Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Μιὰ προ­σευ­χὴ γιὰ τὸν Χα­σάν καὶ τὸν Ἀ­να­στά­ση

τῆς Δέσποινας Κοκρῆ


Φθι­νό­πω­ρο στὴν μι­κρὴ Κυ­κλά­δα καὶ γα­λή­νη ἐ­πι­κρα­τεῖ παν­τοῦ. Ὀ­μορ­φιὰ καὶ ἀ­πέ­ραντο γα­λά­ζιο πλημ­μυ­ρί­ζουν τὰ μά­τια. Οἱ τε­λευ­ταῖ­οι του­ρί­στες ἀ­πο­λαμ­βά­νουν τὴν με­γα­λο­πρ­έ­πεια τοῦ Αἰ­γαί­ου. Οἱ ἡ­μέ­ρες περ­νοῦν ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὴν φι­λο­ξε­νί­α μα­ζὶ μὲ κα­τα­νυ­κτι­κὲς ἀ­κο­λου­θί­ες καί θεολογικές συ­ζη­τή­σεις. Δο­ξο­λο­γί­α καὶ εὐ­χα­ρι­στί­α πλη­μυ­ρί­ζει τὸ εἶ­ναι γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ Ἐ­κεῖ­νος μᾶς προ­σφέ­ρει καὶ μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ ζοῦ­με κα­θη­με­ρι­νά.
Τὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ νη­σιοῦ ἀ­να­στα­τώ­νει γιὰ τρί­τη φο­ρὰ μέ­σα σὲ δι­ά­στη­μα δύ­ο μη­νῶν ἡ ἄ­φι­ξη προ­φύ­γων ἀ­πὸ τὴν πο­λύ­πα­θη Συ­ρί­α. 


Οἱ δι­α­κι­νη­τὲς τοὺς ἄ­φη­σαν σὲ μιὰ ἀ­πό­κρη­μνη ἀ­κτὴ κι ἐ­κεῖ­νοι ἀ­ναγ­κά­στη­καν μέ­σα στὴν νύ­χτα νὰ σκαρ­φα­λώ­νουν τὰ βρά­χια φορ­τω­μέ­νοι παι­διὰ καὶ ἀποσκευές. Τοὺς εἴ­δα­με πα­γω­μέ­νους καὶ φο­βι­σμέ­νους κα­θὼς ἡ Ἀ­στυ­νο­μί­α προ­σπα­θοῦ­σε νὰ τοὺς συγ­κεν­τρώ­σει, εἴ­δα­με τὰ παι­διά μὲ βλέμ­μα φο­βι­σμέ­νο καὶ τὰ μω­ρὰ νὰ κλαῖ­νε γο­ε­ρά.


Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα φτά­σα­με στὸν τό­πο ποὺ πα­ρα­χώ­ρη­σε ἡ το­πι­κὴ Ἐκ­κλη­σί­α γιὰ τὴν πα­ρα­μο­νή τους, γιὰ νὰ βο­η­θή­σου­με τὴν ὥ­ρα τοῦ φα­γη­τοῦ καὶ νὰ τα­κτο­ποι­ή­σου­με τὰ ροῦ­χα ποὺ οἱ νη­σι­ῶ­τες εἶ­χαν φέ­ρει. Μι­λή­σα­με μα­ζί τους κι ἀ­κού­σα­με ἱ­στο­ρί­ες πό­νου καὶ φρί­κης. Ἔκπληκτοι εἴδαμε νά μᾶς ἀγκαλιάζουν καί νά θέλουν νά φωτογραφηθούν μαζί μας. Βλέμματα εὐγνωμοσύνης, ποὺ θὰ μείνουν γιὰ πάντα χαραγμένα στὴν μνήμη.



Ὁ Ἀμ­πντούλ, Σύ­ριος πο­λι­τι­κὸς μη­χα­νι­κός, μὲ τὴν γυ­ναί­κα του, σχο­λι­κὸ σύμ­βου­λο, καὶ τὰ 2 παι­διά του, ἔ­σπα­σε τὸ πό­δι του προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­νέ­βει στὰ κα­κο­τρά­χα­λα ρου­μά­νια ποὺ τοὺς ἄ­φη­σε ὁ δι­α­κι­νη­τὴς ἀγ­κα­λιὰ μὲ τὰ 2 παι­διά. Ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ τὴν νό­τια πε­ρι­ο­χὴ τῆς Δα­μα­σκοῦ μὲ προ­ο­ρι­σμὸ τὴν Σου­η­δί­α, ὅ­που ἔ­χουν συγ­γε­νεῖς, γιὰ νὰ σω­θοῦν για­τὶ δὲν ἤ­ξε­ραν ἂν τὸ ἑ­πό­με­νο λε­πτὸ θὰ ζοῦν με­τὰ τὸν ἐ­περ­χό­με­νο βομ­βαρ­δι­σμό.


