Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Χριστιανική πολιτική φιλοσοφία


Σάββας Μαρίνος, εκπαιδευτικός



Ως πολίτης έχω δικαιώματα τα οποία πρέπει να ασκώ και να τα διεκδικώ σύμφωνα με τους νόμους του κράτους. Ως χριστιανός, έχω το δικαίωμα να αποστασιοποιούμαι από τα παραπάνω. Αυτή η συμμετοχή και αποχή ταυτόχρονα είναι εξαιρετικά δύσκολη από μία άποψη, από την άλλη πλευρά όμως είναι ίδιον βαθιά πολιτικοποιημένων ανθρώπων οι οποίοι έχουν την ικανότητα να αντιμετωπίζουν τα θέματα αντικειμενικά. 

Αν ο μόνος παράγοντας που με καθορίζει ως άτομο είναι να είμαι πολιτικό ον και να είμαι εξαρτημένος από το εκάστοτε πολιτικό γίγνεσθαι και από τα δικαιώματα που μου αναγνωρίζει το εκάστοτε πολιτικό σύστημα, ουσιαστικά χάνω τη δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού άρα και προσωπικής ανεξαρτησίας. Βασική αρχή της ψυχολογίας είναι ότι αν  δεν έχω το δυνατότητα της αποστασιοποίησης από μία κατάσταση τότε είμαι εγκλωβισμένος μέσα σε αυτήν.

Ο χριστιανισμός όχι σαν ιδεολογία αλλά σαν βίωμα  εξασφαλίζει την απαιτούμενη υποστήριξη ώστε να μπορέσει κανείς να  απέχει από τα εγκόσμια όχι υποτιμώντας τα, αλλά με τέτοιο τρόπο ώστε να έχει μία ανεξάρτητη, καθαρή και ενίοτε ακόμα και προφητική ματιά στα εκάστοτε πολιτικά γεγονότα.

Απώτερος σκοπός κάθε νομικού συστήματος είναι η χαλιναγώγηση της ανθρώπινης φύσης κάτι που με τον ένα ή άλλο τρόπο αλλά πάντα εν μέρει, το καταφέρνει. 

Ωστόσο κάθε πολιτικό ή νομικό σύστημα από τη μία είναι κατασκευασμένο από ανθρώπους οπότε μεταφέρει τις προκαταλήψεις τους και τις αδυναμίες τους και από την άλλη αδυνατεί να  παρέχει τα μέσα στον πολίτη να αποστασιοποιηθεί από αυτά καθώς δεν προβλέπεται τα συστήματα αυτά να υποσκάπτουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Άρα ο πολίτης θα πρέπει αφ' εαυτού του να βρει έναν τρόπο να αποκτήσει μία καθαρή και απαθή μάτια ώς πρός τήν πολιτική πραγματικότητα.

Ως χριστιανός αγωνίζομαι να απέχω από κάθε είδους  δικαιώματα. Και αυτό είναι το ύψιστο δικαίωμα που μπορεί να κατακτήσει κάποιος. Είμαι ελεύθερος από το δικαίωμα να έχω δικαιώματα άρα και από την εξάρτησή μου από αυτόν που μου τα παρέχει.

 Ωστόσο κάτι τέτοιο σε πολλούς μπορεί να φαίνεται ως θέση αδυναμίας αφού οι περισσότεροι από εμάς είμαστε γαλουχημένοι από το σύστημα να εκμεταλευόμαστε τα δικαιώματα που αυτό μας δίνει. Στην ουσία όμως αυτό που συμβαίνει είναι να βρισκόμαστε πάντα να παίζουμε εκτός έδρας και να είμαστε εγκλωβισμένοι στον ετεροπροσδιορισμό μας με βάση το κοινωνικοπολιτικό σύστημα στο οποίο μεγαλώσαμε.

Το δικαίωμα των πολιτών να έχουν μία αποστασιοποιημένη ματιά μόνο θετικά και εξισορροπητικά μπορεί να δράσει σε μία κοινωνία. 

Κάθε πολιτικό σύστημα ως προϊόν ανθρώπινης σκέψης έχει μέσα του μία δόση αυτοδικαίωσης άρα εκ των πραγμάτων είναι ναρκισσιστικό. Στα πρώτα χρόνια του χριστιανισμού το πολιτικό σύστημα αντιπροσωπευόταν από τον Καίσαρα, ο οποίος ήταν και ο εγγυητής του, άρα όποιος αρνιόταν να προσκυνήσει τον αυτοκράτορα στην ουσία αρνιόταν το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Εκατομμύρια χριστιανοί έπεσαν θύματα του προσωποποιημένου τότε  και αυτάρεσκου πολιτικού συστήματος, αφού η κατηγορία που τους απέδιδαν ήταν ότι αρνούνταν να προσκυνήσουν τον Καίσαρα.

Παρ' ότι κανείς δεν μπόρεσε να τους κατηγορήσει ως ανατροπείς του συστήματος και μόνο που αρνούντο να ικανοποιήσουν τις ναρκισσιστικές του διαθέσεις αρκούσε για να τους στείλει στο Κολοσσαίο.

Μόνο άνθρωποι με ισχυρή ταυτότητα μπορούν να αρνηθούν τον ετεροπροσδιορισμό και την ταυτότητα που το  εκάστοτε κοινωνικοπολιτικό σύστημα προσπαθεί να τους προσδώσει και να προτείνουν έναν δρόμο που χωρίς να θέτει σε αμφισβήτηση κανένα πολιτικό σύστημα δεν δέχεται να υποκύψει στον κατά περίπτωση φιλάρεσκο και φίλαυτο χαρακτήρα του. Και αυτό γιατί ως χριστιανοί καλούνται να περιορίσουν τον εαυτό τους και τα πάθη τους από μόνοι τους και έτσι δεν έχουν ανάγκη κανένα σύστημα να τους διαμορφώσει. Με άλλα λόγια η άρνηση των χριστιανών μαρτύρων της κάθε εποχής είναι να προσλάβουν την ταυτότητα που θέλει να τους επιβάλλει  το πολιτικό σύστημα που τους διώκει.

Το γεγονός ότι το ίδιο το σύστημα δεν δέχεται ενα παράλληλο σύστημα να λειτουργεί και να πετυχαίνει τα ίδια ή και καλύτερα αποτελέσματα αποδεικνύει την αλαζονεία του και την μονομέρειά του. 

Το τρίπτυχο της χριστιανικής πολιτικής φιλοσοφίας φαίνεται ξεκάθαρα από τα γραφόμενα του πολυσπούδαστου Αποστόλου Παύλου που συμφωνεί με το πνεύμα και των υπολοίπων Αποστόλων.

1ον: έκανε χρήση του πολιτικού δικαιώματός του να δεί τον Καίσαρα, 

2ον: παρά τους διωγμούς που είχαν αρχίσει προέτρεπε τους χριστιανούς να προσεύχονται για τους άρχοντες για να έχουν ειρηνικό  βίο και 

3ον: υπενθυμίζει ότι το πολίτευμα των χριστιανών είναι το πολίτευμα του ουρανού.

Ίσως οι κάθε είδους παράγοντες της πολιτικής ζωής θα έπρεπε να αφουγκραστούν με περισσότερη προσοχή τα λόγια του Ιησού ο οποίος είπε στους μαθητές του όταν σταμάτησαν κάποιον που έβγαζε δαιμόνια όπως αυτοί ασκώντας και αυτοί με τη σειρά τους πολιτική εξουσία η οποία απέρρεε από τη δύναμη που τους είχε δοθεί : "Οποίος δεν είναι εναντίον σας είναι μαζί σας".



Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Πρέπει να δεχόμαστε το αυτομαστίγωμα ( των Μουσουλμάνων) στον Πειραιά;



Χρι­στί­να Τα­χιά­ου (Protagon 13/10/16)


Ζού­με σε μια χώ­ρα στην ο­ποί­α κά­θε Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στο δι­α­βά­ζου­με δε­κά­δες άρ­θρα που λοι­δο­ρούν «τις γρι­ές στην Τή­νο» ε­πει­δή προ­σβάλ­λουν την ό­ποι­α αι­σθη­τι­κή μας. Αλ­λά κα­νέ­να που να α­να­φέ­ρε­ται στην προ­σβο­λή της δη­μό­σιας τά­ξης και των χρη­στών η­θών α­πό ε­κεί­νους που αυ­το­μα­στι­γώ­νον­ται στον Πει­ραι­ά. Αν πεις κά­τι κιν­δυ­νεύ­εις να κα­τη­γο­ρη­θείς για «ισ­λα­μο­φο­βί­α» και «ρα­τσι­σμό».


Ο­μο­λο­γώ ό­τι α­γνο­ού­σα πως α­πό το 1978 Σι­ί­τες Μου­σουλ­μά­νοι αυ­το­μα­στι­γώ­νον­ται στον Πει­ραι­ά προ­κει­μέ­νου να γι­ορ­τά­σουν την Α­σού­ρα, να τι­μή­σουν τη μνή­μη του μάρ­τυ­ρά τους. Προ­φα­νώς ό­σες φο­ρές εί­χε τύ­χει στο πα­ρελ­θόν να δω κά­ποι­α σχε­τι­κή εί­δη­ση, θε­ώ­ρη­σα ό­τι α­φο­ρού­σε το Ι­ράν ή κά­ποι­α άλ­λη μου­σουλ­μα­νι­κή χώ­ρα και το προ­σπέ­ρα­σα, ό­πως κά­νω κι ό­ταν α­κού­ω για σταύ­ρω­ση με α­λη­θι­νά καρ­φιά Χρι­στια­νών στις Φι­λιπ­πί­νες. Φέ­τος, ό­μως, ή­ταν τέ­τοι­ος ο βομ­βαρ­δι­σμός με ει­κό­νες στην τη­λε­ό­ρα­ση και τα site, που θέ­λον­τας και μη έ­μα­θα ό­τι τό­σο στον Πει­ραι­ά ό­σο και σε άλ­λες ελ­λη­νι­κές πό­λεις τη­ρεί­ται το «έ­θι­μο» αυ­τό.

Δεν ξέ­ρω πό­σοι θα ή­θε­λαν να πέ­σουν στο δρό­μο ε­πά­νω σε μια πομ­πή ό­που πε­τά­γον­ται τα αί­μα­τα α­πό αν­θρώ­πους που ξε­σκί­ζουν σε κοι­νή θέ­α τις σάρ­κες τους. Κά­που δι­ά­βα­σα ό­τι δεν τους υ­πο­χρε­ώ­νει η θρη­σκεί­α τους να αυ­το­μα­στι­γώ­νον­ται με τέ­τοι­α έν­τα­ση, αλ­λά οι ί­διοι θέ­λουν και το κά­νουν. Κά­ποι­ος με πλη­ρο­φό­ρη­σε ό­τι το έ­θι­μο αυ­τό δεν εί­ναι Σι­ι­τι­κό, αλ­λά προ­έρ­χε­ται α­πό την νο­τι­ο­α­να­το­λι­κή Α­σί­α. Λί­γο με εν­δι­α­φέ­ρει αυ­τό. Ό­ποι­ος κι αν το κά­νει, το θέ­μα μου εί­ναι ε­άν πρέ­πει να α­πο­δε­χό­μα­στε ό­τι αυ­τό μπο­ρεί να λαμ­βά­νει χώ­ρα σε κοι­νή θέ­α στους δρό­μους των ελ­λη­νι­κών πό­λε­ων. Μια α­πό­πει­ρα α­πα­γό­ρευ­σης θα προ­σέ­κρου­ε στην κα­τα­πά­τη­ση του α­το­μι­κού δι­και­ώ­μα­τος της θρη­σκευ­τι­κής ε­λευ­θε­ρί­ας;

Η θρη­σκευ­τι­κή ε­λευ­θε­ρί­α θε­ω­ρεί­ται ως μια ει­δι­κό­τε­ρη μορ­φή ε­λευ­θε­ρί­ας της γνώ­μης και της εν γέ­νει πνευ­μα­τι­κής ε­λευ­θε­ρί­ας, συ­νι­στά α­το­μι­κό δι­καί­ω­μα και προ­στα­τεύ­ε­ται τό­σο α­πό το Σύν­ταγ­μα της Ελ­λά­δας ό­σο και α­πό τις δι­ε­θνείς συμ­βά­σεις αλ­λά και τους γε­νι­κώς πα­ρα­δε­δεγ­μέ­νους κα­νό­νες του Δι­ε­θνούς Δι­καί­ου. Η ε­λευ­θε­ρί­α της θρη­σκευ­τι­κής συ­νεί­δη­σης εί­ναι α­πα­ρα­βί­α­στη, ε­νώ η α­να­γνώ­ρι­ση θρη­σκευ­τι­κού δι­και­ώ­μα­τος προ­στα­τεύ­ει και τη λα­τρεί­α. Με τον ό­ρο «λα­τρεί­α» προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται ε­κεί­νη η μορ­φή συμ­πε­ρι­φο­ράς και ε­νερ­γει­ών του α­τό­μου που σύμ­φω­να με την προ­σω­πι­κή κρί­ση και το δόγ­μα πί­στε­ως εκ­δη­λώ­νει ε­ξω­τε­ρί­κευ­ση στο θεί­ο.

Η έν­νοι­α «δη­μό­σια τά­ξη» δεν εί­ναι α­ό­ρι­στη. Εί­ναι δι­και­ϊ­κή έν­νοι­α και ση­μαί­νει ό­τι η κοι­νω­νί­α έ­χει συ­νά­ψει κά­ποι­ους κα­νό­νες συμ­βί­ω­σης προ­κει­μέ­νου να υ­πάρ­χει αρ­μο­νι­κά.

Πώς α­σκεί­ται η λα­τρεί­α και υ­πάρ­χουν ό­ριο και κα­νό­νες σε αυ­τήν; Με την πα­ρά­γρα­φο 3 του άρ­θρου 13, το Σύν­ταγ­μα ο­ρί­ζει τον τρό­πο ά­σκη­σης της λα­τρεί­ας. «Κά­θε γνω­στή θρη­σκεί­α εί­ναι ε­λεύ­θε­ρη και τα σχε­τι­κά με τη λα­τρεί­ας της τε­λούν­ται α­νεμ­πό­δι­στα υ­πό την προ­στα­σί­α των νό­μων. Η ά­σκη­ση της λα­τρεί­ας δεν ε­πι­τρέ­πε­ται να προ­σβάλ­λει τη δη­μό­σια τά­ξη ή τα χρη­στά ή­θη», εί­ναι η δι­α­τύ­πω­ση.

Τι εί­ναι η δη­μό­σια τά­ξη και τα χρη­στά ή­θη; Πολ­λοί στη χώ­ρα μας θα χλευά­σουν τις έν­νοι­ες αυ­τές και θα σπεύ­σουν να α­πο­φαν­θούν ό­τι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ό­ποι­ος ε­νο­χλεί­ται α­πό το αυ­το­μα­στί­γω­μα ε­νο­χλεί­ται ε­πει­δή - και κα­λά - προ­σβάλ­λε­ται η αι­σθη­τι­κή «του μι­κρο­α­στού­λη». Δεν εί­ναι, ό­μως, ζή­τη­μα αι­σθη­τι­κής. Η έν­νοι­α «δη­μό­σια τά­ξη» δεν εί­ναι α­ό­ρι­στη. Εί­ναι δι­και­ϊ­κή έν­νοι­α και ση­μαί­νει ό­τι η κοι­νω­νί­α έ­χει συ­νά­ψει κά­ποι­ους κα­νό­νες συμ­βί­ω­σης προ­κει­μέ­νου να υ­πάρ­χει αρ­μο­νι­κά. Εί­ναι το σύ­νο­λο των θε­με­λι­ω­δών πο­λι­τι­κών, κοι­νω­νι­κών, οι­κο­νο­μι­κών και η­θι­κών αρ­χών και αν­τι­λή­ψε­ων που ε­πι­κρα­τούν στην Ελ­λά­δα σε συγ­κε­κρι­μέ­νη χρο­νι­κή στιγ­μή. Σε αυ­τήν τη γε­νι­κή έν­νοι­α της δη­μό­σιας τά­ξης πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται και τα χρη­στά ή­θη, δη­λα­δή οι θε­με­λι­ώ­δεις, γε­νι­κές και βα­σι­κές αν­τι­λή­ψεις για την η­θι­κή.

