Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Το νόημα και η σημασία των καλάντων. Μια αλήθεια που είναι «του δρόμου»


Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου



Όταν ο σύγχρονος άνθρωπος μιλάει για τον θάνατο, εννοεί, λίγο πολύ, κάτι που βρίσκεται στο τέρμα της ζωής, ή, με άλλα λόγια, κάτι πριν από το οποίο υπάρχει ζωή. Αυτό φαίνεται αυτονόητο, θα μπορούσε, ωστόσο, να δεχτεί μια ένσταση: Συμφωνούμε ότι αυτό που συμβαίνει στο τέλος είναι θάνατος. Όμως αυτό που υπάρχει πριν από τον θάνατο είναι ζωή; Πόσο ζωή είναι, άραγε, μια μίζερη ύπαρξη βυθισμένη στον ατομισμό; Πόσο ζωή είναι μια φαρμακωμένη επιβίωση μέσα στις απρόσωπες πόλεις; Πόσο ζωή είναι να σε πιάνει ταχυκαρδία από την παρουσία του άλλου γιατί τον βιώνεις σαν ανταγωνιστή; Πόσο ζωή είναι οι ανθρωποθυσίες στο βωμό της ατομικής καριέρας; Πόσο ζωή είναι όσα κάνεις, αν ο άνθρωπος είναι ένα ον με ημερομηνία λήξης; Αυτό, κοντολογίς, που ονομάζουμε ζωή, πολύ συχνά δεν είναι παρά η δεσποτεία της θανατίλας. Αντί ο θάνατος να βρίσκεται στο τέρμα, διαποτίζει, δηλητηριάζει και μεταλλάσσει τη ζωή. Δεν καταργεί μεν τον άνθρωπο, τον κάνει όμως ζόμπι. Όλα αυτά σημαίνουν επιβίωση δίχως νόημα, ανόητη. Δεν καρτερά κάτι εκρηκτικό, δεν περιμένει κάποιον που να αλλάζει τα πράγματα, δεν έχει ελπίδα. Κι όλο το καθημερινό τρέξιμο δεν είναι παρά στημονιές στην ύφανση του σάβανου της. Μέσα σ αυτή τη μαυρίλα, το ελάχιστο που έχουμε να κάνουμε είναι να αφουγκραστούμε τις φωνές της αντίστασης. Μια τέτοια φωνή πρόκειται αυτές τις μέρες να σεργιανίσει τους δρόμους. 


Αν την αντιμετωπίσουμε σαν ένα άψυχο έθιμο, θα την χάσουμε. Αν τη συλλογιστούμε με φιλότιμο, θα βρούμε κάτω από την κρούστα έναν μπαξέ. Μιλάω για τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Κάλαντα είναι να 'χεις κάτι να πεις και —πολύ περισσότερο— να 'χεις να βρεις κάτι πολύτιμο για τη ζωή σου, μα να μην αντέχεις να το κρατήσεις για τον εαυτούλη σου, αλλά να καίγεσαι να το μοιραστείς. Κάλαντα είναι μια διάθεση συνάντησης σε μιαν ακοινώνητη κοινωνία. Κάλαντα είναι να ανοίγεις την πόρτα του σπιτιού σου για να ξεχυθείς στο δρόμο, να αναζητήσεις τον άλλον, να του χτυπήσεις την πόρτα. να αποζητήσεις το πρόσωπο του. Κάλαντα είναι να μετατρέπεις τις πόρτες από ταφόπλακες σε ανοίγματα ζωής. Το 'χετε σκεφτεί; Κάλαντα είναι το κουβάλημα μιας είδησης. Ότι η ελπίδα έρχεται από το αύριο και έρχεται από μια συνάντηση. Αύριο. 25 Δεκεμβρίου, ο άνθρωπος παύει να προορίζεται για τη χωματερή, αλλά συναντιέται με τον Θεό, γίνεται σάρκα του Θεού, γίνεται γλεντοκοπάς σ' ένα τραπέζι μαζί Του. 


