Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Κι εφέτος Χριστούγεννα ... ανάμνηση ή μήνυμα αγάπης;




Μέσα στο κλίμα γενικής αναστάτωσης, αβεβαιότητας και θλίψης για τον πόνο που κυριαρχεί, αλλά και αγωνίας για ενδεχόμενη γενικευμένη πολεμική σύγκρουση στον πλανήτη μας, καθένας μας καλείται να γιορτάσει και εφέτος τα Χριστούγεννα, τη Σάρκωση του Θεανθρώπου, την είσοδό Του στην ανθρώπινη ιστορία.
Μα τι να μπορεί να σημαίνουν τα Χριστούγεννα σήμερα για τον κατακερματισμένο σύγχρονο άνθρωπο και ιδιαίτερα το νέο, ο οποίος αναζητά λίγο φως, νόημα ύπαρξης, ένα χέρι για να πιαστεί; Ο λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος εκστομίζει πολλά «γιατί»: για τη φτώχεια, την αδικία, τον αμοραλισμό, την απαξίωση του προσώπου, την εγκατάλειψη του ανθρώπου από τον συνάνθρωπο, τη μοναξιά, την τρομοκρατία, τη βία που βλέπουμε να απλώνει το χέρι της και στις πιο τρυφερές ηλικίες, τη σκοπιμότητα που κυριαρχεί σε όλες σχεδόν τις σχέσεις, την αναξιοκρατία. Ένα αδιάλειπτο γιατί;


Την απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα, που συνήθως μένουν αναπάντητα, έρχεται τις ημέρες αυτές να δώσει η Σάρκωση του Θεού Λόγου, η γέννηση του Εμμανουήλ, του Ιησού Χριστού. Ο απρόσιτος, από αγάπη για το πλάσμα Του, γίνεται προσιτός. Ο άπειρος σμικρύνεται και ο αχώρητος χωρείται. Ο «αναφής» ταπεινώνεται και δέχεται να ψηλαφηθεί. Ο Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση και ενώνοντάς την με την Θεία Του φύση παρεμβαίνει στον χρόνο και εντάσσεται στην ανθρώπινη ιστορία. Γίνεται ιστορικό πρόσωπο, πέρα από κάθε αμφισβήτηση.
Σήμερα, πιο επίκαιρα από ποτέ, τα λόγια του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου έρχονται να απαλύνουν τον πόνο που νιώθει ο καθένας μέσα του για όσα τον πληγώνουν και ηχούν συνάμα παρηγορητικά, καθώς παρουσιάζουν τον Χριστό να απευθύνεται στον άνθρωπο λέγοντας: «Εγώ είμαι πατέρας, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφή, εγώ ένδυμα, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιο, κάθε τι το οποίο θέλεις εγώ· να μην έχεις ανάγκη από τίποτε. Εγώ και θα σε υπηρετήσω· διότι ήλθα να υπηρετήσω, όχι να υπηρετηθώ. Εγώ είμαι και φίλος, και μέλος του σώματος και κεφαλή και αδελφός, και αδελφή και μητέρα, όλα εγώ· να θεωρείς εμένα φίλο σου. Εγώ έγινα πτωχός για σένα· έγινα και περιπλανώμενος για σένα· ανέβηκα επάνω στο Σταυρό για σένα· τάφηκα για σένα· στον ουρανό πάνω για σένα υπάρχω με τον Πατέρα· κάτω στη γη στάλθηκα από τον Πατέρα ως μεσολαβητής για σένα. Όλα για εμένα είσαι συ· και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος του σώματος. Τί περισσότερο θέλεις;» (Αγίου Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου απόσπασμα εκ της 76ης ομιλίας αυτού εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον 24,16-31, ΕΠΕ τόμ. 12, σελ. 34).


Ο άνθρωπος με την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου απέκτησε τη δυνατότητα να προσεγγίσει τον Θεό Δημιουργό του και να Τον γνωρίσει. Απέκτησε την αμεσότητα της κοινωνίας, η οποία θα συνεχισθεί ανανεωμένη στην αιωνιότητα. Αυτή είναι η αιώνια αλήθεια που κηρύσσεται αυτές τις ημέρες από τη Βηθλεέμ. Στο γεγονός της ενανθρώπησης του Θεού Λόγου εναποτίθεται η ελπίδα για τον πολυμέτωπο αγώνα, για την υπέρβαση του ατομισμού και την αποδοχή του άλλου, του ξένου, του πρόσφυγα, του συνανθρώπου, του αδελφού. Στην άρρητη κένωση της θεότητας ψηλαφήται η άπειρη αγάπη του Δημιουργού για το δημιούργημά Του, μια αγάπη εκστατική, άνευ όρων και ορίων.
Άραγε, διακατέχεται η καρδιά του συγχρόνου ανθρώπου από τον αναστεναγμό της αγαπώσης καρδιάς του ποιητή του Άσματος των Ασμάτων, όταν αυτός αναφωνεί; «Ἀνάστα ἐλθέ, ἡ πλησίον μου, καλή μου, περιστερά μου, ὅτι ἰδού ὁ χειμὼν παρῆλθεν». (Άσμα Ασμάτων 2, 10).  Οι λόγοι αυτοί του σοφού βασιλιά Σολομώντα, αποτελούν ένα αγαπητικό ξέσπασμα της ελπίδας, της ελευθερίας και της αναγέννησης. Προβάλλουν στην ανθρωπότητα, όπως το πρώτο φως της Ανατολής. Αναγγέλλουν το χαρμόσυνο μήνυμα της ενανθρώπησης του Θεού, όπως αυτό σαλπίζεται δι᾽ Αγγέλων στους ανθρώπους και «ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία!». Δίνουν έμφαση στην απελευθερωτική δύναμη της πίστης μέσω της οποίας μπορεί ο εγκλωβισμένος στον ορθολογισμό του άνθρωπος, να σχετιστεί με το άρρητο, το άκτιστο και να κοινωνήσει οντολογικά, υπαρξιακά με τον σαρκωμένο Λόγο, το Θείον Βρέφος, την Ανατολή των ανατολών, κατά τον υμνογράφο.


Εδώ βρίσκεται η πρόκληση. Θα σταθεί ο καθένας από εμάς ταπεινός προσκυνητής ενώπιον της φάτνης όπου ανακλίνεται «ὁ ἐν σμικρῷ Μέγας»; Η απάντηση, δίνεται εσωτερικά, καρδιακά, μέσα από τις πράξεις αγάπης και το πνεύμα οντολογικής ταπείνωσης που εμφωλεύει στην ψυχή κάθε ανθρώπου που αγωνίζεται εναντίον του ατομισμού του. Αγάπη και Ταπείνωση, η Αυτό-αγάπη ταπεινώθηκε γενόμενη άνθρωπος, ο Θεάνθρωπος. 


Φίλιππος Ι. Τακόπουλος
Υπ. Δρ. Θεολογίας


Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Το δείπνο της Βασιλείας....


π. Χριστόδουλος Μπίθας



Όπως διαβάζουμε στην αρχή του 14ου κεφαλαίου του Ευαγγελίου του Αποστόλου Λουκά, λίγο πριν από την παραβολή του δείπνου της βασιλείας, ο Χριστός βρίσκεται σ’ ένα γεύμα, στο σπίτι κάποιου Φαρισαίου. Εκεί, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των παρισταμένων, θεραπεύει έναν άνθρωπο που πάσχει από υδρωπικία, παρά ότι είναι η ημέρα του Σαββάτου. Στη συνέχεια, αφού τους καυτηριάσει με τον λόγο Του επειδή ζητούν πρωτοκαθεδρίες και ταυτίζονται με την εξουσία, κάποιος Φαρισαίος, ακούγοντας περί του δείπνου της Βασιλείας, λέει ότι είναι μακάριος εκείνος που θα καθίσει στο δείπνο αυτό. Βέβαια, σύμφωνα με  την δική του αντίληψη στο δείπνο της Βασιλείας θα έχουν θέση μόνο οι Εβραίοι και μάλιστα όσοι κατά τη γνώμη του είναι εκλεκτοί και θρησκεύουν σύμφωνα με τις δικές του δοξασίες.


Παίρνει, λοιπόν, τον λόγο ο Χριστός καθώς ακούει αυτό το σχόλιο και λέει την ιστορία του Δείπνου της Βασιλείας που ακούσαμε σήμερα:

Στην παραβολή αναφέρεται σε διάφορες κατηγορίες ανθρώπων. Πρώτα απ' όλα στους συνδαιτημόνες του στο γεύμα εκείνο, στους Φαρισαίους, αλλά και σε όποιον πιστεύει πως είναι θέμα νομικό η συναλλαγή, η πορεία προς την πνευματική ολοκλήρωση.

Ο Χριστός δεν καλεί σε μια ακόμα παραλλαγή θρησκείας, αλλά σε τρόπο ύπαρξης πνευματικό, σε τρόπο αγάπης, ειρήνης, σοφίας και αγιότητας, αλλά οι άνθρωποι εγκλωβισμένοι στις βιοτικές μέριμνες αδυνατούν  να προσέλθουν. Αρκούνται σε μια απλοϊκή θρησκευτικότητα, δεν υποψιάζονται πως είναι ο Λόγος του πρόσκληση σε τρόπο ύπαρξης. Οι ευλογίες της ζωής, δηλαδή η οικογένεια, η ιδιοκτησία, η εργασία, αντί να είναι η ευχαριστιακή βάση για την αναζήτηση της πνευματικής πληρότητας γίνονται φυλακή και εμποδίζουν στην πορεία προς τον Θεό, προς την όντως ζωή. Όσοι αρνούνται το δείπνο, απλώς δεν έχουν καταλάβει τι σημαίνει αυτή η πρόσκληση.

