Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Το βαρύ προνόμιο της Δύσης - Οι άραβες κι οι Δυτικοί



ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ

Το βαρύ προνόμιο της Δύσης

(από το βιβλίο «H άνοδος της ασημαντότητας»).

Υπάρχει κάτι το οποίο αποτελεί την ιδιομορφία, τη μοναδικότητα και το βαρύ προνόμιο της Δύσης: πρόκειται γι' αυτή την κοινωνικο-ιστορική αλληλουχία που ξεκινά στην αρχαία Ελλάδα και αρχίζει ξανά, από το 11ο αιώνα και μετά, στη δυτική Ευρώπη. Αυτή είναι η μόνη στην οποία βλέπουμε να προβάλει ένα πρόταγμα ελευθερίας, ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, κριτικής και αυτοκριτικής.

H πιο εντυπωσιακή επιβεβαίωση αυτού είναι ακριβώς ο λόγος ο οποίος καταγγέλλει τη Δύση. Διότι στη Δύση έχουμε τη δυνατότητα (τουλάχιστον ορισμένοι από εμάς) να καταγγέλλουμε τον ολοκληρωτισμό, την αποικιοκρατία, το δουλεμπόριο των Μαύρων, την εξόντωση των Ινδιάνων στην Αμερική. Όμως, δεν έχω δει τους απογόνους των Αζτέκων, των Ινδών ή των Κινέζων να κάνουν μια ανάλογη αυτοκριτική. Απεναντίας, βλέπω ότι ακόμη και σήμερα οι Ιάπωνες αρνούνται τις θηριωδίες που διέπραξαν κατά το B Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι Άραβες καταγγέλλουν συνεχώς ότι για όλα τα κακά που τους ταλαιπωρούν εξαθλίωση, έλλειψη δημοκρατίας, διακοπή της εξέλιξης του πολιτισμού τους κ.λπ. ευθύνεται η αποικιοκρατία την οποία υπέστησαν από τους Ευρωπαίους. Ωστόσο, η αποικιοκρατία σε αρκετές αραβικές χώρες διήρκεσε στη χειρότερη περίπτωση 130 χρόνια (αυτό συνέβη στην Αλγερία, 1830-1962). Όμως οι ίδιοι αυτοί Άραβες, πριν από την αποικιοκρατία των Ευρωπαίων, είχαν υποστεί για 5 αιώνες το ζυγό των Τούρκων. H τουρκική κυριαρχία στην εγγύς και τη Μέση Ανατολή αρχίζει τον 15ο αιώνα και τελειώνει το 1918.

Αλλά οι Άραβες και οι Τούρκοι κατακτητές τους, που ήταν ομόθρησκοί μουσουλμάνοι, δεν μιλούν ποτέ για την κυριαρχία αυτή. Πάντως, η εξέλιξη της αραβικής κουλτούρας σταμάτησε το 11ο με 12ο αιώνα, δηλαδή οκτώ αιώνες πριν καν να μπορεί να γίνει λόγος για την κατακτητική επέκταση της Δύσης. Εξάλλου και αυτή η ίδια η αραβική κουλτούρα βασίστηκε στις κατακτήσεις, την εξόντωση και τη λίγο έως πολύ βίαια επιβολή της ισλαμικής θρησκείας στους κατακτημένους πληθυσμούς. Στην Αίγυπτο το 550 μ.X. δεν υπήρχαν Άραβες, όπως δεν υπήρχαν Άραβες, τότε, στη Λιβύη, στην Αλγερία, στο Μαρόκο, στο Ιράκ. Οι Άραβες που βρίσκονται τώρα εκεί είναι απόγονοι των κατακτητών που κυρίευσαν αυτές τις χώρες και που επέβαλαν, με ή χωρίς βία, στους τοπικούς πληθυσμούς τη δική τους θρησκεία.