Γίνεται, με λίγα λόγια, κοινωνός ενός άλλου τρόπου ύπαρξης, τον οποίον τον προσφέρει ένας Θεός ξετρελαμένος με τον άνθρωπο, τόσο ξετρελαμένος, που να αφήνει τα μεγαλεία για να σαρκωθεί μέσα σε μια φάτνη! Όσο πιο κοντά, δηλαδή, στον άνθρωπο, στην καθημερινότητα, στο χώμα, στα ζώα, στ' αστέρια, στον πόνο. «Να τα πούμε;» Τα κάλαντα είναι η αποζήτηση μιας επικοινωνίας με τον άλλον. Έχουμε να του πούμε κάτι, μα δεν βιάζουμε τα αυτιά του, ούτε παραβιάζουμε την ελευθερία του. Είναι σαν να του λέμε: «Αδερφέ, εμείς πιστεύουμε κάτι που το θεωρούμε σπουδαίο και που νιώθουμε πως δίνει νόημα σε κάθε στιγμή μας. Σκεφτόμαστε να σου το πούμε, κι εσύ κατόπιν διαλέγεις και παίρνεις. Να τα πούμε, λοιπόν;». «Καλήν ημέραν άρχοντες» Το 'χετε προσέξει; Δεν υπάρχουν ξεχωριστά κάλαντα για άρχοντες και ξεχωριστά για το λαό. Όλοι αποκαλούνται άρχοντες και το σπίτι τους αποκαλείται «αρχοντικό». Τα κάλαντα κομίζουν ένα όραμα• μια κοινότητα αρχοντάδων δίχως υποτελείς, δούλους και εξαθλιωμένους. 


Είναι ένα όραμα εμπνευσμένο από το μεδούλι της Εκκλησίας, από έναν Θεό που προσφέρει τον ίδιο του τον εαυτό σε όλους δίχως να νομιμοποιεί την ταξική αδικία. Αυτή την προσφορά του εμείς τη λέμε θεία ευχαριστία. Κι όταν τραγουδάμε: «Χρστός γεννάται, σήμερον», κυριολεκτούμε. Τα Χριστούγεννα δεν είναι απλώς η αναπόληση ενός μακρινού παρελθόντος. Είναι η δυνατότητα του σημερινού ανθρώπου να γίνει μέτοχος της Βηθλεέμ σήμερα. Είναι η δυνατότητα να μεταμορφωθούν οι πρώτες ύλες της ζωής μας, το ψωμί και το κρασί, σε σώμα και αίμα αυτού που γεννήθηκε «εν Βηθλεέμ τη πόλει» πριν τόσα χρόνια για να νικήσει το θάνατο και να αναστηθεί. «Χαίρει η κτίσις όλη» Τα κάλαντα αποτυπώνουν την πίστη της Εκκλησίας ότι η σάρκωση του Χριστού μπολιάζει με ζωή το σύμπαν κι όχι μονάχα την «ψυχούλα» καθενός ατομικά. Κυττάξτε τις βυζαντινές εικόνες της Γέννησης: τα βράχια είναι ζωγραφισμένα έτσι που να στρέφονται προς τον Χριστό, τα δέντρα χαμηλώνουν κ.λπ. Τα πάντα συμμετέχουν. Τα κάλαντα κουβαλούν μέσα τους τη μαρτυρία πως το περιβάλλον είναι κάτι αφάνταστα περισσότερο από αντικείμενο στυγνής εκμετάλλευσης ή σκουπιδότοπος μας. Όταν θα χτυπήσουν την πόρτα μας τα παιδιά των καλάντων, ας μην τα αποπάρουμε. Το να τους στρέψουμε την πλάτη, έτσι κι αλλιώς, δεν αρκεί για να ξορκίσουμε τις ενοχές μας για τον τρόπο ζωής μας. Τα κάλαντα βασίζονται σε κάτι ολότελα διαφορετικό από την αποξένωση, που πλαστικοποιεί τα πάντα γύρω μας- και κάτι ολότελα διαφορετικό από τις φαρισαϊκές ψευδοεπικοινωνίες, που στοιχειώνουν την καθημερινότητα μας: από τη φασιστική επέλαση, δηλαδή, του ξύλινου κομματικού λόγου και των τηλεοπτικών εκπομπών, που γδέρνουν τον άνθρωπο και ασελγούν πάνω στην αξιοπρέπεια του. 