Με βά­ση ό­λα τα πα­ρα­πά­νω, δι­και­ο­λο­γεί­ται η προ­στα­σί­α της συ­νή­θειας του αυ­το­μα­στι­γώ­ματος αν­θρώ­πων στους δρό­μους, στο πλαί­σιο της λα­τρευ­τι­κής ά­σκη­σης των κα­θη­κόν­των τους σε μια χώ­ρα στην ο­ποί­α η θρη­σκευ­τι­κή ε­λευ­θε­ρί­α α­πο­λαμ­βά­νει προ­στα­σί­ας α­πό το Σύν­ταγ­μα; Σύμ­φω­να με α­πό­ψεις νο­μι­κών, φυ­σι­κά και δε δι­και­ο­λο­γεί­ται, ε­νώ θα έ­πρε­πε ί­σως να πα­ρέμ­βουν οι αρ­χές. Ε­δώ, τώ­ρα, έρ­χε­ται έ­να σο­βα­ρό πρό­βλη­μα.

 Το πρό­βλη­μα εί­ναι ό­τι ε­πί δε­κα­ε­τί­ες έ­χου­με α­πο­φύ­γει να αν­τι­με­τω­πί­σου­με, ως κρά­τος και ως κοι­νω­νί­α, κα­τά­μα­τα την ύ­παρ­ξη μου­σουλ­μά­νων στην Ελ­λά­δα. Ε­ξαν­τλή­σα­με κά­θε πι­θα­νό και α­πί­θα­νο πε­ρι­θώ­ριο κα­θυ­στέ­ρη­σης στην κα­τα­σκευ­ή μου­σουλ­μα­νι­κού νε­κρο­τα­φεί­ου και τζα­μιού, κά­τι που α­πο­τε­λεί νο­μι­κή υ­πο­χρέ­ω­ση α­πορ­ρέ­ου­σα α­πό δι­ε­θνείς συμ­βά­σεις. Α­δι­α­φο­ρή­σα­με για το γε­γο­νός ό­τι οι μου­σουλ­μά­νοι της Α­θή­νας ή της Θεσ­σα­λο­νί­κης πρέ­πει να με­τα­φέ­ρουν τους νε­κρούς τους στη Θρά­κη για να τους θά­ψουν. Ε­πι­πλέ­ον, έ­χον­τας στην πλά­τη μας το βα­ρύ πρό­βλη­μα του Προ­σφυ­γι­κού, στε­κό­μα­στε με α­μη­χα­νί­α σε ο­τι­δή­πο­τε θα μπο­ρού­σε να α­νοί­ξει συ­ζή­τη­ση σχε­τι­κή με το δι­καί­ω­μα των μου­σουλ­μά­νων στην ά­σκη­ση της λα­τρεί­ας τους. Α­πο­στρέ­φον­τας τό­σα χρό­νια το βλέμ­μα α­πό τη δι­ευ­κό­λυν­ση των μου­σουλ­μά­νων στην ά­σκη­ση του θρη­σκευ­τι­κού τους δι­και­ώ­μα­τος, εί­ναι πιο βο­λι­κό να το κλεί­σου­με α­πέ­ναν­τι στο α­πο­τρό­παι­ο «έ­θι­μο» του αυ­το­μα­στι­γώ­μα­τος. Ποι­ος να τολ­μή­σει να α­νοί­ξει ζή­τη­μα χω­ρίς να κιν­δυ­νέ­ψει να κα­εί α­πό κά­τι τό­σο φλέ­γον;

 Μου έ­κα­νε με­γά­λη εν­τύ­πω­ση η σι­ω­πή στο facebook σχε­τι­κά με το αυ­το­μα­στί­γω­μα στον Πει­ραι­ά. Ού­τε κραυ­γές, ού­τε χα­ρα­κτη­ρι­σμοί, ε­λά­χι­στοι ό­σοι τολ­μή­σα­με να αρ­θρώ­σου­με μια κου­βέν­τα -δει­λά δει­λά, για­τί κα­ρα­δο­κούν οι πρό­θυ­μοι να ε­πιρ­ρί­ψουν «ισ­λα­μο­φο­βί­α» και «ρα­τσι­σμό». Εί­ναι γνω­στό έ­τσι κι αλ­λι­ώς ό­τι ο δη­μό­σιος δι­ά­λο­γος πά­σχει κι ό­τι ση­μα­σί­α έ­χει να υ­πο­στη­ρί­ζεις στρα­τό­πε­δο, ό­χι να προ­σπα­θείς να δεις την ει­κό­να ως έ­χει και να προ­τεί­νεις λύ­σεις.

  Γι’ αυ­τό, ε­ξάλ­λου, ζού­με σε μια χώ­ρα στην ο­ποί­α κά­θε Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στο δι­α­βά­ζου­με δε­κά­δες άρ­θρα που λοι­δο­ρούν «τις γρι­ές στην Τή­νο» ε­πει­δή προ­σβάλ­λουν την αι­σθη­τι­κή τους και κα­νέ­να που να α­να­φέ­ρε­ται στην προ­σβο­λή της δη­μό­σιας τά­ξης και των χρη­στών η­θών α­πό ε­κεί­νους που αυ­το­μα­στι­γώ­νον­ται στον Πει­ραι­ά.


Πρέ­πει να δε­χό­μα­στε το αυ­το­μα­στί­γω­μα στον Πει­ραι­ά;




Χρι­στί­να Τα­χιά­ου, 13 Ο­κτω­βριου 2016, από το Protagon


Ζού­με σε μια χώ­ρα στην ο­ποί­α κά­θε Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στο δι­α­βά­ζου­με δε­κά­δες άρ­θρα που λοι­δο­ρούν «τις γρι­ές στην Τή­νο» ε­πει­δή προ­σβάλ­λουν την ό­ποι­α αι­σθη­τι­κή μας. Αλ­λά κα­νέ­να που να α­να­φέ­ρε­ται στην προ­σβο­λή της δη­μό­σιας τά­ξης και των χρη­στών η­θών α­πό ε­κεί­νους που αυ­το­μα­στι­γώ­νον­ται στον Πει­ραι­ά. Αν πεις κά­τι κιν­δυ­νεύ­εις να κα­τη­γο­ρη­θείς για «ισ­λα­μο­φο­βί­α» και «ρα­τσι­σμό». 

