Σελίδες

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

Ἐ­ρα­στής καί προ­φή­της


π. Βασίλειος Χριστοδούλου
«Θά εἶ­μαι γιά σᾶς πα­τέ­ρας καί ᾽σεῖς θά εἶ­σθε γιοί μου καί θυ­γα­τέ­ρες» ἐ­ξαγ­γέλ­λει ἡ Παν­το­κρα­το­ρι­κή φω­νή μέ­σα ἀ­πό τά βά­θη τῶν αἰ­ώ­νων, μέ συ­νερ­γού­σες χορ­δές τόν Ἠ­σα­ΐ­α, τόν Ἱ­ε­ρε­μί­α καί τε­λευ­ταῖ­α τόν Παῦ­λο (Β΄ Κορ. στ΄ 18), βε­βαι­ώ­νου­σα γιά τήν προ­αι­ώ­νια ἐ­πι­θυ­μί­α Της νά σχε­τι­στεῖ μέ τόν ἄν­θρω­πο, ὄ­χι στό ἐ­πί­πε­δο μιᾶς ὑ­πο­τα­γῆς ἀλ­λά στήν ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ Μυ­στη­ρί­ου Πα­τέ­ρα-υἱ­οῦ. Ταυ­τό­χρο­να ὅ­μως ἡ ἴ­δια αὐ­τή φω­νή ἐμ­πε­ρι­κλεί­ει καί τήν ἀ­νάγ­κη τοῦ ἀν­θρώ­που νά γνω­ρί­σει τόν Θε­ό στό πλαί­σιο μιᾶς κοι­νω­νού­με­νης ἐμ­πει­ρί­ας, μιᾶς συ­νύ­παρ­ξης προ­σω­πι­κῆς κι ὄ­χι στήν ἀ­πο­δο­χή ἑ­νός θε­ω­ρη­τι­κοῦ στο­χα­σμοῦ. Ὁ ἄν­θρω­πος, ἄλ­λω­στε, ἐ­ξέ­πε­σε ἀ­πό μί­α σχέ­ση, δέν ἀ­πέρ­ρι­ψε ἕ­να με­τα­φυ­σι­κό θε­ώ­ρη­μα!
Ὁ χῶ­ρος τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης ἐ­νῶ εἶ­ναι γε­μά­τος ἀ­πό τά ση­μά­δια τοῦ Θε­οῦ, ὑ­περ­χει­λι­σμέ­νος ἀ­πό τίς φα­νε­ρώ­σεις Του, ἐν τού­τοις ἀ­φή­νει τόν λα­ό τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ δι­ψα­σμέ­νο κι ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­το. Ὁ Ἰσ­ρα­ήλ συ­νε­χί­ζει νά προσ­δο­κᾶ, νά ἀ­να­μέ­νει. Ἐκ­φρά­ζει τήν ἀ­παν­το­χή μιᾶς ἔν­σαρ­κης πα­ρου­σί­ας, μιᾶς ψη­λα­φού­με­νης ἀ­γά­πης σέ ὑ­πό­στα­ση προ­σω­πι­κή. Θέ­λει νά φύ­γει ἀ­πό τό «ὁ Θε­ός τῶν πα­τέ­ρων ἡ­μῶν» καί νά φω­νά­ξει ἐ­πι­τέ­λους «ὁ Θε­ός, ὁ πα­τέ­ρας μου»!!  