Τα παιδιά των καλάντων είναι — θελητά ή άθελα τους— αληθινοί αντάρτες των πόλεων σήμερα. Μπορεί κίνητρο τους να είναι η παραξενιά κι η χαρά του εθίμου, μπορεί και το χαρτζηλίκι που αποκομίζουν. Το θέμα είναι ότι στα χέρια τους (ή, μάλλον, στα πόδια και στα στόματα τους) κρατιέται μια υπόθεση που μακάρι να βιωθεί κάποτε σε όλες της τις διαστάσεις. Διότι όσο ακόμα παίρνει τους δρόμους η αλήθεια των καλάντων κι όσο αντηχεί το κάλεσμα τους σε έναν αλλιώτικο, ερωτικό τρόπο ζωής, οι άχαρες πόλεις μας δεν έχουν πάρει ακόμα διαζύγιο από την ελπίδα. Δεν έχουν θαφτεί ακόμα (όχι ολοκληρωτικά τουλάχιστον) στο ανέραστο αμπαλάζ του καταναλωτισμού, των βιτρινών, των ρεβεγιόν δίχως προσδοκία του αύριο, των «Χριστουγέννων» χωρίς Χριστό. Φωτιά στα τόπια, παιδιά. Και ντροπή σ΄ όποιον σας μιλήσει για ντροπή.

Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Η ελπίδα της χριστουγεννιάτικης απελπισίας


Του Πρωτοπρεσβυτέρου Αδαμαντίου Αυγουστίδη


Παραμονές Χριστουγέννων και, όπως συμβαίνει όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια, βλέπουν το φως της δημοσιότητας κείμενα που "καταγγέλουν" ότι έχει χαθεί το νόημα της γιορτής και ότι ο υπερκαταναλωτισμός έχει επιβάλει το ύφος και την κυριαρχία του. Όμως αν απογυμνωθούν οι γιορτές αυτών των ημερών από το φολκλορικό τους στοιχείο, τα ρεβεγιόν, την ευκαιρία για ολιγοήμερες διακοπές και τις υποχρεωτικές οικογενειακές συγκεντρώσεις, "που τις επιβάλουν οι μέρες", τι θα απέμενε άραγε για τους πολλούς που να θυμίζει ότι είναι Χριστούγεννα; Το ερώτημά μας δεν αντιμάχεται την, δικαιολογημένη άλλωστε, δυσθυμία που καλύπτεται πίσω από τη "γκρίνια". Θέλουμε όμως να προκαλέσουμε τη σκέψη, και γιατί όχι και την ψυχή μας, να αναγνωρίσει ότι όλα αυτά είναι πια δεδομένα και αυτονόητα και η μεμψιμοιρία δεν μπορεί να τα διορθώσει. Το πολύ να τονισθεί και γραπτώς το έλλειμμα νοήματος και να επιδεινωθεί το αίσθημα της πνευματικής μιζέριας και της συναισθηματικής στέρησης που συγκαλύπτει η τεχνητή λάμψη των ημερών. Είναι φανερό ότι η καταναλωτική έξαρση δεν αποτελεί τη φυσική εκδήλωση μιας ευτυχίας που ζητά εκτόνωση, αλλά λειτουργεί σαν διεγερτικό μιας χαράς που δεν έχει λόγο και νόημα ώστε να εκδηλωθεί αυθόρμητα. Η υπερφωταγωγημένη ερημία των απρόσωπων πόλεων αγωνίζεται να συσκοτίσει τη σχεδόν υπομανιακή υποχρεωτική ευθυμία. Τίποτα όμως δεν μπορεί να κρύψει την κατάθλιψη που φουντώνει τέτοιες μέρες, τις απόπειρες αυτοκτονίας που αυξάνουν και τα "κοριτσάκια με τα σπίρτα" που γίνονται ορατά όσο ποτέ άλλοτε. Στο πνευματικό επίπεδο, άλλωστε, πόσο μακριά βρισκόμαστε από αυτά σχεδόν όλοι μας. 


