Σελίδες

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Ο μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος Καλαμαράς (1980-2012)




«Οι δί­και­οι έ­χουν ως ο­δη­γό την α­κε­ραι­ό­τη­τα τους» (Παρ. 11: 3.6)


π. Αν­τώ­νιος Πι­να­κού­λας
θε­ο­λό­γου συγ­γρα­φέ­α


Ε­άν στις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του '70 τύ­χαι­νε να γνω­ρί­σει κά­ποι­ος τον αρ­χι­μαν­δρί­τη Με­λέ­τιο Κα­λα­μα­ρα-Βε­λα­νι­δι­ώ­τη και πι­θα­νο­λο­γού­σε τη μελ­λον­τι­κή του στα­δι­ο­δρο­μί­α, θα τον έ­βλε­πε η­γού­με­νο σέ μο­νή του Ά­γίου Ό­ρους ή γέ­ρον­τα μι­κρό­τε­ρης συ­νο­δεί­ας στον ί­διο τό­πο. Αυ­τή τη στα­δι­ο­δρο­μί­α εί­χαν τό­τε ι­ε­ρο­μό­να­χοι σαν τον π. Με­λέ­τιο και αυ­τό προσ­δο­κού­σαν οι νε­ό­τε­ροι α­πό ό­σους τον γνώ­ρι­ζαν. Γύ­ρω α­πό προ­σω­πι­κό­τη­τες σαν τη δι­κή του άρ­χι­σαν νά συγ­κρο­τούν­ται ο­μά­δες α­πό νέ­ους άν­θρώ­πους που α­να­κά­λυ­πταν τους Πα­τέ­ρες, τον μο­να­χισμό και τη λει­τουρ­γι­κή ζω­ή. Στις ο­μά­δες αυ­τές κυ­ρι­αρ­χού­σε η α­να­νε­ω­τι­κή α­τμό­σφαι­ρα της θε­ο­λο­γί­ας που εμ­φα­νί­στη­κε με­τά την κρί­ση του ευ­σε­βι­σμού το 1960 και γι­νό­ταν λό­γος για η­συ­χα­σμό, πα­λα­μι­κή θε­ο­λο­γί­α, ά­σκη­ση και θέ­ω­ση. Με αυ­τά έ­δε­σε και η ε­πελ­θού­σα Με­τα­πο-λί­τευ­ση, που για τους νέ­ους χρι­στια­νούς ση­μα­το­δο­τού­σε το τέ­λος των ο­ρα­μά­των του ευ­σε­βι­σμού για μια εκ­συγ­χρο­νι­σμέ­νη Εκ­κλη­σί­α στα πλαί­σια του α­στι­κού πο­λι­τι­σμού. Η τελευ­ταί­α γρα­φι­κή προ­σπά­θεια δι­α­ψεύ­στη­κε κα­τά τα χρό­νια της ε­πτά­χρο­νης δι­κτα­το­ρί­ας στην Ελ­λά­δα των Ελ­λή­νων Χρι­στια­νών.

Ή­ταν τό­τε που η Ι­ε­ραρ­χί­α εί­χε βια­ίως ε­ξευ­σε­βι­στεί σε με­γά­λο πο­σο­στό και εί­χε δι­αι­ρε­θεί σε "πρε­σβυ­τέ­ρα" και "νε­ο­τέ­ρα". Στήν "πρε­σβυ­τέ­ρα" κυ­ρι­αρ­χού­σε ο τύ­πος ε­πι­σκό­που α­νώ­τε-ρου α­ξι­ω­μα­τού­χου του κρά­τους. Αυ­τό σή­μαι­νε μια πε­ρισ­σό­τε­ρο στα­τι­κή και δι­α­χει­ρι­στι­κή στά­ση των εκ­κλη­σι­α­στι­κών πραγ­μά­των μέ­σα στά κα­θι­ε­ρω­μέ­να πλαί­σια της κρα­τι­κής ι­δε­ο­λο­γί­ας, ό­πως δι­α­μορ­φώ­θη­καν α­πό τη στε­νή σχέ­ση Εκ­κλη­σί­ας και κρά­τους. Αν­τί­θε­τα στη "νε­ο­τέ­ρα", που α­πο­τε­λούν­ταν α­πό στε­λέ­χη του ευ­σε­βι­σμού, στα ί­δια πλαί­σια της κρα­τι­κής ι­δε­ο­λο­γί­ας, κυ­ρι­αρ­χού­σε ο τύ­πος ε­πι­σκό­που α­να­νε­ω­τή της εκ­κλη­σι­α­στι­κής ζω­ής, στά πλαίσια ό­μως ε­νός ξε­πε­ρα­σμέ­νου α­στι­κού εκ­συγ­χρο­νι­σμού. Ή­ταν ε­πό­με­νο της πο­ρεί­ας του ευ­σε-βι­σμού, που α­πό κί­νη­μα εκ­συγ­χρο­νι­σμού, ε­πί έ­ναν πε­ρί­που αι­ώ­να, κα­τέ­λη­ξε με­τά την πο­λι­τι-στι­κή ε­πα­νά­στα­ση του '60 σε φο­ρέ­α αν­τί­δρα­σης σε κά­θε προ­σπά­θεια α­να­νέ­ω­σης, σύ­νη­θες φαι­νό­με­νο για εκ­συγ­χρο­νι­στι­κά κι­νή­μα­τα κα­τά την εκ­πνο­ή τους. Με πρό­σχη­μα την α­πο­χου-ντο­ποί­η­ση, που πο­τέ δέν έ­γι­νε, έ­χου­με το 1974 έ­να τε­λι­κό ξε­κα­θά­ρι­σμα λο­γα­ρια­σμών με­τα­ξύ των δύ­ο ο­μά­δων, "πρε­σβυ­τέ­ρας" καί "νε­ο­τέ­ρας", που πρω­τα­γω­νί­στη­σαν κα­τά τις δύ­ο φά­σεις της δι­κτα­το­ρί­ας, υ­πέρ της "πρε­σβυ­τέ­ρας". Στη Με­τα­πο­λί­τευ­ση εγ­και­νι­ά­στη­κε α­πό το κρά­τος νέ­α εκ­κλη­σι­α­στι­κή πο­λι­τι­κή με κύ­ριο γνώ­ρι­σμα την α­δι­α­φο­ρί­α α­πέ­ναν­τι στα έκ­κλη­σι­α­στι­κά πράγ­μα­τα. Ο μει­ω­μέ­νος ρό­λος της Ι­ε­ραρ­χί­ας στον δη­μό­σιο χώ­ρο συρ­ρί­κνω­σε και το ρό­λο του μη­τρο­πο­λί­τη α­ξι­ω­μα­τού­χου του κρά­τους, ε­νώ ο α­πο­λι­θω­μέ­νος συν­τη­ρη­τι­σμός των ευ­σε­βισ-τών ποι­μέ­νων δεν έ­βρι­σκε θέ­ση στη νέ­α πο­λι­τι­κή και πο­λι­τι­σμι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

Μέ τον νέ­ο Κα­τα­στα­τι­κό Χάρ­τη του 1977 έ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε η γρα­φει­ο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση της Εκ­κλη­σί­ας, που εί­χε συν­τε­λε­στεί στον Με­σο­πό­λε­μο. Για λό­γους πο­λι­τι­κούς, κοι­νω­νι­κούς και ορ­γα­νω­τι­κούς, σε αλ­λη­λε­πί­δρα­ση και αλ­λη­λο­πε­ρι­χώ­ρη­ση, άρ­χι­σε να φαί­νε­ται η αυ­το­νόμη­ση της Ι­ε­ραρ­χί­ας τό­σο α­πό την κοι­νω­νί­α ό­σο και α­πό το εκ­κλη­σι­α­στι­κό σώ­μα. Αυ­τού του συλ­λο­γι­κού σώ­μα­τος θα εί­ναι μέ­λος ο π. Με­λέ­τιος για πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τριά­ντα χρό­νια.

Μια στα­δι­ο­δρο­μί­α σαν αυ­τή που α­να­φέρ­θη­κε στην αρ­χή δεν ή­ταν για τον π. Με­λέ­τιο. Ή σχέ­ση του με τις α­να­νε­ω­τι­κές κι­νή­σεις της ε­πο­χής δεν εί­χε α­φε­τη­ρί­α τον ευ­σε­βι­σμό και τους προ­βλη­μα­τι­σμούς που γέν­νη­σε στους κόλ­πους του η κρί­ση του 1960. Εί­χε κα­ρεί μο­να­χός στην μο­νή Βε­λα­νι­διάς της Κα­λα­μά­τας το 1954, σε έ­να α­πο­μει­νά­ρι του πα­ρα­δο­σια­κού μο­να­χι­σμού, και εί­χε μα­θη­τεύ­σει κον­τά στον α­εί­μνη­στο π. Ι­ω­ήλ Γι­αν­να­κό­που­λο, με­τα­φρα­στή της Πα­λαι-άς Δι­α­θή­κης και με­λε­τη­τή του Πα­σκάλ, του Κίρ­κεγ­κωρ και του Πα­πί­νι. Μι­λού­σε τις κύ­ρι­ες ευ­ρω­πα­ϊ­κές γλώσ­σες και στη βι­βλι­ο­θή­κη του, μα­ζί με τη Φι­λο­κα­λί­α, για την δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση της ο­ποί­ας εί­χε κο­πιά­σει δι­ορ­θώ­νον­τας τα δο­κί­μια, εί­χαν εμ­φα­νή θέ­ση τα υ­πο­μνή­μα­τα των εκ­δό­σε­ων Herder στά βι­βλί­α της Α­γί­ας Γρα­φής. Η σχέ­ση του με τους Πα­τέ­ρες φαί­νε­ται στη με­τά­φρα­ση έρ­γων του Δι­δύ­μου του Τυ­φλού1, του Μ. Βα­σι­λεί­ου2 καί του Γρη­γο­ρί­ου του Θε­ο­λό­γου (3). Προς τά τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του '70, άρ­χι­σε να με­τα­φρά­ζει τα Πρα­κτι­κά της Ε' Οι-κου­με­νι­κής Συ­νό­δου α­πό τη σω­ζό­με­νη λα­τι­νι­κή τους με­τά­φρα­ση που κυ­κλο­φό­ρη­σαν αρ­γό­τε-ρα4. Ως Μη­τρο­πο­λί­της Νι­κο­πό­λε­ως φρόν­τι­σε για την έκ­δο­ση των σχο­λί­ων του Νι­κη­φό­ρου Καλ­λί­στου Ξαν­θο­πού­λου στην Κλί­μα­κα5. Η σχέ­ση του με τη σύγ­χρο­νη θε­ο­λο­γί­α φαί­νε­ται στη με­τά­φρα­ση της Θέ­ας του Θε­ού του Βλ. Λό­σκι (6) και άρ­θρων του π. Γ. Φλο­ρόφ­σκι με τί­τλο Α­να­το­μί­α προ­βλη­μά­των πί­στε­ω­ς (7). Ο μο­να­χι­σμός, οι Πα­τέ­ρες και η λει­τουρ­γι­κή ζω­ή δεν ή­ταν για τον π. Με­λέ­τιο α­να­κά­λυ­ψη της ε­πο­χής, αλ­λά ορ­γα­νι­κή συ­νέ­χεια και προ­σω­πι­κό βί­ω­μα. Ταυ­τό­χρο­να έ­νας α­πο­λο­γη­τι­κός τό­νος και μια ε­πι­λε­κτι­κή χρή­ση των χρι­στια­νών δια­νο-ου­μέ­νων της Δύ­σης, κλη­ρο­νο­μιά του π. Ι­ω­ήλ, θα συ­νο­δεύ­ουν τη σκέ­ψη του σ’ ο­λό­κλη­ρη τη ζω­ή του.

Έ­να στοι­χεί­ο που τον ξε­χώ­ρι­ζε α­πό τους άλ­λους γέ­ρον­τες της ε­πο­χής ή­ταν η θέ­ση του στην εκ­κλη­σι­α­στι­κή γρα­φει­ο­κρα­τί­α. Α­πό το 1968 δι­ο­ρί­στη­κε γραμ­μα­τέ­ας της Ε­πι­τρο­πής ε­πί των Ε­ξω­τε­ρι­κών της Ι­ε­ράς Συ­νό­δου της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος. Ή γλωσ­σο­μά­θειά του και ι­δι-αί­τε­ρα η γνώ­ση των ρω­σι­κών, έ­παι­ξαν ε­δώ α­πο­φα­σι­στι­κό ρό­λο. Α­πό τη θέ­ση αυ­τή υ­πη­ρέ­τη­σε με συ­νέ­πεια τις δι­ορ­θό­δο­ξες και δι­α­χρι­στι­α­νι­κές σχέ­σεις της Εκ­κλη­σί­ας. Δεν υ­πήρ­ξε μό­νο δι­εκπε­ραι­ω­τής υ­πάλ­λη­λος και μέ­λος των ε­πί­ση­μων αν­τι­προ­σω­πει­ών της Εκ­κλη­σί­ας μας, αλ­λά κά­τι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Καρ­ποί αυ­τής της δι­α­κο­νί­ας του εί­ναι οι ει­ση­γή­σεις της Εκ­κλη­σί­ας μας προς τη Μέλ­λου­σα Πα­νορ­θό­δο­ξο Σύ­νο­δο γιά τό Γά­μο και τό Η­με­ρο­λό­γιο που συν­τά­χτη-καν, κα­τό­πιν α­νά­θε­σης, α­πό τον ί­διο, έ­γι­ναν α­πο­δε­κτές και εκ­δό­θη­καν α­πό την Ι­ε­ρά Σύ­νο­δο (8). 