Δεν βλέπω όμως να γίνεται καμία κριτική αυτών των γεγονότων μέσα στο χώρο του αραβικού κόσμου. Κατά τον ίδιο τρόπο μιλάμε, βεβαίως, για το δουλεμπόριο των Μαύρων από τους Ευρωπαίους (16ος αιώνας και εντεύθεν), αλλά δεν μιλάμε ποτέ για το γεγονός ότι το δουλεμπόριο και η συστηματική υποδούλωση των Μαύρων στην Αφρική τα εγκαινίασαν Άραβες έμποροι (11ος-12ος αιώνας και εντεύθεν), με τη συνενοχή-συμμετοχή, όπως πάντα, βασιλιάδων και φυλάρχων. Επίσης, δεν μιλάμε για το γεγονός ότι η δουλεία δεν καταργήθηκε αυθόρμητα σε καμία ισλαμική χώρα και ότι σε κάποιες από αυτές η δουλεία ισχύει ακόμη και σήμερα. Δεν θέλω να πω με κανέναν τρόπο ότι όλα αυτά απαλείφουν τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Δυτικοί. Λέω μόνον ότι η ιδιαιτερότητα του δυτικού πολιτισμού έγκειται ακριβώς στην ικανότητά του για αυτο-αμφισβήτηση και αυτοκριτική.

Στην ιστορία της Δύσης, όπως και σε όλες τις άλλες ιστορίες, υπάρχουν θηριωδίες και φρικαλεότητες. Αλλά, όμως, μόνον η Δύση δημιούργησε την ικανότητα για εσωτερική αμφισβήτηση των ίδιων των θεσμών και των ιδεών της εν ονόματι της λογικής συζήτησης μεταξύ των ανθρώπων, η οποία παραμένει ανοιχτή στο διηνεκές και δεν αναγνωρίζει έσχατο δόγμα.

Πηγή:Lifo

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

«Την Ελλάδα που Τον ακολουθεί, οραματίζομαι»

Το Σάββατο 1η Οκτωβρίου 2016 ο μουσικοσυνθέτης θα βρεθεί κάτω από την Ακρόπολη για μια συναυλία-κάλεσμα, για Μια προσευχή για την Ελλάδα, όπως είναι ο τίτλος της μουσικής του παράστασης.


Λίγο πριν ανέβει στη σκηνή του Ηρωδείου, ο Σταμάτης Σπανουδάκης μιλά στο in.gr για το περιεχόμενο και το νόημα της παράστασης αυτής, μιας συναυλίας που ήθελε να κάνει από καιρό, όπως ο ίδιος σημειώνει.
«Αυτή θα ‘ναι μία συναυλία, που από καιρό ήθελα να κάνω. Υπάρχουν κομμάτια μου που αγαπώ, αλλά ποτέ δεν έπαιξα ζωντανά. Θα ακουστούν με τον καλύτερο τρόπο και στον καλύτερο τόπο. Ο τίτλος «Μια προσευχή για την Ελλάδα», αλλά και η διάθεσή μου να είναι η μέρα αυτή ένα κάλεσμα ή μια επίκληση σ' Αυτόν πού όλα τα ελέγχει, με πάει μουσικά αλλού. Πιο μυστικά, πιο «Βυζαντινά», πιο τρυφερά και με πυξίδα που δείχνει στη γλυκιά προσευχή όλων μας. Ο Θεός δεν κοιτάζει τίποτα άλλο παρά μονάχα τις καρδιές μας. Ας είναι, λοιπόν, η δική μου και η δική σας κοντά Του εκείνη τη μέρα, με τη βοήθεια της μουσικής και των αγγέλων».

Την 1η Οκτωβρίου επιστρέφετε στη σκηνή του Ηρωδείου, προσκαλώντας το κοινό σε Μια προσευχή για την Ελλάδα, όπως είναι ο τίτλος της συναυλίας. Ποιο είναι το νόημα που κρύβεται πίσω από αυτόν, είναι μια επίκληση, μια προσευχή για την... «ηλιοποτισμένη» χώρα μας;

«Είχα πει: "σήμερα, ή παίρνεις τα όπλα, ή γονατίζεις και προσεύχεσαι". Είδαμε αυτά τα χρόνια ότι ο "εχθρός" αλλάζει συνέχεια πρόσωπα και ιδεολογίες. Εναντίον ποιου να πολεμήσεις; Σε ποιόν πολιτικό ή κόμμα να πιστέψεις; Σε ποιόν "φίλο" να βασιστείς; Ματαιότης, ματαιοτήτων. Παντού λόγια και ιδέες (ιδεολογίες δηλαδή) και μηδέν εις το ουσιαστικόν και εθνικόν πηλίκον.