Το να καταφύγει κανείς σε μελαγχολικές διαπιστώσεις είναι εύκολο· και το επόμενο βήμα είναι συνήθως η καταφυγή στο πρόσχημα και στην ψευδαίσθηση των αναμνήσεων του παλιού καλού καιρού, μέχρι να κυλίσουν οι μέρες και να επιστρέψουμε στην ψυχοφθόρα ασφάλεια της ρουτίνας μας. Ας μην καθηλωθούμε όμως στις θλιβερές διαπιστώσεις, όσο αληθινές κι αν είναι αυτές. Εάν απομακρυνθούμε από την καθυπόταξη της σκέψης μας στην απογοήτευση που γεννά η παρατήρηση αυτών των φαινομένων και προσεγγίσουμε το ψυχολογικό τους υπόβαθρο, μπορεί να οδηγηθούμε σε ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις. Με όποιο τρόπο κι αν προσπαθείται να καταπνιγεί η κραυγή της υπαρξιακής μας αγωνίας, είτε στο θόρυβο των ρεβεγιόν, είτε κάτω από το πέπλο της φαντασμαγορίας και της τεχνητής ευφορίας, η μεταμφιεσμένη κατάθλιψη παραμένει η αληθινή, κυριαρχούσα συναισθηματική κατάσταση. Οι εδικοί γνωρίζουν καλά την αμυντική βουλιμική διάθεση του καταθλιπτικού ατόμου, που προσπαθεί να συγκαλύψει με "στοματικές" ικανοποιήσεις, όπως η καταναλωτική μανία, το έλλειμμα που βιώνει στο συναισθηματικό επίπεδο. Τυπικό το παράδειγμα της συζύγου, που προσπαθεί να ανακουφίσει το καταθλιπτικό άγχος της συναισθηματικής της στέρησης, "σηκώνοντας" τα μαγαζιά. Ο ίδιος μηχανισμός μάς ωθεί να εκφραζόμαστε ψευδοευφορικά στην προσπάθεια να αποφύγουμε τη συναίσθηση του εσωτερικού μας κενού και της δυσθυμικής μας διάθεσης. Τι μας κάνει λοιπόν ομοθυμαδόν μελαγχολικούς και κατ' ανάγκη συμμέτοχους της προκατασκευασμένης και ψευδεπίπλαστης ιλαρότητας που χαρακτηρίζει το κλίμα αυτών των ημερών; Αν τα Χριστούγεννα ήσαν εξ ορισμού άνευ Χριστού, μια γιορτή του χειμερινού ηλιοστασίου όπως ήταν προχριστιανικά η 25η Δεκεμβρίου, τότε ίσως δεν θα είχαν νόημα οι σκέψεις και οι προβληματισμοί. 