Ὁ Τά­ρεκ, ἀ­πὸ τὸ Χα­λέ­πι, ἤ­θε­λε ὁ­πωσ­δή­πο­τε νὰ ποζάρει μα­ζί μας. Ἦ­ταν πο­λὺ χα­ρού­με­νος για­τὶ εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ ἐ­ξα­γο­ρά­σει τὴν ἀ­δελ­φή του πλη­ρώ­νον­τας λύ­τρα στὸν ISIS. Πε­ρι­πλα­νή­θη­καν 20 μέ­ρες περ­πα­τών­τας στὴν Τουρ­κί­α. Ὀ­νει­ρεύ­ον­ταν νὰ φτά­σουν στὴν Γερ­μα­νί­α.
Ὁ 12χρονος Φα­ροὺκ εἶ­δε μπρο­στὰ στὰ μά­τια του νὰ χά­νον­ται καὶ οἱ δύ­ο γο­νεῖς του ἀ­πὸ τὰ πυ­ρὰ τῶν φα­να­τι­κῶν. Ἔ­φυ­γε νὰ βρεῖ τὸν 18χρονο ἀ­δελ­φό της μη­τέ­ρας του στὴν Γερ­μα­νί­α.


Ὁ ὀρ­θό­δο­ξος Γι­ό­χαν ποὺ ἔ­με­νε στὴν Δα­μα­σκό, πρὶν ἀ­πὸ 2 μῆ­νες πῆ­ρε τὸ πτυ­χί­ο του ὡς ἠ­λε­κτρο­νι­κὸς ὑ­πο­λο­γι­στῶν. Κά­πο­τε ἤ­θε­λε μὲ τὸν ἀ­γα­πη­μέ­νο του φί­λο νὰ ἔρ­θουν στὴν Ἑλ­λά­δα γιὰ νὰ ἐ­πι­σκε­φθοῦν τὸ Ἅ­γιο Ὄ­ρος, νὰ βροῦν γέ­ρον­τες γιὰ νὰ τοὺς ἀ­παν­τή­σουν στὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ εἶ­χαν. Τὰ ἔφε­ρε ἀλ­λι­ῶς ἡ ζω­ή. Ὁ φί­λος του σκο­τώ­θη­κε σὲ βομ­βαρ­δι­σμὸ κι ὁ Γι­ό­χαν ἔ­φυ­γε νὰ σω­θεῖ, προ­ο­ρι­σμός του ἡ Νορ­βη­γί­α.


Ὁ μι­κρού­λης Χα­σὰν 3 ἐ­τῶν μὲ τοὺς γο­νεῖς του, ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ χω­ριὸ στὰ βό­ρεια τῆς Δα­μα­σκοῦ καὶ βρι­σκό­ταν σὲ ἀ­σφα­λὲς μέ­ρος με­τὰ ἀ­πὸ 3 μῆ­νες πε­ρι­πλά­νη­σης στὴν Τουρ­κί­α ψά­χνον­τας νὰ βροῦν δι­α­κι­νη­τὴ καὶ 24 ὧ­ρες στὴν θά­λασ­σα.


Στὰ μά­τια ὅ­λων ἡ φρί­κη τοῦ πο­λέ­μου, ὁ πό­νος τῆς ἀ­πώ­λειας ἀν­θρώ­πων καὶ πραγ­μά­των, ἡ τα­πεί­νω­ση τῆς ὕ­παρ­ξής τους καὶ ψυ­χι­κὴ κού­ρα­ση ἀ­πὸ τὴν ἐκ­με­τάλ­λευ­ση, (οἱ τι­μὲς δι­α­κί­νη­σης ἀ­πὸ 700 εὐ­ρὼ τὰ παι­διὰ - 2500 τοὺς γέ­ρον­τες), ζω­γρα­φι­σμέ­να μὲ χον­τρὰ πι­νέ­λα. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ ἡ ἐλ­πί­δα τῆς σω­τη­ρί­ας ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­να­τέλ­λει καὶ ἔ­τσι μι­κρά, φευ­γα­λέ­α χα­μό­γε­λα δι­α­γρά­φον­ταν στὰ πρό­σω­πά τους.


