Χριστός καθιστά τους Αποστόλους «πνευματοφόρους». Αυτό, από μία άποψη, μπορεί κανείς να το δεί ως το πλήρωμα του σκοπού της Ενσάρκωσης: όπως βεβαιώνουν οι Πατέρες, «ο Λόγος ενσαρκώθηκε για να μπορέσουμε εμείς να αξιωθούμε το Άγιο Πνεύμα».  Όπως λέει και ο Βλαδίμηρος Λόσκυ: «Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα μας -προσωπική και αναφαίρετη στον καθένα μας- είναι το θεμέλιο όλης της χριστιανικής ζωής».
Αυτό είναι το τριπλό δώρο της Ανάστασης του Χριστού: Ειρήνη, Χαρά και Άγιο Πνεύμα. Όμως τα δώρα υπάρχουν πάντα για να μοιράζονται με τους άλλους και να γίνονται χρήσιμα για το καλό των άλλων γι’ αυτό και το τριπλό δώρο κουβαλά μαζί του και μία πρόσκληση αποστολής. «Καθώς απέσταλκέ με ο πατήρ, καγώ πέμπω υμάς» (Ιωάν. 20, 21): η Ειρήνη, η Χαρά και η χάρις του Αγίου Πνεύματος συνεπάγονται το στάλσιμο των Αποστόλων σε μία αποστολή. Πρέπει να προεκτείνουν το έργο του Χριστού στο χρόνο και το χώρο, φέρνοντας το δικό Του μήνυμα συγχωρήσεως στους απεγνωσμένους και εξουθενωμένους. Ενδυναμώθηκαν διά του Πνεύματος για να κομίσουν μαρτυρία: «υμείς δε εστε μάρτυρες τούτων» (Λουκ. 24, 48).

Κι ωστόσο, ο Κύριος, καθώς προσφέρει τα τρία δώρα Του και εμπιστεύεται στους Αποστόλους ένα έργο, κάνει και κάτι άλλο: «Έδειξεν αυτοίς τας χείρας και την πλευράν» (Ιωάν, 20, 20). Γιατί; Δεν χωρά καμία αμφιβολία πως να τους διαβεβαιώσει πως αυτός που στέκεται μπροστά τους είναι πράγματι Εκείνος ο Ίδιος, αναστημένος από τους νεκρούς με το ίδιο φυσικό σώμα που υπέφερε πάνω στο Σταυρό. Όμως υπάρχει σίγουρα κι ένας βαθύτερος λόγος. Αν ο Σωτήρας τους δείχνει τα πέντε στίγματα των πληγών του Πάθους, νωπά ακόμα στη σάρκα Του, είναι για να τους καταστήσει σαφές πως μόνο ένας τρόπος υπάρχει να εκπληρώσουν με επιτυχία την αποστολή που τους παρέδωσε. Κι αυτός ο τρόπος είναι να Τον ακολουθήσουν στο δρόμο του Σταυρού, να μοιραστούν μαζί Του την ουσιαστική αυτοπροσφορά Του, να βαστάξουν «εν τω σώματι, τα στίγματα του Κυρίου Ιησού» (Γαλ. 6, 17). «Υμείς εστε μάρτυρες τούτων» (Λουκ. 24, 48): όσο ο καθένας μας γίνεται μάρτυρας, δηλαδή συν-πάσχει και συν-μαρτυρεί μαζί με το Χριστό, όσο είμαστε εκτεθειμένοι, ανοιχτοί στο πόνο των διπλανών μας, τόσο θα μπορούμε κι εμείς να είμαστε αληθινοί απόστολοι…Ας βαστάξουμε λοιπόν στο σώμα μας τα στίγματα του σταυρωθέντα Ιησού, και στη συνέχεια, με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, θα μοιραστούμε μαζί με τους άλλους την Ειρήνη και τη Χαρά του αναστημένου Χριστού!

Από το βιβλίο:Πάσχα το τερπνόν, εκδ. Ακρίτας

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ



Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστόδουλου Μπίθα



Την Κυ­ρια­κή πριν το Πά­σχα και α­φού έ­χει γί­νει το θαύ­μα της α­να­στά­σε­ως τού Λα­ζά­ρου κι έ­χει α­κου­στεί πο­λύ στην Ι­ε­ρου­σα­λήμ, ο Ι­η­σούς Χρι­στός πα­ραγ­γέλ­νει στους μα­θη­τές Του να βρουν έ­να γα­ϊ­δου­ρά­κι και μ’ αυ­τό να μπει στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα. Η κί­νη­ση δεν εί­ναι τυ­χαί­α. Έ­χει μια συμ­βο­λι­κή και μια πρα­κτι­κή ερ­μη­νεί­α. 