Η έ­γνοι­α του για τις δι­ορ­θό­δο­ξες σχέ­σεις συ­νε­χί­στη­κε και με­τά τη χει­ρο­το­νί­α του σε ε­πί-σκο­πο, ό­πως φαί­νε­ται α­πό τη συμ­με­το­χή του στις Β' (1982) και Γ' (1986) προ­συ­νο­δι­κές δια­σκέ-ψεις και ει­δι­κό­τε­ρα με τη συμ­βο­λή του στη σύν­τα­ξη του ο­ρι­στι­κού κει­μέ­νου σχε­τι­κά με το θέ­μα της νη­στεί­ας. Το ί­διο συ­νέ­βη και με τη συμ­με­το­χή του στο δι­ά­λο­γο με τους Αν­τι­χαλ­κη-δο­νί­ους και τη συμ­βο­λή του στην υ­πο­γρα­φή της κα­θο­ρι­στι­κής για την πε­ραι­τέ­ρω πο­ρεί­α του Β’ Κοι­νής Δή­λω­σης (Γε­νεύ­η 1990).

Τρεις συ­νι­στώ­σες λοι­πόν κα­θο­ρί­ζουν τη στα­δι­ο­δρο­μί­α του π. Με­λε­τί­ου. Η μο­να­χι­κή του α­φι­έ­ρω­ση, η εν­τα­ξή του στον ά­γα­μο κλή­ρο της Εκ­κλη­σί­ας μας και η θέ­ση του στην εκ­κλη­σια-στι­κή γρα­φει­ο­κρα­τί­α. Ο π. Με­λέ­τιος υ­πήρ­ξε μο­να­χός, αρ­χι­μαν­δρί­της και συ­νο­δι­κός γραμ­ματέ­ας. Το να ε­κλε­γεί μη­τρο­πο­λί­της δεν εί­ναι κά­τι που πρέ­πει να ξαφ­νιά­ζει, αλ­λά πρέ­πει να κα­τα­νο­εί­ται ως συ­νέ­χεια και ορ­γα­νι­κή κα­τά­λη­ξη των πα­ρα­πά­νω συ­νι­στω­σών της στα­δι­ο­δρομί­ας των στε­λε­χών της Εκ­κλη­σί­ας μας. Οι πα­ρα­πά­νω συ­νι­στώ­σες δεν εί­χαν το ί­διο βά­ρος στη συ­νεί­δη­σή του. Το με­γα­λύ­τε­ρο εξ αυ­τών ή­ταν η μο­να­χι­κή του α­φι­έ­ρω­ση. Εί­πε ο ί­διος: «Η κο­ρυ­φαί­α και πιο ι­ε­ρή στιγ­μή στη ζω­ή ό­λων μας εί­ναι η στιγ­μή που βα­πτι­ζό­μα­στε και παίρ­νου­με τη σφρα­γί­δα του Χρι­στού. Εξ ί­σου κο­ρυ­φαί­α ι­ε­ρή στιγ­μή για μέ­να ή­ταν η η­μέ­ρα που α­φι­έ­ρω­σα τη ζω­ή μου στον Χρι­στό και έ­γι­να μο­να­χός»9.

Στη μο­να­χι­κή του α­φι­έ­ρω­ση ο π. Με­λέ­τιος έ­μει­νε πι­στός μέ­χρι τέ­λους. Προ­σευ­χή, νησ-τεί­α, α­κτη­μο­σύ­νη, μα­κριά α­πό συγ­γε­νείς, ε­σω­τε­ρι­κευ­μέ­νη α­φο­σί­ω­ση στους εκ­κλη­σι­α­στι­κούς θε­σμούς. Στη Μο­νή του πα­ρέ­μει­νε μέ­χρι την ου­σι­α­στι­κή δι­ά­λυ­σή της το 1959. Τό­τε, με τη χει­ρο­το­νί­α του σε πρε­σβύ­τε­ρο, εν­τά­χτη­κε στον ά­γα­μο κλή­ρο και δι­ο­ρί­στη­κε ι­ε­ρο­κή­ρυ­κας της Μη­τρο­πό­λε­ως Μεσ­ση­νί­ας. Ά­γα­μος κλη­ρι­κός-αρ­χι­μαν­δρί­της-ι­ε­ρο­κή­ρυ­κας εί­ναι έ­να εί­δος υβ-ρί­διο στη νε­ό­τε­ρη ι­στο­ρί­α της Εκ­κλη­σί­ας μας, που α­φο­ρά αν­θρώ­πους χω­ρίς οι­κο­γέ­νεια, μο­ναχούς χω­ρίς α­δελ­φό­τη­τα, πρε­σβυ­τέ­ρους χω­ρίς κοι­νό­τη­τα. Ί­σως πρό­κει­ται για το τρα­γι­κό­τε­ρο εκ­κλη­σι­α­στι­κό τάγ­μα. Ε­νώ δεν έ­χουν θέ­ση τα­κτι­κού ε­φη­με­ρί­ου, εί­ναι ε­ξο­πλι­σμέ­νοι μέ προ­νόμια υ­πε­ρο­χής έ­ναν­τι του έγ­γα­μου κλή­ρου. Εί­ναι υ­πο­ψή­φιοι ε­πί­σκο­ποι, αλ­λά η σχέ­ση τους με τον έ­πί­σκο­πο εί­ναι εύ­θραυ­στη, με α­πο­τέ­λε­σμα να γί­νον­ται τα πρώ­τα θύ­μα­τα κά­θε α­να­τροπής. Ε­άν λά­βει κα­νείς υ­πό­ψη του την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αυ­τής της ι­δι­ό­τη­τας, με τις κοι­νω­νι­κές και τις ψυ­χο­λο­γι­κές πα­ρα­μέ­τρους της, εί­ναι να θαυ­μά­ζει πώς ο π. Με­λέ­τιος μπό­ρε­σε, στα πά-νω α­πό εί­κο­σι χρό­νια που βρέ­θη­κε σ’ αυ­τή τή θέ­ση, να κρα­τή­σει ι­σορ­ρο­πί­ες μέ­σα του και στά­ση προς το πε­ρι­βάλ­λον του τέ­τοι­α που πο­τέ δεν φά­νη­κε σ’ αυ­τήν ά­κρι­τος ζη­λω­τι­σμός, χυ­δαί­ος φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός, α­λα­ζο­νι­κή συμ­πε­ρι­φο­ρά προ­ϊ­στα­μέ­νου, ή κα­τα­πι­ε­σμέ­νος κα­ρι­ε­ρι-σμός. Αν­τί­θε­τα, ή­ταν πάν­το­τε γε­μά­τος προ­σή­νεια, κα­τα­δε­κτι­κό­τη­τα, τα­πεί­νω­ση και α­πέ­ραντη κα­λο­σύ­νη. Α­κρι­βής τη­ρη­τής των πα­ρα­δό­σε­ων, ε­νη­με­ρω­μέ­νος, έ­τοι­μος και α­νοι­κτός σε κάθε συ­ζή­τη­ση.

Ο π. Με­λέ­τιος δεν ξε­χώ­ρι­σε στη συ­νεί­δη­ση και στην πρα­κτι­κή του πο­τέ την ι­δι­ό­τη­τα του Αρ­χι­μαν­δρί­τη α­πό ε­κεί­νην του μο­να­χού και θε­ω­ρού­σε αυ­το­νό­η­τη την ταύ­τι­σή τους. Θε­ω­ρού-σε ό­τι κλει­δί της ζω­ής του ά­γα­μου κλη­ρι­κού εί­ναι η α­σκη­τι­κή ζω­ή. Α­πό τις πρώ­τες φρον­τί­δες του ως μη­τρο­πο­λί­του ή­ταν η ί­δρυ­ση της μο­νής του Προ­φή­του Η­λιού, για την εγ­κα­τα­βί­ω­ση σ’ αυ­τήν των μα­θη­τών του που τον α­κο­λού­θη­σαν στην Πρέ­βε­ζα και ε­πι­θυ­μού­σαν να μο­νά­σουν. Τή μο­νή ε­ξό­πλι­σε με θε­σμούς για την α­πρό­σκο­πτη λει­τουρ­γί­α της σύμ­φω­να με την πα­ρά­δο-ση και της ά­φη­σε κλη­ρο­νο­μιά το "πιο τί­μιο", το α­σκη­τι­κό του ή­θος. Πα­ρα­τη­ρού­με ταυ­τό­χρο­να και συ­νέ­χει­ες της ι­δι­ό­τη­τας του ά­γα­μου κλη­ρι­κού ό­πως πα­ρα­πά­νω την α­να­φέ­ρα­με. Θά χει­ρο-το­νή­σει εκ των μο­να­χών της ε­πι­σκο­πής του κλη­ρι­κούς, θα τους χει­ρο­θε­τή­σει αρ­χι­μαν­δρί­τες και θα τους α­πο­στεί­λει ι­ε­ρο­κή­ρυ­κες. Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ό­τι α­πό τους εί­κο­σι πέν­τε μο­ναχούς της πα­ρα­πά­νω μο­νής οι μι­σοί εί­ναι αρ­χι­μαν­δρί­τες. Ο λό­γος του πε­ρί ι­ε­ρο­σύ­νης -δέν γνω­ρί­ζω αν α­κού­στη­κε κα­λύ­τε­ρος σε βά­θος και έν­τα­ση στις μέ­ρες μας- ή­ταν ου­σι­α­στι­κή ε­ξή­γη­ση της ι­ε­ρο­σύ­νης του Χρι­στού και βι­ω­μα­τι­κή έκ­φρα­ση της πι­στό­τη­τάς του σ’ αυ­τήν. Πα-ράλ­λη­λα ό­μως, ή­ταν πάν­το­τε α­σύν­δε­τος με τη συγ­κε­κρι­μέ­νη ε­νο­ρί­α και σύ­να­ξη του χει­ρο­το-νου­μέ­νου. Ή­ταν γε­νι­κός και α­ό­ρι­στος, αν­τα­πο­κρι­νό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο σε προ­ϋ­πο­θέ­σεις που υ­πάρ­χουν σε πε­ρι­ο­δεύ­ον­τα υ­πη­ρέ­τη του κη­ρύγ­μα­τος και σε κλη­ρι­κό πνευ­μα­τι­κό – κα­θο­δη­γητή ο ο­ποί­ος δέ­χε­ται αν­θρώ­πους χω­ρίς τη δι­α­με­σο­λά­βη­ση της κοι­νό­τη­τας.

Πί­στευ­ε και το δι­α­κή­ρυσ­σε ό­τι τα κα­τά και­ρούς εμ­φα­νι­ζό­με­να σκάν­δα­λα α­πό τη ζω­ή των α­γά­μων έ­χουν πη­γή την ου­σι­α­στι­κή α­θέ­τη­ση των υ­πο­σχέ­σε­ων του μο­να­χού. Χω­ρίς να αμ­φισ-βη­τή­σει κα­νείς την το­πο­θέ­τη­σή του πε­ρί α­σκη­τι­κής ζω­ής, ού­τε στο ε­λά­χι­στο, έ­χου­με τη γνώ-μη ό­τι η πα­ρα­πά­νω θε­ώ­ρη­ση της ι­ε­ρο­σύ­νης, που προ­ϋ­πο­θέ­τει μια σχε­δόν αυ­τό­νο­μη ύ­παρ­ξη του μο­να­χού-κλη­ρι­κού, έ­να εί­δος ξε­χω­ρι­στού τάγ­μα­τος, πέ­ρα α­πό τις βα­σι­κές εκ­κλη­σια­στι-κές μο­νά­δες της ε­νο­ρί­ας και της μο­νής, εί­ναι ου­σι­α­στι­κός πα­ρά­γον­τας προ­βλη­μά­των στον ά­γα­μο κλή­ρο. Η θε­σμο­ποί­η­ση του ά­γα­μου κλή­ρου της Εκ­κλη­σί­ας μας έ­χει τις ρί­ζες της στην ε­πο­χή της Τουρ­κο­κρα­τί­ας, εν­τεί­νε­ται στο νε­ο­ελ­λη­νι­κό κρά­τος και α­πο­τε­λεί το θε­μέ­λιο της γρα­φει­ο­κρα­τι­κής ορ­γά­νω­σης της Εκ­κλη­σί­ας μας. Το ση­μεί­ο έκ­φρα­σης της θε­σμο­ποί­η­σής του εί­ναι ο κα­τά­λο­γος των υ­πο­ψη­φί­ων προς αρ­χι­ε­ρα­τεί­α, στον ο­ποί­ο εγ­γρα­φό­με­νοι οι αρ­χι­μαν-δρί­τες ο­λο­κλη­ρώ­νουν την έν­τα­ξή τους σε μια συλ­λο­γι­κό­τη­τα που ό­χι μό­νο εί­ναι πέ­ρα της ε­νο­ρί­ας και της μο­νής, αλ­λά και πέ­ρα της ε­πι­σκο­πής. Η θε­σμο­ποί­η­ση αυ­τή εί­ναι α­νοι­κτό εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό πρό­βλη­μα.