Τὰ τα­λαί­πω­ρα πρό­σω­πα τῶν Σύ­ρων προ­σφύ­γων μοῦ θύ­μι­σαν πὼς τὸ 1922, χι­λιά­δες Ἕλ­λη­νες τῆς Μι­κρᾶς Ἀ­σί­ας εἶ­χαν κα­τα­φύ­γει στὸ Χα­λέ­πι γιὰ νὰ σω­θοῦν. Στὸ προ­σω­πά­κι τοῦ μι­κροῦ Χα­σὰν εἶ­δα τὸν μι­κρὸ Ἀ­να­στά­ση, τὸν πα­τέ­ρα μου, φαν­τά­στη­κα νὰ τὸν κρα­τᾶ ἡ για­γιά μου ἡ Δέ­σποι­να ἀγ­κα­λιά, κι ἐ­κεῖ­νος νὰ κλαί­ει ἀ­στα­μά­τη­τα κα­τὰ τὴν διά­ρκεια τοῦ τα­ξι­διοῦ πρὸς τὸν Πει­ραι­ὰ τὸ 1922, ἀ­να­ζη­τών­τας τοὺς φί­λους του καὶ τὸ σπί­τι τους ποὺ τὰ εἶ­χαν ἀ­φή­σει στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη μα­ζὶ μ’ ὅ­λη τους τὴν ζω­ή. Τοῦ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς νὰ ζή­σει 65 χρό­νια καὶ τὸν θυ­μᾶ­μαι νὰ δα­κρύ­ζει μὲ κά­θε θύ­μη­ση τοῦ παι­δι­κοῦ τραύ­μα­τος ποὺ τοῦ εἶ­χε ἀ­φή­σει ἡ προ­σφώ­νη­ση «τουρ­κό­σπο­ρος» ποὺ ἄ­κου­γε ἀ­πὸ τὰ παι­διὰ τῆς γει­το­νιᾶς τοῦ Προ­φή­τη Ἠ­λί­α ὅ­που ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν.


Ἡ κα­τά­στα­ση τῶν χω­ρῶν τῆς Ἐγ­γὺς Ἀ­να­το­λῆς ἔ­χει ἀλ­λά­ξει, οἱ "Με­γά­λες Δυ­νά­μεις" συ­νε­χί­ζουν νὰ παί­ζουν παι­χνί­δια στὶς πλά­τες τῶν λα­ῶν, ἀ­νί­κα­νες μέ­σα στὴν ἀ­λα­ζο­νεί­α τους νὰ δοῦν τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὁ φα­να­τι­σμὸς τῶν ἀ­κραί­ων ἰσ­λα­μι­στῶν αὐ­ξά­νει, χι­λιά­δες οἱ πρό­σφυ­γες ποὺ περ­νοῦν ἀ­πὸ τὴν πα­τρί­δα μας γυ­ρεύ­ον­τας τὴν σω­τη­ρί­α. 3.000 νε­κροὶ στὴν Με­σό­γει­ο μέ­χρι τώ­ρα, πά­νω ἀ­πὸ 4.000.000 οἱ πρό­σφυ­γες, πά­νω ἀ­πὸ 200.000 οἱ νε­κροί.   Πολ­λοὶ συμ­πα­τρι­ῶ­τες μας φο­βοῦν­ται τὸ τί θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ση­μαί­νει ἡ πα­ρα­μο­νὴ τό­σων πολ­λῶν προ­σφύ­γων στὴν χώ­ρα μας. Ὅ­μως, δὲν πρέ­πει νὰ μᾶς κα­τα­κλύ­ζει ὁ φό­βος γιὰ τὸ αὔ­ριο, ἀλ­λὰ νὰ ἀ­νοί­ξου­με τὶς καρ­δι­ές μας στὸν πό­νο τοῦ ἄλ­λου. Ἂν θέ­λου­με νὰ λε­γό­μα­στε χρι­στια­νοὶ ἄς πρά­ξου­με ἐ­κεῖ­νο ποὺ ὁ Χρι­στὸς μᾶς ὑ­πο­δει­κνύ­ει στὶς παραβολὲς τοῦ κα­λοῦ Σα­μα­ρεί­τη καὶ τῆς Μελ­λού­σης Κρί­σε­ως. Εἶ­ναι τὸ ἐ­λά­χι­στο δυ­να­τὸ μπρο­στὰ στὴν φρί­κη ποὺ ζοῦν οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοί.


Μοιά­ζει ἴ­σως οὐ­το­πι­κὴ μιὰ προ­σευ­χὴ ποὺ ζη­τᾶ νὰ μὴν ξα­να­συμ­βοῦν παι­δι­κὰ τραύ­μα­τα στοὺς Χα­σὰν καὶ τοὺς Ἀ­να­στά­ση­δες ὅ­λου τοῦ κό­σμου. Ὅ­μως ἐ­φι­κτὸ εἶ­ναι νὰ θυ­μό­μα­στε πὼς ἡ ἀν­θρω­πιά μας ἀλ­λὰ καὶ ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α μας κρί­νε­ται ἀ­πὸ τὸ πό­σο νοι­α­στή­κα­με γιὰ τὸν ξέ­νο, τὸν ἀ­ναγ­κε­μέ­νο, τὸν πρό­σφυ­γα. Πό­σο ἀ­φή­σα­με τὴν καρ­διά μας νὰ συγ­κι­νη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια δρά­μα­τα ποὺ συμ­βαί­νουν κά­θε στιγ­μὴ στὸν κό­σμο. Πό­σο προ­σευ­χη­θή­κα­με νὰ τοὺς φυ­λά­ει ὁ Θε­ὸς καὶ νὰ πα­ρη­γο­ρεῖ τὴν ὀ­δύ­νη τους. Κι ἄς ἀ­να­ρω­τη­θοῦ­με: πό­σο εὐ­χα­ρι­στοῦ­με τὸν Κύ­ριο ποὺ ἔ­χου­με εἰ­ρή­νη ἀ­κό­μα στὸν τό­πο μας καὶ ἕ­να πιά­το φα­ΐ ἐ­μεῖς οἱ Ἕλ­λη­νες Ὀρ­θό­δο­ξοι ποὺ γνω­ρί­σα­με τὴν προ­σφυ­γιὰ τὸν αἰ­ώ­να ποὺ πέ­ρα­σε. 


Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σον ἡμᾶς καὶ τὸν κό­σμο σου.



                                              

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

ΟΣΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Ο ΛΑΤΡΗΝΟΣ



Ο Ό­σιος Χρι­στό­δου­λος γεν­νή­θη­κε στην Μ. Α­σί­α, στα πε­ρί­χω­ρα της Νι­και­ας της Βι­θυ­νί­ας πε­ρί το 1024. Οι ευ­σε­βείς και ε­νά­ρε­τοι γο­νείς του Θε­ό­δω­ρος και Άν­να του έ­δω­σαν το ό­νο­μα Ι­ω­άν­νης. Α­πό την ε­φη­βι­κή του η­λι­κί­α φλε­γό­ταν α­πό τον πό­θο να α­κο­λου­θή­σει την ο­δό του μο­να­χι­κού βί­ου, και οι γο­νείς του φο­βού­με­νοι μή­πως τον χά­σουν α­πό κον­τα τους ε­πέ­με­ναν να νυμ­φευ­θεί, αλ­λά πριν α­πό τον γά­μο α­πο­φά­σι­σε να α­κο­λου­θή­σει την κλή­ση του Θε­ού και έ­φυ­γε κρυ­φά α­πό το χω­ριό του, κα­τα­φεύ­γον­τας στο ό­ρος Ό­λυμ­πος της Μυ­σί­ας ό­που υ­πήρ­χαν πολ­λά μο­να­στή­ρια και κελ­λιά.

 

Ε­κεί στον Ό­λυμ­πο, ο Ι­ω­άν­νης έ­γι­νε δό­κι­μος "τε­θείς υ­πό την δι­δα­σκα­λί­αν και την δι­α­παι­δα­γώ­γη­σιν του προ­η­γου­μέ­νου της ι­ε­ράς ε­κεί­νης ποί­μνης ", ο ο­ποί­ος βλέ­πον­τας τον ζή­λο του τον έ­κει­ρε μο­να­χό και του έ­δω­σε το ό­νο­μα Χρι­στό­δου­λος, εξ αι­τί­ας της με­γά­λης του α­γά­πης για τον Ι­η­σού Χρι­στό.   Τρί­α χρό­νια αρ­γό­τε­ρα ο γέ­ρον­τας πέ­θα­νε και ο μο­να­χός Χρι­στό­δου­λος, έ­φυ­γε για την Ρω­μη με σκο­πό να προ­σκυ­νή­σει τούς τά­φους των Α­γί­ων Α­πο­στό­λων, Πε­τρου και Παύ­λου. Α­πό ε­κεί με­τέ­βη για προ­σκύ­νη­μα στούς Α­γί­ους Το­πους και στην συ­νέ­χεια στην Πα­λαι­στί­νη, ό­που πι­θα­νώς εγ­κα­τα­βί­ω­σε στη μο­νή του Α­γί­ου Σαβ­βα. 


    Ό­μως το σχέ­διο του Θε­ού γί­α τον δού­λο Του ή­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κό. Κύ­μα ε­πι­θέ­σε­ων των Α­γα­ρη­νών στα μο­να­στή­ρια της Πα­λαι­στί­νης, α­νάγ­κα­σε τούς μο­να­χούς να εγ­κα­τα­λεί­ψουν την έ­ρη­μο. Ο Ό­σιος μα­ζί με άλ­λους κα­τευ­θύν­θη­κε στο ό­ρος Λα­τρος ό­που εί­χαν κα­τα­φύ­γει πολ­λοί μο­να­χοί της Αι­γύ­πτου α­πό τις πε­ρι­ο­χές του Σι­νά και της Ρα­ϊ­θώ, με­τά α­πό τις φο­νι­κές ε­πι­θέ­σεις των Βλεμ­μύ­ων Α­ρά­βων. 


  Ο Ό­σιος Χρι­στό­δου­λος ε­μό­να­σε στη Λαύ­ρα του Στύ­λου. Στην πε­ρι­ο­χή του Λα­τρους άλ­λοι ζού­σαν κοι­νο­βια­κά στη Λαύ­ρα και άλ­λοι σε κελ­λιά. Ο μο­να­χι­σμός στο ό­ρος Λα­τρος βρι­σκό­ταν την πε­ρί­ο­δο ε­κεί­νη σε με­γά­λην ακ­μη και ο Ό­σιος ε­πι­δό­θη­κε με ι­ε­ρό ζή­λο στην προ­σευ­χή και την νη­στεί­α. Δι­α­κρί­θη­κε στην πνευ­μα­τι­κή ζω­η με το ή­θος του, τούς α­σκη­τι­κούς του α­γώ­νες και την πνευ­μα­τι­κή του κα­τάρ­τι­ση, γε­γο­νός που ο­δή­γη­σε τούς μο­να­χούς να τον ε­κλέ­ξουν η­γού­με­νο της Λαύ­ρας και έ­γι­νε πνευ­μα­τι­κός ό­λων των μο­να­χών του ό­ρους Λα­τρος. Ο Ό­σιος δι­οί­κη­σε πολ­λά χρό­νια την μο­να­στι­κή πο­λι­τεί­α, και η φή­μη του ε­ξα­πλώ­θη­κε στα πέ­ρα­τα της αυ­το­κρα­το­ρί­ας, του ε­δό­θη δε το ε­πί­θε­το Λα­τρη­νός. 