Η συμ­βο­λι­κή ερ­μη­νεί­α πα­ρα­πέμ­πει στον προ­φή­τη Η­σα­ΐ­α, ό­ταν ε­κεί­νος α­ναγ­γέλ­λει ό­τι κά­πο­τε με αυ­τό τον τρό­πο, ό­πως το α­κού­σα­με στο Ευ­αγ­γέ­λιο θα έρ­θει ο Μεσ­σί­ας-αυ­τός που θα σώ­σει τον Ισ­ρα­ήλ. Βε­βαί­ως, το πως θα ή­ταν ο Μεσ­σί­ας ή­ταν έ­να ζή­τη­μα αμ­φι­σβη­τού­με­νο, που ο­δή­γη­σε τε­λι­κά και στην κα­τα­δί­κη του Χρι­στού α­πό τους Ε­βραί­ους, α­φού πε­ρί­με­ναν έ­να Μεσ­σί­α κο­σμι­κό, εί­τε που θα εί­χε μια πο­λι­τι­κή ε­ξου­σί­α, εί­τε μια ε­ξου­σί­α που θα την ε­πέ­βαλ­λε διά του ι­ε­ρα­τεί­ου, πάν­τως ό­χι αυ­τό το ο­ποί­ο ή­ταν ο Χρι­στός. 


Ο Χρι­στός μπή­κε στην πό­λη ό­χι πά­νω σ’ έ­να υ­πέ­ρο­χο ά­λο­γο ό­πως συ­νή­θως μπαί­νουν οι βα­σι­λιά­δες, οι πρίγ­κι­πες, οι πο­λε­μι­στές, αυ­τοί οι ο­ποί­οι προ­τάσ­σουν την ε­ξου­σί­α και την δύ­να­μή τους. Ο Χρι­στός μ’ αυ­τή την κί­νη­ση δη­λώ­νει ό­τι εκ­πλη­ρώ­νει την προ­φη­τεί­α και ταυ­τό­χρο­να χλευά­ζει τους ι­σχυ­ρούς της γης σε ό­λες τις ε­πο­χές. Κι ο λα­ός, ε­πει­δή γνω­ρί­ζει την προ­φη­τεί­α, ε­πει­δή έ­χει α­κού­σει για την α­νά­στα­ση του Λα­ζά­ρου, το θαύ­μα των πεν­τα­κι­σχι­λί­ων κι ό­λα τα άλ­λα θαύ­μα­τα, ο λα­ός αυ­τός που τό­σο εύ­κο­λα πα­ρα­σύ­ρε­ται, ό­πως πάν­τα, ό­πως και τώ­ρα, παίρ­νει τα βά­ι­α των φοι­νί­κων και αρ­χί­ζει και τα κου­νά­ει κα­θώς Ε­κεί­νος μπαί­νει στην πύ­λη πά­νω στο γα­ϊ­δου­ρά­κι. Για­τί το κά­νουν αυ­τό; 