Η εκ­κλη­σι­α­στι­κή ζω­ή έ­χει χρω­μα­τι­στεί βα­θιά α­πό τη γρα­φει­ο­κρα­τί­α που αν­τι­κα­τέ­στη­σε τη συ­νο­δι­κό­τη­τα. Η ε­κλο­γή των ε­πι­σκό­πων γί­νε­ται α­πό τη Σύ­νο­δο, ό­χι με βά­ση το τρι­πρό­σω-πο που κα­τά τους Ι­ε­ρούς Κα­νό­νες κα­ταρ­τί­ζε­ται εν­τός της ε­πι­σκο­πής, αλ­λά με βά­ση το τριπρό­σω­πο που κα­ταρ­τί­ζει, κα­τά πα­ρά­βα­ση πά­σης εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κής αρ­χής, το ί­διο όρ­γα­νο που κά­νει την τε­λι­κή ε­κλο­γή. Η ε­κλο­γή των ε­φη­με­ρί­ων και η συγ­κρό­τη­ση των εκ­κλη­σι­α­στι­κών συμ­βου­λί­ων και του μη­τρο­πο­λι­τι­κού γί­νον­ται α­πό τον μη­τρο­πο­λί­τη. Τα α­νώ­τε­ρα όρ­γα­να, αντί να ε­λέγ­χουν, να εγ­γυ­ών­ται και να βε­βαι­ώ­νουν τη συ­νο­δι­κό­τη­τα, έ­χουν κα­ταρ­γή­σει την ου­σι­α­στι­κή λει­τουρ­γί­α των ε­νο­ρι­ών και των ε­πι­σκο­πών. Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό αυ­τής της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας η κα­τάρ­γη­ση της κα­τά­στα­σης των ε­πι­σκό­πων και των πρε­σβυ­τέ­ρων και η αν­τι­κα­τά­στα­σή της α­πό το δι­ο­ρι­σμό, που ση­μαί­νει α­νά­θε­ση δι­οι­κη­τι­κής θέ­σης. Ο ε­πί­σκο­πος ποι­μαί­νει ο­λο­μό­να­χος, χω­ρίς πο­τέ ν’ α­κού­ει τη γνώ­μη των πρε­σβυ­τέ­ρων και χω­ρίς ν’ α­πο­βλέπει στη συμ­φω­νί­α του λα­ού. Πάν­τες έ­χουν μί­α υ­πο­χρέ­ω­ση και έ­να δι­καί­ω­μα. Υ­πα­κο­ή στο α-νώ­τε­ρο όρ­γα­νο, τό ο­ποί­ο και μπο­ρεί να κα­ταρ­γή­σει κά­θε α­πό­φα­ση του κα­τώ­τε­ρου. Ό μη­τρο-πο­λί­της μπο­ρεί να κα­ταρ­γεί τις α­πο­φά­σεις των εκ­κλη­σι­α­στι­κών συμ­βου­λί­ων και η Σύ­νο­δος ε­κεί­νες του μη­τρο­πο­λί­τη. Σύγ­χυ­ση ε­πι­κρα­τεί γύ­ρω α­πό την έν­νοι­α της υ­πα­κο­ής. Πρό­κει­ται για την εν­το­λή του Θε­ού, ή για τη δι­οι­κη­τι­κή υ­πο­χρέ­ω­ση παν­τός υ­παλ­λή­λου στον προ­ϊ­στά-με­νο του;

Ο π. Με­λέ­τιος, ό­πως έ­βλε­πε την θε­σμο­ποί­η­ση του ά­γα­μου κλή­ρου ως φυ­σι­κή έκ­φρα­ση της ι­ε­ρο­σύ­νης, με τον ί­διο τρό­πο έ­βλε­πε και τη γρα­φει­ο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση της Εκ­κλη­σί­ας. Το 1987, ό­ταν η Πο­λι­τεί­α α­πο­πει­ρά­θη­κε με τρό­πο αυ­θαί­ρε­το κά­ποι­ον εκ­δη­μο­κρα­τι­σμό της εκκ-λη­σι­α­στι­κής δι­οί­κη­σης, ο π. Με­λέ­τιος αν­τι­τά­χτη­κε, και σω­στά. Σε συ­νέν­τευ­ξή του την ε­πο­χή ε­κεί­νη, στην ε­ρώ­τη­ση: « - Τί γί­νε­ται σή­με­ρα σε άλ­λες το­πι­κές Ορ­θό­δο­ξες Εκ­κλη­σί­ες;», με­τα­ξύ άλ­λων α­πάν­τη­σε: « - Πάν­τως σε γε­νι­κές γραμ­μές σή­με­ρα στις 'Ορθόδοξες Εκ­κλη­σί­ες υ­πάρ­χει συμ­με­το­χή του λα­ϊ­κού στοι­χεί­ου στή δι­οί­κη­σή τους, που κα­θο­ρί­ζε­ται με κα­νο­νι­σμούς που ψη­φί­ζον­ται α­πό τήν Ι­ε­ραρ­χί­α, που σε τε­λι­κή α­νά­λυ­ση έ­χει τη δυ­να­τό­τη­τα α) να α­κυ­ρώ­νει τις α­πο­φά­σεις των κα­τω­τέ­ρων ορ­γά­νων, β) να δι­ο­ρί­ζει και να παύ­ει τα μέ­λη τους, και γ) να τρο-πο­ποι­εί τους σχε­τι­κούς κα­νο­νι­σμούς»10. Α­νε­πί­γνω­στα, με την α­πάν­τη­σή του έ­κα­νε πε­ρι­γρα­φή του ε­πι­κρα­τούν­τος συ­στή­μα­τος δι­οί­κη­σης, που εί­ναι το ί­διο με αυ­τό που ε­φαρ­μό­ζουν τα σο­σια­λι­στι­κάκομ­μου­νι­στι­κά κόμ­μα­τα, δη­λα­δή του δη­μο­κρα­τι­κού συγ­κεν­τρω­τι­σμού.

Ε­κεί­νο που μπο­ρεί ξε­κά­θα­ρα να δει κά­ποι­ος ή­ταν ό­τι την εκ­κλη­σι­α­στι­κή ορ­γά­νω­ση την έ­βλε­πε πάν­το­τε «πνευ­μα­τι­κά». Στήν ί­δια συ­νέν­τευ­ξη εί­πε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Η Εκ­κλη­σί­α εί­ναι κοι­νω­νί­α υ­πα­κο­ής των πάν­των στο λό­γο του Θε­ού. Και φρου­ροί της κα­θα­ρό­τη­τας του λό­γου του Θε­ού εί­ναι οι αρ­χι­ε­ρείς». Α­νε­πι­φύ­λα­κτα μπο­ρού­με να πού­με ό­τι στην πε­ρί­πτω­σή του αυ­τό ί­σχυ­ε α­πό­λυ­τα. Το ε­ξα­σφά­λι­ζε η α­κε­ραι­ό­τη­τά του, η ι­δι­ό­τη­τα ε­κεί­νη που σύμ­φω­να με τή Βίβλο εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των δι­καί­ων (Παρ. 11: 3.6 κ.ά.). Ο π. Με­λέ­τιος δεν φαί­νε­ται να εί­χε ε­πη­ρε­α­στεί α­πό τις νε­ό­τε­ρες θε­ο­λο­γι­κές θε­ω­ρή­σεις πε­ρί συ­νο­δι­κό­τη­τας. Ε­ξάλ­λου, οι τε­λευ-ταί­ες δεν άγ­γι­ξαν μέ­χρι στιγ­μής τη θε­σμι­κή ορ­γά­νω­ση της Εκ­κλη­σί­ας μας. Όν­τας αν­τι­ρο­μαν-τι­κός και ρε­α­λι­στής, δεν τον εν­δι­έ­φε­ρε μια συ­ζή­τη­ση πε­ρί συ­νο­δι­κό­τη­τας στην ο­ποί­α δεν δι­ευ-κρι­νί­ζον­ται οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις της και οι δι­α­φο­ρές της α­πό τις δη­μο­κρα­τι­κές δι­α­δι­κα­σί­ες και που ρί­χνει νε­ρό στον μύ­λο μιας θρι­αμ­βι­κής Ορ­θο­δο­ξί­α­ς11. Έ­χου­με τη γνώ­μη ό­τι η συ­ζή­τη­ση πε­ρί συ­νο­δι­κό­τη­τας πρέ­πει ν’ α­φή­σει την α­φε­λή θε­ώ­ρη­ση της εκ­κλη­σι­α­στι­κής ι­στο­ρί­ας και να ε­πι­κεν­τρω­θεί στα ση­με­ρι­νά προ­βλή­μα­τα. Μέ αυ­τό τον τρό­πο, θα κα­τα­φέ­ρει να δεί­ξει ό­τι η γρα­φει­ο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση εί­ναι α­συμ­βί­βα­στη με την εκ­κλη­σι­α­στι­κή. Η συ­νο­δι­κό­τη­τα πρέ­πει να α­πο­κτή­σει ε­κτό­πι­σμα μέ­σα στο πλή­ρω­μα της Εκ­κλη­σί­ας που θα μπο­ρέ­σει να α­πει­λή­σει και να α­να­τρέ­ψει το ι­σχύ­ον σύ­στη­μα. Δι­α­φο­ρε­τι­κά θα συ­νε­χί­ζε­ται ό,τι και μέ­χρι τώ­ρα, ο δη-μο­κρα­τι­κός συγ­κεν­τρω­τι­σμός να θρι­αμ­βεύ­ει και οι ε­ξαι­ρέ­σεις τύ­που π. Με­λε­τί­ου να εί­ναι πε­ρι­πτώ­σεις πε­φω­τι­σμέ­νης ε­πι­σκο­πεί­ας.

Ο π. Με­λέ­τιος έ­βλε­πε τα προ­βλή­μα­τα της γρα­φει­ο­κρα­τί­ας και στη σκέ­ψη του υ­πάρ­χουν τα βα­σι­κά στοι­χεί­α της συ­νο­δι­κό­τη­τας. Στην πα­ρα­πά­νω συ­νέν­τευ­ξη υ­πο­στή­ρι­ξε ο­τι: «Στην Εκ­κλη­σί­α δεν εί­χα­με πο­τέ δη­μο­κρα­τι­κές δι­α­δι­κα­σί­ες. Για­τί δεν έ­χουν ό­λα τα μέ­λη της Εκ­κλη-σί­ας "ι­σό­τυ­πη κα­τά­στα­ση"»· και «η ε­κλο­γή ι­ε­ρέ­ων και αρ­χι­ε­ρέ­ων εί­ναι υ­πευ­θυ­νό­τη­τα των ι­ε­ρέ-ων και άρ­χι­ε­ρέ­ων». Ό­ταν το 2007 εκ­δό­θη­κε άρ­θρο μας ό­που υ­πο­στη­ρί­ζε­ται ό­τι η ε­κλο­γή των ε­πι­σκό­πων κα­τά τους Ι­ε­ρούς Κα­νό­νες και τη βυ­ζαν­τι­νή νο­μο­θε­σί­α γι­νό­ταν α­πα­ραί­τη­τα κα­τό-πιν πρό­τα­σης του κλή­ρου και του λα­ού της ε­πι­σκο­πή­ς (12) και προ­τεί­νε­ται τρό­πος συμ­με­το­χής τους για σή­με­ρα, ο π. Με­λέ­τιος μας έ­γρα­ψε ό­τι ο τρό­πος πα­ρου­σί­α­σης «δεί­χνει πνευ­μα­τι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό και πνευ­μα­τι­κή πρό­σβα­ση στο θέ­μα. Δυ­στυ­χώς ό­μως το θέ­μα έ­χει μπλέ­ξει σε ά­σχη­μα γρα­νά­ζια». Πα­ρό­τι προ­ερ­χό­ταν α­πό τα σπλά­χνα της γρα­φει­ο­κρα­τί­ας και την υ­πη­ρέ-τη­σε με τα α­γνό­τε­ρα κί­νη­τρα, ο π. Με­λέ­τιος δεν γλύ­τω­σε α­πό τα ‘’­γρα­νά­ζια­’’ της ό­πως πα­ρακά­τω θά δεί­ξου­με.