»Για μένα, λοιπόν, και με τη λογική αλλά και με την πίστη μου, κυρίως η προσευχή, η επαφή με τον Χριστό και ο εσωτερικός αγώνας, πια, είναι η μόνη λύση. Το "νόημα", λοιπόν, της συναυλίας, είναι ακριβώς αυτό: «Μια προσευχή για την Ελλάδα». Για μένα και για όποιον θέλει και συμφωνεί. Όπως η πίστη δεν επιβάλλεται, έτσι, βεβαίως, ούτε οι τίτλοι συναυλιών και οι γνώμες των καλλιτεχνών. Όποιος θέλει, συμμετέχει, συμφωνεί και επαυξάνει».

Αναλογιζόμενοι τη συμβολική έννοια του τίτλου της συναυλίας σε συνάρτηση με την κατάσταση της πατρίδας μας και του λαού της, θα φτάναμε στο συμπέρασμα ότι προσευχόμαστε για ένα θαύμα πλέον που θα φέρει τη σωτηρία της «ασθενούς» Ελλάδας;

«Εμένα ρωτάτε και εγώ απαντώ. Ναι Αμήν και Ναι. Η Ελλάδα «ασθενεί» κυρίως στο πνεύμα της. Δευτερευόντως, στο σώμα της. Πνευματικός, λοιπόν, πρέπει να είναι και ο αγώνας και το γιατρικό. Χάσαμε την πίστη στον Χριστό, στην αδιάλειπτη συνέχεια και συνέπεια της ιστορίας μας και σε όσα μάς ένωναν. Γίναμε κακώς εννοούμενοι «προοδευτικοί», «Ευρωπαίοι», άνθρωποι της λογικής και όχι της ιερής τρέλας, της υπέρλογης πίστης και της άνευ όρων παλικαριάς. Και σαν τέτοιοι πληρώνουμε το οικονομικό τίμημα. Το πνευματικό τίμημα, που είναι και κατά τι ακριβότερο, αρνούμεθα να το δεχτούμε, πόσο μάλλον να το πληρώσουμε. Κρίμα, γιατί είναι το μόνο που έχει πραγματικό αποτέλεσμα».

Αντιλαμβανόμαστε ότι θα είναι μια ιδιαίτερη και τρυφερή βραδιά αυτή της 1ης Οκτωβρίου κάτω από τον Ακρόπολη, σε ένα χώρο μαγικό. Τι θα περιλαμβάνει αυτή η «Προσευχή» που θα λάβει χώρα στο Ηρώδειο;

«Μουσικές και στίχους που έχω κατά καιρούς γράψει για τον Χριστό, την Ελλάδα, τους αγαπημένους μου ήρωες. Βοηθούμενος από το κλαρίνο του Θανάση Βασιλόπουλου, το βιολί του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, την ορχήστρα εγχόρδων «Τάμαλο», την ροκ μπάντα μου, τις φωνές των πρωτοψαλτών Κώστα και Γιώργου Μπιλάλη, των «Άνεμος», την τετράφωνη χορωδία «Μελωδοι», αλλά και την παιδική του Σπύρου Λάμπρου».

Ως άνθρωπος έχετε μια ιδιαίτερη σχέση με τη χριστιανική θρησκεία και επικαλείστε σχεδόν σε κάθε κουβέντα και έργο σας το Θεό...

«Τον Χριστό πάντα επικαλούμαι, γιατί αυτός είναι το σημείον το αμφιλεγόμενον, αλλά και ο αληθινός Θεός. Η «θρησκεία» έπεται και υπάρχει μόνον αν ο Χριστός είναι αυτός που είπε, πράγμα για το οποίο και εσταυρώθη. Αλλά και ανεστήθη. Η σχέση μου είναι σχέση μικρού παιδιού, που, με αδέξια μπουσουλίσματα και βηματάκια, απλώνει τα χέρια του να αγγίξει το όνειρο, τον πατέρα, την αγάπη, την αληθινή ζωή. Καμιά φορά τα καταφέρνει για λίγο, μόνο λίγο. Στα πνευματικά θέματα όμως "είναι πολύ το λίγο"».