Θα μπορούσαμε να επαναπαυθούμε στη σιωπηλή συμφωνία ότι κάποιες ευκαιρίες διαφυγής από τη ρουτίνα είναι χρήσιμες· επομένως και να συμβιβαστούμε με την υποταγή στη χρησιμοθηρία του γιορτασμού. Όσο δε πιο εκκωφαντική η ανάπαυλα, τόσο πιο μεγάλη η συγκάλυψη του τραγικού στοιχείου της καθημερινότητας μας. Όμως το βαθύτερο αίτημα της λύτρωσης μας από τη φθορά, το χρόνο και την αναγκαιότητα δεν μπορεί να απαντηθεί με την υποταγή σε θεσμοθετημένες επιμέρους αναγκαιότητες, έστω διασκεδαστικές, αλλά τελικά πάντοτε φθοροποιές. Πόση χαρά μπορεί να περιέχει ένα πανηγύρι στο οποίο υποτίθεται ότι γιορτάζεται η γέννηση Εκείνου, που θα μπορούσε να μάς λυτρώσει από τη δουλεία της πνευματικής μας ανελευθερίας και της υπαρξιακής μας μιζέριας, όταν Τον έχουμε ήδη εξορίσει από τη ζωή μας και από το νόημα της; Ποιό γαμήλιο γλέντι δικαιολογεί τους πανηγυρισμούς και τις γιορταστικές υπερβολές όταν έχει εκδιωχθεί ο "νυμφίος"; Τέτοιοι "γάμοι" μοιάζουν περισσότερο με κηδείες των οποίων η λαμπρότητα οφείλεται κυρίως στις ενοχές των οικείων παρά στην αγάπη και τη χριστοκεντρική ελπίδα. Η συγκαλυμμένη μελαγχολία των ημερών μπορεί να κρύβει το ενοχοποιημένο πένθος για τον εξοστρακισμό της ενσαρκωμένης μας ελπίδας· του προαιώνιου Θεού που "παιδίον γέγονεν" και αναζητά εγκάρδιες φάτνες για να τις μετατρέψει, φιλοξενούμενος εκεί, σε οίκους του Πατρός Του. Παρόλο τον ξεπεσμό της υπάρχει κάτι θετικό και ελπιδοφόρο σ' αυτή τη συνεχώς πιο εκκοσμικευμένη ατμόσφαιρα της γιορτής. 


Όσο πιο ψευδεπίπλαστα επιμένουμε να τη γιορτάζουμε, πνίγοντάς την σε φως από "νέον" και πλαστικά πλουμίδια, τόσο πιο κούφια και άπελπις θα είναι η γεύση που θα αφήνει. Και τόσο πιο πολύ ο λαός "ο καθήμενος εν σκότει" θα αρχίσει να αναζητά το Μέγα Φως, που το συλλογικό του ασυνείδητο θυμάται πως γνώρισε κάποτε. Ισως λοιπόν τότε να ξαναζητήσει τον αστέρα που οδηγεί στη φάτνη. Στην προσωπική καρδιακή φάτνη του καθενός που θα κατανοήσει ότι όσο ταπεινή και βρώμικη κι αν είναι, ο Χριστός θα την καταδεχθεί, θα την ενοικήσει και θα την μετατρέψει σε σώμα της Βασιλείας του Θεού. Μέχρι τότε, όσοι από μας θέλουν να βρίσκονται κοντύτερα στη φάτνη παρά στα ανάκτορα του Ηρώδη ας προσπαθήσουμε να ζήσουμε τη γιορτή και τη ζωή μας με τέτοιο τρόπο, ώστε αν κάποιος μας ρωτήσει για το αστέρι των μάγων ή παρατηρήσει τη δική μας πορεία να βρει το σωστό δρόμο. Τότε η χαρά της γιορτής θα ξαναβρεί το νόημα και την αυθεντικότητά της. Τότε, αντί της παθητικής μας συμμετοχής σε ψευδοπαρηγορητικά τηλεοπτικά βαριετέ, ίσως σταθούμε ικανοί να απολαύσουμε την ευφρόσυνη και βιωματική μας συμμετοχή στον χαρμόσυνο ύμνο: "Χριστός γεννάται, δοξάσατε".