Στό πρό­σω­πο τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἡ Τρι­α­δι­κή αὐ­τή ἐ­πι­θυ­μί­α παίρ­νει σάρ­κα καί ὀ­στά. Ὁ Θε­ός γί­νε­ται ὁ­ρα­τός καί προ­σι­τός στόν ἄν­θρω­πο, κα­τά πάν­τα ὅ­μοι­ος μέ τό πλά­σμα Του, γιά νά μπο­ρέ­σει νά πραγ­μα­τω­θεῖ ἡ προ­αι­ώ­νια ἐ­πι­θυ­μί­α Του, νά σχε­τι­στεῖ μέ τόν ἄν­θρω­πο ὄ­χι στό ἐ­πί­πε­δο τῆς ὑ­πε­ρο­χῆς ἀλ­λά τῆς οἰ­κεί­ω­σης. Μέ τό στό­μα τοῦ Ἰ­ω­άν­νη βε­βαι­ώ­νε­ται ἡ κοι­νή ἀ­πο­στο­λι­κή ἀ­λή­θεια, ὅ­τι κη­ρύσ­σε­ται ὄ­χι μιά και­νούρ­για θρη­σκευ­τι­κή δο­ξα­σί­α ἀλ­λ’ ἡ με­το­χή σέ μί­α σχέ­ση, σέ μί­α προ­σω­πι­κή ἐμ­πει­ρί­α τοῦ Θε­οῦ: «Αὐ­τόν γιά τόν ὁ­ποῖ­ο εἴ­χα­με ἀ­κού­σει καί τε­λι­κά εἴ­δα­με καί μέ τά χέ­ρια μας ψη­λα­φί­σα­με, αὐ­τόν σᾶς μαρ­τυ­ροῦ­με» (Α΄ Ἰ­ω. α΄ 1, 2).
Ὁ Θε­ός γί­νε­ται γιά ὅ­λους ἐ­μᾶς πα­τέ­ρας στό πρό­σω­πο τοῦ Υἱ­οῦ Του, ὄ­χι για­τί ἐ­ξα­πο­στέλ­λει τίς εὐ­ερ­γε­σί­ες Του ἀ­πό χώ­ρα μα­κρυ­νή, οὔ­τε για­τί βε­βαι­ώ­νει πώς νοι­ά­ζε­ται καί ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται, ἀλ­λά για­τί ἐ­πι­τέ­λους συ­νο­δοι­πο­ρεῖ. Για­τί ζεῖ ἀ­νά­με­σά μας, ἀ­να­δέ­χε­ται τά βά­ρη, ἐ­πω­μί­ζε­ται τήν εὐ­θύ­νη, γο­να­τί­ζει καί τα­πει­νώ­νε­ται, ἀ­κουμ­πᾶ τίς ἀ­βά­στα­χτες θλί­ψεις, πέ­φτει στό κε­νό τοῦ θα­νά­του, συν­τρο­φεύ­ει ἀ­με­τα­νό­η­τα, ἀ­πο­τρα­βι­έ­ται ἀρ­χον­τι­κά. Γί­νε­ται πα­τέ­ρας, ὄ­χι ἐ­ξαι­τί­ας τῆς παν­το­δυ­να­μί­ας Του νά φέρ­νει «τούς πάν­τας ἐκ τοῦ μή ὄν­τος εἰς τό εἶ­ναι», ἀλ­λ’ ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας Του, νά ὑ­πο­φέ­ρει τά πάν­τα ἐκ πάν­των.