Οι κρίσιμες στιγμές που ζούμε δεν είναι μόνο φαινόμενο ελληνικό, αρκεί μια ματιά στα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Πώς θα χαρακτηρίζατε τις εποχές που ζούμε και τις μέρες που έρχονται;

«Αποκαλυπτικές. Δεν θα σας μιλήσω για προφητείες γερόντων (αλήθεια, όμως, σκεφτείτε πόσους Αγίους γέννησε η χώρα μας αυτόν τον αιώνα), αλλά για προφητείες που υπάρχουν για τους "τελευταίους καιρούς" στην ίδια την Βίβλο. Ένα ανοιχτό μυαλό, που πραγματικά ψάχνει, θα βρει όλα όσα συμβαίνουν, εκεί. Το "ευχάριστο" είναι ότι όλα αυτά γίνονται με έναν τελικό σκοπό, ετοιμασμένο από κάποιον που μας αγαπάει. Πάλι όμως προσκρούουμε στην πίστη, στο θαύμα».

Επιστρέφοντας στην «Ηλιοποτισμένη», το πρόσφατο δισκογραφικό έργο σας, το ερώτημά μου είναι τι είναι για εσάς η Ελλάδα;

«Ελλάδα είναι η μητέρα μου. Πατρίδα είναι ο πατέρας μου και Χριστός είναι ο φίλος κι αδελφός μου».

Υπάρχει συλλογικός στόχος πιστεύετε; Και επίσης, εσείς ποια Ελλάδα οραματίζεστε;

«Δεν υπάρχει. Και δεν θα υπάρξει ποτέ, Αυτό μας δείχνει και η ιστορία μας και η πίστη μας. Πάντα ο Ένας οδηγούσε και οι πολλοί ακολουθούσαν. Σήμερα ανθρωπίνως αυτός ο ένας είναι απών. Ο όντως Ένας, όμως, είναι αιώνια παρών και περιμένει με ανοιχτά χέρια. Την Ελλάδα που Τον ακολουθεί, οραματίζομαι».

Πηγή: in.gr

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

M­πουρ­κί­νι στη θά­λασ­σα





Κά­θε φο­ρά που α­πει­λεί­ται η α­κε­ραι­ό­τη­τα της Γαλ­λί­ας, δι­α­μορ­φώ­νε­ται μια μά­ζα δο­σι­λό­γων που α­περ­γά­ζον­ται την κα­τα­στρο­φή της. Στον πό­λε­μο των Ε­κα­τό Ε­τών ή­ταν οι Μπουρ­γκι­νιόν, στην αρ­χή της βα­σι­λεί­ας του Λου­δο­βί­κου XIV ή­ταν οι ε­ξε­γερ­μέ­νοι της Σφεν­δό­νας, στη διά­ρκεια της Γαλ­λι­κής Ε­πα­νά­στα­σης οι πρω­σό­φι­λοι ε­μιγ­κρέ­δες α­πό το Κόμ­πλετς, στον Β΄ παγ­κό­σμιο πό­λε­μο οι υ­πο­στη­ρι­κτές του κα­θε­στώ­τος του Βι­σύ και των Γερ­μα­νών, στους αν­τι­α­ποι­κια­κούς α­γώ­νες ή­ταν ό­σοι α­πο­θέ­ω­σαν τους πιο φα­να­τι­κούς ε­θνι­κι­στές που, στη συ­νέ­χεια, προ­κά­λε­σαν α­νε­πα­νόρ­θω­τες βλά­βες στις α­πο-α­ποι­κι­ο­ποι­η­μέ­νες τους πα­τρί­δες. Σή­με­ρα, η μά­ζα των δο­σι­λό­γων συν­τί­θε­ται α­πό ά­το­μα και ο­μά­δες που πα­ρα­δο­σια­κά χα­ρα­κτη­ρί­ζουν δο­σι­λό­γους τους ε­χθρούς τους – πο­τέ τον ε­αυ­τό τους.