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Παρουσίαση του νέου βιβλίου

 «Λατῖνοι καί Ὀρθόδοξοι στή Magna Graecia τοῦ 13ου αἰώνα»,
τῶν ἐκδόσεων ΓΡΗΓΟΡΗ

Γράφει ὁ πρωτ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός
Ὁμότιμος Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Παν/μίου Ἀθηνῶν

Ἡ ἐργασία αὐτή ἀποτελεῖ μία ἱστορικοθεολογική ἀνατομία τῶν σχέσεων Λατίνων καί Ὀρθοδόξων στήν Μεγάλη Ἑλλάδα (MAGNA GRAECIA) τόν 13ο αἰώνα, μέ ἐπικέντρωση στήν πόλη τοῦ Ὄτραντο (Ὑδροῦς) καί τόν ὄχι τόσο γνωστό στήν ἔρευνα ἡγούμενο τῆς μονῆς Ἁγίου Νικολάου Κασούλων, Νικόλαο τόν ἐξ Ὑδροῦντος (1219-1235). Ἡ ἔρευνα προκάλεσε δημιουργικῶς τήν εὐσυνειδησία τοῦ συγγραφέα, Διδάκτορος Θεολογίας Σωτηρίου Κόλλια, ὁ ὁποῖος δέν δίστασε, οὔτε ἐφείσθη κόπων, ὥστε νά μεταβεῖ στήν Ἰταλία, Γαλλία καί Γερμανία γιά ἐπιτόπια διερεύνηση θεμάτων σχετιζομένων μέ τήν ἐργασία.
            Ἰχνηλατεῖται, ἔτσι, ἡ ἀκόμη ἔντονη παρουσία τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας στήν πολύπαθη αὐτή περιοχή καί προσφέρεται μία οὐσιαστική συμβολή στήν ἔρευνα λόγῳ τῆς παντελοῦς ἔλλειψης μίας εἰδικῆς μονογραφίας γιά τόν Νικόλαο, πού ἀποδεικνύεται μία πολύ ἐνδιαφέρουσα προσωπικότητα. Φωτίζεται, ἐπίσης, ἐπαρκῶς ἡ λίγο γνωστή σχέση του μέ τόν μεγάλο φίλο του Μητροπολίτη Κερκύρας Γεώργιο Βαρδάνη καί ἡ συμμετοχή του στόν διάλογο Ὀρθοδόξων καί Λατίνων στίς συνόδους 1205/6 καί 1214/16 στήν Κωνσταντινούπολη, μετά τήν τραγική ἅλωσή της ἀπό τούς Φράγκους τό 1204.
            Ὀρθά ὀνομάζεται ἀπό τόν συγγραφέα μας ἡ πόλη τοῦ Ὄτραντο «πύλη τῆς Ἀνατολῆς» καί ἐπαρκῶς ἀξιολογεῖται ὁ μοναχισμός στήν Κάτω Ἰταλία, συγκεκριμένα δέ στήν Μονή τῶν Κασούλων. Τό κεντρικό δέ θέμα τῆς μελέτης ἐπαρκῶς φωτίζει ὁ ἐπιχειρούμενος «ἱστορικός περίπατος» στίς διακυμάνσεις τῶν σχέσεων Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς καί παπικῆς Παλαιᾶς Ρώμης ἀπό τόν 8ο αἰώνα μέ κορύφωση στήν ἅλωση τοῦ 1204, σημαντικό κλειδί γιά τήν κατανόηση τῆς ἱστορικῆς συνέχειας. Ἄλλωστε σωστά ἔχει λεχθεῖ (κ. Ἑλένη Γλύκατζη-Ἀρβελέρ) ὅτι μετά τό 1204 ἡ Κωνσταντινούπολη ἦταν μία πόλη καταδικασμένη νά χαθεῖ. Στήν Μεγάλη Ἑλλάδα διατηρήθηκε ἡ ἑλληνική ἰδιαιτερότητα μέχρι τόν 16ο αἰώνα, κάτι πού δέν παραλείπει νά τονίσει καί ὁ κ. Κόλλιας, ἡ συνεχῶς ὅμως αὐξανόμενη παπική πίεση ἔγινε τελικά ἀσφυκτική καί ἐν τέλει ἐξουθενωτική, μέ στόχο τόν ἐκλατινισμό τους. Ὑπάρχουν ὅμως, χάριτι Θεοῦ, ἑλληνικά χωριά μέ ἔντονα καί ἄσβεστα τά ἴχνη τοῦ εὐκλεοῦς ἑλληνικοῦ παρελθόντος.