Αναφέρεται επίσης μ’ ένα ευρύτερο τρόπο σε όσους μένουν στενά εγκλωβισμένοι μέσα στις προκαταλήψεις τους, σε όσους ζητούν άρχοντες επίγειους για να εξουσιάσουν τον κόσμο και σε όσους νομίζουν ότι είναι θέμα εθνικής καθαρότητας και φυλετικής διαφορετικότητας η συμμετοχή στη Βασιλεία Του. Έτσι, λοιπόν, με αυτή την παραβολή, θέλει να δείξει ότι θα καλέσει ο Θεός τους καταφρονεμένους, τους πονεμένους, τους ταπεινούς της γης. Εκείνους που οι δήθεν σπουδαίοι θεωρούν παρακατιανούς, όσους, πληγωμένοι και ταπεινωμένοι από τον πόνο της ζωής, βλέπουν την ματαιότητα στο εφήμερο και αναζητούν τα σημαντικά: την χαρά, το κάλλος, το νόημα, το "ενός εστί χρεία". Και βέβαια καλεί όλη την ανθρωπότητα, γιατί ένας Θεός δεν μπορεί να εντοπίζει την αγάπη Του μόνο σ’ ένα έθνος.


Οι Φαρισαίοι, οι Σαδδουκαίοι και όσοι ήταν εγκλωβισμένοι στον νόμο,  δεν κατανόησαν το κήρυγμα του Χριστού και τον σταύρωσαν. Γι’ αυτούς αποτέλεσε ένα τεράστιο σκάνδαλο το γεγονός ότι ένας δάσκαλος κατέλυε τις σταθερές πίσω από τις οποίες κρυβόταν η αυτοδικαίωσή τους. Από τότε μέχρι σήμερα όσοι αρκούμαστε σε  μια σχέση συναλλαγής και δουλείας στην σχέση με τον Θεό, στην ουσία σταυρώνουμε καθημερινά τον Χριστό, επειδή δεν κατάλαβαμε πως Εκείνος μιλούσε  για νόημα που απελευθερώνει τον άνθρωπο και τον κάνει φίλο με τον Θεό. Ταυτόχρονα, στερούμε τον εαυτό μας από την δυνατότητα να αποτελέσει η πίστη τον τρόπο με τον οποίο θα ολοκληρωθούμε υπαρξιακά και θα αναστηθούμε από τον πνευματικό θάνατο.




Η κλήση του Χριστού, είναι κλήση σε νόημα ζωής, αλλά οι περισσότεροι είμαστε εγκλωβισμένοι στις βιοτικές μέριμνες. Και μέσα σε αυτή την δίνη της βιοπάλης, αντικαθιστούμε τα νοήματα που ζωοδοτούν με επιμέρους νοήματα που δεν μπορούν να δημιουργήσουν την αίσθηση της πληρότητας. Στην πραγματικότητα, δενόμαστε μόνοι μας σε μια κατάσταση ανελευθερίας, όπου το πνεύμα φυλακίζεται από την συνήθεια και την  ρουτίνα των πρακτικών ζητημάτων. Η ζωή σμικρύνεται σε προβλήματα μάλλον ανούσια, που παίρνουν μεγάλες διαστάσεις, ενώ ταυτόχρονα τα μεγάλα θέματα  όπως ο θάνατος και η φθορά απωθούνται στο ασυνείδητο και εκεί κρυμμένα καθορίζουν την ψυχή μας.

          Όταν νιώθουμε ότι η ζωή δεν έχει κανένα νόημα, τότε βιώνουμε ένα υπαρξιακό κενό, μια βαθειά απογοήτευση που συνοδεύεται από την αίσθηση της απομόνωσης από την 'Πραγματικότητα' στο σύνολό της. Οι ειδήσεις για το τι συμβαίνει στον κόσμο μας καταβάλλουν, η κοινωνικοπολιτική κατάσταση μας εξουθενώνει, τα μικρά προβλήματα μας διαλύουν, η αίσθηση της ματαιότητας κυριαρχεί στο νου και την ψυχή, η θλίψη περισσεύει.

           Οι πιο πολλοί για να καλύψουμε αυτό το κενό καταφεύγουμε σε διάφορες αναπληρώσεις. Η αδυναμία θέλησης νόηματος υποκαθίσταται από θέληση για δύναμη ή θέληση για ηδονή. Άλλοι πάλι δραπετεύουμε σε διάφορες περίεργες δοξασίες και ιδεολογίες, τις οποίες δεχόμαστε παθητικά, ή και πολλές φορές φανατικά, αφού η έλλειψη νοήματος αντικαθίσταται από ψευδαισθήσεις μεσσιανισμού ή επιθετικότητας, όπου πίσω κρύβεται η ανικανότητα να ασχοληθούμε με τον εαυτό μας και να αναλάβουμε την ευθύνη της ζωής μας.

          Και στους ανθρώπους της Εκκλησίας συμβαίνουν τέτοιες αναπληρώσεις, αν δεν εννοήσουμε τι είναι αυτό το οποίο κήρυξε ο Χριστός. Τυπολατρία, φονταμενταλισμός, σκληροκαρδία στο όνομα της ηθικής, εθνικισμός, θρησκευτικός παγανισμός, είναι μερικά από το αποτέλεσματα μιας άρρωστης θρησκευτικότητας που ειδωλοποιεί τον Χριστό και τελικά αντί να οδηγεί σε ελευθερία σκλαβώνει και αρρωσταίνει τον άνθρωπο.

          Αργά ή γρήγορα αυτές οι ψευδοαπαντήσεις στο βασικό ερώτημα για νόημα γίνονται αδιέξοδα, που οδηγούν τον άνθρωπο στην ψυχική νόσο ή την αυτοκαταστροφή. Οι νευρώσεις που κατακλύζουν τους περισσότερους ανθρώπους είναι προϊόν απομόνωσης και μη έκφρασης του πραγματικού εαυτού.

          Ο σημερινός άνθρωπος ζει σε αποξένωση από τον Θεό, από την φύση, από τους άλλους ανθρώπους, από τον ίδιο τον αληθινό εαυτό του.
Συνωστιζόμαστε σε πόλεις, εργαζόμαστε σε άσκοπες εργασίες και διασκεδάζουμε με την φτήνια των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ζούμε στην επιφάνεια της ζωής, έτσι ώστε ακόμη και εκείνοι που κατέχουν πολλά, νιώθουν άδειοι, ανήσυχοι και δυσαρεστημένοι. Η αίσθηση του κενού οδηγεί στην κατάθλιψη. Η κυρίαρχη κουλτούρα κατάντησε «άδεια από πνεύμα και αγνοεί τις ανάγκες, τις προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για τη ζωή του πνεύματος». Το πνευματικό κενό ενισχύει τη νεανική βία και τις καταχρήσεις, αφού κυριαρχεί η «αποξένωση από θετικά πρότυπα» και «ένα πνευματικό κενό που γεννά την απελπισία».

Οι περισσότεροι δεν κατανοούμε αυτή την υπαρξιακή κενότητα επειδή είμαστε αρκετά απασχολημένοι με τα βιοτικά "Ἀ­γρὸν ἠ­γό­ρα­σα, Ζε­ύ­γη βο­ῶν ἠ­γό­ρα­σα, γυ­ναῖ­κα ἔ­γη­μα, καὶ διὰ τοῦ­το οὐ δύ­να­μαι ἐλ­θεῖν" και δεν αισθανόμαστε την έλλειψη σε οποιαδήποτε μορφή. Συνειδητοποιούμε την πνευματική κενότητά μας μόνο όταν μια οδυνηρή προσωπική εμπειρία - ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, η κατάρρευση ενός γάμου, η αποξένωση ενός παιδιού, η αποτυχία μιας επιχείρησης- μας σοκάρει και τότε επαναξιολογούμε την αίσθηση του νοήματος».

Όμως επειδή "ουκ επ' αρτω" μόνο ζήσεται άνθρωπος, η κλήση του Χριστού, λέει, πως όταν δούμε την ματαιότητα και το αδιέξοδο στην ζωή μας, όταν εννοήσουμε πως ζωή δίχως νόημα δεν είναι ζωή, όταν δεν μπορούμε να αλλάξουμε μία κατάσταση μέσα στην οποία είμαστε εγκλωβισμένοι, η πρόκληση είναι να αλλάξουμε τον εαυτό μας.

Η κλήση του Χριστού είναι κλήση σε πορεία νοήματος και σκοπού: «Αυτός που έχει ένα "γιατί" για να ζήσει, δηλαδή ένα νόημα που να τον υπερβαίνει μπορεί να υπομείνει σχεδόν το κάθε τι.  

Η κλήση του Χριστού είναι κλήση σε τρόπο ελευθερίας - ασθενεί το               αυτεξούσιο λέμε στην θεολογία - και πρέπει να θεραπευτεί για να πορευτούμε προς το καθ΄ομοίωσιν. Πορεία προς τον Χριστό, σημαίνει ελευθερία της βούλησης, και αναζήτηση του νοήματος της ζωής. Η δυνατότητα της επιλογής βιώνεται σε προσωπικό επίπεδο ως εμπειρία απελευθέρωσης από οποιονδήποτε προσδιορισμό η φύση ή η κοινωνία μάς έχει προκαθορίσει. Υπέρβαση τραυμάτων, φοβιών, αστοχιών, ενοχών, ενστίκτων, επιθετικλοτητας, μεγαλομανιών, πορεία προς την ενσυναίσθηση, την πραότητα, την ειρήνη, την αγάπη.