Ἡ Ἀ­νά­λη­ψη τώ­ρα τοῦ Χρι­στοῦ στούς οὐ­ρα­νούς δη­μι­ουρ­γεῖ ἕ­να τε­ρά­στιο κε­νό. Μᾶς «κα­τα­δι­κά­ζει σέ πεί­να θερ­μῆς ἀγ­κα­λιᾶς κι ἀ­λη­θι­νῶν δα­κρύ­ων». Οἱ ἀ­πό­στο­λοι κι ὅ­λοι οἱ μα­θη­τές καί μα­θή­τρι­ές Του Τόν ἄ­κου­σαν, Τόν εἶ­δαν, Τόν ψη­λά­φι­σαν. Ἔ­νοι­ω­σαν τήν Πα­τρι­κή ἀ­γά­πη, γι’ αὐ­τό καί Τόν ἐ­ρω­τεύ­τη­καν. Ἐ­μεῖς ὅ­μως πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν νά σχε­τι­στοῦ­με καί ν’ ἀ­γα­πή­σου­με κά­ποι­ον πού δέν βλέ­που­με, νά μι­λᾶ­με καί νά γο­να­τί­ζου­με ἐ­νώ­πιον κά­ποι­ου πού οἱ σω­μα­τι­κές μας αἰ­σθή­σεις κη­ρύσ­σουν ἀ­πόν­τα; «Δέν εἶ­σαι ὁ μό­νος πού θλί­βε­σαι ἐ­πει­δή δέν ἀν­τί­κρι­σες τόν Χρι­στό» μᾶς κα­θη­συ­χά­ζει ὁ ἅγ. Ἰ­ω. Χρυ­σό­στο­μος, δεί­χνον­τας νά μᾶς νοι­ώ­θει. «Πό­σοι τώ­ρα λέ­νε, θά ἤ­θε­λα νά δῶ τήν μορ­φή Του, τό πα­ρου­σι­α­στι­κό Του, τά ροῦ­χα Του, τά ὑ­πο­δή­μα­τά Του! Κι ὅ­μως, νά πού Τόν βλέ­πεις, ὄ­χι νά Τόν κρα­τᾶ γυ­ναῖ­κα ἀλ­λ’ ἱ­ε­ρέ­ας νά Τόν φέ­ρει, καί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα μέ ἀ­φθο­νί­α πολ­λή νά πε­ρι­ΐ­πτα­ται».
Αὐ­τό τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα εἶ­ναι πού θά ἀ­να­πλη­ρώ­σει τό κε­νό τῆς σω­μα­τι­κῆς ἀ­που­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ. Θά χυ­θεῖ ἄ­φθο­να πά­νω στούς μα­θη­τές καί ἀ­πο­στό­λους καί κα­τό­πιν διά μέ­σου τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης σ᾽ ὅ­λους τούς ἱ­ε­ρεῖς κα­θι­στών­τας τους πα­τέ­ρες, ὁ­ρα­τά ἐ­κτυ­πώ­μα­τα τῆς πα­ρου­σί­ας Του.
Τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα εἶ­ναι Ἐ­κεῖ­νο πού «στε­ναγ­μοῖς ἀλ­λα­λή­τοις» ἐγ­και­νιά­ζει μιά και­νούρ­για ζω­ή μέ­σα στόν ἄν­θρω­πο, διά μέ­σου τῆς ὁ­ποί­ας ἀ­να­βλύ­ζει ἡ Θε­ϊ­κή πα­τρό­τη­τα πρός τά παι­διά Του, καί Ἐ­κεῖ­νο μᾶς μα­θαί­νει νά Τόν φω­νά­ζου­με «ἀβ­βᾶ ὁ πα­τήρ». «Ὅ­τι δέ ἐ­στε υἱ­οί, ἐ­ξα­πέ­στει­λεν ὁ Θε­ὸς τὸ Πνεῦ­μα τοῦ υἱ­οῦ αὐ­τοῦ εἰς τὰς καρ­δί­ας ὑ­μῶν, κρᾶ­ζον· ἀβ­βᾶ ὁ πα­τήρ» (Γαλ. δ΄ 6).
Ὁ ἄν­θρω­πος ὅ­μως, ὡς ἔ­νυ­λο ὄν, χρει­ά­ζε­ται νά ψη­λα­φή­σει καί νά ἐ­ναγ­κα­λι­σθεῖ. Χρει­ά­ζε­ται ἐ­νώ­πιον κά­ποι­ου νά κλά­ψει, κά­ποι­ος νά βα­στά­ξει τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς καρ­διᾶς πού κε­νώ­νε­ται, κά­ποι­ος νά τόν βε­βαι­ώ­σει μέ φω­νή ἔ­ναρ­θρη ὅ­τι ἀ­γα­πι­έ­ται Θε­ϊ­κά. Νά στα­θεῖ μπρο­στά σέ δυ­ό μά­τια χρει­ά­ζε­ται, ἕ­να βλέμ­μα νά τόν ἐν­το­πί­σει ἀ­γω­νιᾶ, γιά νά μήν νοι­ώ­θει μό­νος, νά αἰ­σθαν­θεῖ ὅ­τι ἀ­να­ζη­τι­έ­ται. Σέ κα­τα­στά­σεις προ­σω­πι­κοῦ συν­τριμ­μοῦ καί ἀ­πώ­λειας, σέ στιγ­μές ἐ­πώ­δυ­νης αὐ­το­γνω­σί­ας, σέ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση ζω­ῆς ρη­μαγ­μέ­νης στά σκο­τά­δια, δέν ἀρ­κεῖ τό πα­ρά­δειγ­μα βι­ο­τῆς τῶν ἁ­γί­ων -γιά τό πῶς ὁ Θε­ός τούς συγ­χώ­ρε­σε- γιά νά σέ στη­ρί­ξει. Θέ­λεις χέ­ρι σάρ­κι­νο ν’ ἁ­πλω­θεῖ καί νά σ’ ἀ­κουμ­πή­σει, νά σ’ ἀ­νορ­θώ­σει προ­σω­πι­κά.