 



Ο­μο­λο­γώ ό­τι α­γνο­ού­σα πως α­πό το 1978 Σι­ί­τες Μου­σουλ­μά­νοι αυ­το­μα­στι­γώ­νον­ται στον Πει­ραι­ά προ­κει­μέ­νου να γι­ορ­τά­σουν την Α­σού­ρα, να τι­μή­σουν τη μνή­μη του μάρ­τυ­ρά τους. Προ­φα­νώς ό­σες φο­ρές εί­χε τύ­χει στο πα­ρελ­θόν να δω κά­ποι­α σχε­τι­κή εί­δη­ση, θε­ώ­ρη­σα ό­τι α­φο­ρού­σε το Ι­ράν ή κά­ποι­α άλ­λη μου­σουλ­μα­νι­κή χώ­ρα και το προ­σπέ­ρα­σα, ό­πως κά­νω κι ό­ταν α­κού­ω για σταύ­ρω­ση με α­λη­θι­νά καρ­φιά Χρι­στια­νών στις Φι­λιπ­πί­νες. Φέ­τος, ό­μως, ή­ταν τέ­τοι­ος ο βομ­βαρ­δι­σμός με ει­κό­νες στην τη­λε­ό­ρα­ση και τα site, που θέ­λον­τας και μη έ­μα­θα ό­τι τό­σο στον Πει­ραι­ά ό­σο και σε άλ­λες ελ­λη­νι­κές πό­λεις τη­ρεί­ται το «έ­θι­μο» αυ­τό.

Δεν ξέ­ρω πό­σοι θα ή­θε­λαν να πέ­σουν στο δρό­μο ε­πά­νω σε μια πομ­πή ό­που πε­τά­γον­ται τα αί­μα­τα α­πό αν­θρώ­πους που ξε­σκί­ζουν σε κοι­νή θέ­α τις σάρ­κες τους. Κά­που δι­ά­βα­σα ό­τι δεν τους υ­πο­χρε­ώ­νει η θρη­σκεί­α τους να αυ­το­μα­στι­γώ­νον­ται με τέ­τοι­α έν­τα­ση, αλ­λά οι ί­διοι θέ­λουν και το κά­νουν. Κά­ποι­ος με πλη­ρο­φό­ρη­σε ό­τι το έ­θι­μο αυ­τό δεν εί­ναι Σι­ι­τι­κό, αλ­λά προ­έρ­χε­ται α­πό την νο­τι­ο­α­να­το­λι­κή Α­σί­α. Λί­γο με εν­δι­α­φέ­ρει αυ­τό. Ό­ποι­ος κι αν το κά­νει, το θέ­μα μου εί­ναι ε­άν πρέ­πει να α­πο­δε­χό­μα­στε ό­τι αυ­τό μπο­ρεί να λαμ­βά­νει χώ­ρα σε κοι­νή θέ­α στους δρό­μους των ελ­λη­νι­κών πό­λε­ων. Μια α­πό­πει­ρα α­πα­γό­ρευ­σης θα προ­σέ­κρου­ε στην κα­τα­πά­τη­ση του α­το­μι­κού δι­και­ώ­μα­τος της θρη­σκευ­τι­κής ε­λευ­θε­ρί­ας;

Η θρη­σκευ­τι­κή ε­λευ­θε­ρί­α θε­ω­ρεί­ται ως μια ει­δι­κό­τε­ρη μορ­φή ε­λευ­θε­ρί­ας της γνώ­μης και της εν γέ­νει πνευ­μα­τι­κής ε­λευ­θε­ρί­ας, συ­νι­στά α­το­μι­κό δι­καί­ω­μα και προ­στα­τεύ­ε­ται τό­σο α­πό το Σύν­ταγ­μα της Ελ­λά­δας ό­σο και α­πό τις δι­ε­θνείς συμ­βά­σεις αλ­λά και τους γε­νι­κώς πα­ρα­δε­δεγ­μέ­νους κα­νό­νες του Δι­ε­θνούς Δι­καί­ου. Η ε­λευ­θε­ρί­α της θρη­σκευ­τι­κής συ­νεί­δη­σης εί­ναι α­πα­ρα­βί­α­στη, ε­νώ η α­να­γνώ­ρι­ση θρη­σκευ­τι­κού δι­και­ώ­μα­τος προ­στα­τεύ­ει και τη λα­τρεί­α. Με τον ό­ρο «λα­τρεί­α» προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται ε­κεί­νη η μορ­φή συμ­πε­ρι­φο­ράς και ε­νερ­γει­ών του α­τό­μου που σύμ­φω­να με την προ­σω­πι­κή κρί­ση και το δόγ­μα πί­στε­ως εκ­δη­λώ­νει ε­ξω­τε­ρί­κευ­ση στο θεί­ο.

Η έν­νοι­α «δη­μό­σια τά­ξη» δεν εί­ναι α­ό­ρι­στη. Εί­ναι δι­και­ϊ­κή έν­νοι­α και ση­μαί­νει ό­τι η κοι­νω­νί­α έ­χει συ­νά­ψει κά­ποι­ους κα­νό­νες συμ­βί­ω­σης προ­κει­μέ­νου να υ­πάρ­χει αρ­μο­νι­κά

Πώς α­σκεί­ται η λα­τρεί­α και υ­πάρ­χουν ό­ριο και κα­νό­νες σε αυ­τήν; Με την πα­ρά­γρα­φο 3 του άρ­θρου 13, το Σύν­ταγ­μα ο­ρί­ζει τον τρό­πο ά­σκη­σης της λα­τρεί­ας. «Κά­θε γνω­στή θρη­σκεί­α εί­ναι ε­λεύ­θε­ρη και τα σχε­τι­κά με τη λα­τρεί­ας της τε­λούν­ται α­νεμ­πό­δι­στα υ­πό την προ­στα­σί­α των νό­μων. Η ά­σκη­ση της λα­τρεί­ας δεν ε­πι­τρέ­πε­ται να προ­σβάλ­λει τη δη­μό­σια τά­ξη ή τα χρη­στά ή­θη», εί­ναι η δι­α­τύ­πω­ση.

Τι εί­ναι η δη­μό­σια τά­ξη και τα χρη­στά ή­θη; Πολ­λοί στη χώ­ρα μας θα χλευά­σουν τις έν­νοι­ες αυ­τές και θα σπεύ­σουν να α­πο­φαν­θούν ό­τι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ό­ποι­ος ε­νο­χλεί­ται α­πό το αυ­το­μα­στί­γω­μα ε­νο­χλεί­ται ε­πει­δή –και κα­λά- προ­σβάλ­λε­ται η αι­σθη­τι­κή «του μι­κρο­α­στού­λη». Δεν εί­ναι, ό­μως, ζή­τη­μα αι­σθη­τι­κής. Η έν­νοι­α «δη­μό­σια τά­ξη» δεν εί­ναι α­ό­ρι­στη. Εί­ναι δι­και­ϊ­κή έν­νοι­α και ση­μαί­νει ό­τι η κοι­νω­νί­α έ­χει συ­νά­ψει κά­ποι­ους κα­νό­νες συμ­βί­ω­σης προ­κει­μέ­νου να υ­πάρ­χει αρ­μο­νι­κά. Εί­ναι το σύ­νο­λο των θε­με­λι­ω­δών πο­λι­τι­κών, κοι­νω­νι­κών, οι­κο­νο­μι­κών και η­θι­κών αρ­χών και αν­τι­λή­ψε­ων που ε­πι­κρα­τούν στην Ελ­λά­δα σε συγ­κε­κρι­μέ­νη χρο­νι­κή στιγ­μή. Σε αυ­τήν τη γε­νι­κή έν­νοι­α της δη­μό­σιας τά­ξης πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται και τα χρη­στά ή­θη, δη­λα­δή οι θε­με­λι­ώ­δεις, γε­νι­κές και βα­σι­κές αν­τι­λή­ψεις για την η­θι­κή.

Με βά­ση ό­λα τα πα­ρα­πά­νω, δι­και­ο­λο­γεί­ται η προ­στα­σί­α της συ­νή­θειας του αυ­το­μα­στί­γω­μα αν­θρώ­πων στους δρό­μους, στο πλαί­σιο της λα­τρευ­τι­κής ά­σκη­σης των κα­θη­κόν­των τους σε μια χώ­ρα στην ο­ποί­α η θρη­σκευ­τι­κή ε­λευ­θε­ρί­α α­πο­λαμ­βά­νει προ­στα­σί­ας α­πό το Σύν­ταγ­μα; Σύμ­φω­να με α­πό­ψεις νο­μι­κών, φυ­σι­κά και δε δι­και­ο­λο­γεί­ται, ε­νώ θα έ­πρε­πε ί­σως να πα­ρέμ­βουν οι αρ­χές. Ε­δώ, τώ­ρα, έρ­χε­ται έ­να σο­βα­ρό πρό­βλη­μα.