          Ο άνθρωπος που βρίσκει το θάρρος να αποδεχτεί την επώδυνη κατάσταση του υπαρξιακού ερωτήματος και να το αντιμετωπίσει αυθεντικά, υπερβαίνει τις όποιες δυσκολίες και αναζητά νόημα και ελπίδα. Είναι μυστήριο το πως γίνεται αυτό, αλλά όντως συμβαίνει και μόνο όσοι έχουν γεύση μπορούν να εννοήσουν. Καθώς ελευθερωνόμαστε ανακαλύπτουμε την θεραπευτική δύναμη της αγάπης, τον θεό ως αγάπη και την ζωή ως αγαπητική σχέση με τον πλησίον. Αυτό είναι που επισημαίνει ο Χριστός στον Νικόδημο όταν μιλά για πνευματική αναγέννηση και αυτή είναι η εμπειρία που καταθέτουν οι Άγιοι.

          Σε όσους θελήσουν να πάρουν μέρος στο δείπνο της βασιλείας, ο Χριστός δεν υπόσχεται δύναμη και επιτυχία, ούτε εξασφαλισμένη υγεία και πλούτο, αλλά άλλον τρόπο ύπαρξης. Για να αποκτήσουμε πνευματικά βιώματα δεν είναι απαραίτητο να ξοδέψουμε χρόνια στην μελέτη της θεολογίας, να αναχωρήσουμε από τον κόσμο, να κάνουμε διανοητικούς ακροβατισμούς, όπως λέει και ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας. Ο άνθρωπος ολοκληρώνεται και νοιώθει πλήρης στο βαθμό που επιτυγχάνει στόχους οι οποίοι υπερβαίνουν τα στενά πλαίσια του ατομικότητάς του και περιχωρεί τον συνάνθρωπο δια μέσου της αγάπης. Το νόημα γεμίζει την ανθρώπινη ύπαρξη μέσα από την επιδίωξη της δημιουργικότητας, της αγαπητικής συμπεριφοράς και της θετικής αντιμετώπισης της αναπόφευκτης οδύνης. Από τους πειρασμούς και τις οδύνες μαθαίνουμε τον εαυτό μας και κερδίζουμε έμπρακτα την ελευθερία από τον εγωκεντρισμό μας. Λεεί ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος:

«Πολυχρόνια υπομονή οδηγεί στην ταπείνωση, δηλαδή στην απαλλαγή από την φιλαυτία. Η ταπείνωση οδηγεί στην υγεία της ψυχής, δηλαδή στην ειρήνευση, στην πραότητα, την χαρά, την ευχαριστία. Η υγεία της ψυχής στην γνώση του Θεού, δηλαδή σε γνώση βαθειά πνευματική. Η γνώση του Θεού στην αγάπη του Θεού. Και τέλος η αγάπη του Θεού στη Χαρά του Θεού, που είναι γλυκύτερη από την μελοκερήθρα!…».




 2000 χρόνια αργότερα από την στιγμή που ο Χριστός είπε αυτή την παραβολή δεν φαίνεται να έχουν αλλάξει και πολλά όσον αφορά την άρνηση στην πρόσκληση του δείπνου, δηλαδή στον τρόπο που αρνούμεθα την πορεία στην αγάπη, στο νόημα στην σοφία, την αγιότητα. Μπορεί κατ’ αναλογία να έχουμε διάφορες αλλαγές, μπορεί σήμερα να έχουμε καταστρέψει το περιβάλλον, μπορεί να έχουμε κατασκευάσει όπλα μαζικού θανάτου, αλλά η αμαρτία του ανθρώπου παραμένει ίδια. Είμαστε κεκλημένοι στη Βασιλεία Του..



Καθώς βαδίζουμε προς το μεγάλο δείπνο της Βασιλείας Του, όπως θα μας παρατεθεί το ξημέρωμα των Χριστουγέννων θα μας δοθεί για μία ακόμη φορά στην ζωή μας η ευκαιρία να βιώσουμε το παράδοξο της ιστορίας: ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνουμε εμείς Θεοί (Μέγας Αθανάσιος). Ήρθε ανάμεσά μας και μας μίλησε με λόγο και παράδειγμα σταυρικό. Για να κηρύξει αυτό που ακόμα δεν κάναμε πράξη. Για να κηρύξει αυτό που μέσα στην γκρίνια μας και την απελπισία μας, άλλοι δικαιολογημένοι κι άλλοι αδικαιολόγητοι ξεχνούμε. Για να μας θυμίσει ότι ο δρόμος του κάθε ανθρώπου όποιος κι αν είναι, είναι ένας, είναι κοινός, είναι για όλους ίδιος. Ο δρόμος και ο της απροϋπόθετης αγάπης, της χαράς και της ευχαριστίας στον τρόπο της ανάστασης και της αιωνιότητας. Αμήν!

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Η συγκύπτουσα κι εμείς...



(Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστοδούλου Μπίθα)

Πήγε ο Κύριος στην Συναγωγή και ερμήνευε με τον δικό του μοναδικό και αποκλειστικό τρόπο το νόμο. Κι ήταν εκεί μία γυναίκα που έπασχε από μία φοβερή ασθένεια επί δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια. Αγ­κυ­λο­ποι­η­τι­κή σπον­δυ­λί­τι­δα υποθέτουν κάποιοι γιατροί πως είχε. Αυτή την ασθένεια έχουμε συνηθίσει να την βλέπουμε σε ανθρώπους μεγάλης ηλικίας, αλλά απ’ ότι φαίνεται εκείνης της καημένης γυναίκας πριν την ώρα είχε γείρει η σπονδυλική της στήλη. Και είχε φτάσει σε αυτό το φοβερό σημείο να μην μπορεί να δει άνθρωπο κατά πρόσωπο. Κοιτούσε κάτω. Περπατούσε συνεχώς σκυμμένη προς τα κάτω. 


 Και λέει η διήγηση ότι είχε πνεύμα ασθενείας που την είχε οδηγήσει εκεί. Δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε τι εννοεί ο ευαγγελιστής όταν λέει «πνεύμα ασθενείας». Οφειλόταν άραγε η αρρώστια αυτή σε κάποια δική της ευθύνη; Την είχε αρρωστήσει κάποια δαιμονική ἐνέργεια; Δαιμονισμένη δεν ήταν πάντως. Αντίθετα την βλέπουμε να είναι μέσα στη  συναγωγή. Δηλαδή, παρά την καταφρόνηση που προφανώς είχε από τους συμπατριώτες της εξαιτίας της ασθένειας της και από την πιθανότητα να έχει δαιμόνιο. Παρά το γεγονός ότι ταπεινωμένη και λίγα πράγματα μπορούσε να κάνει, σε λίγα πράγματα να συμμετέχει στην ζωή, αυτή επέμενε να πηγαίνει στην συναγωγή.

Την φανταζόμαστε να κάθεται σε μία γωνία και να ακούει τον λόγο του Θεού έτσι όπως τον ερμήνευαν οι ραβίνοι. Την φανταζόμαστε πολλές φορές να πνίγεται στα δάκρυα για την κατάντια αυτή στην οποία είχε φτάσει. Φανταζόμαστε την απελπισία της, φανταζόμαστε την καρδιά της να πονάει. Και λέω φανταζόμαστε, γιατί όλα αυτά πρέπει να συνέβαιναν αφού ο Κύριος χωρίς να του ζητήσει εκείνη τίποτα της φώναξε και της είπε ότι την ελευθερώνει από την αρρώστια της. Σίγουρα είδε μέσα στο νου και την ψυχή της την μετάνοια να έχει ολοκληρωθεί. Είδε ότι αυτός ο άνθρωπος, η τόσο πολύ ταπεινωμένη γυναίκα που όμως επέμενε, δεν το έβαζε κάτω, θα δόξαζε τον Θεό όταν θεραπευόταν. Μας το λέει εξάλλου η συνέχεια της διηγήσεως. Σήκωσε το βασανισμένο κορμί της όρθιο και δοξολογούσε ασταμάτητα τον Θεό.

Κι έτσι, λοιπόν, ο Κύριος την θεραπεύει μπροστά στα έκπληκτα μάτια των τυφλωμένων από το νόμο και από την ρηχή θρησκευτικότητα Φαρισαίων, που δεν μπορούν να ερμηνεύσουν το γεγονός πως αυτός ο ρακένδυτος άνθρωπος που διδάσκει καινά δαιμόνια μπορεί να θεραπεύει. Μπροστά σ’ αυτό το γεγονός, αυτό που τους μένει είναι να επικαλεστούν το Σάββατο. Ανόητο. Δεν χρειάζεται καν να το σχολιάσουμε. Το γνωρίζουμε ότι μπροστά στη μεγαλοσύνη του Θεού, μπροστά στη σωτηρία του ανθρώπου δεν υπάρχουν ούτε Σάββατα, ούτε Κυριακές, ούτε τύπος, ούτε νόμος, παρά μόνο η αγάπη Του.
Είδαν οι πατέρες της εκκλησίας σ’ αυτή την γυναίκα που ανυψώνει το σώμα της μια αλληγορική ερμηνεία. Είδαν τον άνθρωπο, εμάς, σε μια κατάσταση που ακόμα δεν έχει έρθει σε πλήρη κοινωνία με τον Θεό. Δεν μπορούμε να δούμε κατά πρόσωπο τους άλλους. Μοιάζουμε κι εμείς σαν να έχουμε σκύψει προς τα κάτω. Μπορούμε να δούμε μόνο κάποια πρόσωπα γύρω μας, αυτούς που ονομάζουμε αγαπημένα πρόσωπα. Πολλές φορές όμως και μ’ αυτούς φτάνουμε στο σημείο να τσακωνόμαστε, να παρεξηγούμεθα. Τα ξέρουμε πολύ καλά. Κληρονομικά, παρεξηγήσεις, μικρότητες, ακόμα και μίζερες μικροκομματικές διαφορές και τόσα άλλα, μα πάνω απ’ όλα το γεγονός ότι η καρδιά μας είναι στεγνή από αγάπη. Ελάχιστους μπορεί να αγαπήσει. Ελάχιστους μπορεί να χωρέσει. Ελάχιστους μπορεί να περιχωρήσει.