Υ­πάρ­χει μια με­γά­λη γι­ορ­τή των Ε­βραί­ων, η γι­ορ­τή της Σκη­νο­πη­γί­ας. Σ’ αυ­τή την α­γρο­τι­κή και θρη­σκευ­τι­κή ε­ορ­τή, που­τε­λεί­ται προς ευ­χα­ρι­στί­α για την συγ­κο­μι­δή των καρ­πών και προς α­νά­μνη­ση της κα­θο­δή­γη­σης του Ισ­ρα­ήλ α­πό τον Θε­ό στην Έ­ρη­μο του Σι­νά και την δι­α­μο­νή τους σε σκη­νές ε­βγαι­ναν οι Ισ­ρα­η­λί­τες α­πό τά σπί­τια τους κι έ­με­ναν σε σκη­νές. Την τε­λευ­ταί­α μέ­ρα της ε­ορ­τής της Σκη­νο­πη­γί­ας σε πο­λύ λαμ­πρή α­τμό­σφαι­ρα ο λα­ός έ­ψελ­νε τον στί­χο στην α­να­μο­νή του Μεσ­σί­α, ο ο­ποί­ος θα ε­λευ­θέ­ρω­νε το Ισ­ρα­ήλ α­πό τους συ­νε­χείς ε­ξευ­τε­λι­σμούς και τις αιχ­μα­λω­σί­ες και τις μα­ζι­κές ε­κτε­λέ­σεις που υ­φί­στα­το α­πό τους κά­θε λο­γής κα­τα­κτη­τές. Κρα­τού­σαν τα βά­ι­α των φοι­νί­κων, ι­τι­ές και μυρ­τι­ές, και τα κου­νού­σαν στην α­να­μο­νή του Μεσ­σί­α, ε­νώ έ­ψελ­ναν τον στί­χο α­πό τον ψαλ­μό 117 του Δαυ­ίδ που λέ­ει «ευ­λο­γη­μέ­νος ο ερ­χό­με­νος εν ο­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου». Συ­νε­πώς, ό­ταν ο Κύ­ριος μπαί­νει στην Ι­ε­ρου­σα­λήμ ο λα­ός γνω­ρί­ζει πο­λύ κα­λά αυ­τό τον ψαλ­μό, τον ψέλ­νει, κου­νά­ει τα βά­ι­α των φοι­νί­κων, ό­χι α­πλώς συμ­βο­λι­κά αλ­λά για να Του δεί­ξει ό­τι Τον α­να­γνω­ρί­ζει ως Μεσ­σί­α.


Στη ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή βλέ­που­με ό­λους τους πρω­τα­γω­νι­στές του θεί­ου δρά­μα­τος, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να και τους δι­α­φο­ρε­τι­κούς τύ­πους του αν­θρώ­που μέ­σα στην ι­στο­ρί­α, α­πό ε­κεί­νη την ε­πο­χή μέ­χρι και σή­με­ρα. Θα μπο­ρού­σα­με στους τύ­πους που θα πε­ρι­γρά­ψου­με εν τά­χει, να δού­με τους ε­αυ­τούς μας, την ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α, αλ­λά και τις κοι­νω­νί­ες ό­λου του κό­σμου.

Ο πρώ­τος τύ­πος που πρω­τα­γω­νι­στεί στη ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή και σε ό­λο το ευ­αγ­γέ­λιο εί­ναι οι Φα­ρι­σαί­οι και οι Γραμ­μα­τείς. Αυ­τοί, δη­λα­δή, που έ­χουν την πο­λι­τι­κή και ταυ­τό­χρο­να την θρη­σκευ­τι­κή ε­ξου­σί­α. Δυ­στυ­χώς πολ­λές φο­ρές οι άρ­χον­τες εί­ναι σκλη­ρό­καρ­δοι, αλ­λο­τι­ο­ω­μέ­νοι α­πό την ε­ξου­σί­α και την δό­ξα. Εί­ναι α­με­τα­κί­νη­τοι στις δι­κές τους α­πό­ψεις. Εί­ναι α­πο­κομ­μέ­νοι α­π’ τις α­νάγ­κες του λα­ού. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Φα­ρι­σαί­οι θρη­σκεύ­ουν με έ­να α­πό­λυ­τα νομικό και τυπολατρικό τρό­πο. Τέ­τοι­οι τύ­ποι αν­θρώ­πων υ­πάρ­χουν πάν­τα και θα υ­πάρ­χουν και στην θρη­σκευ­τι­κή και στην πο­λι­τι­κή ε­ξου­σί­α. Αν δυ­σκο­λευ­ό­μα­στε να βρού­με α­να­λο­γί­ες ας πά­με στο Ισ­λάμ για να βρού­με ε­κεί­νους τους σκλη­ρούς θρη­σκευ­τι­κούς άρ­χον­τες, στο Ι­ράν, στο Αφ­γα­νι­στάν κ.λπ. Αλλά δυστθχώς υπάρχουν και ανάμεσά μας.  