    Την πε­ρί­ο­δο αυ­τή ακ­μής του Λα­τρη­νού μο­να­χι­σμού δι­έ­κο­ψαν ε­πι­δρο­μές Α­γα­ρη­νών. και ο Ό­σιος, α­πο­φά­σι­σε να εγ­κα­τα­λεί­ψει το ό­ρος Λα­τρος και μα­ζί με μια ο­μά­δα μο­να­χών στην Κω, ό­που ο κά­ποι­ος ευ­σε­βής άρ­χον­τας τούς δώ­ρη­σε μια έ­κτα­ση κον­τα στο βου­νό Δι­και­ο. Ε­κεί, ο Ό­σιος Χρι­στό­δου­λος άρ­χι­σε να οι­κο­δο­μεί μο­νή η ο­ποί­α ή­ταν α­φι­ε­ρω­μέ­νη στην Θε­ο­τό­κο, και ο αυ­το­κρά­το­ρας Νι­κη­φό­ρος Βο­τα­νειά­της του πα­ρα­χώ­ρη­σε φο­ρο­λο­γι­κή α­παλ­λα­γή για να ο­λο­κλη­ρώ­σει το έρ­γο του. Τις φο­ρο­λο­γι­κές α­παλ­λα­γές συ­νέ­χι­σε και ο αυ­το­κρά­το­ρας Α­λέ­ξιος Κο­μνή­νος, ο ο­ποί­ος με χρυ­σό­βουλ­λο έγ­γρα­φο ό­ρι­σε να εί­ναι αυ­το­δέ­σπο­τη η μο­νή της Θε­ο­τό­κου, και πα­ρα­χώ­ρη­σε το νη­σί Λει­ψώ, δύ­ο προ­ά­στια στη Λε­ρο - το Παρ­θέ­νι και τα Τε­μέ­νια - και τη πε­ρι­ο­χή Παν­τέ­λι.


  Η φή­μη του ε­ξην­τά­χρο­νου χα­ρι­σμα­τού­χου γέ­ρον­τα ο­δή­γη­σε αρ­κε­τούς μο­να­χούς κον­τα του, και οι ντό­πιοι έ­κα­ναν πολ­λές δω­ρε­ές έ­τσι που σε μι­κρό χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα η νέ­α μο­νή α­πέ­κτη­σε με­γά­λη πε­ρι­ου­σί­α. Ό­μως, πα­ρά την με­γά­λη ακ­μη στην ο­ποί­α πε­ρι­ήλ­θε η Μο­νή της Θε­ο­τό­κου, ο Ό­σιος δεν ή­ταν ευ­χα­ρι­στη­μέ­νος. Το μο­να­στή­ρι ή­ταν κον­τα σε κα­τοι­κη­μέ­νη πε­ρι­ο­χή και τα με­τό­χια του συ­νό­ρευ­αν με τα κτή­μα­τα των ντό­πι­ων, με α­πο­τέ­λε­σμα οι μο­να­χοί να έ­χουν με­γά­λο συγ­χρω­τι­σμό με τούς λα­ϊ­κούς, γε­γο­νός που έ­κα­νε τον γέ­ρον­τά τους να α­νη­συ­χεί για την πνευ­μα­τι­κή τους πο­ρεί­α. Και ή­ταν τό­σο με­γά­λη η α­νη­συ­χί­α του, ώ­στε πή­ρε μια με­γά­λη α­πό­φα­ση χω­ρίς να υ­πο­λο­γί­σει το κό­στος. Να με­τα­να­στεύ­σει και πά­λι και να εγ­κα­τα­βι­ώ­σει σε τό­πο ά­γο­νο και χέρ­σο, στο ε­ρη­μω­μέ­νο α­πό τις λε­η­λα­σί­ες νη­σί Πα­τμος. 