Κι έτσι μοιάζουμε, λένε οι πατέρες, σαν εκείνη την συγκύπτουσα γυναίκα. Που μέσα στη αγωνία της αρρώστιας της μπορούσε να κοιτάξει προς τα κάτω. Ελάχιστες φορές θα σήκωνε τον αυχένα της για να κοιτάξει μπροστά, κυρίως τους δικούς της. Και αυτή η θεραπεία που κάνει ο Χριστός και την σηκώνει όρθια της δίνει την δυνατότητα επιτέλους να κοιτάει πρόσωπο προς πρόσωπο τους άλλους ανθρώπους. Έχει έρθει η ώρα, έχει ολοκληρωθεί η μετάνοια. Έχει έρθει η στιγμή μέσα από δάκρυα, μέσα από συντριβή, μέσα από στοχασμό αν θέλετε όλα αυτά τα χρόνια για την αμαρτία των ανθρώπων και την δική της. Έχει έρθει η ώρα να θεραπευτεί. Να κοιτάξει επιτέλους και τον Θεό και τους ανθρώπους κατά πρόσωπο.

Στο πρόσωπο της συγκύπτουσας βλέπουμε τον μετανοούντα άνθρωπο. Που όμως μετανοεί μόνο αφού έχει συνειδητοποιήσει την αμαρτία του. Στο πρόσωπό της μπορεί να ανιχνεύσουμε τον εαυτό μας. Ακόμα κι όσοι παριστάνουμε ότι τάχα είμαστε καλοί χριστιανοί, όταν αναμετρηθούμε με την πραγματικότητα που μας περιβάλλει, όταν σκεφτούμε αν αγαπάμε αληθινά, τότε βλέπουμε την αστοχία μας. Ξεκινώντας από τους κοντινούς και προχωρώντας προς τους άλλους. Φτάνοντας μέχρι τους ξένους. Φτάνοντας μέχρι εκείνους που πολλές φορές τους φοβόμαστε, τους βρίζουμε, είμαστε καχύποπτοι απέναντί τους, ανασφαλείς.

          Να αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν είπε ο Κύριος. Όλες οι θεωρίες και κοσμοθεωρίες που υπήρξαν σε τούτο δω τον κόσμο έχουν καταρρεύσει. Η μία μετά την άλλη έρχονται και παρέρχονται. Για να δώσουν την θέση τους πάλι σε θεωρίες μίσους. Κοιτάξτε τι γίνεται στην ανθρωπότητα. Σ’ όλη τη λεκάνη της Μεσογείου και της Αφρικής, για να μην πούμε παραπέρα, διάφορα καθεστώτα που υπόσχονταν υλικούς παραδείσους κατέρρευσαν. Στη θέση τους, μετά απ’ τη μεγάλη απογοήτευση των ανθρώπων που δεν μπόρεσαν να βρούν αυτόν τον υλικό παράδεισο μπαίνει η μισαλλοδοξία, το μίσος. Σ’ όλες τις χώρες της βορείου Αφρικής, ισλαμικά καθεστώτα που φαίνεται να ρέπουν προς μία άλλη αντίληψη του Θεού από εκείνη που έχουν οι φιλήσυχοι μουσουλμάνοι, εγκαθιδρύεται το ένα μετά το άλλο. Και αν κοιτάξει κανείς και σε χώρες της Κεντρικής Αφρικής και βεβαίως της Ασίας όλα μοιάζουν πολύ ανησυχητικά. Θα μου πείτε, «δεν ήταν ανησυχητικά και τότε που ήθελαν οι άνθρωποι να εγκαθιδρύσουν παραδείσους στηριζόμενοι σε δικτατορίες για να φέρουνε μετά τάχα κάποια ισότητα»; Δεν ήταν ανησυχητικά τα πράγματα εδώ και 50-60 χρόνια όταν φοβερά καθεστώτα φυλάκιζαν τους ανθρώπους, τους βασάνιζαν, τους ανάγκαζαν να απαρνηθούν την θρησκεία τους; Δεν ήταν; Κατέρρευσαν. Και τώρα δυστυχώς επειδή η βία πάντα βία φέρνει, επειδή το άδικο προκαλεί πάντα το άδικο, καινούρια καθεστώτα, αυτοί που λατρεύουν θεούς φανταστικούς έρχονται να αναστήσουν και να αναπληρώσουν εκείνα τα άλλα των επίγειων θεών.

         Αυτό το «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν» μοιάζει κρυστάλλινο, ανέγγιχτο από την ιστορία. Λίγοι το προσέγγισαν και βεβαίως ποτέ δεν έγινε μαζικά. Όμως παραμένει ως κλήση προσωπική του Θεού στον καθένα από εμάς. Μας προκαλεί και μας προσκαλεί. Όλους εμάς που είμαστε χλιαροί. Όλους εμάς που κοιτάμε να περάσει η μέρα μέσα σε μια ρουτίνα. Που φοβόμαστε τον κόσμο. Όλους εμάς που το μήνυμά Του δεν το λάβαμε ακόμα βαθιά μέσα στην ψυχή μας. Όλους εμάς που θέλουμε τον Θεό σε μια γωνία του μυαλού μας κι όχι να καταλαμβάνει όλη μας την ύπαρξη. Σαν έρωτας μανιακός όπως λεν οι πατέρες, που θα αναμορφώσει τα πάντα και θα τα φωτίσει.

Περιμένουμε οι καημένοι να αλλάξει ο κόσμος. Από τότε που φτιάχτηκε τούτος ο κόσμος, η μεγάλη ουτοπία είναι ότι μπορεί να αλλάξει. Δεν αλλάζει αυτός ο κόσμος. Αλλάζει ο άνθρωπος όμως. Και η κλήση του Χριστού για την βασιλεία Του είναι προσωπική, στον καθένα μας. Κι αν υπάρχει μια κλήση που είναι ομαδική είναι για την κοινότητα της Εκκλησίας, που κι αυτή ακόμα μοιάζει στα χρόνια τούτα να είναι λίγο θολή. Εκκλησία θα πει καλώ σε συγκέντρωση. Καλώ σε κοινότητα, καλώ σε κοινό σκοπό. Καλώ σε κοινό τρόπο ζωής. Και εκκλησία σημαίνει ότι κάποιοι άνθρωποι έχοντας στο νου και στην καρδιά μας αυτό το «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν και Κύριο τον Θεόν σου» συγκροτούνται σ’ ένα σώμα, το σώμα του Χριστού. Για να προσπαθήσoυμε να είμαστε η μαγιά που θα κάνει όλο το ζυμάρι να φουσκώσει.

Στα χρόνια που ζούμε, τα περίεργα χρόνια αυτά τα αλλόκοτα, που μοιάζει η ελπίδα να χλωμαίνει, τα βίαια καθεστώτα και οι ιδεολογίες αλληλοδιαδέχονται το ένα το άλλο και η άγρια μορφή του νεοφιλελευθερισμού παίζει παιχνίδια με τις οικονομίες των κρατών. 
Και τώρα ήρθε ο καιρός ο λαός του Θεού να συναχθεί. Μακριά από κόμματα, μακριά από ιδεολογίες. Έχοντας ένα και μοναδικό ηγέτη, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Που καλεί τα μέλη της Εκκλησίας να είναι ένα σώμα μακριά από μικροκομματικά συμφέροντα, μακριά από ο,τιδήποτε έχει αποτύχει παντελώς στο κόσμο.

Ένα είναι το όραμα του χριστιανού, η Βασιλεία των ουρανών. Που δεν την περιμένουμε μετά τον θάνατό μας, την περιμένουμε τώρα, σήμερα. Να την χαρούμε με τους ανθρώπους όχι μόνο αυτούς που αγαπάμε αλλά και όποιον έρθει στον δρόμο μας. Να την χαρούμε γιατί μόνο την μοναδική και σημερινή ημέρα έχουμε. Καθόμαστε και στεναχωριόμαστε για το τι θα γίνει σε 3, σε 10, σε 20 χρόνια, λες και είναι σίγουρο ότι θα ζούμε. Και δεν στενοχωριόμαστε που χάνουμε την σημερινή ημέρα. Που βυθιζόμαστε σε μια χωρίς νόημα καθημερινότητα.

Ακούσαμε λίγο πριν, την ώρα του κοινωνικού, να ψέλνουν οι ψάλτες μας αυτό τον υπέροχο 22ο ψαλμό. «Κύριος ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει. Εις τόπον χλόης εκεί με κατεσκήνωσεν». Χιλιάδες, εκατομμύρια άνθρωποι του Θεού μέσα στην ιστορία, σε συνθήκες εύκολες ή δύσκολες, ακραίες και μαρτυρικές είχαν αυτό τον ψαλμό στα χείλη τους. Γιατί; Για να μπορούν να χαίρονται την σημερινή ημέρα. Για να θυμούνται ότι όταν ποιμαίνει ο Κύριος την ζωή μας επί της ουσίας, όταν ο Κύριος είναι πραγματικά Κύριός μας, τίποτα απολύτως δεν μπορεί να μας λείψει και «ου φοβηθήσομαι κακά». Τίποτα δεν φοβάμαι. Κερδίζω την ημέρα, ζω τον δρόμο της αγάπης Του και πορεύομαι προς τα έσχατα, γιατί ως χριστιανός ετούτο δω τον κόσμο τον γνωρίζω και τον καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω την αμαρτία του. Καταλαβαίνω την αστοχία του. Και ονειρεύομαι μόνο την Βασιλεία των ουρανών. Που έρχεται όμως μέσα από την αγάπη στον διπλανό, όχι μέσα από ατομικούς δρόμους θρησκευτικότητας.