Στη συ­νέ­χεια έ­χου­με τον λα­ό. Τον λα­ό που εί­ναι ι­κα­νός σε ό­λες τις ε­πο­χές για το κα­λύ­τε­ρο και για το χει­ρό­τε­ρο. Εί­ναι ο λα­ός που μπο­ρεί να αν­γνω­ρί­σει και ν’ αγ­κα­λιά­σει τους ἀ­ξιους αν­θρώ­πους. Ό­μως μπο­ρεί να πα­ρα­συρ­θεί α­πό τον κά­θε λα­ϊ­κι­στή, τον κά­θε λα­ο­πλά­νο, τον κά­θε ε­πι­τή­δει­ο, τον κα­θέ­να που θα του τά­ξει ψω­μί και θαύ­μα, τον κα­θέ­να που θα του υ­πο­σχε­θεί ε­ξου­σί­α και δύ­να­μη. Ο λα­ός αυ­τός την Κυ­ρια­κή των Βα­ΐ­ων α­να­γνω­ρί­ζει τον Μεσ­σί­α. Μό­νο που α­να­γνω­ρί­ζει ε­κεί­νο τον Μεσ­σί­α που οι λα­οί θέ­λου­νε σε ό­λες τις ε­πο­χές. Κα­τη­γο­ρού­με τους Ε­βραί­ους σή­με­ρα ό­τι πε­ρι­μέ­νουν α­κό­μα αυ­τόν τον Μεσ­σί­α. Μα και οι λα­οί ό­λου του κό­σμου έ­να τέ­τοι­ο Μεσ­σί­α θα ή­θε­λαν. Κι αν δεν τον πε­ρι­μέ­νουν προ­σπα­θούν κά­θε τό­σο να τον ψη­φί­σου­νε ή τον α­πο­δέ­χον­ται ό­ταν εμ­φα­νί­ζε­ται στην μορ­φή ε­νός στυ­γνού δι­κτά­το­ρα. Που στην συ­νέ­χεια μπο­ρεί να τους αι­μα­το­κυ­λί­σει, να τους εγ­κλω­βί­σει και να τους α­πο­κοι­μί­σει.


 Ο λα­ός πε­ρι­μέ­νει τον Μεσ­σί­α που θα τον ε­λευ­θε­ρώ­σει κι έ­τσι την Κυ­ρια­κή ζη­τω­κραυ­γά­ζει και ε­πα­να­λαμ­βά­νει τους ψαλ­μι­κούς στί­χους. Ο ί­διος λα­ός, το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος του, με­τά α­πό 3-4 μέ­ρες θα ζη­τά­ει να ε­λευ­θε­ρώ­σουν έ­να λη­στή για­τί αι­σθά­νε­ται για μια α­κό­μη φο­ρά α­πο­γο­η­τευ­μέ­νος. Πού εί­ναι αυ­τός που θα δώ­σει δύ­να­μη και ε­ξου­σί­α; 


Τα άλ­λα πρό­σω­πα που πρω­τα­γω­νι­στούν στη ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή εί­ναι οι μα­θη­τές. Οι μα­θη­τές έ­χουν μια α­να­ζή­τη­ση. Δεν δι­στά­ζουν να α­πο­κο­πούν α­πό το κύ­ριο σώ­μα των άλ­λων θρη­σκευ­ο­μέ­νων. Δεν δι­στά­ζουν να γί­νουν και δα­κτυ­λο­δει­κτού­με­νοι α­πό την κοι­νω­νί­α τους. Πα­ρά­τη­σαν τις δου­λει­ές τους, τις οι­κο­γέ­νει­ές τους για να α­κο­λου­θή­σουν τον ξε­χω­ρι­στό δι­δά­σκα­λο. Δεν έ­χουν κα­τα­λά­βει ποι­ος εί­ναι. Ο­μο­λο­γούν ό­τι ο  Χρι­στός εί­ναι ο Μεσ­σί­ας αλ­λά ό­πως και οι άλ­λοι ό­λοι γύ­ρω τους πε­ρι­μέ­νουν τον Μεσ­σί­α που πε­ρί­με­ναν και οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Ε­βραί­οι. Ε­κεί­νον που θα κη­ρύ­ξει μια πο­λι­τι­κή ε­ξου­σί­α, τον Μεσ­σί­α ε­κεί­νο ο ο­ποί­ος διά του γέ­νους του Α­α­ρών θα εγ­κα­θι­δρύ­σει μια θε­ο­κρα­τι­κή ε­ξου­σί­α. Ο Χρι­στός δεν εί­ναι ού­τε ο έ­νας ού­τε ο άλ­λος. Εκ­πλη­ρώ­νει τις προ­φη­τεί­ες αλ­λά με τον τρό­πο που θέ­λει ο Θε­ός, την εμ­φά­νι­ση του Θε­ού της α­γά­πης που θα υ­πο­δεί­ξει στους αν­θρώ­πους πως α­κρι­βώς εί­ναι ο Θε­ός και τι πρέ­πει να πε­ρι­μέ­νουν α­πό Αυ­τόν. 