Δεν θα α­σχο­λη­θού­με με την δρα­στη­ρι­ό­τη­τα του π. Με­λε­τί­ου για να α­να­δι­ορ­γα­νώ­σει τη Μη­τρό­πο­λη Νι­κο­πό­λε­ως. Η α­να­νέ­ω­ση του κλή­ρου της, η ί­δρυ­ση και ε­πάν­δρω­ση μο­νών, η α­νέ­γερ­ση κτη­ρί­ων υ­πο­δο­μής του εκ­κλη­σι­α­στι­κού έρ­γου στις πό­λεις της Μη­τρο­πό­λε­ως, η α­να­στή­λω­ση των εκ­κλη­σι­α­στι­κών μνη­μεί­ων, αλ­λά κυ­ρί­ως και πά­νω α­π’ ό­λα η α­να­νέ­ω­ση της εκ­κλη­σι­α­στι­κής ζω­ής των με­λών της το­πι­κής Εκ­κλη­σί­ας εί­ναι έ­να γι­γαν­τια­ίο έρ­γο που πρέ­πει να βρει τον ι­στο­ρι­κό του. Ξε­χω­ρι­στό κε­φά­λαι­ο πρέ­πει να α­πο­τε­λέ­σει η α­πο της εν­θρονί­σε­ώς του και ε­ξής συγ­γρα­φή, με­τά­φρα­ση και έκ­δο­ση βι­βλί­ων και έν­τυ­πων που α­πευ­θύ­νον-ταν προς τους α­πλούς πι­στούς με σκο­πό την κα­τάρ­τι­σή τους. Πρό­κει­ται για πλή­θος δη­μο­σι-ευ­μά­των γραμ­μέ­νων α­πό τον ί­διο, αλ­λά και α­πό άλ­λους κλη­ρι­κούς της μη­τρο­πό­λε­ώς του που δεί­χνουν τη με­γά­λη προ­σπά­θεια. Ού­τε ε­πί­σης θά α­σχο­λη­θού­με με τη δι­α­κο­νί­α του ως μέ­λους της Ι­ε­ραρ­χί­ας, της Δια­ρκούς Ι­ε­ράς Συ­νό­δου και των δι­α­φό­ρων συ­νο­δι­κών ε­πι­τρο­πών στις ο­ποί­ες υ­πη­ρέ­τη­σε πάν­το­τε με ευ­θύ­νη και συ­νέ­πεια. Θα προ­σπα­θή­σου­με να α­να­φερ­θού­με σε τρεις χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές πε­ρι­πτώ­σεις της πο­λι­τεί­ας του που έ­χουν γε­νι­κό­τε­ρο εν­δι­α­φέ­ρον για το μέλ­λον της εκ­κλη­σι­α­στι­κής μας ζω­ής.

Ό­πως πα­ρα­πά­νω έ­γι­νε λό­γος, ο π. Με­λέ­τιος έ­λα­βε μέ­ρος στο δι­ά­λο­γο με τις Αν­τι­χαλ-κη­δό­νι­ες Εκ­κλη­σί­ες και υ­πέ­γρα­ψε ως εκ­πρό­σω­πος της Εκ­κλη­σί­ας μας τη Β’ Κοι­νή Δή­λω­ση τό 1990. Η συμ­με­το­χή του προ­τά­θη­κε α­πό τους μέ­χρι τό­τε συμ­με­τέ­χον­τες στο δι­ά­λο­γο, ε­πει­δή ή­ταν κα­λός γνώ­στης της χρι­στο­λο­γι­κής προ­βλη­μα­τι­κής του δι­α­λό­γου και ει­δι­κό­τε­ρα της λα-τι­νι­κής θε­ο­λο­γι­κής ο­ρο­λο­γί­ας που χρη­σι­μο­ποι­εί­ται στον Τό­μο του Λέ­ον­τος, βα­σι­κού κει­μέ­νου της με­τα­ξύ Ορ­θο­δό­ξων και Αν­τι­χαλ­κη­δο­νί­ων δι­έ­νε­ξης. Κά­να­με ή­δη λό­γο ό­τι με­τέ­φρα­σε α­πό τα λα­τι­νι­κά τα Πρα­κτι­κά τής Ε’ Οι­κου­με­νι­κής Συ­νό­δου (553), με την ο­ποί­α ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε η μα­κρά και ε­πί­πο­νος δι­α­δι­κα­σί­α πρόσ­λη­ψης της Συ­νό­δου της Χαλ­κη­δό­νος (451). Δεν θα α­σχο-λη­θού­με με τις λε­πτο­μέ­ρει­ες της συμ­με­το­χής του, αλ­λά με την πρόσ­λη­ψη των δι­α­λό­γων α­πό το εκ­κλη­σι­α­στι­κό σώ­μα, την ου­σι­α­στι­κή δη­λα­δή θέ­ση των α­πο­τε­λε­σμά­των τους.

Συ­νή­θως οι δι­ά­λο­γοι γί­νον­ται α­πό κα­θη­γη­τές των θε­ο­λο­γι­κών μας σχο­λών που δι­ο­ρί­ζονται α­πό τη Σύ­νο­δο, με τη συμ­με­το­χή σπά­νια ε­πι­σκό­πων η κλη­ρι­κών κα­τώ­τε­ρων βαθ­μών. Τα πε­ρί αυ­τών (πρα­κτι­κά συ­ζη­τή­σε­ων, κοι­νές δη­λώ­σεις, ε­κτι­μή­σεις της πο­ρεί­ας τους, συ­ζη­τήσεις) δη­μο­σι­εύ­ον­ται σε ε­πί­ση­μα θε­ο­λο­γι­κά πε­ρι­ο­δι­κά, πολ­λές φο­ρές του ε­ξω­τε­ρι­κού, προ­σβάσι­μα σε λί­γους και ει­δι­κούς. Κά­ποι­α ξέ­φτια και α­πο­σπα­σμα­τι­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες γί­νον­ται γνω-στα α­πό πε­ρι­θω­ρια­κά καί λα­θρό­βια έν­τυ­πα, ό­που η εί­δη­ση δεν ξε­χω­ρί­ζει α­πό το σχό­λιο, το ο­ποί­ο τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές κα­τα­φέ­ρε­ται κα­τά του δι­α­λό­γου, οι συμ­με­τέ­χον­τες κα­ταγ­γέλ-λον­ται ως προ­δό­τες της ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ως και η ό­λη υ­πό­θε­ση πνί­γε­ται μέ­σα σέ ζό­φο ά­γνοι-ας, υ­πο­ψί­ας και α­μυν­τι­κού ορ­θο­δο­ξι­σμού. Οι συμ­με­τέ­χον­τες δεν α­παν­τούν, οι αν­τι­τι­θέ­με­νοι πάν­το­τε κα­ταγ­γέλ­λουν και το εκ­κλη­σι­α­στι­κό σώ­μα πα­ρα­μέ­νει σε α­φα­σί­α. Στε­νο­χω­ρι­έ­ται κα­νείς ό­ταν βλέ­πει αυ­τή την κα­τά­στα­ση, τό­σος κό­πος των συμ­με­τε­χόν­των να μην α­να­γνω­ρίζε­ται, αλ­λά αν­τί­θε­τα να συ­κο­φαν­τεί­ται και να κα­θυ­βρί­ζε­ται και το έρ­γο του Χρι­στού, το ο­ποί­ο υ­πη­ρε­τούν οι δι­ά­λο­γοι, να κα­τα­λή­γει στο κε­νό.

Ε­δώ ο π. Με­λέ­τιος έ­κα­νε τη δι­α­φο­ρά. Με­τά την υ­πο­γρα­φή της Κοι­νής Δή­λω­σης και α­φού δέ­χτη­κε τις πρώ­τες βο­λές, άρ­χι­σε ν’ α­παν­τά σε ό­λους. Στα ε­πί­ση­μα και ε­πι­στη­μο­νι­κά πε­ριοδι­κά, στα πε­ρι­θω­ρια­κά και λα­θρό­βια έν­τυ­πα, σε πε­ρι­ο­δι­κά πνευ­μα­τι­κής οι­κο­δο­μής και σε νεα­νι­κά, σε ε­πι­στή­μο­νες και σε ι­δι­ώ­τες. Ε­πί­σης, α­παν­τού­σε σε ε­πι­στο­λές που δε­χό­ταν, έ­δι­νε συνεν­τεύ­ξεις και συ­ζη­τού­σε. Χρη­σι­μο­ποι­ού­σε κά­θε φο­ρά τη γλώσ­σα του συ­νο­μι­λη­τή του, δεν έ­κρυ­βε τί­πο­τα και φα­νέ­ρω­νε ό­τι ο δι­ά­λο­γος εί­ναι ευ­θύ­νη της Εκ­κλη­σί­ας και του κά­θε χρι­στιανού που θέ­λει να εί­ναι, μα­θη­τής του Χρι­στού και ε­πο­μέ­νως α­γω­νιά και υ­πο­φέ­ρει για τη στέ-ρη­ση των α­δελ­φών που δεν θέ­λουν και δεν μπο­ρούν να κοι­νω­νή­σουν μα­ζί του στο Σταυ­ρό και την Α­νά­στα­σή του. Τα ε­πι­χει­ρή­μα­τά του ή­ταν α­πό τη θε­ο­λο­γί­α των Πα­τέ­ρων, τους βί­ους των α­γί­ων και την εκ­κλη­σι­α­στι­κή ι­στο­ρί­α. Άν και έ­νας κού­κος δέν φέρ­νει την ά­νοι­ξη, ο δρόμος που υ­πέ­δει­ξε ο π. Με­λέ­τιος εί­ναι ο μό­νος που μπο­ρεί να δώ­σει νό­η­μα και προ­ο­πτι­κή στους δι­ά­λο­γους της Εκ­κλη­σί­ας μας. Δι­α­φο­ρε­τι­κά θα γί­νον­ται στον α­έ­ρα, θα κα­λύ­πτουν δημό­σι­ες σχέ­σεις και ου­δέ­πο­τε θα γί­νουν δε­κτοί α­πό τα μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας μας, πα­ρα­μέ­νοντας στο πε­ρι­θώ­ριο της εκ­κλη­σι­α­στι­κής γρα­φει­ο­κρα­τί­ας και στην α­νυ­πο­λη­ψί­α των χρι­στια­νών μας.

Έ­να άλ­λο θέ­μα που α­πα­σχό­λη­σε τον π. Με­λέ­τω και τον έ­φε­ρε αν­τι­μέ­τω­πο με τους ί­διους σχε­δόν κύ­κλους ή­ταν το θέ­μα του "σφρα­γί­σμα­τος του 666-αν­τί­χρι­στου". Το πρό­βλη­μα προέ­κυ­ψε α­πό την η­λε­κτρο­νι­κή-ψη­φια­κή ορ­γά­νω­ση της α­γο­ράς και την ε­πέ­κτα­σή της σε ό­λους σχε­δόν τους το­μείς τή­ρη­σης αρ­χεί­ων και ε­πε­ξερ­γα­σί­ας στοι­χεί­ων. Πη­γή των α­νη­συ­χι­ών των "ορ­θο­δό­ξων" εί­ναι, ό­πως πάν­τα, ο συλ­λο­γι­κός ψυ­χο­λο­γι­κός α­μυν­τι­σμός, και α­φορ­μή έ­γι­ναν οι ι­δέ­ες κά­ποι­ας Mary Stewart Relfe, που άρ­χι­σαν να γί­νον­ται γνω­στές στην Ελ­λά­δα α­πό το 1981. Οι ι­δέ­ες αυ­τές συ­νο­ψί­ζον­ται στο ο­τι το χά­ραγ­μα του αν­τί­χρι­στου, το ό­νο­μα του αν­τί­χρι-στου και ο α­ριθ­μός του ο­νό­μα­τός του, το 666, αλ­λη­λο­πε­ρι­χω­ρούν­ται και ταυ­τί­ζον­ται και στο ό­τι το νέ­ο οι­κο­νο­μι­κό σύ­στη­μα συ­ναλ­λα­γών (με κομ­πι­ού­τερ και με το bar code), ει­σά­γει στη ζω­ή των αν­θρώ­πων το σφρά­γι­σμά του. Οι ι­δέ­ες αυ­τές, με τη δι­α­με­σο­λά­βη­ση κλη­ρι­κών και α­γι­ο­ρει­τών μο­να­χών, μέ­σω εν­τύ­πων, προ­κά­λε­σαν φο­βε­ρή α­να­στά­τω­ση. Στα μέ­σα της δε­κα­ε-τί­ας του 1990 τα πράγ­μα­τα πή­ραν με­γά­λες δι­α­στά­σεις. Δι­α­δη­λώ­σεις, δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες, συλ­λο­γές υ­πο­γρα­φών ή­ταν στην η­με­ρή­σια δι­ά­τα­ξη. Η ί­δια η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος α­ναγ­κά­στη­κε να εκ­δώ­σει δύ­ο εγ­κυ­κλί­ου­ς (13).