Ο δρόμος της αγάπης του Χριστού ενάντια σε κάθε σύστημα, ιδεολογία και θρησκεία βίας, παραμένει η μοναδική ελπίδα σε τούτον εδω τον κόσμο. Ο Θεός να μας δίνει δύναμη να τον ακολουθήσουμε πραγματικά τούτο τον δρόμο. Γιατί στα χρόνια που έρχονται οι χλιαροί θα κινδυνεύσουν πάρα πολύ όπως λέει η Αποκάλυψη. Και θα βρεθούν οι ψυχροί να είναι σε καλύτερη θέση από αυτούς. Γιατί θα ’χουν την ελπίδα της μετανοίας. Ενώ ο χλιαρός μπορεί να χαθεί μέσα στον φόβο και στη  έλλειψη νοήματος. Καθώς έρχονται τας Χριστούγεννα να ευχηθούμε να μας δίνει ο Θεός την δύναμη να μπορέσουμε φέτος λίγο παραπάνω να εννοήσουμε την ενανθρώπησή Του. Αμήν!

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Τι γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα;

  Τάκης Θεοδωρόπουλος*
«Κα­λές Γι­ορ­τές» ευ­χή­θη­κε ο δή­μαρ­χος μό­λις ά­να­ψαν τα φω­τά­κια του χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κου δέν­τρου στο Σύν­ταγ­μα, εμ­φα­νώς κον­τύ­τε­ρου α­πό τό­τε που ή­ταν το ψη­λό­τε­ρο της Ευ­ρώ­πης. Α­κού­γον­τας την ελ­λη­νι­κή εκ­δο­χή του αγ­γλο­σα­ξο­νι­κού Happy Holidays ή του γαλ­λι­κού Bonnes Fêtes, θυ­μή­θη­κα για μί­α α­κό­μη φο­ρά πως τα Χρι­στού­γεν­να υ­πήρ­ξαν έ­να α­πό τα πρώ­τα θύ­μα­τα της νε­ο- γλώσ­σας που μι­λά­ει η πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή Ευ­ρώ­πη. Γι­ορ­τά­ζου­με τις γι­ορ­τές; Ή μή­πως γι­ορ­τά­ζου­με τις δι­α­κο­πές; Και αν για τους πε­ρισ­σό­τε­ρους αυ­τό ι­σχύ­ει, μή­πως κα­λόν θα ή­το να υ­πεν­θυ­μί­ζου­με πού και πού πως και οι μεν και οι δε ο­φεί­λον­ται στο γε­γο­νός ό­τι ο Χρι­στι­α­νι­σμός γι­ορ­τά­ζει τη γέν­νη­ση του Χρι­στού;
Πα­λιά, πα­ρ’ η­μίν, ο Α­η Βα­σί­λης ερ­χό­ταν την Πρω­το­χρο­νιά. Γι’ αυ­τό τον έ­λε­γαν και Α­η Βα­σί­λη ε­ξάλ­λου, κι ας ή­ταν ντυ­μέ­νος Φιν­λαν­δός, κι ας έ­πρε­πε να χι­ο­νί­ζει ε­νώ δεν χι­ό­νι­ζε πο­τέ. Με­τά, βι­α­στι­κός και προ­σαρ­μο­σμέ­νος σε ευ­ρω­πα­ϊ­κούς ρυθ­μούς, άρ­χι­σε να έρ­χε­ται α­π’ τα Χρι­στού­γεν­να και να ξα­νάρ­χε­ται την Πρω­το­χρο­νιά για να φου­σκώ­σει πα­ρα­πά­νω την πι­στω­τι­κή. Τώ­ρα πια δεν έρ­χε­ται πο­τέ. Για­τί το ορ­θόν εί­ναι να ε­ξη­γείς στα παι­διά πως ο Α­η Βα­σί­λης δεν υ­πάρ­χει, πως τα δώ­ρα τα φέρ­νουν οι πι­στω­τι­κές κάρ­τες. Να τους ε­ξη­γείς α­πό την πιο τρυ­φε­ρή η­λι­κί­α πως ζουν σε έ­ναν κό­σμο ορ­φα­νό α­πό μα­γεί­α. Και με­τά, να α­πο­ρείς πώς εί­ναι δυ­να­τόν να α­πο­βλα­κώ­νον­ται α­π’ το πρω­ί ώς το βρά­δυ στα Play Station για να βρουν το πα­ρα­μύ­θι που τους στέ­ρη­σες.
Μα, θα μου πεί­τε, δεν εί­ναι σω­στό να α­πο­κλεί­ου­με α­πό τη χα­ρά μας τους μω­α­με­θα­νούς που ζουν α­νά­με­σά μας. Μή­πως οι μου­σουλ­μά­νοι εύ­χον­ται Κα­λή Νη­στεί­α ό­ταν αρ­χί­ζει το Ρα­μα­ζά­νι; Μα ε­μείς εί­μα­στε πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κοί, μι­λά­με την και­νούρ­για γλώσ­σα. Exeunt οι χρι­στι­α­νι­κές πα­ρα­δό­σεις, για­τί ε­μείς γεν­νι­ό­μα­στε σο­φοί, έ­ξυ­πνοι, α­νε­κτι­κοί και τα πα­ρελ­κό­με­να.
Τη λει­τουρ­γί­α των Χρι­στου­γέν­νων στην κα­τά­με­στη Πα­να­γί­α των Πα­ρι­σί­ων, ό­που δεν α­κου­γό­ταν ού­τε βη­χα­λά­κι, θα τη θυ­μά­μαι ό­σο ζω. Αι­σθάν­θη­κα την ί­δια συγ­κί­νη­ση που αι­σθα­νό­μουν ό­ταν ά­κου­γα τον σο­φό κα­θη­γη­τή μου να μι­λά­ει για τη «Μή­δεια» του Ευ­ρι­πί­δη.
Γι’ αυ­τό θα λέ­ω Κα­λά Χρι­στού­γεν­να και θα α­παι­τώ να με σέ­βον­ται και οι άλ­λοι, ό­πως τους σέ­βο­μαι κι ε­γώ.
*Κα­θη­με­ρι­νή 28/11/2015

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Βίος Αγίου Αρσενίου Καππαδόκη