Οι μα­θη­τές δεν προ­δί­δουν -ε­κτός α­πό έ­να- τον Χρι­στό. Ό­μως ε­πει­δή δεν έ­χουν κα­τα­λά­βει ποι­ος εί­ναι, πα­ρό­λη την α­να­ζή­τη­σή τους, παρ΄ό­λη την δί­ψα τους την υ­παρ­ξια­κή, πα­ρό­λη την δι­α­φο­ρε­τι­κό­τη­τά τους, παρ΄ό­τι Τον ά­κου­γαν ε­πί τρί­α χρό­νια, κλεί­νον­ται στο υ­πε­ρώ­ο για τον φό­βο των Ι­ου­δαί­ων ό­ταν ο Κύ­ριος συλ­λαμ­βά­νε­ται και με­τά σταυ­ρώ­νε­ται. Εγ­κλω­βί­ζον­ται μέ­σα στην ο­λι­γο­πι­στί­α τους. Ό­πως πολ­λές φο­ρές συμ­βαί­νει και σ’ ε­μάς, τους αν­θρώ­πους που λέ­με ό­τι εί­μα­στε χρι­στια­νοί, αλ­λά εύ­κο­λα πα­ρα­συ­ρό­μα­στε, αρ­νού­μα­στε τον Χρι­στό, ο­λι­γο­ψυ­χού­με.


Υ­πάρ­χει και άλ­λο έ­να πρό­σω­πο στη ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή που α­να­δει­κνύ­ε­ται μ’ έ­να τρό­πο ξε­χω­ρι­στό αλ­λά και σκαν­δα­λώ­δη μέ­σα στην ι­στο­ρί­α. Οι πόρ­νες και οι τε­λώ­νες, λέ­ει ο Κύ­ριος, μας προ­ά­γουν στη Βα­σι­λεί­α των Ου­ρα­νών. Να λοι­πόν η Μα­ρί­α η α­δερ­φή του Λα­ζά­ρου. Μια γυ­ναί­κα η ο­ποί­α ί­σως ή­ταν πρώ­ην πόρ­νη (αν α­πο­δε­χτού­με ό­τι εί­ναι η ί­δια γυ­ναί­κα που έ­πλυ­νε τα πό­δια του Ι­η­σού στο κα­τά Λου­κάν).


Ε­κεί­νο που ξέ­ρου­με εί­ναι ό­τι η Μα­ρί­α α­γα­πού­σε τον Χρι­στό πά­ρα πο­λύ. Ό­χι μό­νο ε­πει­δή α­νά­στη­σε λί­γες μέ­ρες πριν τον α­δερ­φό της. Αλ­λά την βλέ­που­με να εί­ναι μί­α α­πό τις α­φο­σι­ω­μέ­νες μα­θή­τρι­ές Του. Ε­κεί­νη που ό­ταν έμ­παι­νε ο Χρι­στός στο σπί­τι για να συ­ζη­τή­σει με τους άλ­λους μα­θη­τές και να κη­ρύ­ξει δεν ξε­χνι­ό­τα­νε με τις δου­λει­ές ό­πως η Μάρ­θα, αλ­λά στε­κό­τα­νε δί­πλα στα πό­δια Του να α­κού­σει, να ρου­φή­ξει το κή­ρυγ­μά Του. Ε­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες, ε­κα­τομ­μύ­ρια γυ­ναί­κες μέ­σα στην ι­στο­ρί­α έ­κα­ναν το ί­διο. Και ε­ξα­κο­λου­θούν και το κά­νουν.