Η ου­σί­α του θέ­μα­τος εί­ναι γνω­στή και δεν έ­χει κα­μιά ση­μα­σί­α. Ση­μα­σί­α έ­χει ό­μως η αν­τι­με­τώ­πι­σή του. Η υ­πό­θε­ση δο­κί­μα­σε για τα κα­λά την αυ­το­συ­νει­δη­σί­α του πλη­ρώ­μα­τος της Εκ­κλη­σί­ας, τη σχέ­ση ευ­σέ­βειας-α­σκη­τι­κής ζω­ής με τη θε­ο­λο­γί­α και την πα­ρά­δο­ση της Εκ-κλη­σί­ας και, το κυ­ρι­ό­τε­ρο, την αυ­θεν­τί­α της εκ­κλη­σι­α­στι­κής δι­δα­σκα­λί­ας μα­ζί με την α­νά­λη-ψη ευ­θύ­νης των αρ­μο­δί­ων. Δυ­στυ­χώς, α­πο­τέ­λε­σε τη φα­νέ­ρω­ση των χει­ρό­τε­ρων. Το πλή­ρω­μα α­πο­δε­χό­ταν τις θέ­σεις ε­νός α­κραί­ου φον­τα­μεν­τα­λι­στι­κού προ­τε­σταν­τι­σμού ως ορ­θό­δο­ξες, ευ­λα­βείς κλη­ρι­κοί και χα­ρι­σμα­τού­χοι μο­να­χοί έ­γι­ναν δι­α­πρύ­σιοι κή­ρυ­κες αυ­τών των θέ­σε­ων και οι ε­πί­σκο­ποί της δέν τολ­μού­σαν προ­σω­πι­κά να αν­τι­τε­θούν για να μη χα­ρα­κτη­ρι­στούν ο­πα­δοί του σφρα­γί­σμα­τος του αν­τί­χρι­στου και μά­λι­στα εν μέ­σω προ­ε­κλο­γι­κής πε­ρι­ό­δου για την ε­κλο­γή αρ­χι­ε­πι­σκό­που.

Ο π. Με­λέ­τιος πα­ρε­νέ­βη στο πρό­βλη­μα εκ­δί­δον­τας το βι­βλί­ο του «Το χά­ραγ­μα του Αν­τίχ-ρι­στου»14, στο ο­ποί­ο δι­α­κή­ρυ­ξε με σα­φή­νεια την ορ­θό­δο­ξη θέ­ση με βά­ση την δι­δα­σκα­λί­α των Πα­τέ­ρων και τις βα­σι­κές αρ­χές της εκ­κλη­σι­α­στι­κής πα­ρα­δό­σε­ως. Χω­ρίς δι­σταγ­μό α­πο­κά­λυ­ψε την πη­γή των κα­κό­δο­ξων α­πό­ψε­ων και καυ­τη­ρί­α­σε τον τρό­πο και τις με­θό­δους πα­ρα­πλά­νη-σης του πλη­ρώ­μα­τος . Κά­νον­τας αυ­το­κρι­τι­κή σε πα­λαι­ό­τε­ρη θέ­ση του­15, α­να­λύ­ον­τας α­πλά και δι­δα­κτι­κά το θέ­μα, χω­ρίς προ­σω­πι­κές ε­πι­θέ­σεις, αλ­λά και με χι­ού­μορ, πα­ρου­σί­α­σε τη θε-ο­λο­γί­α της Εκ­κλη­σί­ας και έ­δει­ξε ό­τι τα προ­βλή­μα­τα αν­τι­με­τω­πί­ζον­ται με τη συ­νε­πή και ξε­κά­θα­ρη θέ­ση των υ­πευ­θύ­νων. Έ­γρα­φε συμ­πε­ρα­σμα­τι­κά: «Ε­ξευ­τε­λί­σα­με την μό­νη ελ­πί­δα! Την ελ­πί­δα του κό­σμου, ό­τι μπο­ρεί να βρει κον­τά στο Χρι­στό φώς. Για­τί ποι­ος άν­θρω­πος του σύ-γχρο­νου κό­σμου, που σέ­βε­ται στοι­χει­ω­δώς τον ε­αυ­τό του, θα δε­χθεί πο­τέ να πά­ρει στά σο­βα­ρά, ό­τι παίρ­νον­τας μια σο­κο­λά­τα ή μια ο­δον­τό­κρε­μα με bar code χά­νει τη σω­τη­ρί­α του; Να η πα­γί­δα, να κα­τα­φρο­νη­θεί η Εκ­κλη­σί­α! Να η πα­γί­δα, που θα κά­μει την εν Χρι­στώ σω­τη­ρί­α α­πό γλυ­κιά ελ­πί­δα γε­λοί­α και μι­ση­τή στον κό­σμο!»16. Οι αν­τί­πα­λοι α­φή­νια­σαν και του ε­πι­τέ­θη­καν προ­σω-πι­κά ο­νο­μά­ζον­τάς τον "αι­ρε­τι­κό" και "ά­γράμ­μα­το". Ε­κεί­νος α­πάν­τη­σε: «Δεν ψά­χνω να μου πουν ό­λοι μπρά­βο. Δεν ε­πέ­τρε­ψα πο­τέ στον ε­αυ­τό μου πρά­ξεις πα­ρά συ­νεί­δη­ση, για να κά­μω με­ρι­κούς νά έ­χουν κα­λή γνώ­μη γιά μέ­να. Μεί­ζων πλού­τος α­πό ό­λους τους θη­σαυ­ρούς της "Αι­γύ­πτου" (= εν προ­κει­μέ­νω α­πό κά­θε ε­πί­γεια δό­ξα καί τι­μή καί ά­πό κά­θε θώ­κο) ο ο­νει­δι­σμός του Χρι­στού»17. Και στις δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις, στον δι­ά­λο­γο με τους Αν­τι­χαλ­κη­δο­νί­ους και στο λε­γό­με­νο σφρά­γι­σμα, ο π. Με­λέ­τιος έ­δει­ξε την ευ­θύ­νη του ε­πι­σκό­που που δεν δι­στά­ζει ν’ α­να­λά­βει το κό­στος της "βρώ­μι­κης δου­λεί­ας" αν­τα­πο­κρι­νό­με­νος στις α­νάγ­κες του πλη­ρώ­ματος.

Έ­να άλ­λο θέ­μα που α­πα­σχό­λη­σε τον π. Με­λέ­τιο και έ­γι­νε α­φορ­μή συ­ζη­τή­σε­ων και αν­τε-γκλή­σε­ων εί­ναι το αί­τη­μα της λει­τουρ­γι­κής α­να­νέ­ω­σης. Α­πό­το­κο του εν­δι­α­φέ­ρον­τος για τη λει­τουρ­γι­κή ζω­ή, έ­γι­νε έ­να α­πό τα καί­ρια προ­βλή­μα­τα του εκ­κλη­σι­α­στι­κού βί­ου. Για τη λειτουρ­γι­κή α­να­νέ­ω­ση γι­νό­ταν λό­γος σε κύ­κλους θε­ο­λο­γούν­των, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να εί­χα­με και κά­ποι­ους καρ­πούς με­τα­φρα­στι­κών προ­σπα­θει­ών α­γι­ο­γρα­φι­κών και λει­τουρ­γι­κών κει­μέ­νων. Στα τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του '90, η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος συ­νέ­στη­σε ει­δι­κή ε­πι­τρο­πή που δι­ορ­γα­νώ­νει συ­νέ­δρια για την συ­ζή­τη­ση των θε­μά­των της λει­τουρ­γι­κής α­να­νέ­ω­σης. Η συ­ζή­τη­ση αυ­τή πα-ρα­μέ­νει σε α­κα­δη­μα­ϊ­κό ε­πί­πε­δο και ε­άν ε­ξαι­ρέ­σει κα­νείς τους τό­μους που πε­ρι­λαμ­βά­νουν τις ε­κά­στο­τε ει­ση­γή­σεις των κα­θη­γη­τών των θε­ο­λο­γι­κών μας σχο­λών γύ­ρω α­πό τη συγ­κρό­τη­ση της α­κο­λου­θί­ας και τις προ­τά­σεις τους για ορ­θό­τε­ρη τέ­λε­σή της, ου­δέν άλ­λο προ­σκό­μι­σε στο καί­ριο αυ­τό ζή­τη­μα. Ο π. Με­λέ­τιος κι­νή­θη­κε πέ­ρα των α­κα­δη­μα­ϊ­κών συ­ζη­τή­σε­ων και των α­κίν­δυ­νων μι­κρο­δι­ορ­θώ­σε­ων. Ξε­κι­νών­τας α­πό την α­πλή και σκλη­ρή δι­α­πί­στω­ση του ποι­μέ­να ό­τι η λει­τουρ­γι­κή γλώσ­σα εί­ναι α­κα­τα­νό­η­τη, προ­χώ­ρη­σε στο κρί­σι­μο βή­μα της με­τά­φρα­σης των πε­ζών κει­μέ­νων της θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας και των Μυ­στη­ρί­ων και την τέ­λε­σή τους στην ο­μι-λού­με­νη γλώσ­σα. Το εγ­χεί­ρη­μα έ­δει­ξε πό­σο εύ­κο­λο εί­ναι να μι­λά­ει κα­νείς για λει­τουρ­γι­κή α­να­νέ­ω­ση και πό­σο δύ­σκο­λο να την ε­φαρ­μό­ζει. Έ­δει­ξε ε­πί­σης τί αν­τί­κρι­σμα έ­χει στη συ­νεί­δηση των πι­στών μας και στη συ­νέ­πεια των υ­πευ­θύ­νων η με ά­νε­ση δι­α­τυμ­πα­νι­ζό­με­νη θέ­ση των ορ­θο­δό­ξων ό­τι δέν έ­χουν ι­ε­ρή γλώσ­σα καί ό­τι εί­ναι έ­τοι­μοι να με­τα­φρά­ζουν στις το­πι­κές γλώσ­σες τα λει­τουρ­γι­κά κεί­με­να. Αλ­λά η υ­πό­θε­ση α­νέ­δει­ξε και άλ­λες πα­ρα­μέ­τρους της εκκλη­σι­α­στι­κής ζω­ής, ό­πως το έλ­λειμ­μα συ­νο­δι­κό­τη­τας και το πλε­ό­να­σμα της γρα­φει­ο­κρα­τί­ας.

Τα ει­δι­κό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα που α­νέ­κυ­ψαν με την α­νά­λη­ψη αυ­τής της πρω­το­βου­λί­ας εί­ναι ε­άν πρέ­πει να γί­νει με­τά­φρα­ση, ποι­ός εί­ναι αρ­μό­διος γι’ αυ­τό, με ποι­ον τρό­πο θα ε­φαρ­μο­σθεί και με ποι­ον τρό­πο θα γί­νει η με­τά­φρα­ση. Το πρώ­το εί­ναι δυ­στυ­χώς το αυ­το­νό­η­το. Πρέ­πει να με­τα­φρα­στούν τα λει­τουρ­γι­κά κεί­με­να; Λες και θέ­λει πολ­λή σκέ­ψη τι πρέ­πει να κά­νου­με ό­ταν οι πι­στοί μας δεν κα­τα­νο­ούν α­πό αυ­τά που α­κού­νε πα­ρά μό­νο λέ­ξεις. Ό­ταν και οι λο­γι­ό­τε­ροι εξ αυ­τών χρει­ά­ζον­ται λε­ξι­κό για να τα κα­τα­νο­ή­σουν. Και ό­μως. Ε­πει­δή κα­νείς δεν μπο­ρεί να υ­πο­στη­ρί­ξει και να πεί­σει ό­τι η λει­τουρ­γι­κή γλώσ­σα εί­ναι κα­τα­νο­η­τή, υ­πο­στη­ρί­ζει ό­τι η με­τά­φρα­ση δεν χρει­ά­ζε­ται, α­φού το παν εί­ναι η μέ­θε­ξη και ό­χι η κα­τα­νό­η­ση. Ο π. Με­λέ-τιος α­πο­δύ­θη­κε σ’ έ­ναν α­γώ­να να ε­ξη­γή­σει τί εί­ναι μέ­θε­ξη και τί κα­τα­νό­η­ση α­κο­λου­θών­τας τη βι­βλι­κή-πα­τε­ρι­κή πα­ρά­δο­ση πε­ρί δι­α­κρί­σε­ως πνεύ­μα­τος και νο­ός ή νο­ός και δι­α­νοί­ας ή νο­ός και λό­γου ή καρ­δί­ας και νο­ός ή αι­σθή­σε­ως και πρά­ξε­ω­ς18. Χω­ρίς τη βα­σι­κή αυ­τή αν­θρω-πο­λο­γι­κή δι­ά­κρι­ση δεν μπο­ρεί να γί­νει ού­σι­α­στι­κή συ­ζή­τη­ση πε­ρί με­τά­φρα­σης των λει­τουρ­γικών κει­μέ­νων. Πά­νω σ’ αυ­τή τη δι­ά­κρι­ση, «προ­σεύ­ξο­μαι τω πνεύ­μα­τι προ­σεύ­ξο­μαι δε και τω νοι» (Α' Κορ. 14: 15), ο α­πό­στο­λος Παύ­λος οι­κο­δό­μη­σε τα πε­ρί της λο­γι­κής λα­τρεί­ας (Ρωμ. 12: 1), και ο­λό­κλη­ρη η πα­ρά­δο­σή μας τη συ­νέ­χι­σε.