Ο Οσιώτατος Αρσένιος ο Καππαδόκης γεννήθηκε γύρω στα 1840 στα Φάρασα ή Βαρασιό, στο Κεφαλοχώρι των έξι Χριστιανικών χωριών της περιφερείας Φαράσων της Καππαδοκίας. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι σε αρετές και μέτριοι σε αγαθά. Είχαν αποκτήσει δύο αγόρια, τον Βλάσιο και τον Θεόδωρο (τον Άγιον Αρσένιο).
  Από μικρή ηλικία έμειναν ορφανά και τα προστάτεψε η θεία τους, αδελφή της μητέρας τους. Ένα θαυμαστό γεγονός που συνέβηκε στα παιδιά και την θαυματουργική διάσωση του μικρού τότε Θεόδωρου από τον Άγιον Γεώργιο που  τον έσωσε από βέβαιο πνιγμό, είχεν ως αποτέλεσμα, για τον μεν Βλάσιο να δοθεί με τον δικό του τρόπο  στον Θεό, να τον δοξολογεί ως δάσκαλος της Βυζαντινής Μουσικής και κατέληξε αργότερα  στην  Κωνσταντινούπολη, για τον Θεόδωρο δε να θέλει να γίνει καλόγερος. Στη συνέχεια μεγαλώνοντας, στάλθηκε στη Νίγδη και μετά στη Σμύρνη όπου τέλειωσε τις σπουδές του.
  Στα είκοσι έξι του περίπου χρόνια πήγε στην Ιερά Μονή  Φλαβιανών του Τιμίου Προδρόμου όπου αργότερα εκάρη Μοναχός και πήρε το όνομα Αρσένιος. Δυστυχώς όμως δεν χάρηκε πολύ την ησυχία του, διότι εκείνη την εποχή είχαν ανάγκη μεγάλη από δασκάλους και ο Μητροπολίτης Παΐσιος ο Β’, τον χειροτόνησε Διάκο και τον έστειλε στα εγκαταλειμμένα παιδιά. Αυτό φυσικά γινόταν στα κρυφά, με χίλιες δυό προφυλάξεις, για να μη μάθουν τίποτε οι Τούρκοι. Στο τριακοστό έτος της ηλικίας του χειροτονήθηκε στην Καισσάρεια Πρεσβύτερος με τον τίτλο του Αρχιμανδρίτου και την ευλογία ως Πνευματικός.
  Άρχισε πια η πνευματική του δράση να γίνεται μεγαλύτερη και να απλώνεται. Με την άφθονη Θεία Χάρη που τον προίκισε ο Θεός θεράπευε τις ψυχές και τα σώματα των πονεμένων ανθρώπων. Είχε πολλή αγάπη στον Θεό και προς την εικόνα Του, διότι, όταν έβλεπε πολύ πόνο και καταπίεση Τουρκική, η αγάπη τον έβγαζε έξω από τον εαυτό του και έξω από το χωριό του και αγκάλιαζε και τα γύρω χωριά. Θεράπευε τον ανθρώπινο πόνο όπου τον συναντούσε σε Χριστιανούς ή Τούρκους. Για τον Άγιο δεν είχε καμιά σημασία, διότι έβλεπε στο πρόσωπό τους, την με πολλή αγάπη πλασθείσα εικόνα του Θεού. Αναρίθμητα είναι τα θαύματα που επετέλεσε ο Άγιος με τη χάρη του Θεού. Στείρες γυναίκες τεκνοποιούσαν, αφού τις διάβαζε ευχή ή έδιδε ‘φυλακτό’ που ήταν ένα κομμάτι χαρτί γραμμένο με κάποιες ευχές που τις έγραψε ο ίδιος. Διάβαζε το Άγιο Ευαγγέλιο σε σοβαρές περιπτώσεις, όπως στους τυφλούς, βουβούς, χωλούς, παραλυτικούς, και γινόντουσαν καλά, μόλις τελείωνε την ανάγνωση. Χρήματα φυσικά δεν δεχόταν ποτέ, ούτε κι έπιανε στα χέρια του. Συνήθιζε να λέγει ‘η πίστη μας δεν πουλιέται’.
  Βίωνε ολοκληρωτικά και ‘έπασχε τα Θεία’. Αιματηρούς αγώνες και προσπάθειες κατέβαλε για να διατηρήσει τους συγχωριανούς και τους συμπατριώτες του στην πίστη του Χριστού, στην Ορθόδοξη πίστη, για να μην κλονιστούν και αλλαξοπιστήσουν στις χαλεπές εκείνες ημέρες και εποχές, από τις πολλές και διάφορες πιέσεις που δεχόντουσαν από τους Τούρκους, αλλά και από τους προτεστάντες, που προσπαθούσαν να λυμάνουν την ποίμνη του Χριστού.
  Το κελί του, μικρό, απέριττο, ευρισκόταν μέσα στον κόσμο, αλλά συγχρόνως κατόρθωνε να ζει και εκτός του κόσμου. Σε αυτό, καθώς και για τα θεία του κατορθώματα, πολύ τον βοηθούσαν οι δύο ημέρες (η Τετάρτη και η Παρασκευή) που έμενε έγκλειστος στο κελί του, προσευχόμενος. Οι οποίες καρποφορούσαν περισσότερο πνευματικά τότε, διότι αγίαζαν και την εργασία των άλλων ημερών. Ώρες έμενε γονατιστός προσευχόμενος στον Θεό για τον λαό Του, που τον είχε εμπιστευθεί στα ασκητικά χέρια του δούλου Του Αρσενίου. Η μεγάλη ευαισθησία Του Αγίου Πατρός δεν άντεχε να κάνει κανένα κακό στην πλάση. Ιδιαίτερα στα ζώα. Ποτέ του δεν κάθησε σε ζώο να το κουράσει, για να ξεκουράσει τον εαυτό του. Προτιμούσε πάντοτε να βαδίζει πεζός και όπως συνήθιζε ξυπόλυτος. Είχε πάντοτε μπροστά του τον Χριστό που ποτέ Του δεν κάθησε σε ζώο – παρά μόνο μια φορά – κι όπως χαρακτηριστικά έλεγε: ‘εγώ που είμαι χειρότερος κι από το γαϊδουράκι, πώς να καθήσω σ’αυτό;’
  Όταν ύψωνε τα χέρια του για να παρακαλέσει για κάτι τον Θεό, άρχιζε να τον παρακαλεί προσευχόμενος και φωνάζοντας, ‘Θεέ μου!’ λες και ξεκοβόταν η καρδιά του εκείνη την ώρα, και θαρρείς πως έπιανε τον Χριστό από τα πόδια και δεν τον άφηνε, εάν δεν του έκανε το αίτημά του. Εμείς όπως έλεγαν οι Φαρασιώτες ‘στην Πατρίδα μας τι θα πει γιατρός, δεν ξέραμε. Στον Χατζεφεντή τρέχαμε. Στην Ελλάδα μάθαμε από γιατρούς, αλλ’ αν τα πούμε στους εντόπιους, τους φαίνονται παράξενα’.
  Εκτός από τα άλλα του χαρίσματα είχε και το προορατικό χάρισμα. Είχε πληροφορηθεί από τον Θεό, πώς θα έφευγαν για την Ελλάδα, κάτι το οποίο έγινε στις 14 Αυγούστου του 1924 με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Γνώριζε από προηγουμένως και τον θάνατό του και ότι αυτός θα συνέβαινε σ’ ένα νησί.
  Η αγία του μορφή συνέχεια σκορπούσε Χάρη και παρηγοριά. Το πρόσωπό του έλαμπε από την ασκητική γυαλάδα, που έμοιαζε σαν το χρώμα του φτασμένου κυδωνιού. Είχε πια εξαϋλωθεί από τους υπερφυσικούς πνευματικούς αγώνες, που έκανε από αγάπη στον Χριστό, καθώς και από τους πολλούς του κόπους για την αγάπη προς το ποίμνιό του, που το εποίμανε πενήντα χρόνια σαν καλός Ποιμένας.
  Τρεις μέρες πριν την εκδημία του ήρθε η Παναγία, τον γύρισε σ’όλο το Άγιο Όρος, τα Μοναστήρια, τους Ναούς που τόσο επιθυμούσε να δει και δεν είχε αξιωθεί, και του είπε ότι σε τρεις ημέρες θα παρουσιαστεί στον Κύριο, που τόσο πολύ αγάπησε και έδωσε όλο του τον εαυτό σ’ Αυτόν. Κοιμήθηκε στις 10 Νοεμβρίου το 1924 στην Κέρκυρα, ημέρα όπου τιμάται η μνήμη του.
   Από την Κέρκυρα, το 1958, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν από τον μοναχό Παΐσιο τον Αγιορείτη στην Κόνιτσα και το 1970 από τον ίδιο στο γυναικείο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης, όπου ο Άγιος μετά τον θάνατό του έκανε πολλά θαύματα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον αγιοκατέταξε στις 11 Φεβρουαρίου 1986.





Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Ασώματα και άυλα όντα

Του Σωτηρίου Ν. Κόλλια
  

Αἰτία τῶν ὄντων καὶ αἰτία ὅποιου καλοῦ ἔχουν τὰ ὄντα εἶναι ὁ Θεός. Στὸ χρονοδιάγραμμα τῆς θείας δημιουργίας προηγεῖται ἡ πλάση τοῦ πνευματικοῦ κόσμου ἀπὸ τὸν ὁρατὸ καὶ ὑλικό. Τὸ ἄρτιο καὶ ἀπαράμιλλο σχέδιο τοῦ παντοδύναμου Δημιουργοῦ προέβλεπε τὴν δημιουργία τοῦ ἀόρατου καὶ πνευματικοῦ κόσμου πρὸ τοῦ ὑλικοῦ. Αὐτὸ μᾶς μαρτυρᾶ τὸ παλαιοδιαθηκικὸ χωρίο: "Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν" (Γέν. 1, 1). Ἡ χρονικὴ αὐτὴ προτεραιότητα εἶναι δηλωτικὴ τῆς σημαντικῆς θέσεως ποὺ δίδει ὁ Θεὸς στοὺς ἀγγέλους, καθιστώντας τους διαμέσους Αὐτοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶναι κορωνίδα τῆς ἐπὶ γῆς πλάσεως, ἐνῶ οἱ ἄγγελοι δοξολογοῦν, εὐχαριστοῦν καὶ ὑπηρετοῦν τὸν Δημιουργὸ ἐν τῷ οὐρανῷ. Τὴν πίστη μας στὸν ἀόρατο κόσμο ἐξάλλου ὁμολογοῦμε ἀπαγγέλλοντας τὸ πρῶτο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως: "ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων". Μὲ τὸν ὅρο "ἀόρατα" νοοῦμε τὸν πνευματικὸ κόσμο στὸν ὁποῖο ἀνήκουν οἱ ἄγγελοι. Ἀλλὰ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη ἔχουμε σαφεῖς μαρτυρίες γιὰ τὴν δημιουργία τῶν ἀγγέλων ἀπὸ τὸν Θεό: "ἐν Αὐτῷ (τῷ Κυρίῳ) ἐκτίσθη τὰ πάντα ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, εἴτε θρόνοι, εἴτε κυριότητες, εἴτε ἐξουσίαι· τὰ πάντα δι' Αὐτοῦ καὶ εἰς Αὐτὸν ἔκτισται" (Κολ. 1, 16). Μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων εἶναι σαφὴς ἡ ἑτερότητα, ὄχι ὅμως καὶ ἡ ἐναντίωση ἢ ἡ ἀντίθεση.