Το πρό­βλη­μα εί­ναι ό­τι ε­πί δε­κα­ε­τί­ες έ­χου­με α­πο­φύ­γει να αν­τι­με­τω­πί­σου­με, ως κρά­τος και ως κοι­νω­νί­α, κα­τά­μα­τα την ύ­παρ­ξη μου­σουλ­μά­νων στην Ελ­λά­δα. Ε­ξαν­τλή­σα­με κά­θε πι­θα­νό και α­πί­θα­νο πε­ρι­θώ­ριο κα­θυ­στέ­ρη­σης στην κα­τα­σκευ­ή μου­σουλ­μα­νι­κού νε­κρο­τα­φεί­ου και τζα­μιού, κά­τι που α­πο­τε­λεί νο­μι­κή υ­πο­χρέ­ω­ση α­πορ­ρέ­ου­σα α­πό δι­ε­θνείς συμ­βά­σεις. Α­δι­α­φο­ρή­σα­με για το γε­γο­νός ό­τι οι μου­σουλ­μά­νοι της Α­θή­νας ή της Θεσ­σα­λο­νί­κης πρέ­πει να με­τα­φέ­ρουν τους νε­κρούς τους στη Θρά­κη για να τους θά­ψουν. Ε­πι­πλέ­ον, έ­χον­τας στην πλά­τη μας το βα­ρύ πρό­βλη­μα του Προ­σφυ­γι­κού, στε­κό­μα­στε με α­μη­χα­νί­α σε ο­τι­δή­πο­τε θα μπο­ρού­σε να α­νοί­ξει συ­ζή­τη­ση σχε­τι­κή με το δι­καί­ω­μα των μου­σουλ­μά­νων στην ά­σκη­ση της λα­τρεί­ας τους. Α­πο­στρέ­φον­τας τό­σα χρό­νια το βλέμ­μα α­πό τη δι­ευ­κό­λυν­ση των μου­σουλ­μά­νων στην ά­σκη­ση του θρη­σκευ­τι­κού τους δι­και­ώ­μα­τος, εί­ναι πιο βο­λι­κό να το κλεί­σου­με α­πέ­ναν­τι στο α­πο­τρό­παι­ο «έ­θι­μο» του αυ­το­μα­στι­γώ­μα­τος. Ποι­ος να τολ­μή­σει να α­νοί­ξει ζή­τη­μα χω­ρίς να κιν­δυ­νέ­ψει να κα­εί α­πό κά­τι τό­σο φλέ­γον;

Μου έ­κα­νε με­γά­λη εν­τύ­πω­ση η σι­ω­πή στο facebook σχε­τι­κά με το αυ­το­μα­στί­γω­μα στον Πει­ραι­ά. Ού­τε κραυ­γές, ού­τε χα­ρα­κτη­ρι­σμοί, ε­λά­χι­στοι ό­σοι τολ­μή­σα­με να αρ­θρώ­σου­με μια κου­βέν­τα -δει­λά δει­λά, για­τί κα­ρα­δο­κούν οι πρό­θυ­μοι να ε­πιρ­ρί­ψουν «ισ­λα­μο­φο­βί­α» και «ρα­τσι­σμό». Εί­ναι γνω­στό έ­τσι κι αλ­λι­ώς ό­τι ο δη­μό­σιος δι­ά­λο­γος πά­σχει κι ό­τι ση­μα­σί­α έ­χει να υ­πο­στη­ρί­ζεις στρα­τό­πε­δο, ό­χι να προ­σπα­θείς να δεις την ει­κό­να ως έ­χει και να προ­τεί­νεις λύ­σεις.

Γι’ αυ­τό, ε­ξάλ­λου, ζού­με σε μια χώ­ρα στην ο­ποί­α κά­θε Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στο δι­α­βά­ζου­με δε­κά­δες άρ­θρα που λοι­δο­ρούν «τις γρι­ές στην Τή­νο» ε­πει­δή προ­σβάλ­λουν την αι­σθη­τι­κή τους και κα­νέ­να που να α­να­φέ­ρε­ται στην προ­σβο­λή της δη­μό­σιας τά­ξης και των χρη­στών η­θών α­πό ε­κεί­νους που αυ­το­μα­στι­γώ­νον­ται στον Πει­ραι­ά.


Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

Αν­τι­κλη­ρι­κα­λι­στές, οι κα­λύ­τε­ροι φί­λοι της Εκ­κλη­σί­ας!




 Σω­τή­ρης Μη­τρα­λέ­ξης
 

Επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Πόλεως, Κωνσταντινούπολη
 Ερευνητικός Εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Winchester


Δεν υ­πάρ­χει με­γα­λύ­τε­ρος σύμ­μα­χος της Εκ­κλη­σί­ας ό­σον α­φο­ρά στα θε­σμι­κά κε­κτη­μέ­να της α­πό τους σκλη­ρούς αν­τι­κλη­ρι­κα­λι­στές. Αυ­τό δεν εί­ναι τρό­πος του λέ­γειν ή ρη­το­ρι­κό πυ­ρο­τέ­χνη­μα: για τους λό­γους που θα ε­ξη­γή­σω ε­δώ, στην πρά­ξη η α­πο­κλει­στι­κή και μό­νη δύ­να­μη πλή­ρους υ­πο­στή­ρι­ξης του status quo δεν προ­έρ­χε­ται α­πό την δι­οι­κού­σα εκ­κλη­σί­α, τους πι­στούς, τους θε­ο­λό­γους ή τους ει­δι­κούς, αλ­λά α­πό τους μα­χη­τι­κούς αν­τι­κλη­ρι­κα­λι­στές, α­κρι­βώς λό­γω του μα­ξι­μα­λι­σμού τους.
Ο λό­γος που συμ­βαί­νει αυ­τό εί­ναι η έλ­λει­ψη ε­πα­φής του ελ­λα­δι­κού αν­τι­κλη­ρι­κα­λι­στι­κού λό­γου με τα πραγ­μα­το­λο­γι­κά δε­δο­μέ­να--νο­μι­κά, οι­κο­νο­μι­κά, πε­ρι­ου­σια­κά, ο­τι­δή­πο­τε. Ο­πό­τε, ό­ταν έρ­θει η ώ­ρα να «με­τρη­θεί» η αν­τι­κλη­ρι­κα­λι­στι­κή πο­λι­τι­κή θέ­ση ως προς την ε­φαρ­μο­σι­μό­τη­τά της και την ε­πα­φή της με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, αυ­τή κα­ταρ­ρέ­ει στις αν­τι­φά­σεις της--και, ελ­λεί­ψει κά­ποι­ου με­τρι­ο­πα­θέ­στε­ρου Plan B, έ­χον­τας α­δειά­σει α­φή­νει την α­πο­κλει­στι­κό­τη­τα του πε­δί­ου συ­ζή­τη­σης και του δη­μό­σιου λό­γου στην υ­πο­στή­ρι­ξη του status quo α­πό τους αν­θι­στά­με­νους στους αν­τι­κλη­ρι­κα­λι­στές. Ό­ταν η «αν­τί­θε­ση» α­πο­δει­κνύ­ε­ται προ­βλη­μα­τι­κή, αυ­τό που τε­λι­κά δι­και­ώ­νε­ται εί­ναι η «θέ­ση»...