Κα­τά τον π. Με­λέ­τιο, αρ­μό­διος να προ­χω­ρή­σει στη χρή­ση με­τά­φρα­σης εί­ναι ο υ­πεύ­θυ­νος ποι­μέ­νας. Έ­γρα­ψε: «Δέν έ­κα­μα πο­τέ κα­νέ­να γκά­λοπ. Τα θε­ω­ρώ α­στει­ό­τη­τες. Ο Κύ­ριος με έ­κα-με ποι­μέ­να, ό­χι πρό­βα­το. Ο Κύ­ριος με έ­κα­με κε­φα­λή, ό­χι ου­ρά. Η ευ­θύ­νη μου δεν με­τα­το­πί­ζε­ται σέ κα­νέ­ναν»19. Στο ί­διο κεί­με­νο υ­πο­στή­ρι­ξε, με συγ­κε­κρι­μέ­να πα­ρα­δείγ­μα­τα α­πό την αρ­χαί­α και νε­ό­τε­ρη εκ­κλη­σι­α­στι­κή ι­στο­ρί­α, ό­τι κα­μιά με­τά­φρα­ση της Α­γί­ας Γρα­φής ή των λει­τουρ­γι-κών κει­μέ­νων δεν έ­γι­νε με προ­η­γού­με­νη συ­νο­δι­κή α­πό­φα­ση ή έγ­κρι­ση, αλ­λά δι­α­πι­στώ­θη­κε η χρη­σι­μό­τη­τά τους και α­θό­ρυ­βα κα­θι­ε­ρώ­θη­κα­ν (20). Τη χρή­ση της με­τά­φρα­σης πρό­τει­νε στους ε­φη­με­ρί­ους της Μη­τρο­πό­λε­ως. Ε­άν κά­ποι­ος συμ­φω­νού­σε και έ­πει­θε τους ε­νο­ρί­τες του, άρ­χι­ζε η ε­φαρ­μο­γή της. Πα­ράλ­λη­λα, εί­χε εκ­δώ­σει α­πό­φα­ση σύμ­φω­να με την ο­ποί­α η α­κο­λου­θί­α γι-νό­ταν α­πό ό­λους στη γλώσ­σα που ε­φαρ­μο­ζό­ταν στη συγ­κε­κρι­μέ­νη ε­νο­ρί­α. Δη­λα­δή, η α­κο-λου­θί­α έ­πρε­πε να γί­νει σύμ­φω­να με την τά­ξη που εί­χε κα­θι­ε­ρω­θεί και ό­χι σύμ­φω­να με την προ­τί­μη­ση του κλη­ρι­κού που τυ­χόν θα προ­ΐ­στα­το, ως ι­ε­ρο­κή­ρυ­κας ή με άλ­λη ι­δι­ό­τη­τα. Την α­πό­φα­ση τη­ρού­σε και ο ί­διος και ό­ταν λει­τουρ­γού­σε σε ε­νο­ρί­α που δεν εί­χε κα­θι­ε­ρώ­σει τη με­τά­φρα­ση, λει­τουρ­γού­σε στο πρω­τό­τυ­πο. Με τον τρό­πο αυ­τό, η με­τά­φρα­ση εί­χε ε­πι­κρα­τή­σει στο έ­να τέ­ταρ­το των ε­νο­ρι­ών της Μη­τρο­πό­λε­ως. Μέ­ρη της Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας, μυ­στή­ρια και τε­λε­τές γί­νον­ταν α­πό με­τά­φρα­ση σε πε­ρισ­σό­τε­ρες ε­νο­ρί­ες και με­ρι­κά σε ό­λες.

Τα κεί­με­να με­τέ­φρα­ζε ο ί­διος, δο­κι­μά­ζον­ταν κα­τά την ε­φαρ­μο­γή τους και βελ­τι­ώ­νον­ταν. Στη δι­α­δι­κα­σί­α αυ­τή λά­βαι­ναν μέ­ρος και άλ­λοι κλη­ρι­κοί της Μη­τρο­πό­λε­ως, ε­νώ δεν υ­πάρ­χει ο­ρι­στι­κή και ε­πί­ση­μη έκ­δο­σή τους. Η με­τά­φρα­ση εί­ναι θε­ο­λο­γι­κά α­κρι­βής, γλωσ­σι­κά α­πλή και ε­ξη­γη­τι­κή, και ρέ­πει προς την πα­ρά­φρα­ση. Εν­δι­α­φέ­ρε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο για το νό­η­μα του κει­μέ­νου και ό­χι για τη μορ­φή. Χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται λα­ϊ­κό­τρο­πες εκ­φρά­σεις, α­κό­μη και α­κραί­ας μορ­φής. Προ­φα­νώς α­πη­χεί την προ­σω­πι­κή του αν­τί­λη­ψη και σκο­πεύ­ει στη συμ­με­το­χή του εκ­κλη­σι­ά­σμα­τος. Ό­λοι γνω­ρί­ζου­με ό­τι ε­δώ το θέ­μα έ­χει πολ­λές πα­ρα­μέ­τρους. Τά λει­τουρ­γι-κά κεί­με­να έ­χουν γρα­φτεί σέ δι­ά­φο­ρες χρο­νι­κές πε­ρι­ό­δους, εί­ναι σε πολ­λές γλωσ­σι­κές μορφές και πά­νω τους έ­χει κα­θί­σει το βά­ρος της ι­στο­ρί­ας, ό­πως εί­ναι φυ­σι­κό, α­πό τη συ­νε­χή χρήση και την ευ­λα­βή αν­τι­με­τώ­πι­σή τους. Η με­τά­φρα­ση των λει­τουρ­γι­κών κει­μέ­νων α­παι­τεί ευρεί­α συ­ζή­τη­ση, που θα κα­λύ­πτει ό­λες τις πτυ­χές του προ­βλή­μα­τος και θα κα­τα­λή­ξει σε "συμφω­νί­α" γύ­ρω α­πό τα βα­σι­κά προ­βλή­μα­τα. Αλ­λά πως μπο­ρεί να γί­νει η συ­ζή­τη­ση ό­ταν και μό-νο η πρό­τα­ση πε­ρί της ύ­παρ­ξης του προ­βλή­μα­τος δη­μι­ουρ­γεί α­κρα­ϊ­ες αν­τι­δρά­σεις που δεν ε­πι­τρέ­πουν καν την εκ­κί­νη­ση;

Στο ση­μεί­ο αυ­τό α­να­δει­κνύ­ε­ται η προ­φη­τι­κή στά­ση του π. Με­λε­τί­ου. Για­τί το θέ­μα της με­τά­φρα­σης των λει­τουρ­γι­κών κει­μέ­νων δεν έ­χει μό­νο τα πα­ρα­πά­νω δευ­τε­ρεύ­ον­τα προ­βλήμα­τα τα ο­ποί­α ο π. Με­λέ­τιος προ­σπά­θη­σε ν’ αν­τι­με­τω­πί­σει, αλ­λά έ­χει α­πέ­ναν­τί του έ­να ισχυ­ρό συλ­λο­γι­κό α­συ­νεί­δη­το. Αυ­τό το α­συ­νεί­δη­το οι­κο­δο­μή­θη­κε με τον χρό­νο, τις ι­στο­ρι­κές πε­ρι­πέ­τει­ες της Εκ­κλη­σί­ας μας, τη θέ­ση της στο νε­ό­τε­ρο ελ­λη­νι­κό κρά­τος, τις α­να­πλη­ρω­μα­τικές συλ­λο­γι­κές νο­ο­τρο­πί­ες που γεν­νά­ει έ­να κα­χε­κτι­κό πα­ρόν μπρο­στά σε έ­να φαν­τα­στι­κό με­γα­λει­ώ­δες πα­ρελ­θόν. Η πρό­τα­ση της με­τά­φρα­σης δεν έ­χει ν’ αν­τι­πα­λέ­ψει λο­γι­κές, αλ­λά συμ­πτώ­μα­τα του συλ­λο­γι­κού θρη­σκευ­τι­κού βί­ου. Εί­ναι τα συμ­πτώ­μα­τα που αν­τι­με­τώ­πι­σαν οι προ­φή­τες του αρ­χαί­ου Ισ­ρα­ήλ, ο ί­διος ο Χρι­στός, οι Α­πό­στο­λοι και κά­θε μάρ­τυ­ρας της εκκλη­σι­α­στι­κής πι­στό­τη­τας. Γι’ αυ­τό και η προ­φη­τι­κή στά­ση του εί­ναι η μό­νη που μπο­ρεί ν’ ο­δηγή­σει στη λύ­ση του προ­βλή­μα­τος. Συ­νέ­δρια, προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νες δι­α­δι­κα­σί­ες και σχε­τι­κές κα­νο­νι­κό­τη­τες θα βερ­νι­κώ­νουν το πα­ρελ­θόν και θα ρί­χνουν νε­ρό στο μύ­λο της α­να­πο­φα­σιστι­κό­τη­τας και, ό­πως θα πα­ρα­τη­ρού­σε ο Μάξ Βέμ­περ, ελ­λεί­ψει προ­φή­τη το ρό­λο του θα α­να-λά­βουν οι κα­θη­γη­τές με τις πα­ρα­δό­σεις τους, ως α­μει­βό­με­νοι α­πό το κρά­τος ή ως προ­νο­μιού-χοι μι­κροί προ­φή­τες χω­ρίς βέ­βαι­α α­πο­τέ­λε­σμα.

Στις 14 Α­πρι­λί­ου 2010 ο π. Με­λέ­τιος κλή­θη­κε για δι­ευ­κρι­νί­σεις πε­ρί της με­τα­φρά­σε­ως στη Δια­ρκή Ι­ε­ρά Σύ­νο­δο με­τά α­πό σχε­τι­κές α­να­φο­ρές. Με­τά τις δι­ευ­κρι­νί­σεις του η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος ε­ξέ­δω­σε α­να­κοί­νω­ση με την ο­ποί­α δή­λω­νε ό­τι εμ­μέ­νει στην τέ­λε­ση της Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας και των Ι­ε­ρών Μυ­στη­ρί­ων στο πρω­τό­τυ­πο, ό­τι α­παι­τεί­ται ά­δεια της Ι­ε­ράς Συ­νό­δου για α­νάγνω­ση κει­μέ­νων σε με­τά­φρα­ση, και κα­λού­σε σε α­να­μο­νή μέ­χρι το θέ­μα να συ­ζη­τη­θεί, να μελε­τη­θεί και να λη­φθούν α­πο­φά­σεις α­πό την Ι­ε­ραρ­χί­α. Ρη­τά στην α­να­κοί­νω­ση της ΔΙΣ α­να­φέρε­ται ό­τι: «Το θέ­μα α­πο­δε­σμεύ­τη­κε α­πό την πρα­κτι­κή που γί­νε­ται στην ι­ε­ρά Μη­τρό­πο­λη Νι-κο­πό­λε­ως και Πρε­βέ­ζης και αν­τι­με­τω­πί­στη­κε γε­νι­κά, α­πό πλευ­ράς θε­ο­λο­γι­κής, λει­τουρ­γι­κής και ποι­μαν­τι­κής». Ο π. Με­λέ­τιος συ­νέ­χι­σε να χρη­σι­μο­ποι­εί με­τά­φρα­ση ό­πως πα­ρα­πά­νω α­να-φέρ­θη­κε. Με­τά την κοί­μη­σή του, ο το­πο­τη­ρη­τής α­πα­γό­ρευ­σε τη με­τά­φρα­ση, πράγ­μα που συνε­χί­ζει ο ε­κλε­γείς δι­ά­δο­χός του, ε­πι­κα­λού­με­νοι την α­να­κοί­νω­ση της Συ­νό­δου. Σκέ­πτε­ται κανείς: Για­τί η βι­α­σύ­νη της α­πα­γό­ρευ­σης; Για­τί η βι­α­σύ­νη να α­πα­ξι­ω­θεί μια προ­σπά­θεια πολ-λών ε­τών; Για­τί δέν σκέ­φτη­καν οι α­πα­γο­ρεύ­σαν­τες τις ποι­μαν­τι­κές και ψυ­χο­λο­γι­κές συ­νέ­πει-ες της α­πα­γό­ρευ­σης σε αν­θρώ­πους που τε­λού­σαν τη λα­τρεί­α τους σε με­τά­φρα­ση πολ­λά χρό-νια; 'Αλλά και έ­να άλ­λο έ­ρώ­τη­μα: Για­τί η α­πα­γό­ρευ­ση δεν έ­γι­νε με τον τρό­πο που ε­φαρ­μόστη­κε η με­τά­φρα­ση, με συ­νεν­νό­η­ση καί συ­ναί­νε­ση; Η υ­πό της ΔΙΣ ρη­τή α­πο­δέ­σμευ­ση του θέμα­τος για τη Μη­τρό­πο­λη Νι­κο­πό­λε­ως καί Πρε­βέ­ζης κά­νει τα πα­ρα­πά­νω ε­ρω­τή­μα­τα πιο εύλο­γα.