Στη Γαλ­λί­α η μα­χη­τι­κή τους ρη­το­ρι­κή εί­ναι υ­πο­νο­μευ­τι­κή: ευ­θύ­νε­ται για τον ε­ξισ­λα­μι­σμό που προ­χω­ρεί σαν γάγ­γραι­να, ε­ξα­σθε­νών­τας τους δη­μο­κρα­τι­κούς θε­σμούς κι α­πο­τε­λών­τας α­να­πό­δρα­στη κα­θη­με­ρι­νή εμ­πει­ρί­α. Οι άν­θρω­ποι αυ­τοί –α­πό έ­να μέ­ρος του Σο­σι­α­λι­στι­κού Κόμ­μα­τος (με ε­πι­κε­φα­λής τον Z.-K. K­αμ­παν­τε­λίς) μέ­χρι το ά­κρο του α­ρι­στε­ρού φά­σμα­τος– δι­α­χω­ρί­ζουν τους μου­σουλ­μά­νους α­πό το Ισ­λάμ, κη­ρύσ­σουν την «αρ­μο­νι­κή συμ­βί­ω­ση» με κά­θε τί­μη­μα και μπρο­στά σε κά­θε α­ξί­ω­ση, ρί­χνουν το φταί­ξι­μο στον Κα­θο­λι­κι­σμό ε­ξι­σώ­νον­τας το Ισ­λάμ με τους «φα­να­τι­κούς» Κα­θο­λι­κούς (μο­λο­νό­τι, εί­ναι πε­ριτ­τό να το α­να­φέ­ρω, οι Κα­θο­λι­κοί δεν κό­βουν κε­φά­λια) και ε­πα­να­λαμ­βά­νον­τας την ε­πω­δό της ε­πά­ρα­της ισ­λα­μο­φο­βί­ας την ο­ποί­α α­νά­γουν σε πρω­ταρ­χι­κό πρό­βλη­μα. Και η ο­ποί­α, σπεύ­δω να συμ­πλη­ρώ­σω, ε­κτός του ό­τι θε­ω­ρεί­ται α­βά­σι­μη, υ­πο­τί­θε­ται πως προ­κύ­πτει α­πό ρα­τσι­στι­κή ι­δε­ο­λο­γί­α, ά­ρα εί­ναι η­θι­κά α­πα­ρά­δε­κτη και κοι­νω­νι­κά δι­α­λυ­τι­κή. 

Αυ­τή η μά­ζα, η με­θυ­σμέ­νη α­πό την ί­δια της τη με­γα­λο­ψυ­χί­α, ε­λα­χι­στο­ποι­εί τα γε­γο­νό­τα («με­ρι­κές με­μο­νω­μέ­νες πρά­ξεις βί­ας»), τα ψυ­χι­α­τρι­κο­ποι­εί («μια χού­φτα α­νι­σόρ­ρο­πων»), τα το­πο­θε­τεί σε κοι­νω­νι­κό συγ­κεί­με­νο («θύ­μα­τα του πε­ριρ­ρέ­ον­τος ρα­τσι­σμού»), κα­θώς και σε ι­στο­ρι­κό συγ­κεί­με­νο («συ­νέ­πει­ες της α­ποι­κι­ο­κρα­τί­ας»). Τέ­λος, ευ­τε­λί­ζει τα προ­βλή­μα­τα ό­πως συ­νέ­βη με το ζή­τη­μα του «μπουρ­κί­νι» (φαι­δρή λέ­ξη): «Το μπουρ­κί­νι εί­ναι έ­νας τρό­πος ντυ­σί­μα­τος». Προ­σθέ­τω το φτη­νό μου ε­πι­χεί­ρη­μα: και η στο­λή του α­ξι­ω­μα­τι­κού των SS εί­ναι έ­νας τρό­πος ντυ­σί­μα­τος.