Οἱ ἄγγελοι εἶναι ἀσώματα καὶ ἄϋλα ὄντα, μὲ νοῦ, θέληση καὶ δύναμη. Τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ μποροῦν νὰ νοηθοῦν ὑπερθετικῶς συγκρινόμενα μόνο μὲ τὸν ὁρατὸ καὶ ὑλικὸ ἄνθρωπο, ἐνῶ ἀναφορικὰ μὲ τὸν Θεὸ οἱ ἰδιότητες αὐτὲς αἴρονται. Διακρίνονται γιὰ τὴν ἰδία βούληση ποὺ τοὺς ἐπιτρέπει νὰ πράττουν αὐτεξουσίως, καὶ ἐπιπροσθέτως δύνανται νὰ ἐνεργοῦν μὲ θαυμαστὸ γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δεδομένα τρόπο. Ἡφύση τους εἶναι πνευματικὴ καὶ ἡ προαίρεσή τους ἀγαθή. Ἡ ἐκ τοῦ Θεοῦ δημιουργία τους συνεπάγεται ἄλλωστε τὴν ἀγαθὴ φύση τους ἀφοῦ δὲν νοεῖται ἡ δημιουργία κακῶν πνευμάτων ἀπὸ τὸν πανάγαθο Θεό. Κάθε ποίημα τοῦ Δημιουργοῦ προέρχεται ἀπὸ ἄμετρη ἀγάπη καὶ ἡ ἀγάπη δὲν ὁδηγεῖ στὴν κακία καὶ τὴν ἀρνητικότητα. Οἱ ἄγγελοι δὲν ὑπόκεινται στοὺς ἀνθρωπίνους νόμους διότι εἶναι πνεύματα φωτὸς ἀκτινοβολώντας τὶς θεῖες μαρμαρυγὲς τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Βρίσκονται σὲ κατάσταση ἠθικῆς τελειότητας κοντὰ στὸν Θεὸ τὸν ὁποῖο δοξάζουν καὶ ὑπηρετοῦν. Στὸν Ἀπόστολο Παῦλο διαβάζουμε ὅτι οἱ ἄγγελοι εἶναι "λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν" (Ἑβρ. 1, 14). Διακονοῦν τὸν Θεὸ καὶ μεριμνοῦν ὑπὲρ ἐκείνων ποὺ μέλλουν νὰ κληρονομήσουν τὴν οὐράνια βασιλεία. Εἶναι προικισμένοι μὲ δύναμη, σοφία καὶ πνευματικότητα καὶ δὲν ὑπόκεινται ὅπως ὁ ἄνθρωπος στὸν θάνατο. Σχετικὰ μὲ τὸν τόπο διαμονῆς τῶν ἀγγέλων οὗτος δὲν εἶναι αἰσθητὸς καὶ ὑλικός, ἀλλὰ νοητός, ἀφοῦ καὶ οἱ σὲ αὐτὸν εὑρισκόμενοι καὶ διαμένοντες εἶναι πνεύματα.


Οἱ ἄγγελοι εἶναι πολυάριθμοι, σύμφωνα μὲ τὶς ἀναφορὲς στὴν Ἁγία Γραφή (Δαν. 7, 10: "χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ καὶ μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αὐτῷ", Ματθ. 26, 53: "πλείους ἢ δώδεκα λεγεώνας ἀγγέλων", Ἑβρ. 12, 22: "μυριάσιν ἀγγέλων", Ἰούδ. 14: "ἰδοὺ ἦλθε ὁ Κύριος ἐν ἁγίαις μυριάσιν αὐτοῦ", Ἀποκ. 5, 11: "μυριάδες μυριάδων καὶ χιλιάδες χιλιάδων"), κατατασσόμενοι σὲ ἐννέα τάξεις ἢ τάγματα ἀγγέλων.


Οἱ ἄγγελοι, ὅπως καὶ οἱ ἄνθρωποι, εἶχαν τὸ ἀνεκτίμητο δῶρο τῆς ἐλευθερίας τῆς βουλήσεως. Δὲν πλάστηκαν γιὰ νὰ ὑποταχθοῦν ἀκούσια στὸ θεῖο θέλημα, παρὰ εἶχαν τὴν δυνατότητα νὰ ἐπιλέξουν τὴν αὐτόβουλη ἐναρμόνιση τῆς δράσης τους μὲ τὴν θέληση τοῦ Θεοῦ ἢ νὰ παρεκκλίνουν καὶ νὰ διαφοροποιηθοῦν ἀπὸ αὐτήν, χαράσσοντας ἀγνώμονη πρὸς τὴν δημιουργία πορεία. Τὰ δημιουργήματα πλάσθηκαν ἔχοντας τὴν δυνατότητα νὰ ἀναχθοῦν στὴν ἀθανασία μὲ τὴν μετοχή τους στὸν Θεό.


Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο Διάβολος, οι δαίμονες και το έργο αυτών κατά την διδασκαλία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού», εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2004.


Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Μιὰ προ­σευ­χὴ γιὰ τὸν Χα­σάν καὶ τὸν Ἀ­να­στά­ση

τῆς Δέσποινας Κοκρῆ


Φθι­νό­πω­ρο στὴν μι­κρὴ Κυ­κλά­δα καὶ γα­λή­νη ἐ­πι­κρα­τεῖ παν­τοῦ. Ὀ­μορ­φιὰ καὶ ἀ­πέ­ραντο γα­λά­ζιο πλημ­μυ­ρί­ζουν τὰ μά­τια. Οἱ τε­λευ­ταῖ­οι του­ρί­στες ἀ­πο­λαμ­βά­νουν τὴν με­γα­λο­πρ­έ­πεια τοῦ Αἰ­γαί­ου. Οἱ ἡ­μέ­ρες περ­νοῦν ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὴν φι­λο­ξε­νί­α μα­ζὶ μὲ κα­τα­νυ­κτι­κὲς ἀ­κο­λου­θί­ες καί θεολογικές συ­ζη­τή­σεις. Δο­ξο­λο­γί­α καὶ εὐ­χα­ρι­στί­α πλη­μυ­ρί­ζει τὸ εἶ­ναι γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ Ἐ­κεῖ­νος μᾶς προ­σφέ­ρει καὶ μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ ζοῦ­με κα­θη­με­ρι­νά.
Τὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ νη­σιοῦ ἀ­να­στα­τώ­νει γιὰ τρί­τη φο­ρὰ μέ­σα σὲ δι­ά­στη­μα δύ­ο μη­νῶν ἡ ἄ­φι­ξη προ­φύ­γων ἀ­πὸ τὴν πο­λύ­πα­θη Συ­ρί­α. 


Οἱ δι­α­κι­νη­τὲς τοὺς ἄ­φη­σαν σὲ μιὰ ἀ­πό­κρη­μνη ἀ­κτὴ κι ἐ­κεῖ­νοι ἀ­ναγ­κά­στη­καν μέ­σα στὴν νύ­χτα νὰ σκαρ­φα­λώ­νουν τὰ βρά­χια φορ­τω­μέ­νοι παι­διὰ καὶ ἀποσκευές. Τοὺς εἴ­δα­με πα­γω­μέ­νους καὶ φο­βι­σμέ­νους κα­θὼς ἡ Ἀ­στυ­νο­μί­α προ­σπα­θοῦ­σε νὰ τοὺς συγ­κεν­τρώ­σει, εἴ­δα­με τὰ παι­διά μὲ βλέμ­μα φο­βι­σμέ­νο καὶ τὰ μω­ρὰ νὰ κλαῖ­νε γο­ε­ρά.


Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα φτά­σα­με στὸν τό­πο ποὺ πα­ρα­χώ­ρη­σε ἡ το­πι­κὴ Ἐκ­κλη­σί­α γιὰ τὴν πα­ρα­μο­νή τους, γιὰ νὰ βο­η­θή­σου­με τὴν ὥ­ρα τοῦ φα­γη­τοῦ καὶ νὰ τα­κτο­ποι­ή­σου­με τὰ ροῦ­χα ποὺ οἱ νη­σι­ῶ­τες εἶ­χαν φέ­ρει. Μι­λή­σα­με μα­ζί τους κι ἀ­κού­σα­με ἱ­στο­ρί­ες πό­νου καὶ φρί­κης. Ἔκπληκτοι εἴδαμε νά μᾶς ἀγκαλιάζουν καί νά θέλουν νά φωτογραφηθούν μαζί μας. Βλέμματα εὐγνωμοσύνης, ποὺ θὰ μείνουν γιὰ πάντα χαραγμένα στὴν μνήμη.



Ὁ Ἀμ­πντούλ, Σύ­ριος πο­λι­τι­κὸς μη­χα­νι­κός, μὲ τὴν γυ­ναί­κα του, σχο­λι­κὸ σύμ­βου­λο, καὶ τὰ 2 παι­διά του, ἔ­σπα­σε τὸ πό­δι του προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­νέ­βει στὰ κα­κο­τρά­χα­λα ρου­μά­νια ποὺ τοὺς ἄ­φη­σε ὁ δι­α­κι­νη­τὴς ἀγ­κα­λιὰ μὲ τὰ 2 παι­διά. Ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ τὴν νό­τια πε­ρι­ο­χὴ τῆς Δα­μα­σκοῦ μὲ προ­ο­ρι­σμὸ τὴν Σου­η­δί­α, ὅ­που ἔ­χουν συγ­γε­νεῖς, γιὰ νὰ σω­θοῦν για­τὶ δὲν ἤ­ξε­ραν ἂν τὸ ἑ­πό­με­νο λε­πτὸ θὰ ζοῦν με­τὰ τὸν ἐ­περ­χό­με­νο βομ­βαρ­δι­σμό.


Ὁ Τά­ρεκ, ἀ­πὸ τὸ Χα­λέ­πι, ἤ­θε­λε ὁ­πωσ­δή­πο­τε νὰ ποζάρει μα­ζί μας. Ἦ­ταν πο­λὺ χα­ρού­με­νος για­τὶ εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ ἐ­ξα­γο­ρά­σει τὴν ἀ­δελ­φή του πλη­ρώ­νον­τας λύ­τρα στὸν ISIS. Πε­ρι­πλα­νή­θη­καν 20 μέ­ρες περ­πα­τών­τας στὴν Τουρ­κί­α. Ὀ­νει­ρεύ­ον­ταν νὰ φτά­σουν στὴν Γερ­μα­νί­α.
Ὁ 12χρονος Φα­ροὺκ εἶ­δε μπρο­στὰ στὰ μά­τια του νὰ χά­νον­ται καὶ οἱ δύ­ο γο­νεῖς του ἀ­πὸ τὰ πυ­ρὰ τῶν φα­να­τι­κῶν. Ἔ­φυ­γε νὰ βρεῖ τὸν 18χρονο ἀ­δελ­φό της μη­τέ­ρας του στὴν Γερ­μα­νί­α.