Έ­χου­με τη γνώ­μη ό­τι ό­λα ξε­κι­νούν α­πό τη γρα­φει­ο­κρα­τι­κή αν­τί­λη­ψη του θέ­μα­τος. Μια δι­α­φο­ρε­τι­κή αν­τί­λη­ψη θα έ­βλε­πε ό­τι η υ­πό­θε­ση της με­τά­φρα­σης δέν εί­ναι δι­οι­κη­τι­κό θέ­μα και δεν αν­τι­με­τω­πί­ζε­ται με δι­οι­κη­τι­κές α­πο­φά­σεις. Εί­ναι θέ­μα που προ­ϋ­πο­θέ­τει ό­χι μό­νο την αυ­το­συ­νει­δη­σί­α της Εκ­κλη­σί­ας, αλ­λά και τις συλ­λο­γι­κές νο­ο­τρο­πί­ες στη δι­α­δι­κα­σί­α του πο­λι-τι­σμού. Α­κό­μη και δευ­τε­ρεύ­ον­τα θέ­μα­τα, ό­ταν εμ­πί­πτουν στην πα­ρα­πά­νω κα­τη­γο­ρί­α, δεν ρυθ­μί­ζον­ται δι­οι­κη­τι­κά. Για πα­ρά­δειγ­μα, η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος με α­πο­φά­σεις της τα έ­τη 1882 καί 18 83 α­πα­γό­ρευ­σε την πε­ρι­φο­ρά ε­πι­τα­φί­ων πέ­ρα του να­ού ­22. Με πα­ρό­μοι­ες α­πο­φά­σεις προ του 1865, του 1865 και του 1990 α­πα­γό­ρευ­σε τον ε­πι­τά­φιο ύ­μνο στην Κοί­μη­ση της Θε­ο­τό­κου­ 23. Δεν δι­α­νο­εί­ται βέ­βαι­α κα­νείς να τε­λέ­σει την α­κο­λου­θί­α της Με­γά­λης Πα­ρα­σκευ­ής χω­ρίς πε­ρι­φο-ρά του ε­πι­τα­φί­ου. Αλ­λά και η δεύ­τε­ρη α­πα­γό­ρευ­ση δεν α­πέ­τρε­ψε τη συ­νή­θεια ό­που έ­χει ε­πικ-ρα­τή­σει. Ε­άν ε­ξαι­ρέ­σου­με την πε­ρί­πτω­ση του π. Με­λε­τί­ου θα πα­ρα­τη­ρή­σου­με ό­τι τέ­λε­ση της Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας α­πό με­τά­φρα­ση γί­νε­ται με­μο­νω­μέ­να και α­πό άλ­λους ε­πι­σκό­πους και πρε-σβυ­τέ­ρους, ό­πως ε­πί­σης και μυ­στή­ρια, α­νά­γνω­ση κει­μέ­νων και ευ­χών. Τό θέ­μα έ­χει α­νοί­ξει και ας ελ­πί­σου­με ό­τι στο μέλ­λον η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος θα φρον­τί­σει με θε­τι­κές ε­νέρ­γει­ες στη προ­ώ-θη­ση της λει­τουρ­γι­κής α­να­νέ­ω­σης.

 Ό­πως η λει­τουρ­γι­κή α­να­νε­ω­τι­κή προ­σπά­θεια του π. Με­λε­τί­ου μπλό­κα­ρε στα γρα­νά­ζια της γρα­φει­ο­κρα­τί­ας, στα ί­δια γρα­νά­ζια μπλό­κα­ρε και η δι­α­δο­χή του. Σύμ­φω­να με την κα­νονι­κή πα­ρά­δο­ση, δύ­ο ό­ροι εί­ναι α­πα­ραί­τη­τοι για την έγ­κυ­ρο έ­κλο­γή. Οι υ­πο­ψή­φιοι πρέ­πει να εί­ναι μέ­λη του κλή­ρου της μη­τρο­πό­λε­ως και το τρι­πρό­σω­πο πρέ­πει να κα­ταρ­τι­σθεί εν­τός της μη­τρο­πό­λε­ως με ψη­φί­σμα­τα των πρε­σβυ­τέ­ρων και των πρώ­των της πό­λε­ως. Υ­πάρ­χει μά­λιστα πρό­βλε­ψη για την πε­ρί­πτω­ση που η μη­τρό­πο­λη δεν εί­χε υ­πο­ψη­φί­ους ή δεν προ­έ­βαι­νε σε πρό­τα­ση­24. Δυ­στυ­χώς αυ­τά δεν ι­σχύ­ουν σή­με­ρα και η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος ε­κλέ­γει τους μη­τρο­πο­λίτες χω­ρίς να εί­ναι υ­πο­χρε­ω­μέ­νη να τη­ρεί τους πα­ρα­πά­νω ό­ρους. Ή­δη ά­να­φέ­ρα­με πως υ­ποψή­φιοι για κά­θε χη­ρεύ­ου­σα μη­τρό­πο­λη εί­ναι ά­παν­τες οι εγ­γε­γραμ­μέ­νοι στον κα­τά­λο­γο προς αρ­χι­ε­ρα­τεί­α και ό­χι μό­νο οι κλη­ρι­κοί της μη­τρο­πό­λε­ως. Ε­πί­σης η μη­τρό­πο­λη που έ­χει χη­ρέ­ψει δεν μπο­ρεί να προ­τεί­νει υ­πο­ψη­φί­ους. Αυ­τό γί­νε­ται συ­νή­θως για κά­θε μη­τρό­πο­λη που χη­ρεύ­ει και δεν θα χρει­α­ζό­ταν κα­νέ­νας σχο­λια­σμός ε­άν δεν συ­νέ­βαι­νε η μη­τρό­πο­λη Νι­κο­πό­λε­ως να έ­χει πολ­λούς υ­πο­ψη­φί­ους. Μα­ταί­ως οι κλη­ρι­κοί της «ψη­φί­σμα­τα ε­ποί­η­σαν» και μα­ταί­ως οι «πρώ­τοι της πό­λε­ως», βου­λευ­τές και δη­μο­τι­κοί άρ­χον­τες, έ­κα­μαν πα­ρα­στά­σεις και εκ­κλή­σεις στους αρ­μο­δί­ους. Η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος α­κο­λού­θη­σε την πά­για τα­κτι­κή της και έ­ξέ­λε­ξε μη­τρο­πο­λίτη εκ του γε­νι­κού κα­τα­λό­γου, ε­νώ θα μπο­ρού­σε νο­μί­μως να ε­κλέ­ξει εκ των υ­πο­ψη­φί­ων της μη­τρο­πό­λε­ως. Ε­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε με αυ­τόν τον τρό­πο ό­τι η γρα­φει­ο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση της Εκκ-λη­σί­ας μας δεν ε­πι­τρέ­πει τη λει­τουρ­γί­α εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κών κρι­τη­ρί­ων.

Ποι­ά εί­ναι η κλη­ρο­νο­μιά του π. Με­λε­τί­ου; Θα έ­λε­γε κα­νείς με βά­ση τα πα­ρα­πά­νω ό­τι οι προ­σπά­θει­ες του α­πέ­τυ­χαν. Ο δι­ά­λο­γος με τους Αν­τι­χαλ­κη­δό­νιους πα­ρα­μέ­νει στά­σι­μος. Η φα­σα­ρί­α για τον αν­τί­χρι­στο έ­χει κο­πά­σει, αλ­λά ό­χι ε­πει­δή ε­πι­κρά­τη­σαν οι α­πό­ψεις του. Η τέλε­ση της Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας α­πό με­τά­φρα­ση α­πα­γο­ρεύ­τη­κε στη μη­τρό­πο­λη του. Η υ­πο­ψη­φιότη­τα του κλη­ρι­κού που προ­τά­θη­κε α­πό τους πρε­σβυ­τέ­ρους της μη­τρο­πό­λε­ως του για τη διαδο­χή του συν­τρί­φτη­κε. Σκό­νη στον ά­νε­μο λοι­πόν; Σε έ­να τέ­τοι­ο συμ­πέ­ρα­σμα θα κα­τα­λή­γα­με ε­άν σκε­φτό­μα­στε χω­ρίς να εί­μα­στε μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας. Ε­άν δη­λα­δή δεν βλέ­πα­με την προ-φη­τι­κή δι­ά­στα­ση του π. Με­λε­τί­ου. Κα­νέ­νας γνή­σιος προ­φή­της δεν α­πέ­βλε­ψε σε τί­πο­τε πε­ρισ-σό­τε­ρο α­πό το να κο­μί­σει έ­να μή­νυ­μα. Και κα­νε­νός προ­φή­τη η πο­ρεί­α δεν ή­ταν ε­πι­τυ­χής στα μά­τια των αν­θρώ­πων. Για τον ί­διο τον Χρι­στό έ­χει γρα­φτεί: «Τον α­γνο­ή­σα­με, σα να ‘ταν έ­να τί­πο­τα, του δώ­σα­με την κα­τα­φρό­νια μας, κι ε­κτί­μη­ση ού­τε μια στά­λα» (Ήσ. 53: 3). Ό π. Με­λέ­τιος δεν ά­φη­σε για κλη­ρο­νο­μιά τί­πο­τε χει­ρο­πια­στό και με­τα­βι­βά­σι­μο σύμ­φω­να με τους νό­μους. Σάν άλ­λος πα­τριά­ρχης Ι­α­κώβ μοί­ρα­σε στο ποί­μνιο του και στους μα­θη­τές του τις ε­παγ­γε­λί­ες του Θε­ού. Ό­πως ε­κεί­νος στην Αί­γυ­πτο, μα­κριά α­πό τη γη της Ε­παγ­γε­λί­ας, ξέ­νος και πά­ροι-κος, κά­λε­σε τους γιούς του για να τους α­ναγ­γεί­λει τον ερ­χο­μό του Χρι­στού (Γεν. 49,10), με τον ί­διο τρό­πο και ο π. Με­λέ­τιος με τη ζω­ή του κά­λε­σε ό­σους του εμ­πι­στεύ­τη­κε ο Θε­ός να μεί­νουν πι­στοί σ’ αυ­τό που έ­μα­θαν κον­τά του.

Έ­λε­γε: «Ό­ταν πή­γα στο μο­να­στή­ρι (1954, Βε­λα­νι­διά Κα­λα­μά­τας), α­σκή­τευ­ε ε­κεί ο π. Πο­λύ­καρ-πος ο ο­ποί­ος έ­γι­νε κα­λό­γη­ρος με­τά που πέ­θα­νε η γυ­ναί­κα του. Τα πρώ­τα χρό­νια κα­τά­φερ­νε και δι­ά­βα­ζε την α­κο­λου­θί­α. Αρ­γό­τε­ρα δέν μπο­ρού­σε». Τόν ρω­τή­σα­με: «Δεν έ­βλε­πε; Εί­χε πρό­βλη­μα με τα μά­τια του;» «Ό­χι», α­πάν­τη­σε, «αλ­λά ό­ταν έ­φτα­νε στο Πι­στεύ­ω του Με­σο­νυ­κτι­κού και στο ση­μεί­ο "…τον δι’ η­μάς τους αν­θρώ­πους και δια την η­με­τέ­ραν σω­τη­ρί­αν κα­τελ­θόν­τα...", σκε­φτό­ταν την φι­λαν­θρω­πί­α του Θε­ού, ερ­χό­ταν σε κα­τά­νυ­ξη και πλημ­μύ­ρι­ζαν τα μά­τια του δάκρυ­α. Έ­χα­νε τη σει­ρά και άρ­χι­ζε πά­λι α­πό την αρ­χή. Με­τά α­πό μί­α, δύ­ο φο­ρές οι πα­τέ­ρες του έ­λε­γαν: "Έ­λα στήν ά­κρη, πά­τερ Πο­λύ­καρ­πε, για να τε­λει­ώ­σου­με κά­πο­τε την α­κο­λου­θί­α"»

Ξέ­ρου­με ό­λοι τί ση­μα­σί­α έ­χει αυ­τό που θέ­λου­με να θυ­μό­μα­στε, αυ­τό που κρα­τά­με συ­νεχώς στη μνή­μη μας. Σ’ αυ­τό που θέ­λου­με να δι­η­γού­μα­στε εν­τάσ­σου­με τον ε­αυ­τό μας και γι-νό­μα­στε μέ­ρος της α­φή­γη­σης. Σ’ αυ­τή τη με­γά­λη α­φή­γη­ση, της ε­ναν­θρώ­πη­σης του Θε­ού, του μυ­στη­ρί­ου του Χρι­στού, ή­ταν ορ­γα­νι­κά εν­ταγ­μέ­νος ο π. Με­λέ­τιος και αυ­τό ά­φη­σε κλη­ρο­νομιά στο ποί­μνιο του και στους μα­θη­τές του. «Σχοί­νι­σμα κλη­ρο­νο­μιάς Ι­α­κώβ».