    Το 1088 ο Ό­σιος Χρι­στό­δου­λος πή­γε στην Κων­σταν­τι­νού­πο­λη και ζή­τη­σε α­πό τον Α­λέ­ξιο Κο­μνη­νό να του πα­ρα­χω­ρη­θεί η ε­ρη­μω­μέ­νη εξ αι­τί­ας των πει­ρα­τι­κών ε­πι­δρο­μών Πα­τμος για να οι­κο­δο­μή­σει Μο­να­στή­ρι. Σε­βό­με­νος τον ό­σιο, ο Α­λέ­ξιος Κο­μνη­νός του πα­ρα­χώ­ρη­σε την Πα­τμο με Χρυ­σό­βουλ­λο λό­γο ( σώ­ζε­ται στην μο­νή της Πά­τμου), ό­που ο­ρί­ζε­ται να δω­ρη­θεί η Πα­τμος για να γί­νει Μο­νή, κα­ταρ­γεί ο­ποι­α­δή­πο­τε φο­ρο­λο­γί­α, α­πα­γο­ρεύ­ει κα­τό­πιν ε­πι­θυ­μί­ας του Ο­σί­ου την εγ­κα­τά­στα­ση λα­ϊ­κών στο νη­σί, και το α­να­κη­ρύσ­σει ά­βα­τον.

        Με έ­να δεύ­τε­ρο Χρυ­σό­βουλ­λο ο Κο­μνη­νός ό­ρι­σε να δί­δων­ται ως ε­νί­σχυ­ση στην Μο­νή ε­τη­σί­ως τρι­α­κό­σιοι μό­διοι σί­του, και ει­κο­σι­τέσ­σε­ρα Κο­μνη­νά­τα Θε­ο­τό­κια. Έ­τσι, για μί­α α­κό­μα φο­ρά στην ζω­η του, ο Ό­σιος Χρι­στό­δου­λος με­τα­να­στεύ­ει, αυ­τή την φο­ρά σε τό­πο α­φι­λό­ξε­νο και ε­ρη­μι­κό. Α­πό και­ρό έ­χει σκε­φτεί πως η ε­ρει­πω­μέ­νη α­πό τις ε­πι­θέ­σεις των πει­ρα­τών και α­προ­σπέ­λα­στη για τα εμ­πο­ρι­κά πλοί­α νή­σος Πα­τμος θα του πρό­σφε­ρε τις ι­δα­νι­κές συν­θή­κες για να δι­α­σφα­λί­σει την πνευ­μα­τι­κή ζω­η της συ­νο­δεί­ας του. Ε­ξ' άλ­λου την ε­πι­θυ­μί­α του να ζή­σει στην Πα­τμο ε­νι­σχύ­ει το ό­τι ε­κεί έ­ζη­σε και συ­νέ­γρα­ψε την Α­πο­κά­λυ­ψη ο Α­πό­στο­λος Ι­ω­άν­νης.


  Με­τά την πα­ρά­δο­ση της Πα­τμου ο Ό­σιος και ό­λη η συ­νο­δεί­α του ξε­κί­νη­σαν την α­νέ­γερ­ση της Νε­ας Μο­νής στην κο­ρυ­φή του βου­νού, ό­που ευ­ρί­σκον­το ε­ρεί­πια αρ­χαί­ου να­ού της Σκυ­θί­ας Αρ­τέ­μι­δος.

  Η οι­κο­δό­μη­ση της Μο­νής ή­ταν έρ­γο δύ­σκο­λο και πο­λύ κο­πι­α­στι­κό για την μο­να­στι­κή α­δελ­φό­τη­τα, α­φού ο Ό­σιος δεν ή­θε­λε να προσ­λά­βει ερ­γά­τες. Για να εμ­ψυ­χώ­νει τούς μο­να­χούς, πα­ρά τα ε­βδο­μήν­τα του χρό­νια κου­βα­λού­σε ο ί­διος πέ­τρες και α­σβέ­στη και πρω­το­στα­τού­σε στις ερ­γα­σί­ες δί­νον­τας θάρ­ρος στούς υ­πό­λοι­πους. Πα­ρ' ό­λα αυ­τά η σκλη­ρή ερ­γα­σί­α και η ά­νυ­δρη, α­φι­λό­ξε­νη γη, κού­ρα­σαν γρή­γο­ρα τούς μο­να­χούς. Έ­τσι προ­σέ­λα­βε έγ­γα­μους λα­ϊ­κούς και τούς έ­φε­ρε στην Πα­τμο μα­ζί με τις οι­κο­γέ­νει­ες τους, α­φού ή­ταν δύ­σκο­λο να βρει πολ­λούς α­γά­μους που να ε­πι­θυ­μούν να ζή­σουν στην ά­γο­νη Πα­τμο. Για να α­πο­φύ­γει τα προ­βλή­μα­τα που α­πό την αρ­χη φο­βό­ταν, εγ­κα­τέ­στη­σε τις οι­κο­γέ­νει­ες στην άλ­λη πλευ­ρά του νη­σιού ώ­στε να μην ε­νο­χλούν τούς μο­να­χούς. Α­πα­γό­ρευ­σε στις γυ­ναί­κες και τα παι­διά να πλη­σιά­ζουν το μο­να­στή­ρι και ό­ρι­σε πεν­θή­με­ρο ερ­γα­σί­ας για τούς άν­δρες, κα­τά την διά­ρκεια του ο­ποί­ου αυ­τοί έ­με­ναν με τούς μο­να­χούς και ε­πέ­στρε­φαν το Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο στις οι­κο­γέ­νει­ες τους.