Η μά­ζα των δο­σι­λό­γων δεν βλέ­πει τις προ­κλή­σεις και εγ­κλή­μα­τα των ισ­λα­μι­στών, βλέ­πει ε­πι­πτώ­σεις εγ­κλη­μά­των των Γάλ­λων. Ε­πί­σης, δεν βλέ­πει ό­τι η Γαλ­λί­α α­πεμ­πο­λεί η­θι­κές αρ­χές και αν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα. Πρό­κει­ται για αν­τε­στραμ­μέ­νο σο­βι­νι­σμό: η Γαλ­λί­α πα­θαί­νει ό­σα πα­θαί­νει (οι­κο­νο­μι­κό μα­ρα­σμό, πο­λι­τι­στι­κή υ­πο­χώ­ρη­ση, μου­σουλ­μα­νι­κό εκ­φο­βι­σμό) ε­πει­δή «φταί­ει». Κά­τι τέ­τοι­α έ­λε­γε και ο στρα­τάρ­χης Πε­ταίν το 1940: η Γαλ­λί­α εί­ναι έ­νο­χη – Λα­ϊ­κό Μέ­τω­πο, πνεύ­μα ε­πι­κού­ρει­ο, πά­θος για ε­πα­να­στά­σεις. Κι ε­νώ οι τζι­χαν­τι­στές σκορ­πούν τον θά­να­το σε ό­λον τον κό­σμο χω­ρίς οι μου­σουλ­μά­νοι να ε­ξε­γεί­ρον­ται ε­ναν­τί­ον τους (υ­πάρ­χουν λι­γο­στές ε­ξαι­ρέ­σεις), στη μά­ζα των δο­σι­λό­γων συρ­ρέ­ουν φε­μι­νί­στρι­ες της δι­ε­στραμ­μέ­νης πτέ­ρυ­γας –που ε­πι­μέ­νουν ό­τι η νι­χάμπ, το μπουρ­κί­νι κι ό­λες οι εν­δυ­μα­το­λο­γι­κές μορ­φές α­πο­προ­σω­πο­ποί­η­σης εί­ναι «γυ­ναι­κεί­ο δι­καί­ω­μα»– και δι­α­νο­ού­με­νοι τύ­που Τα­ρίκ Ρα­μαν­τάν οι ο­ποί­οι έ­χον­τας α­ξι­ο­ποι­ή­σει στο μέ­γι­στο την κο­σμι­κή κοι­νω­νί­α θέ­λουν να την κα­ταρ­γή­σουν. Έ­χει α­να­πτυ­χθεί πα­νί­σχυ­ρο φι­λο­μου­σουλ­μα­νι­κό λόμ­πι που ε­ξα­σκεί τυ­ραν­νί­α σε ό­λες τις ό­ψεις της γαλ­λι­κής ζω­ής: ό­χι, οι μου­σουλ­μά­νοι δεν εί­ναι οι τα­πει­νοί και οι κα­τα­φρο­νε­μέ­νοι – τα­πει­νοί και κα­τα­φρο­νε­μέ­νοι εί­ναι ό­σοι δεν έ­χουν φω­νή. 

Σή­με­ρα, στη χώ­ρα του Μο­λι­έ­ρου, θρι­αμ­βεύ­ει ο Ταρ­τού­φος. Στη χώ­ρα της Ζορζ Σαντ και της Σι­μόν ντε Μπο­βου­άρ θρι­αμ­βεύ­ει η πιο πρω­τό­γο­νη αρ­ρε­νω­πό­τη­τα ε­νώ οι κα­λο­συ­νά­τες και συγ­κα­τα­βα­τι­κές φε­μι­νί­στρι­ες χει­ρο­κρο­τούν την πα­ραί­τη­ση α­πό τους α­γώ­νες τους. Προ­στί­θεν­ται οι ε­πα­να­στά­τες του γλυ­κού νε­ρού· η α­ρι­στε­ρά της σαμ­πά­νιας και οι τύ­ποι του ’68 που πε­ρι­φρο­νούν την «α­στι­κή νο­μι­μό­τη­τα». Και αίφ­νης ό­λοι με­τα­μορ­φώ­νον­ται σε νο­μο­μα­θείς που ε­πι­θυ­μούν την πι­στή ε­φαρ­μο­γή του νό­μου. Η αν­τί­φα­ση τούς δι­α­φεύ­γει εν­τε­λώς, ό­πως και το φαι­νό­με­νο της νο­μι­κής δει­λί­ας που α­πο­τε­λεί γνώ­ρι­σμα ό­λων των ευ­ρω­πα­ϊ­κών κοι­νω­νι­ών τα τε­λευ­ταί­α σα­ράν­τα χρό­νια.

Η δι­α­μά­χη για το μπουρ­κί­νι εί­ναι δι­α­μά­χη για την υ­πο­τα­γή, ό­πως ή­ταν πάν­τα ό­ταν α­νέ­βαι­νε στη σκη­νή η μά­ζα των δο­σι­λό­γων. Ο Μι­σέλ Ου­ελ­μπέκ εί­χε για μια α­κό­μη φο­ρά δί­κιο και κα­νείς στη Γαλ­λί­α δεν του το συγ­χω­ρεί – ο κα­θέ­νας για τους λό­γους του. Αλ­λά, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δεν εί­ναι μό­νος: για ό­σους πι­στεύ­ουν στον γαλ­λι­κό πο­λι­τι­σμό και στη γαλ­λι­κή δη­μο­κρα­τί­α, υ­πάρ­χει το πα­ρελ­θόν: ο Μον­ταίν, ο Πα­σκάλ, ο Βολ­ταίρ, ο Κα­μύ, η Σι­μόν Βέ­ιλ – και, α­πέ­ναν­τι στη μά­ζα των δο­σι­λό­γων, με­ρι­κοί ση­με­ρι­νοί στο­χα­στές που ε­πα­να­λαμ­βά­νουν ό­τι το Ισ­λάμ εί­ναι φα­σι­στι­κό πρό­γραμ­μα που ερ­γα­λει­ο­ποι­εί μια ο­λο­κλη­ρω­τι­κή θρη­σκεί­α. Α­νέ­κα­θεν η α­ρι­στε­ρά έ­δει­χνε θάμ­βος για τον πρώ­ι­μο φα­σι­σμό, τον τρι­το­κο­σμι­κό ε­θνι­κι­σμό και τον ε­ξω­τι­σμό. 