Η Μα­ρί­α κά­νει κά­τι εν­τε­λώς προ­κλη­τι­κό. Και εί­ναι προ­κλη­τι­κό ό­χι μί­α, αλ­λά πολ­λές φο­ρές. Κά­θε συ­νε­τή γυ­ναί­κα στην κοι­νω­νί­α του Ισ­ρα­ήλ ό­φει­λε να έ­χει τα μαλ­λιά της δε­μέ­να. Τα έ­λυ­νε μό­νο μέ­σα στο σπί­τι της, ό­ταν ή­ταν μα­κριά α­πό τα βλέμ­μα­τα των ξέ­νων, μό­νο στην οι­κο­γέ­νειά της. Η Μα­ρί­α ε­λευ­θε­ρώ­νει τα μαλ­λιά της. Τα ε­λευ­θε­ρώ­νει για να δεί­ξει ό­τι μπρο­στά σε Αυ­τόν που α­γα­πά­ει δεν υ­πάρ­χει κα­νέ­να σχή­μα και κα­νέ­νας τύ­πος. Ού­τως ή άλ­λως η Μα­ρί­α α­κο­λου­θού­σε Ε­κεί­νον ο ο­ποί­ος κα­ταρ­γού­σε τους τύ­πους. Παίρ­νει τα μαλ­λιά της, λοι­πόν, μα­κριά, ξέ­πλε­κα κι έ­χει φέ­ρει κι έ­να πά­ρα πο­λύ α­κρι­βό ά­ρω­μα. 


Πλέ­νει τα πό­δια του Χρι­στού για­τί μπρο­στά σ‘ ό­λα αυ­τά που συμ­βαί­νουν ε­κεί­νη θέ­λει να εκ­φρά­σει την α­γά­πη της. Η γυ­ναι­κεί­α της δι­αί­σθη­ση της λέ­ει ό­τι ό­λα αυ­τά που ο Χρι­στός το­νί­ζει εί­ναι α­λή­θεια. Πη­γαί­νει για την θυ­σί­α. Πη­γαί­νει για την σφα­γή. Κι ε­κεί­νη την ώ­ρα δεν έ­χει τί­πο­τα άλ­λο για να εκ­φρά­σει την α­γά­πη της α­πό το να λύ­σει τα μαλ­λιά της (θα μπο­ρού­σε να το κά­νει και με μί­α πε­τσέ­τα) για να Του δεί­ξει ό­τι μπρο­στά Του κα­ταρ­γεί τα πάν­τα, ξα­να­γεν­νι­έ­ται, α­να­νε­ώ­νε­ται, α­να­και­νί­ζε­ται και στη συ­νέ­χεια δί­νει τις οι­κο­νο­μί­ες της σ’ έ­να πα­νά­κρι­βο ά­ρω­μα,  που κα­νο­νι­κά μια γυ­ναί­κα θα ‘βα­ζε α­πό αυ­τό μια στα­γο­νί­τσα, ό­λο στα πό­δια Του για να δεί­ξει την α­γά­πη της. 


Ο Ι­ού­δας αν­τι­δρά. Ό­λα αυ­τά εί­ναι πα­ρά­λο­γα για την δι­κή του λο­γι­κή. Και για­τί έ­χει μια τε­τρά­γω­νη λο­γι­κή και για­τί ό­πως μας πα­ρα­δί­δει το ευ­αγ­γέ­λιο ή­ταν πα­ρα­δό­πι­στος και για­τί, αν το συν­δυ­ά­σου­με με τις άλ­λες πε­ρι­κο­πές και οι άλ­λοι μα­θη­τές την ί­δια σκέ­ψη έ­κα­ναν, αυ­τός α­πλώς βγή­κε μπρο­στά. Η Μα­ρί­α κά­νει μια πρά­ξη ύ­ψι­στης α­γά­πης. Και οι μα­θη­τές με πρώ­το τον Ι­ού­δα α­παν­τούν με μια ξε­ρή λο­γι­κή. Ε­ξάλ­λου δεν έ­χουν κα­τα­λά­βει και πολ­λά για το τι πρό­κει­ται να συμ­βεί. Ας θυ­μη­θού­με ό­τι ο Πέ­τρος (το α­κού­σα­με 2-3 Κυ­ρια­κές πριν) ό­ταν ο Χρι­στός α­νήγ­γει­λε την θυ­σί­α Του, Τον πή­ρε πα­ρά­με­ρα να Τον ε­πι­τι­μή­σει και α­νάγ­κα­σε τον Κύ­ριο να του πει «ύ­πα­γε ο­πί­σω μου σα­τα­νά».