  Η πρόσ­λη­ψη των ερ­γα­τών ό­χι μό­νο ε­πι­τά­χυ­νε τις οι­κο­δο­μι­κές ερ­γα­σί­ες, αλ­λά και έ­δω­σε την δυ­να­τό­τη­τα στην μο­να­χι­κή συ­νο­δεί­α να αρ­χί­σει να ζει και πά­λι η­συ­χα­στι­κά.

 

  Την ε­πο­χή ε­κεί­νη ο ι­ε­ρός Χρι­στό­δου­λος ή­ταν ή­δη με­γά­λος σε η­λι­κί­α, αλ­λά οι δυ­νά­μεις του με την Χα­ρη του Θε­ού δεν τον εί­χαν εγ­κα­τα­λεί­ψει. Η α­κτι­νο­βο­λί­α του ως πνευ­μα­τι­κού εί­χε ε­ξα­πλω­θεί σε ό­λο το Αι­γαί­ο και με­γά­λος α­ριθ­μός προ­σκυ­νη­τών με­τέ­βαι­νε στην Πα­τμο για να προ­σκυ­νή­σει το σπή­λαι­ο της Α­πο­κα­λύ­ψε­ως και το μο­να­στή­ρι, και να τον συμ­βου­λευ­θεί.

      Ό­μως το σχέ­διο του Θε­ού και πά­λι ή­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κό για τον τρι­σόλ­βιο Χρι­στό­δου­λο. Πι­στευ­ε πως θα τερ­μά­τι­ζε τον βί­ο του στην ι­ε­ρά Πα­τμο, αλ­λά πέν­τε πε­ρί­που χρό­νια με­τά την εγ­κα­τά­στα­ση του στο νη­σί, το 1092, εξ αι­τί­ας της Τουρ­κι­κής α­πει­λής ο Ό­σιος πή­ρε την α­πό­φα­ση ό­λη η συ­νο­δεί­α της Μο­νής να εγ­κα­τα­λεί­ψει το νη­σί μέ­χρι να πε­ρά­σει ο κίν­δυ­νος.

            Η μο­να­χι­κή α­δελ­φό­τη­τα κα­τέ­φυ­γε στον Πορ­θμό του Ευ­ρί­που, ό­που χά­ρις στην βο­ή­θεια ε­νός άρ­χον­τα ο ο­ποί­ος ή­ταν πνευ­μα­τι­κό τέ­κνο του Ο­σί­ου, εγ­κα­τα­στά­θη­καν σε έ­να με­γά­λο αρ­χον­τι­κό το ο­ποί­ο με­τα­τρά­πη­κε σε μο­να­στή­ρι. Έ­τσι, ο Θε­ο­φό­ρος Πα­τήρ, έ­μελ­λε να ζή­σει και στην Εύ­βοι­α, και "αν­τι­κεί­με­νον του θαυ­μα­σμού πάν­των γε­νό­με­νος και ως τις άγ­γε­λος εν θνη­τώ σώ­μα­τι της προ­ση­κού­σης τι­μής α­ξι­ω­θείς", να στη­ρί­ξει πνευ­μα­τι­κά και ε­κεί τούς αν­θρώ­πους, και να κη­ρύ­ξει την α­γά­πη του Χρι­στού.



            Στις 10 Μαρ­τί­ου του έ­τους 1093, ο Ό­σιος κά­λε­σε τον πρε­σβύ­τε­ρο και Νο­τά­ριο Ευ­ρί­που Γε­ώρ­γιο Στρο­βη­λί­τη και άλ­λους ε­πτά α­ξι­ω­μα­τού­χους, για να υ­πο­γρά­ψουν ως μάρ­τυ­ρες στην Δι­α­θή­κη του.

            Με­τά α­πό με­ρι­κές μέ­ρες, στις 15 Μαρ­τί­ου, συ­νε­τά­χθη έ­νας συμ­πλη­ρω­μα­τι­κός κω­δί­κελ­λος της δι­α­θή­κης ό­που με­τα­ξύ άλ­λων ο­ρί­ζον­ται ζη­τή­μα­τα της Μο­νής, ό­πως θέ­μα­τα τυ­πι­κού, προ­σω­πι­κές πα­ραι­νέ­σεις σε μο­να­χούς, αλ­λά και πλη­ρο­φο­ρί­ες σχε­τι­κές με την βι­βλι­ο­θή­κη, το αρ­χεί­ο της και τον τρό­πο α­πο­κτή­σε­ως των βι­βλί­ων και τις δω­ρε­ές των αυ­το­κρα­τό­ρων στο Μο­να­στή­ρι.