Το θέ­μα των σχέ­σε­ων εκ­κλη­σί­ας-κρά­τους στην Ελ­λά­δα και το εν­δε­χό­με­νο χω­ρι­σμού τους α­πο­τε­λεί έ­να ζή­τη­μα στο ο­ποί­ο πε­ρισ­σεύ­ουν οι φω­νές και η πλει­ο­δο­σί­α σε υ­περ­βο­λές, ό­χι ό­μως και τα στοι­χεί­α, η ε­πί­γνω­ση και ε­πο­πτεί­α της κα­τά­στα­σης της κα­τά­στα­σης. Συ­στη­μα­τι­κά ε­γεί­ρε­ται α­πό ό,τι για την οι­κο­νο­μί­α της συ­ζή­τη­σης ο­νο­μά­ζου­με αν­τι­κλη­ρι­κα­λι­στι­κό μπλοκ έ­νας λό­γος, ο ο­ποί­ος:

Πρώ­τον, θε­ω­ρεί αυ­το­νό­η­το πως στην Ελ­λά­δα υ­πάρ­χει μί­α σκαν­δα­λώ­δης σχέ­ση εκ­κλη­σί­ας-κρά­τους, με α­κό­μα σκαν­δα­λω­δέ­στε­ρα προ­νό­μια, τα ο­ποί­α η εκ­κλη­σί­α λαμ­βά­νει α­πό το κρά­τος α­φ' ε­νός χω­ρίς αν­τα­πό­κρι­ση και α­φ' ε­τέ­ρου χω­ρίς κα­μί­α σχέ­ση με τα ευ­ρω­πα­ϊ­κά δε­δο­μέ­να. 

Δεύ­τε­ρον, θε­ω­ρεί πως η μι­σθο­δο­σί­α του κλή­ρου α­πό το κρά­τος εί­ναι α­πλώς και μό­νον έ­να μο­νο­με­ρές δώ­ρο, το ο­ποί­ο πα­ρέ­χει το κρά­τος στην εκ­κλη­σί­α εί­τε ού­τως ώ­στε να την έ­χει ως ι­δε­ο­λο­γι­κό σύμ­μα­χο εί­τε λό­γω της ψη­φο­φο­ρι­κής δυ­νά­με­ως που αυ­τή δι­α­θέ­τει. Αυ­τό το «δώ­ρο» δω­ρε­άν δό­θη­κε, δω­ρε­άν μπο­ρεί και να α­να­κλη­θεί, ό­πως θε­ω­ρούν αυ­το­νό­η­το.

Τρί­τον, θε­ω­ρεί πως αυ­τή τη στιγ­μή «η εκ­κλη­σί­α» (υ­πο­νο­εί­ται έ­νας α­νύ­παρ­κτος κεν­τρι­κός φο­ρέ­ας χω­ρίς κα­νέ­να αυ­το­δι­οί­κη­το και α­νε­ξαρ­τη­σί­α για κα­νέ­να συ­νι­στών μέ­ρος του) δι­α­θέ­τει μί­α κεν­τρι­κά ε­λέγ­ξι­μη ή ε­λεγ­χό­με­νη ου­ρα­νο­μή­κη, κτη­νώ­δη, α­πε­ρι­νό­η­τη πε­ρι­ου­σί­α, η ο­ποί­α εί­τε ή­δη γί­νε­ται εί­τε δύ­να­ται να γί­νει αν­τι­κεί­με­νο οι­κο­νο­μι­κής εκ­με­τάλ­λευ­σης με α­σύλ­λη­πτα κέρ­δη. 

Τέ­ταρ­τον, θε­ω­ρεί πως η εκ­κλη­σί­α α­πο­λαμ­βά­νει φο­ρο­λο­γι­κή α­συ­λί­α. Δη­λα­δή εί­τε πως δε φο­ρο­λο­γεί­ται ε­παρ­κώς εί­τε, ό­πως οι πραγ­μα­τι­κά α­φε­λέ­στε­ροι τον αν­τι­κλη­ρι­κα­λι­στών πι­στεύ­ουν, ό­τι δεν φο­ρο­λο­γεί­ται κα­θό­λου! 

Ε­δώ έ­χουν ση­μα­σί­α και τα ε­ξής: α­φ' ε­νός η πε­ποί­θη­ση πως η εκ­κλη­σί­α εί­ναι έ­νας ε­νια­ίος ορ­γα­νι­σμός και θε­σμός με ε­νια­ία την οι­κο­νο­μι­κή, αλ­λά α­κό­μα και νο­μι­κή, δι­α­χεί­ρι­σή της, κα­θώς και το ό­τι η πε­ρι­ου­σί­α της εί­ναι κά­τι το ο­ποί­ο το κρά­τος μπο­ρεί να ρυθ­μί­σει κα­τά το δο­κούν, χω­ρίς η εκ­κλη­σί­α, δη­λα­δή τα πε­ρί­που 6700 εκ­κλη­σι­α­στι­κά νο­μι­κά πρό­σω­πα, να κα­το­χυ­ρώ­νε­ται α­πό το κα­θε­στώς κα­το­χυ­ρώ­σε­ως του δι­και­ώ­μα­τος στην πε­ρι­ου­σί­α το ο­ποί­ο α­φο­ρά ό­λα τα νο­μι­κά και φυ­σι­κά πρό­σω­πα στην Ελ­λά­δα αλ­λά και, εν τέ­λει, ο­που­δή­πο­τε. 

Πρώ­τα α­π' ό­λα, μό­νο το κεν­τρι­κό ΝΠΔΔ της Εκ­κλη­σί­ας πλή­ρω­σε πέ­ρυ­σι 3.436.438 ευ­ρώ φό­ρους, εκ των ο­ποί­ων για πλη­ρω­μή του ΕΝΦΙΑ 2.756.992,39 ευ­ρώ--μι­λά­με μό­νο για έ­να α­πό τα πε­ρί­που 6700 ΝΠΔΔ της Εκ­κλη­σί­ας, ε­νώ μό­νον ο συ­νο­λι­κός ΕΝΦΙΑ ό­λων των εκ­κλ. νο­μι­κών προ­σώ­πων ε­κτι­μά­ται υ­περ­βαί­νων τα 10.000.000 Ευ­ρώ.

Το πρό­βλη­μα με ό­λα αυ­τά τα ε­πι­χει­ρή­μα­τα και ό­λες αυ­τές τις θέ­σεις εί­ναι ό­τι πως τυγ­χά­νουν α­πο­λύ­τως λαν­θα­σμέ­νες, μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νες στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. «Α­πο­λύ­τως» ε­δώ δεν ση­μαί­νει πως τους λεί­πουν κά­ποι­ες καί­ρι­ες πλη­ρο­φο­ρί­ες ή λε­πτο­μέ­ρει­ες νο­μι­κών και οι­κο­νο­μι­κών στοι­χεί­ων. «Α­πο­λύ­τως» ση­μαί­νει πως δεν έ­χουν κα­μί­α σχέ­ση με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα! 

Αυ­τό, βέ­βαι­α, τε­λι­κά εί­ναι έ­να πρό­βλη­μα που λει­τουρ­γεί ως μπού­με­ρανγκ. Δι­ό­τι ό­ταν έρ­θει η ώ­ρα μιας ό­χι πλέ­ον α­πλώς ρη­το­ρι­κής και δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κής σύγ­κρου­σης αν­τι­κλη­ρι­κα­λι­στών και status quo, αλ­λά μιας δη­μό­σιας συ­ζή­τη­σης που σχε­τί­ζε­ται με έ­να πρα­κτι­κό πο­λι­τι­κό διά ταύ­τα, τό­τε το έ­ω­λο των ι­σχυ­ρι­σμών του αν­τι­κλη­ρι­κα­λι­στι­κού μπλοκ ση­μαί­νει και την ήτ­τα του, την νί­κη του status quo, α­φ' ης στιγ­μής τα ε­πι­χει­ρή­μα­τα και των δύ­ο πλευ­ρών θα με­τρη­θούν ό­χι ως προς το πά­θος τους, αλ­λά α­φ' ε­νός ως προς την ορ­θό­τη­τα τους και α­φ' ε­τέ­ρου ως προς την ε­φαρ­μο­σι­μό­τη­τα των λύ­σε­ων που προ­τεί­νουν. 