            Ἡ ἐργασία ὅμως κάνει εὐρύτερα γνωστή τήν ἐπιβλητική μορφή τοῦ ἡγουμένου Νικολάου, πού ἐτίμησε τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό, παρότι ἐπιστρατεύθηκε ἀπό τόν κυρίαρχο παπισμό λόγῳ τῆς ὑψηλῆς παιδείας του καί τῆς ἄριστης κατοχῆς ἀπό αὐτόν, μεταξύ ἄλλων γλωσσῶν, τῆς Ἑλληνικῆς καί τῆς Λατινικῆς. Ὑπερασπιστής τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου, προσπάθησε νά ἀποβεῖ «μεσάζων» μετά τό 1204 στούς δύο ἀντιμέτωπους κόσμους Ἀνατολῆς καί Δύσης. Στούς προαναφερθέντες διαλόγους εἶχε τό ρόλο τοῦ διερμηνέως-μεταφραστῆ, ἀγωνιζόμενος καί αὐτός γιά τήν πιθανή ἐξεύρεση κάποιας συμβιβαστικῆς λύσεως στόν ἑνωτικό διάλογο, χωρίς νά παύσει ὅμως ποτέ νά εἶναι προασπιστής τῆς Ὀρθοδοξίας. Εὔστοχα, καί πρός ἐπίρρωση τῆς δικῆς του θετικῆς τοποθετήσεως ἔναντι τοῦ Νικολάου, ἐπικαλεῖται ὁ κ. Κόλλιας τήν ὑπεύθυνη γνώμη τοῦ παπικοῦ Βυζαντινολόγου Hans-Georg Beck, ὅτι «παρόλο πού ὁ Νικόλαος δραστηριοποιήθηκε στίς ὑπηρεσίες τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, ὑπῆρξε μέ ζῆλο ὀπαδός τοῦ Μεγάλου Φωτίου καί τῆς Θεολογίας του».
            Ὁ συγγραφέας δίνει ἀπαντήσεις σέ ἀνοιχτά ἐρωτήματα, ἀποκαθιστᾶ παλαιότερες ἐρευνητικές ἀσάφειες, διορθώνει ἀπόψεις μέ πειστικότητα, παρακολουθώντας τήν πορεία τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας, γιά νά καταλήξει στά συμπεράσματά του.  
Παρά τόν βαρύ βιβλιογραφικό ὁπλισμό ἡ μελέτη διαβάζεται ἄνετα καί ἀπό τόν μή εἰδικό λόγῳ τῆς ἁπλότητας καί σαφήνειας τῆς γλώσσας, ἀλλά καί τῆς χρήσεως πλούσιου φωτογραφικοῦ καί εἰκονογραφικοῦ ὑλικοῦ. Ὁ ἀναγνώστης πολλά ἔχει νά ὠφεληθεῖ ἀπ’ τήν μεθοδική παρουσίαση μιᾶς κρίσιμης περιόδου, πού ἄφησε ἔντονα ἴχνη στίς περαιτέρω σχέσεις Παπισμοῦ καί Ὀρθοδοξίας μέχρι σήμερα. Εἶναι δέ συγκινητική ἡ ἐπισήμανση τοῦ συγγραφέα, ὅτι μιλώντας ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες γιά «ἀλησμόνητες πατρίδες» στήν Ἀνατολή, δέν πρέπει νά λησμονοῦμε τίς πιό παλαιές «πατρίδες» στή Δύση, τήν Μεγάλη Ἑλλάδα, στήν ὁποία τό ἑλληνικό μεγαλεῖο δέν ἔχει σβήσει.


                               




























Φωτογραφίες: Σ.Κ.
-->