Γι’ αὐ­τήν μας τήν ἀ­νάγ­κη ὁ Θε­ός μᾶς χα­ρί­ζει ἕ­ναν ὁ­ρα­τό καί σύμ­μορ­φο συ­νάν­θρω­πο γιά νά φα­νε­ρώ­νει Ἐ­κεῖ­νον. Μᾶς χα­ρί­ζει τόν πνευ­μα­τι­κό πα­τέ­ρα καί τήν πνευ­μα­τι­κή σχέ­ση μας μ’ ἐ­κεῖ­νον. Μιά σχέ­ση πού δέν μπο­ρεῖ νά ἐ­ξαν­τλεῖ­ται στήν ἁ­πλή ἐ­ξα­γό­ρευ­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν καί στήν πα­ρε­χό­με­νη συγ­χώ­ρη­ση. Τό χά­ρι­σμα τῆς πνευ­μα­τι­κῆς πα­τρό­τη­τας, ὁ­ρα­τό ἐ­κτύ­πω­μα τῆς Θε­ϊ­κῆς, δέν βρί­σκε­ται στήν τε­λε­τουρ­γι­κή συγ­χώ­ρη­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν ὅ­σο στήν κο­πι­ώ­δη καί θυ­σι­α­στι­κή συ­νο­δοι­πο­ρί­α. Στόν τρό­πο πού θά ἀ­να­δε­χθεῖς τήν ζω­ή τοῦ ἄλ­λου, ὄ­χι γιά νά δι­ευ­θύ­νεις τήν συ­νεί­δη­σή του, ἀλ­λά γιά νά τόν γεν­νή­σεις ἐ­νή­λι­κα καί ἐ­λεύ­θε­ρο σέ μί­α προ­σω­πι­κή σχέ­ση μέ τόν Πα­τέ­ρα Θε­ό.
Ὁ πνευ­μα­τι­κός πα­τέ­ρας δέν εἶ­ναι (μό­νο) ἀ­πορ­ριμ­μα­το­δο­χεῖ­ο, εἶ­ναι ἕ­νας ἐ­ρα­στής καί προ­φή­της! Τό ἀ­πορ­ριμ­μα­το­δο­χεῖ­ο πολ­λές φο­ρές βο­λεύ­ει, εἶ­ναι εὐ­κο­λό­τε­ρο, δέν χρει­ά­ζε­ται σχέ­ση ἁ­πλῶς ὑ­πο­χρέ­ω­ση, τό χρη­σι­μο­ποι­εῖς. Τό ἄλ­λο ὅ­μως, τό ἐ­ρα­στής καί προ­φή­της, χρή­ζει ἀμ­φί­πλευ­ρης συ­νέρ­γειας, σχέ­σης ἀ­να­γω­γι­κῆς, θε­λη­μα­τι­κῆς συ­νέ­πειας.