Η Μα­ρί­α λοι­πόν, ως κεν­τρι­κό πρό­σω­πο της ση­με­ρι­νής πε­ρι­κο­πής μας δεί­χνει τον τρό­πο με τον ο­ποί­ο μπο­ρεί έ­νας άν­θρω­πος να προ­σεγ­γί­σει τον Χρι­στό. Ό­χι με τον τύ­πο και το νό­μο ό­πως οι Φα­ρι­σαί­οι. Ό­χι με τους εν­θου­σια­σμούς που έρ­χον­ται και φεύ­γουν ό­πως ο ό­χλος. Ό­χι με την α­να­ζή­τη­ση η ο­ποί­α ό­μως δεν φτά­νει στην πί­στη, ό­πως οι μα­θη­τές πριν την Πεν­τη­κο­στή. Αλ­λά με τον τρό­πο της Μα­ρί­ας. Μιας γυ­ναί­κας που ε­ξευ­τε­λί­στη­κε στην ζω­ή της, μιας γυ­ναί­κας που με­τα­νό­η­σε, μιας γυ­ναί­κας που εί­χε μια πά­ρα πο­λύ με­γά­λη α­να­ζή­τη­ση, γι’ αυ­τό έ­πε­φτε στα πό­δια Του για να Τον α­κού­σει, μιας γυ­ναί­κας η ο­ποί­α δεν δί­στα­ζε ό­λα της τα χρή­μα­τα να τα δώ­σει, τα πάν­τα γι’ Αυ­τόν που α­γα­πού­σε. Αυ­τός εί­ναι και ο μο­να­δι­κός τρό­πος της προ­σέγ­γι­σης του Χρι­στού. 


Δεν ση­μαί­νει ό­τι τα άλ­λα πρό­σω­πα εί­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­να. «Τα α­δύ­να­τα τοις αν­θρώ­ποις δυ­να­τά πα­ρά τω Θε­ώ». Και Φα­ρι­σαί­οι με­τα­νό­η­σαν. Κι α­π’ τον ό­χλο με­τά πολ­λοί έ­γι­ναν χρι­στια­νοί και α­πο­τέ­λε­σαν την πρώ­τη εκ­κλη­σί­α των Ι­ε­ρο­σο­λύ­μων. Και οι μα­θη­τές πή­ραν την χά­ρη του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος και δι­έ­δω­σαν το Ευ­αγ­γέ­λιο στα μή­κη και τα πλά­τη της γης. Και η Μα­ρί­α κι ό­λες οι Μα­ρί­ες του κό­σμου α­πό τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα γί­νον­ται α­γί­ες του Θε­ού, για­τί α­φο­σι­ώ­νον­ται και δί­νουν την α­γά­πη τους στον Κύ­ριο. 


Θα ή­θε­λα πριν τε­λει­ώ­σου­με να θυ­μη­θού­με κά­τι. Πριν α­πό δυ­ο χι­λιά­δες χρό­νια και με­τά, για με­ρι­κούς αι­ώ­νες υ­πήρ­ξε έ­νας λα­ός που θε­ω­ρού­σε ό­τι δι­α­δέ­χτη­κε τον Ισ­ρα­ήλ ως πε­ρι­ού­σιος λα­ός. Ο λα­ός του Θε­ού, οι χρι­στια­νοί. Για 3 αι­ώ­νες τους δί­ω­καν αλ­λά δεν υ­πο­χω­ρού­σαν. Γί­νον­ταν μάρ­τυ­ρες για την α­γά­πη του Χρι­στού. Στην συ­νέ­χεια, ό­ταν α­να­κη­ρύ­χτη­κε μια χρι­στι­α­νι­κή βα­σι­λεί­α, μα­ζι­κά προ­σχώ­ρη­σαν κι έ­γι­ναν χρι­στια­νοί χι­λιά­δες και­νού­ρια μέ­λη. Κι αυ­τός ο λα­ός που με τό­σο εν­θου­σια­σμό α­κο­λού­θη­σε τον λό­γο του Κυ­ρί­ου, σι­γά-σι­γά μα­ρά­ζω­σε. Α­κο­λου­θών­τας η­γέ­τες πλα­νε­μέ­νους και πλα­νώ­με­νος ο ί­διος αρ­νή­θη­κε τον Χρι­στό. Στο ό­νο­μά Του έ­κα­νε σταυ­ρο­φο­ρί­ες, έ­κα­νε πο­λέ­μους, έ­κα­νε α­δελ­φο­κτό­νους πο­λέ­μους. 