Ὁ ὀρ­θό­δο­ξος Γι­ό­χαν ποὺ ἔ­με­νε στὴν Δα­μα­σκό, πρὶν ἀ­πὸ 2 μῆ­νες πῆ­ρε τὸ πτυ­χί­ο του ὡς ἠ­λε­κτρο­νι­κὸς ὑ­πο­λο­γι­στῶν. Κά­πο­τε ἤ­θε­λε μὲ τὸν ἀ­γα­πη­μέ­νο του φί­λο νὰ ἔρ­θουν στὴν Ἑλ­λά­δα γιὰ νὰ ἐ­πι­σκε­φθοῦν τὸ Ἅ­γιο Ὄ­ρος, νὰ βροῦν γέ­ρον­τες γιὰ νὰ τοὺς ἀ­παν­τή­σουν στὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ εἶ­χαν. Τὰ ἔφε­ρε ἀλ­λι­ῶς ἡ ζω­ή. Ὁ φί­λος του σκο­τώ­θη­κε σὲ βομ­βαρ­δι­σμὸ κι ὁ Γι­ό­χαν ἔ­φυ­γε νὰ σω­θεῖ, προ­ο­ρι­σμός του ἡ Νορ­βη­γί­α.


Ὁ μι­κρού­λης Χα­σὰν 3 ἐ­τῶν μὲ τοὺς γο­νεῖς του, ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ χω­ριὸ στὰ βό­ρεια τῆς Δα­μα­σκοῦ καὶ βρι­σκό­ταν σὲ ἀ­σφα­λὲς μέ­ρος με­τὰ ἀ­πὸ 3 μῆ­νες πε­ρι­πλά­νη­σης στὴν Τουρ­κί­α ψά­χνον­τας νὰ βροῦν δι­α­κι­νη­τὴ καὶ 24 ὧ­ρες στὴν θά­λασ­σα.


Στὰ μά­τια ὅ­λων ἡ φρί­κη τοῦ πο­λέ­μου, ὁ πό­νος τῆς ἀ­πώ­λειας ἀν­θρώ­πων καὶ πραγ­μά­των, ἡ τα­πεί­νω­ση τῆς ὕ­παρ­ξής τους καὶ ψυ­χι­κὴ κού­ρα­ση ἀ­πὸ τὴν ἐκ­με­τάλ­λευ­ση, (οἱ τι­μὲς δι­α­κί­νη­σης ἀ­πὸ 700 εὐ­ρὼ τὰ παι­διὰ - 2500 τοὺς γέ­ρον­τες), ζω­γρα­φι­σμέ­να μὲ χον­τρὰ πι­νέ­λα. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ ἡ ἐλ­πί­δα τῆς σω­τη­ρί­ας ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­να­τέλ­λει καὶ ἔ­τσι μι­κρά, φευ­γα­λέ­α χα­μό­γε­λα δι­α­γρά­φον­ταν στὰ πρό­σω­πά τους.


Τὰ τα­λαί­πω­ρα πρό­σω­πα τῶν Σύ­ρων προ­σφύ­γων μοῦ θύ­μι­σαν πὼς τὸ 1922, χι­λιά­δες Ἕλ­λη­νες τῆς Μι­κρᾶς Ἀ­σί­ας εἶ­χαν κα­τα­φύ­γει στὸ Χα­λέ­πι γιὰ νὰ σω­θοῦν. Στὸ προ­σω­πά­κι τοῦ μι­κροῦ Χα­σὰν εἶ­δα τὸν μι­κρὸ Ἀ­να­στά­ση, τὸν πα­τέ­ρα μου, φαν­τά­στη­κα νὰ τὸν κρα­τᾶ ἡ για­γιά μου ἡ Δέ­σποι­να ἀγ­κα­λιά, κι ἐ­κεῖ­νος νὰ κλαί­ει ἀ­στα­μά­τη­τα κα­τὰ τὴν διά­ρκεια τοῦ τα­ξι­διοῦ πρὸς τὸν Πει­ραι­ὰ τὸ 1922, ἀ­να­ζη­τών­τας τοὺς φί­λους του καὶ τὸ σπί­τι τους ποὺ τὰ εἶ­χαν ἀ­φή­σει στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη μα­ζὶ μ’ ὅ­λη τους τὴν ζω­ή. Τοῦ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς νὰ ζή­σει 65 χρό­νια καὶ τὸν θυ­μᾶ­μαι νὰ δα­κρύ­ζει μὲ κά­θε θύ­μη­ση τοῦ παι­δι­κοῦ τραύ­μα­τος ποὺ τοῦ εἶ­χε ἀ­φή­σει ἡ προ­σφώ­νη­ση «τουρ­κό­σπο­ρος» ποὺ ἄ­κου­γε ἀ­πὸ τὰ παι­διὰ τῆς γει­το­νιᾶς τοῦ Προ­φή­τη Ἠ­λί­α ὅ­που ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν.


Ἡ κα­τά­στα­ση τῶν χω­ρῶν τῆς Ἐγ­γὺς Ἀ­να­το­λῆς ἔ­χει ἀλ­λά­ξει, οἱ "Με­γά­λες Δυ­νά­μεις" συ­νε­χί­ζουν νὰ παί­ζουν παι­χνί­δια στὶς πλά­τες τῶν λα­ῶν, ἀ­νί­κα­νες μέ­σα στὴν ἀ­λα­ζο­νεί­α τους νὰ δοῦν τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὁ φα­να­τι­σμὸς τῶν ἀ­κραί­ων ἰσ­λα­μι­στῶν αὐ­ξά­νει, χι­λιά­δες οἱ πρό­σφυ­γες ποὺ περ­νοῦν ἀ­πὸ τὴν πα­τρί­δα μας γυ­ρεύ­ον­τας τὴν σω­τη­ρί­α. 3.000 νε­κροὶ στὴν Με­σό­γει­ο μέ­χρι τώ­ρα, πά­νω ἀ­πὸ 4.000.000 οἱ πρό­σφυ­γες, πά­νω ἀ­πὸ 200.000 οἱ νε­κροί.   Πολ­λοὶ συμ­πα­τρι­ῶ­τες μας φο­βοῦν­ται τὸ τί θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ση­μαί­νει ἡ πα­ρα­μο­νὴ τό­σων πολ­λῶν προ­σφύ­γων στὴν χώ­ρα μας. Ὅ­μως, δὲν πρέ­πει νὰ μᾶς κα­τα­κλύ­ζει ὁ φό­βος γιὰ τὸ αὔ­ριο, ἀλ­λὰ νὰ ἀ­νοί­ξου­με τὶς καρ­δι­ές μας στὸν πό­νο τοῦ ἄλ­λου. Ἂν θέ­λου­με νὰ λε­γό­μα­στε χρι­στια­νοὶ ἄς πρά­ξου­με ἐ­κεῖ­νο ποὺ ὁ Χρι­στὸς μᾶς ὑ­πο­δει­κνύ­ει στὶς παραβολὲς τοῦ κα­λοῦ Σα­μα­ρεί­τη καὶ τῆς Μελ­λού­σης Κρί­σε­ως. Εἶ­ναι τὸ ἐ­λά­χι­στο δυ­να­τὸ μπρο­στὰ στὴν φρί­κη ποὺ ζοῦν οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοί.


Μοιά­ζει ἴ­σως οὐ­το­πι­κὴ μιὰ προ­σευ­χὴ ποὺ ζη­τᾶ νὰ μὴν ξα­να­συμ­βοῦν παι­δι­κὰ τραύ­μα­τα στοὺς Χα­σὰν καὶ τοὺς Ἀ­να­στά­ση­δες ὅ­λου τοῦ κό­σμου. Ὅ­μως ἐ­φι­κτὸ εἶ­ναι νὰ θυ­μό­μα­στε πὼς ἡ ἀν­θρω­πιά μας ἀλ­λὰ καὶ ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α μας κρί­νε­ται ἀ­πὸ τὸ πό­σο νοι­α­στή­κα­με γιὰ τὸν ξέ­νο, τὸν ἀ­ναγ­κε­μέ­νο, τὸν πρό­σφυ­γα. Πό­σο ἀ­φή­σα­με τὴν καρ­διά μας νὰ συγ­κι­νη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια δρά­μα­τα ποὺ συμ­βαί­νουν κά­θε στιγ­μὴ στὸν κό­σμο. Πό­σο προ­σευ­χη­θή­κα­με νὰ τοὺς φυ­λά­ει ὁ Θε­ὸς καὶ νὰ πα­ρη­γο­ρεῖ τὴν ὀ­δύ­νη τους. Κι ἄς ἀ­να­ρω­τη­θοῦ­με: πό­σο εὐ­χα­ρι­στοῦ­με τὸν Κύ­ριο ποὺ ἔ­χου­με εἰ­ρή­νη ἀ­κό­μα στὸν τό­πο μας καὶ ἕ­να πιά­το φα­ΐ ἐ­μεῖς οἱ Ἕλ­λη­νες Ὀρ­θό­δο­ξοι ποὺ γνω­ρί­σα­με τὴν προ­σφυ­γιὰ τὸν αἰ­ώ­να ποὺ πέ­ρα­σε. 


Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σον ἡμᾶς καὶ τὸν κό­σμο σου.