Ὁ ἐ­ρα­στής ποι­μέ­νας ἀ­νά­βει φω­τι­ές ἀ­γά­πης στίς καρ­δι­ές, ἔ­χον­τας ὁ ἴ­διος πρίν ἀ­να­φλε­χθεῖ ἀ­π’ αὐ­τήν. Εἶ­ναι ἐ­ρα­στής για­τί ὑ­πάρ­χει ἐ­ρά­σμιος τοῦ ἀ­με­τα­νό­η­τα ἐ­ρῶν­τος Θε­οῦ. Εἶ­ναι ἐ­ρα­στής για­τί μέ­σα ἀ­πό τόν τρό­πο καί τήν ζω­ή του ὁ Θε­ός κα­τα­δι­ώ­κει καί πο­λι­ορ­κεῖ ἐ­σέ­να, τόν κά­θε ἄν­θρω­πο. Ἐ­ρα­στής για­τί γνω­ρί­ζει ν’ ἀ­πο­τρα­βι­έ­ται, νά σ’ ἀ­γα­πᾶ στήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τά σου κι ὄ­χι μό­νο στό πα­ρόν σου. Ἐ­ρα­στής, γιά συ­νε­χῆ ὑ­πό­μνη­ση ὅ­τι ὁ Θε­ός δέν ψά­χνει σκλά­βους, ἐ­ρω­μέ­νες καρ­δι­ές ἀ­να­ζη­τᾶ. Ἐ­ρα­στής για­τί δέν σέ ἀ­πο­δέ­χε­ται ἐ­πι­λε­κτι­κά, για­τί ἐ­πι­μέ­νει νά φυ­σᾶ τίς κάμ­πι­ες τῆς ἀ­σχή­μιας σου προ­σμέ­νον­τας πε­τα­λοῦ­δες νά γε­νοῦν.
Προ­φη­τεύ­ει στήν ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που τήν ἔ­σχα­τη Ὀ­μορ­φιά. Ὄ­χι, δέν τήν προ­λέ­γει, οὔ­τε τήν οἰ­ω­νο­σκο­πεῖ. Δι­α­σώ­ζει τίς στιγ­μές τοῦ βί­ου ἀ­πό τά πά­θη, στά ὁ­ποῖ­α οἱ ἄν­θρω­ποι τίς ὑ­πο­δου­λώ­νουν, ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας τήν ἀ­σχή­μια καί ὁ­δη­γών­τας τά πάν­τα στό ἐ­σχα­το­λο­γι­κό νό­η­μά τους, στήν Θε­ϊ­κή τους ὀ­μορ­φιά.
Εἶ­ναι προ­φή­της για­τί θυ­μί­ζει Κά­ποι­ον, ὅ­ταν ὅ­λοι Τόν ξε­χνοῦν. Για­τί ἔρ­χε­ται νά σοῦ ψι­θυ­ρί­σει λό­γο προ­σω­πι­κό ἀ­π’ ἀλ­λοῦ φερ­μέ­νον. Για­τί σοῦ ξυ­πνᾶ ἕ­ναν κοι­μι­σμέ­νο πό­θο, για­τί συ­νε­χῶς γιά ἕ­να νό­στο σοῦ μι­λᾶ. Εἶ­ναι προ­φή­της για­τί ἐ­πα­γρυ­πνεῖ, ἀ­νέ­στιος στήν βό­λε­ψη, πε­ρι­φρο­νη­τής τοῦ κοι­νοῦ λή­θαρ­γου. Για­τί δέ­χε­ται πλη­γές πολ­λές, κι ὅ­μως, πη­γές τίς ἀ­περ­γά­ζε­ται. Σέ βά­ζει ν’ ἀ­κού­σεις μέ­σα σου:
«Βο­ή­θεια»!! Μιά κραυ­γή σπα­ρα­χτι­κή ἀ­να­δύ­ε­ται.
«Ποι­ός φω­νά­ζει;» τόν ρω­τᾶς.
«Ἀ­κούμ­πη­σε πά­νω στό στῆ­θος σου, ἀ­φουγ­κρά­σου, ΚΑΠΟΙΟΣ πε­θαί­νει, ἀ­γω­νιᾶ...» Σῶ­σε ΤΟΝ!!