            Λίγο χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, και α­φού εί­χε πλη­ρο­φο­ρη­θεί "εκ Θε­ού" για την α­πο­δη­μί­α του, ο Ό­σιος κά­λε­σε τούς μο­να­χούς και α­φού τούς προ­έ­τρε­ψε να ε­πι­στρέ­ψουν ό­λοι στην Πά­τμο, τούς ζή­τη­σε να τον πά­ρουν α­πό την ξέ­νη γη και να τον εν­τα­φιά­σουν στο να­ο της Μο­νής για την ο­ποί­α τό­σο πο­λύ εί­χε μο­χθή­σει. Και α­φού τούς εί­πε αυ­τά τα λό­για "και δια λό­γων α­πο­χαι­ρε­τι­στη­ρί­ων κα­θα­γιά­σας τούς πα­ρόν­τας, πα­ρέ­δω­κε το πνεύ­μα τω Θε­ώ , την ις'  τοῦ μη­νός Μαρ­τί­ου."



   Λι­γο και­ρό με­τά την κή­δευ­ση του πνευ­μα­τι­κού τους πα­τρός, οι μο­να­χοί της Πα­τμου έ­μα­θαν πως ο κίν­δυ­νος α­πό τους Τούρ­κους εί­χε πε­ρά­σει και ε­τοι­μά­στη­καν να ε­πι­στρέ­ψουν στο ι­ε­ρό νη­σί μα­ζί με το σκή­νω­μα του γέ­ρον­τά τους.



               Θα πε­ρί­με­νε κα­νείς το τε­λευ­ταί­ο τα­ξί­δι του Ο­σί­ου Χρι­στο­δού­λου να εί­ναι ει­ρη­νι­κό. Ό­μως, α­κό­μα και αυ­τή η τε­λευ­ταί­α του με­τα­κί­νη­ση ή­ταν πε­ρι­πε­τει­ώ­δης ό­πως ό­λες οι με­τα­κι­νή­σεις του βί­ου του. Η αι­τί­α ό­μως αυ­τή την φο­ρά δεν ή­ταν η κα­κί­α του κό­σμου τού­του, αλ­λά η α­γά­πη των αν­θρώ­πων που στο πρό­σω­που του Λα­τρη­νού μο­να­χού εί­χαν γνω­ρί­σει την α­γά­πη του Ι­η­σού Χρι­στού. Οι κά­τοι­κοι της Ευ­βοί­ας, ό­ταν έ­μα­θαν ό­τι οι μο­να­χοί θα έ­παιρ­ναν το σκή­νω­μα στην Πά­τμο, ξε­ση­κώ­θη­καν και α­πέ­κλει­σαν το μέ­ρος ό­που ε­φυ­λάσ­σε­το ο Ό­σιος, ο ο­ποί­ος ή­ταν γι' αυ­τούς "σω­τήρ, ια­τήρ, και πά­σης νό­σου θε­ρα­πευ­τής".  Οι μο­να­χοί, ό­μως, α­πο­φα­σι­σμέ­νοι να με­τα­φέ­ρουν το λεί­ψα­νο στην Πα­τμο, κα­τά την διά­ρκεια της νύ­χτας έ­βγα­λαν κρυ­φά τον Ό­σιο α­πό την πό­λη και α­φού ε­πι­βι­βά­στη­καν στο πλοί­ο της Μο­νής, κα­τέ­πλευ­σαν στην Πά­τμο.

               Με αυ­τόν τον τρό­πο τε­λεί­ω­σε η πο­λύ­χρο­νη πε­ρι­πλά­νη­ση του Ο­σί­ου Πα­τρός Χρι­στο­δού­λου ο ο­ποί­ος σε ο­λό­κλη­ρο τον βί­ο του α­να­ζη­τού­σε έ­ναν ή­συ­χο τό­πο για να ζή­σει "εν προ­σευ­χαίς και ύ­μνοις πνευ­μα­τι­κοίς".

            Στην ι­ε­ρά Πά­τμο, στο δε­ξιό μέ­ρος του ε­σω­νάρ­θη­κα της Μο­νής του Ι­ω­άν­νου του Θε­ο­λό­γου το­πο­θε­τή­θη­κε σε μαρ­μά­ρι­νη λάρ­να­κα το σκή­νω­μα του Ο­σί­ου Χρι­στο­δού­λου, και σχε­δόν χί­λια χρό­νια τώ­ρα, "α­να­βλύ­ζει θαυ­μά­των πη­γάς και ως τι­να ο­σμήν μύ­ρου αι­σθά­νον­ται οι πι­στώς α­πτό­με­νοι αυ­τού και δια μό­νης της α­φής κα­θα­γι­ά­ζον­ται και α­πό πά­σης σω­μα­τι­κής βλά­βης ε­λευ­θε­ρούν­ται".

            Η Εκ­κλη­σί­α τον κα­τέ­τα­ξε στην χο­ρεί­α των Ο­σί­ων. Τον τι­μά δύ­ο φο­ρές τον χρό­νο, στις 16 Μαρ­τί­ου, η­μέ­ρα της κοι­μή­σε­ως του και στις 21 Ο­κτω­βρί­ου, η­μέ­ρα της α­να­κο­μι­δής των λει­ψά­νων του.