Για πα­ρά­δειγ­μα, ας ρί­ξου­με μια μα­τιά στην πιο πρό­σφα­τη α­πό τις α­φορ­μές αυ­τού του ση­μει­ώ­μα­τος, το άρ­θρο του κ. Προ­δρό­μου Νι­κο­λα­ΐ­δη, πο­λι­τι­κού ε­πι­στή­μο­νος-ε­πι­κοι­νω­νι­ο­λό­γου, με τον εύ­γλωτ­το τί­τλο Κάποιος επιτέλους να βάλει την Εκκλησία στη θέση της, γεμάτο με πυροτεχνήματα τύπου «Η Εκκλησία της Ελλάδος λειτουργεί σαν Ανώνυμη Εταιρία».

Σταχυολογώ: ο πολιτικός επιστήμων-επικοινωνιολόγος προβαίνει στον κτηνώδους αγνοίας ισχυρισμό ότι «Σήμερα, η συνολική εκκλησιαστική περιουσία ανέρχεται στο αστρονομικό ποσό του 1,3 εκατομμυρίου στρεμμάτων, για τα οποία προφανώς δε φορολογείται». Πρώτα απ' όλα, μόνο το κεντρικό ΝΠΔΔ της Εκκλησίας πλήρωσε πέρυσι 3.436.438 ευρώ φόρους, εκ των οποίων για πληρωμή του ΕΝΦΙΑ 2.756.992,39 ευρώ--μιλάμε μόνο για ένα από τα περίπου 6700 ΝΠΔΔ της Εκκλησίας, ενώ μόνον ο συνολικός ΕΝΦΙΑ όλων των εκκλ. νομικών προσώπων εκτιμάται υπερβαίνων τα 10.000.000 Ευρώ. Όμως, ο πολιτικός επιστήμων-επικοινωνιολόγος μας ενημερώνει πως για την εκκλησιαστική περιουσία η Εκκλησία «προφανώς δε φορολογείται». Τι σημασία έχουν τα στοιχεία, όταν υπάρχει το συναίσθημα;

Πέρυσι το κεντρικό ΝΠΔΔ της Εκκλησίας είχε ζημία/χρέος περίπου 2.000.000 Ευρώ (ΔΙΣ 2015). Όποιος θεωρεί ότι αυτό δεν μετακυλίεται στο φιλανθρωπικό έργο, είναι αφελής. Αλλά δε βαριέσαι; Αφού έχουν μίτρες με κλωστή χρυσωπού χρώματος, άρα έχουν λεφτά...

(Πέραν τούτου, εμφανίζεται ένας αριθμός, 1,3 εκ. στρέμματα. Τι είναι αυτό; Άθροισμα όλων των εκτάσεων όλων των εκκλ. ΝΠΔΔ; Που ανήκουν ακόμα στα εκκλ. ΝΠΔΔ; Εν τοις πράγμασι ή μόνο στα χαρτιά; Συμπεριλαμβάνονται άραγε στον αριθμό εκτάσεις που έχουν de facto, αν όχι και de jure, παραχωρηθεί στο Δημόσιο; Είναι όλες οι εκτάσεις εκμεταλλεύσιμες, ή μήπως πολλές έχουν καταστεί νομικά μη αξιοποιήσιμες με οποιονδήποτε τρόπο, απλά ονόματα σε χαρτιά; Και λοιπά, και λοιπά. Πετάμε αριθμούς στον γάμο του καραγκιόζη, και ό,τι γίνει.)

Πιο κάτω μας λέει ότι «τόσο η δευτεροβάθμια όσο και η Τριτοβάθμια εκπαίδευση, καθοδηγούμενες από τα προστάγματα της Εκκλησίας της Ελλάδος, έχουν μείνει εξαιρετικά πίσω και αρκούνται στη θρησκευτική προπαγάνδα υπέρ της ορθοδοξίας». Με ποιόν τρόπο η τριτοβάθμια εκπαίδευση, δηλαδή τα Πανεπιστήμια, «αρκούνται στη θρησκευτική προπαγάνδα υπέρ της ορθοδοξίας»;!;!; [Αν ο πολιτικός επιστήμων-επικοινωνιολόγος αναφέρεται στις δύο ομολογιακές θεολογικές σχολές, τέτοιες υπάρχουν σε κάθε χώρα της Ευρώπης, χώρια που στην Ελλάδα τις ίδρυσε το κράτος σε σύγκρουση με την Εκκλησία (αφού ελέγχονταν και ελέγχονται από εκείνο)]. 

Ο αρθρογράφος αποφαίνεται: «Η Εκκλησία μάλιστα, αναλογουμένης της τεράστιας περιουσίας της, κάνει πολύ λιγότερα από όσα θα έπρεπε να κάνει.» Ποια και που είναι αυτή η περιουσία, η οποία βέβαια (α) να μην έχει εκχωρηθεί ήδη στο κράτος ή στους πολίτες, όπως έχει συμβεί με το 96% της εκκλ. περιουσίας από ιδρύσεως του ελλ. κράτους, (β) να μη χρησιμοποιείται ήδη ως δημόσιος χώρος/περιουσία καίτοι στα χαρτιά προσμετράται ακόμα ως εκκλησιαστική (νοσοκομεία, σχολεία, πλατείες κλπ), (γ) να μην εμποδίζει το κράτος συνειδητά και συστηματικά τη δυνατότητα εκμετάλλευσής της και (δ) να μην ανήκει σε κάποιο από τα περίπου 6700 μη-κεντρικά εκκλησιαστικά ΝΠΔΔ (ενορία τάδε που έχει ένα διαμέρισμα, με τα έσοδα του ενοικίου του οποίου πληρώνει το 1/3 του μηνιαίου ρεύματος του ναού, μονή δείνα που έχει δυο χωράφια και είναι το μόνο οικονομικό εισόδημά της, κλπ.) ή σε νομικά πρόσωπα που «η Εκκλησία» (δηλαδή η Αρχιεπισκοπή Αθηνών) δεν ελέγχει και δεν θα μπορούσε να ελέγξει με κανέναν νομικό, πολιτικό, οικονομικό ή εκκλησιαστικό τρόπο, όπως π.χ. τα χιλιετή μοναστήρια του Αγίου Όρους που έχουν το αυτοδιοίκητο και τέλος πάντων δεν ανήκουν στην Εκκλησία της Ελλάδος επ' ουδενί τρόπω.
« Η Κυβέρνηση [...] οφείλει να μετατρέψει το μάθημα των θρησκευτικών σε θρησκειολογία, όχι του χρόνου και αν, αλλά χθες» Αμιγές μάθημα «θρησκειολογίας» δεν υπάρχει πουθενά στην Ευρώπη, ενώ το νέο μάθημα, για το οποίο και ο καυγάς, είναι σαφώς ομολογιακό, όχι θρησκειολογικό. Άμα (άμα!) γνωρίζουμε το περιεχόμενο των λέξεων, τι ακριβώς προτείνεται εδώ και δη ως αυτονόητο, και με ποιά σοβαρότητα ή έλλειψη αυτής;