Υ­πήρ­ξε κι έ­νας λα­ός που ξε­χώ­ρι­σε α­νά­με­σα στους άλ­λους λα­ούς. Οι Έλ­λη­νες. Ή πιο σω­στά οι με­τέ­χον­τες του Ελ­λη­νι­σμού, για­τί δεν ή­ταν μό­νο Έλ­λη­νες. Αλ­λά σι­γά-σι­γά κι αυ­τοί, ε­νώ ε­πί αι­ώ­νες φώ­να­ζαν «ω­σαν­νά, ευ­λο­γη­μέ­νος ο ερ­χό­με­νος εν ο­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου», πέ­τα­ξαν τα βά­για τους και στρά­φη­καν προς τον ε­αυ­τό τους. Κι ό,τι ο Χρι­στός τους έ­λε­γε να μην το κά­νουν, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό αυ­τούς το κά­νουν. Πα­ρα­μέ­νουν κα­λοί. Πα­ρα­μέ­νουν έ­νας κα­λός λα­ός με πολ­λά χα­ρί­σμα­τα, αλ­λά τα βά­για του τα ‘χει πε­τά­ξει. Θα ‘θε­λε έ­να Μεσ­σί­α κι αυ­τός για να κυ­ρι­αρ­χή­σει. Για­τί νι­ώ­θει ε­ξευ­τε­λι­σμέ­νος α­πό τις ε­θνι­κές κα­τα­στρο­φές και τις τα­πει­νώ­σεις α­π’ τους γεί­το­νες. Ό­μως τα βά­για τα ‘χει πε­τά­ξει. Και αυ­τή εί­ναι μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

Την Κυ­ρια­κή των Βα­ΐ­ων ό­μως, ε­μείς, οι λε­γό­με­νοι ορ­θό­δο­ξοι χρι­στια­νοί που εκ­κλη­σι­α­ζό­μα­στε πιο συ­χνά ση­κώ­νου­με τα δι­κά μας βά­για. Α­να­γνω­ρί­ζου­με την α­δυ­να­μί­α μας και την ο­λι­γο­πι­στί­α μας. Σαν την Μα­ρί­α πο­θού­με να έρ­θει ο Χρι­στός στην ζω­ή μας ά­νευ ό­ρων. Αν­τί άλ­λων λό­γων θα ξα­να­δι­α­βά­σω μό­νο την πρώ­τη πα­ρά­γρα­φο α­πό την ε­πι­στο­λή του Α­πο­στό­λου Παύ­λου που α­κού­σα­με σή­με­ρα στα νέ­α Ελ­λη­νι­κά. Για να μην κο­ρο­ϊ­δευ­ό­μα­στε και να ξέ­ρου­με τι ζη­τά­ει ο Θε­ός α­πό ε­μάς και τι ο­φεί­λου­με να κά­νου­με. 


«Α­δερ­φοί, να χαί­ρε­στε πάν­το­τε με την χα­ρά που δί­δει η κοι­νω­νί­α με τον Κύ­ριο. Πά­λι θα πω, να χαί­ρε­στε πάν­τα. Η ε­πι­εί­κειά σας ας γί­νει γνω­στή και ας δι­δά­ξει ό­λους τους αν­θρώ­πους, πι­στούς και α­πί­στους. Ο Κύ­ριος εί­ναι κον­τά, έρ­χε­ται σύν­το­μα. Μην α­φή­νε­τε κα­θό­λου τον ε­αυ­τό σας να κα­τα­λη­φθεί α­πό μέ­ρι­μνες και άγ­χη. Αλ­λά για κά­θε πε­ρί­στα­ση τα αι­τή­μα­τά σας να τα α­πευ­θύ­νε­τε στον Θε­ό με προ­σευ­χή και δέ­η­ση, που να συ­νο­δεύ­ον­ται ΠΑΝΤΑ με ευ­χα­ρι­στί­α. Και η ει­ρή­νη που χα­ρί­ζει ο Θε­ός και εί­ναι α­σύλ­λη­πτη στο αν­θρώ­πι­νο μυα­λό θα δι­α­φυ­λά­ξει τις καρ­δι­ές και τις σκέ­ψεις σας διά του Ι­η­σού Χρι­στού».


Κα­λή Α­νά­στα­ση να έ­χου­με!