Με την α­νο­χή των Σο­σι­α­λι­στών και την πα­ρό­τρυν­ση της ά­κρας α­ρι­στε­ράς οι μου­σουλ­μά­νοι ζη­τούν φυ­λε­τι­κό δι­α­χω­ρι­σμό στα σχο­λεί­α και στις α­θλη­τι­κές δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, κα­τάρ­γη­ση του νό­μου για την μπούρ­κα στον δη­μό­σιο χώ­ρο (τον έ­χουν κα­ταρ­γή­σει στην πρά­ξη ό­πως κι άλ­λους στοι­χει­ώ­δεις νό­μους: πο­λυ­γα­μί­α, α­πα­γό­ρευ­ση γά­μων α­νη­λί­κων), μπουρ­κί­νι στη θά­λασ­σα και τοια­ύτα: βαθ­μια­ία προ­σπα­θούν να εγ­κα­τα­στή­σουν τη σα­ρί­α· δεν το κρύ­βουν· δεν πρό­κει­ται για φαν­τα­σί­ω­ση, ού­τε για «φο­βί­α». Ε­ξάλ­λου, ε­πι­κρί­νουν με σφο­δρό­τη­τα τις κοι­νω­νί­ες που τους έ­χουν υ­πο­δε­χτεί και τους έ­χουν προ­σφέ­ρει ερ­γα­σί­α, ε­λευ­θε­ρί­α και ευ­και­ρί­ες. Ω­στό­σο, με το να ε­πι­βάλ­λουν το μπουρ­κί­νι ως έν­δυ­μα σε­μνό­τη­τας χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τις γυ­ναί­κες που φο­ρούν μα­γιό ά­σε­μνες και α­χρεί­ες. Ού­τε αυ­τό το κρύ­βουν. Ε­ξάλ­λου, οι Γάλ­λοι ε­κλαμ­βά­νουν το ε­πι­λε­γό­με­νο μπουρ­κί­νι ως μέ­ρος του life-style: οι μου­σουλ­μά­νοι εί­ναι ει­λι­κρι­νείς· κά­νουν α­νοι­χτά λό­γο για υ­πα­κο­ή στο Κο­ρά­νι, για η­θι­κή αυ­στη­ρό­τη­τα, για την α­πα­ραί­τη­τη γυ­ναι­κεί­α αι­δώ. 

Κι ό­μως λί­γοι βλέ­πουν, λί­γοι α­να­γνω­ρί­ζουν ό­τι ε­κτυ­λίσ­σε­ται πό­λε­μος στο ε­σω­τε­ρι­κό των κοι­νω­νι­ών μας και σε παγ­κό­σμια κλί­μα­κα – έ­τσι κι αλ­λι­ώς, λί­γοι έ­βλε­παν την ά­νο­δο του να­ζι­σμού, λί­γοι πα­ρα­δέ­χον­ταν τα εγ­κλή­μα­τα του στα­λι­νι­σμού. Ε­φη­συ­χα­σμός, ε­πα­νά­παυ­ση, ευ­νου­χι­σμός, α­πά­θεια. Ψευ­δαι­σθή­σεις ο­ρι­εν­τα­λι­σμού, υ­πο­τα­γή. Η μά­ζα των δο­σι­λό­γων εν­θαρ­ρύ­νει τις προ­κλή­σεις ε­ναν­τί­ον της νε­ο­τε­ρι­κό­τη­τας και υ­πέρ του σκο­τα­δι­σμού – κι ε­πει­δή η πρό­ο­δος δεν εί­ναι α­μεί­λι­κτη και α­να­πό­φευ­κτη, ε­πι­στρέ­φου­με, ε­θε­λο­τυ­φλών­τας, στην ε­πο­χή πριν α­πό τη μά­χη του Που­α­τι­έ.