Ο κ. Νικολαΐδης γράφει, προς επίρρωσιν της στάσης του, πως «είναι συνειδητοποιημένα Χριστιανός Ορθόδοξος» (sic), δεν είναι όμως εξ ίσου συνειδητοποιημένος (δεν δείχνει την ίδια ευαισθησία) όσον αφορά στα πραγματολογικά στοιχεία--αυτό που εν συνόψει ονομάζουμε «πραγματικότητα». Βλέπουμε, λοιπόν, πως ένας-ένας οι ισχυρισμοί βασίζονται σε σκανδαλώδη άγνοια της κατάστασης, κάτι το σύνηθες σε άρθρα αυτού του κλίματος. Όσο τα άρθρα υφίστανται για να εξάπτουν τα πάθη και τα πλήθη, αυτό δεν βγαίνει στην επιφάνεια και απλώς «δημιουργείται κλίμα». Όταν όμως έρθει η ώρα να εφαρμοστούν, εμφανίζεται το αδιέξοδο: ότι όλα αυτά που λέγαμε ήταν αυτοσχεδιασμοί.
Ένα παράδειγμα που φέρνω συχνά είναι ο ισχυρισμός του κατέχοντος τότε υπουργική θέση Τάσου Κουράκη στο συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά», ότι στην Γερμανία μόνον οι πιστοί χρηματοδοτούν μέσω εκκλησιαστικού φόρου την εκκλησία τους και έτσι οι θρησκευτικές κοινότητες χρηματοδοτούνται μόνον από τους πιστούς και όχι από οποιονδήποτε φορολογούμενο, δηλαδή επί παραδείγματι τους αθέους ή τους ανήκοντες σε διαφορετική θρησκεία. Η πραγματικότητα βέβαια διαφέρει από αυτήν που ακούσαμε εξ υπουργικών χειλέων: ναι μεν υπάρχει ένας τέτοιος εκκλησιαστικός φόρος στη Γερμανία (Kirchensteuer), όμως αυτός είναι μόνο μία από τις παροχές που λαμβάνει η εκκλησία (στην συγκεκριμένη περίπτωση, η ρωμαιοκαθολική και ευαγγελική εκκλησία) από το κράτος, αφού τεράστια ποσά δίνονται με διάφορες αφορμές και για διάφορους λόγους στις εκκλησίες από τον κεντρικό κορβανά όλων των φορολογουμένων, και όχι μόνο των θρησκευόμενων--μόνο το κεντρικό ομοσπονδιακό κράτος της Γερμανίας δίνει περίπου πεντακόσια εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο στους ρωμαιοκαθολικούς και στους ευαγγελικούς, χώρια όλα τα υπόλοιπα. Και εκεί, βέβαια, αυτό λαμβάνει χώρα εν πολλοίς λόγω παρελθουσών απαλλοτριώσεων και γενικότερων υποχρεώσεων του κράτους προς την εκάστοτε εκκλησία και όχι, βέβαια, ως ένα δώρο κράτους προς την εκκλησία... Οπότε, όλοι οι φορολογούμενοι πληρώνουν, απλώς πέραν αυτών των παροχών υφίσταται και μια παραπάνω φορολογική παροχή μόνον από τους πιστούς. 

Το ζήτημα εδώ είναι πως μόλις μελετηθεί εγγύτερα το επιχείρημα ενός Τάσου Κουράκη, ενός υπουργού, μιας κυβέρνησης, ότι δήθεν στη Γερμανία μόνο οι πιστοί πληρώνουν τη θρησκευτική τους κοινότητα και όχι ο άσχετος με αυτήν φορολογούμενος, άρα μπορούμε να το πράξουμε και εδώ, το επιχείρημα καταρρέει και η ίδια η θέση, η οποία συνιστά εν ταυτώ και αντιπρόταση, καταρρέει μαζί του. Προσέρχονται λοιπόν οι αντικληρικαλιστές στον δημόσιο λόγο πάνοπλοι με σωρεία επιχειρημάτων, που όταν έρθει η ώρα να μετρηθούν αποδεικνύονται όχι λειψά, αλλά εντελώς ανυπόστατα--μισές αλήθειες, δηλαδή ολόκληρα ψεύδη.

Το μόνο αποτέλεσμα που έχει κάτι τέτοιο είναι ότι η συζήτηση που προσπαθούν να ανοίξουν δε γίνεται να προχωρήσει, πόσω δε μάλλον να τελεσφορήσει. Ο μόνος που ζημιώνεται είναι τα προτάγματα του αντικληρικαλιστικού μπλοκ. Το ίδιο συμβαίνει και όταν μια πολιτική ομάδα που εμφορείται από τέτοιες αντιλήψεις καταλαμβάνει την εξουσία. Με εντελώς αφελή σχήματα στις αποσκευές της, άσχετα με την πραγματικότητα, διαπιστώνει την πολυπλοκότητα αυτής και υπαναχωρεί πλήρως, μη έχοντας κάποιο πιο μετριοπαθές plan B. Τα μαξιμαλιστικά προτάγματα καταλήγουν να σημαίνουν στην πράξη την εξάλειψη κάθε πιθανού προτάγματος. 

Ας μη θεωρήσει ο αναγνώστης πως η κυβέρνηση ΣυΡιζΑ (δεν) κάνει ό,τι (δεν) κάνει στις σχέσεις εκκλησίας-κράτους είτε λόγω της συμμαχίας της με τους ΑΝΕΛ είτε λόγω του φόβου των ψήφων. Εντελώς απλά, οι άνθρωποι είχαν ένα σχήμα στο μυαλό τους, το οποίο αποδεικνύεται σιγά-σιγά ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Όσοι έχουν ευήκοα ώτα για το τι συμβαίνει πίσω από τις κουρτίνες, θα έχουν σίγουρα διαπιστώσει τη βολιδοσκόπηση που επιχειρεί κατά καιρούς ο Αλέξης Τσίπρας για το ζήτημα της μισθοδοσίας του κλήρου, η οποία κάθε φορά προσκρούει όλο και βιαιότερα στην πολυπλοκότητα της οικονομικής και νομικής πραγματικότητας.

Έτσι, ο ισχυρότερος υπερασπιστής του status quo των σχέσων εκκλησίας-κράτους στο δημόσιο λόγο δεν είναι η διοικούσα εκκλησία, ούτε οι θρήσκοι, ούτε καν οι θεολόγοι ή οι ειδικοί επί των ζητημάτων. Αλλά το αντικληρικαλιστικό μπλοκ, το οποίο ηγεμονεύοντας στον δημόσιο λόγο με μαξιμαλιστικά επιχειρήματα και αιτούμενα καταλήγει, όταν έρθει η ώρα να μετρηθούμε, αρκούντως άδειο.
«Όλα αυτά ισχύουν για τον μαξιμαλιστικό, φωνακλάδικο αντικληρικαλισμό. Τι γίνεται με τις φωνές μεταρρύθμισης, οι οποίες λαμβάνουν υπ' όψη τους τα στοιχεία και την πραγματικότητα;» Ως ξεχωριστή «φυλή» στον δημόσιο λόγο και τις διεκδικήσεις του, δηλαδή όχι απλώς ως μεμονωμένα πρόσωπα, απλώς δεν υφίστανται! Ο λόγος είναι μάλλον προφανής: ο αντικληρικαλισμός είναι ένας φαντασιώδης αγώνας χειραφέτησης και αντίστασης βασισμένος στην αφήγηση μιας παντοδύναμης, σκοταδιστικής, σκανδαλωδώς προνομοιούχου ορθόδοξης Εκκλησίας. Εάν αυτή τελικά τυγχάνει δυνατή, αλλά όχι παντοδύναμη, συντηρητική, αλλά όχι σκοταδιστική, με ιδιαίτερη σχέση συνεργασίας, αλλά όχι σκανδαλωδώς προνομιούχος, τότε η όλη ιστορία χάνει το ενδιαφέρον της. Ο καημός είναι το μετάλλιο του αγωνιστή και το μεγαλείο της αντίστασης, οπότε αν αυτό εκλείπει ή εάν η ενασχόληση προϋποθέτει μελέτη και κάματο, πάμε γι' άλλα... Κάθε φορά που ακούγεται η κραυγή «Γίναμε Ιράν, είμαστε Τεχεράνη!», το status quo μπορεί να κοιμάται ήσυχο ότι κανείς δεν θα το προκαλέσει σε σοβαρή, άρα και επικίνδυνη, μονομαχία.


Από την Huffington Post