    
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. Πε­ρί του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος (Α­πό αρ­χαί­α λα­τι­νι­κή με­τά­φρα­ση), Β. Ρη­γό­που­λος, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1973.
2. Ε­πι­στο­λαί 31-55, 105-196, 301-366, Κα­τά Ευ­νο­μί­ου, Πε­ρί του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, στη σει­ρά «Ά­παν­τα των Α­γί­ων Πα­τέ­ρων», τόμ. 2, 4, 5, 8, 9, 10, Α­θή­ναι 1972-1976.
3. Θε­ο­λο­γι­κοί Λό­γοι, «Ά­παν­τα των Α­γί­ων Πα­τέ­ρων», τόμ. 1, Α­θή­ναι 1976.
4. Η Πέμ­πτη Οι­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος, Α­θή­ναι 1985.
5. Ε­ξή­γη­σις σύν­το­μος εις την Κλί­μα­κα του Ι­ω­άν­νου, Πρέ­βε­ζα 2002.
6. Β. Ρη­γό­που­λος, θεσ­σα­λο­νί­κη 1973.
7. Β. Ρη­γό­που­λος, θεσ­σα­λο­νί­κη 1977. 8. Τα κω­λύ­μα­τα του γά­μου και Το η­με­ρο­λο­για­κόν ζή­τη­μα, Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος, Α­θή­ναι 1971.
9. Συ­νέν­τευ­ξη στην ε­φη­με­ρί­δα Νι­κό­πο­λη της Πρέ­βε­ζας, 20.5.2000.
10. Συ­νέν­τευ­ξη στη ε­φη­με­ρί­δα Χρι­στι­α­νι­κή, 28-5-1987
11. Βλέ­πε και το άρ­θρο μας «Η συ­νο­δι­κό­τη­τα εν­τός της ε­πι­σκο­πής στην Εκ­κλη­σί­α της Ελ­λά­δος σή­με-ρα», θε­ο­λο­γί­α 80.2 (2009), σσ. 151-172.
12. Ψή­φω κλή­ρου και λα­ού, έκδ. Εν πλω, Α­θή­να 2007.
13. Με α­ριθ­μό 1097/7-4-97, και με α­ριθ­μό 445/9-2-98. Αι Συ­νο­δι­καί Εγ­κύ­κλιοι, τόμ. Ζ', Α­πο­στο­λι­κή Δι­α­κο­νί­α, Α­θή­ναι 2006, σσ. 47 κ.έ. και σσ. 87 κ.έ.
14. Πρέ­βε­ζα 1997. Το βι­βλί­ο έκ­δό­θη­κε άλ­λες δύ­ο φο­ρές, τό 1998 καί τό 2011. Οι πα­ρα­πομ­πές γί­νον­ται στη δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση ε­πει­δή εί­ναι εμ­πλου­τι­σμέ­νη με πα­ραρ­τή­μα­τα και α­παν­τή­σεις του συγ­γρα­φέ­α.
15. Τό Χά­ραγ­μα, σ. 203.
16. "Ο.π., σ. 194.
17. "Ο.π., σ. 240.
18. ‘’Μέθεξη ή κα­τα­νό­η­ση;’’, Πρέ­βε­ζα 2011. Πρό­κει­ται για βι­βλί­ο ό­που ο π. Με­λέ­τιος, ό­πως και με ‘’Το Χά­ραγ­μα του Αν­τί­χρι­στου­’’, προ­σπα­θεί να α­παν­τή­σει στους αν­τι­τι­θέ­με­νους στη με­τά­φρα­ση.
19. «Πε­ρί με­τα­φρά­σε­ων των λει­τουρ­γι­κών κει­μέ­νων α­νοι­χτή ε­πι­στο­λή σε α­δελ­φό αν­τιρ­ρη­σί­α», Σύ­να­ξη 112 (2009), σ. 103.
20. Ό.π., σσ. 104-105.
21. Η ε­πι­στή­μη ως ε­πάγ­γελ­μα, μτφρ. Μ. Κυ­πραί­ου, Πα­πα­ζή­σης, 'Αθήνα 1989, σ. 124.
22. Εγ­κύ­κλιοι της 12-5-1882 και της 14-3-1883, Αρ­χι­μι. Σ. Γι­αν­νο­πού­λου, Συλ­λο­γή των εγ­κυ­κλί­ων της Ι­ε­ρας Συ­νό­δου της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος, Α­θή­ναι 1901, σσ. 619-620.
23. Εγ­κύ­κλιος της 21-4-1865, ο.π., σ. 608, και της 6-6-1990, A­ι Συ­νο­δι­καί Εγ­κύ­κλιοι, τόμ. ΣΤ', Α­πο­στο­λι­κή Δι­α­κο­νί­α, Α­θή­ναι 2001, σ. 401.
24. Πρά­ξεις φ' καί ι γ' της Δ’ Οι­κου­με­νι­κής Συ­νό­δου.




Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Ο αγ. Ιωάννης ο Χρυσοστόμος




Ο αγ. Ιωάννης ο Χρυσοστόμος γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας το 354 μΧ. από τον Σεκοϋνδο, πού ήταν ανώτερος αξιωματικός του στρατού της Συρίας, και την Ανθούσα, «υιός γεγονώς των διαπρεψάντων ευγενώς παρά τη τάξει του στρατηγού της Συρίας». Ο πατέρας του πέθανε λίγο χρόνο μετά την γέννησί του, η δε μητέρα του, μόλις εικοσάχρονη τότε, αφοσιώθηκε στην ανατροφή του παιδιού της με ιδιαίτερη επιμέλεια. Η φρόνησις και η αρετή της Ανθούσης μαρτυρείται και από τον θαυμασμό του διακεκριμένου διδασκάλου του υιού της, του Λιβανίου, ο όποιος, αν και ειδωλολάτρης, όταν την γνώρισε εξεπλάγη από την σωφροσύνη της και ανεφώνησε: «Βαβαί, οίαι γυναίκες παρά χριστιανοίς είσιν».


Ο Ιωάννης διακρίθηκε μεταξύ των μαθητών της Σχολής και θαυμαζόταν για την σπάνια καλλιέπεια και την πλούσια ευγλωττία του. Την μόρφωσί του ολοκλήρωσε με την σπουδή της φιλοσοφίας και της ρητορικής και πολύ γρήγορα εμφανίστηκε στα δικαστήρια ως συνήγορος, αποκτώντας ασυναγώνιστη φήμη. Οι κύκλοι των λογίων προσέτρεχαν να παρακολουθήσουν τους ρητορικούς του αγώνες, επιθυμώντας να ακούσουν τον «απαράμιλλον αριστέα του δικανικού βήματος».   Όμως, ο Χρυσόστομος ήταν μια ψυχή πού βαθιά αγαπούσε τον Χριστό και την Εκκλησία Του.   Εγκατέλειψε, λοιπόν, την λαμπρή σταδιοδρομία του συνηγόρου και περιεβλήθη τον ταπεινό τρίβωνα του μοναχού, για να διακονήση τώρα την Εκκλησία, με τα τάλαντα πού του χάρισε ο Θεός και τα όποια εξαιρετικώς αξιοποίησε. Αφοσιώθηκε τότε στην προσευχή, την μελέτη των Γραφών και την άσκησι, συγχρόνως δε εμαθήτευσε στην ερημιτική ζωή, πλησίον αγίων αναχωρητών, οι όποιοι εμόναζαν εις τα πέριξ υψηλά της Αντιοχείας.

Σε ηλικία 34 ετών χειροτονήθηκε διάκονος και ασχολήθηκε με την διδαχή και την συγγραφή πραγματειών. Γρήγορα ο Ιωάννης κυριάρχησε στην πνευματική ζωή της πόλεως, ιδιαιτέρως με το διαλεκτικό του τάλαντο, με την ρητορική του ικανότητα και τον επιχειρηματικό του λόγο. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος σε ηλικία 40 ετών και ύστερα από δωδεκαετή ιερατική διακονία στην Αντιόχεια, το έτος 397 ανήλθε στον Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Ο βίος του υπήρξε πολυτάραχος, διότι εστερείτο της «ελαστικότητας» έναντι των αρχόντων και της προσαρμοστικότητας έναντι των κέντρων εξουσίας της εποχής του. Αρχιεράτευσε στην Κωνσταντινούπολι εννέα χρόνια και επτά μήνες, εκοιμήθη δε στα Κόμανα του Πόντου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 407, οδεύοντας μαρτυρικώς προς τον τόπο της εξορίας του, την Πιτυούντα, στα παράλια του Ευξείνου Πόντου. Οι λόγοι, «Δόξα τω θεώ πάντων ένεκεν» εσφράγισαν την πολυκύμαντη ζωή του, μια ζωή προσφοράς και θυσίας, πού τον ανέδειξε όχι μόνον απαράμιλλο ομιλητή του εκκλησιαστικού άμβωνος, αλλά και απαράμιλλο εργάτη και εμπευστή του εκκλησιαστικού και κοινωνικού έργου.



Το συγγραφικό του έργο είναι εκτεταμένο και πολύπτυχο. Μεταξύ των άλλων, συνέγραψε δύο παιδαγωγικές πραγματείες, με σπουδαιότερη την «Περί Κενοδοξίας και Ανατροφής των τέκνων». Σε όλο του το έργο, όμως, διάσπαρτες υπάρχουν πολυάριθμες παιδαγωγικές γνώμες, οι όποιες καλύπτουν όλες τις πτυχές των μεγάλων προβλημάτων της αγωγής. Εύστοχα διατυπώθηκε η εκτίμησις, ότι ο μαρτυρικός Ιεράρχης επέδρασε δια μέσου των αιώνων και επιδρά και θα συνέχιση να επιδρά και στο μέλλον «τόσο πολύ στα ήθη των ανθρώπων, όσο κανένας άλλος παιδαγωγός στον κόσμο», με εξαίρεσι τον Θεάνθρωπο Κύριο μας και τον απόστολο Παύλο.


Από τις παιδαγωγικές ιδέες αυτού του μεγάλου Πατρός και χριστιανού Παιδαγωγού θα επιχειρήσουμε μια μικρή σταχυολόγηση με την ευκαιρία της μνήμης του για να ακούσουμε, για λίγο έστω, την φωνή του οικουμενικού τούτου διδασκάλου.

Για τον ιερό Χρυσόστομο, η αγωγή είναι «τέχνη, έργο δυσκολώτερο από οποιοδήποτε άλλο. Γιατί, τί μπορεί να συγκριθή με την προσπάθεια να καλλιεργή κανείς την ψυχή του νέου και την διάνοια του»; 



Δεν είναι ούτε εύκολο ούτε απλό το έργο της αγωγής. Τριπλό είναι, λέει ο χρυσορρήμων Πατήρ. Η πρώτη φροντίδα είναι η απαλλαγή από την κακία, η δεύτερη άφορα την πρόσκτησι της αρετής και η τρίτη την διαφύλαξί της. Αυτό το τελευταίο θέλει πολύ κόπο, «και πολλού δει μάλιστα πόνου».


Ένα έργο δύσκολο, όπως είναι η αγωγή των παιδιών, υπάρχει ο κίνδυνος να καταβάλη την αντοχή και να εξαντλή την υπομονή του κοπιάζοντας. Ενδέχεται μάλιστα να τον εξώθηση και στην οργή. Αλλά το έργο της αγωγής μοιάζει με την ιατρική φροντίδα. «Πρέπει να σπεύδουμε να θεραπεύουμε και όχι να οργιζόμαστε και να αγανακτούμε. Γιατί και ο γιατρός, όταν διαπίστωση ότι δεν υποχωρεί το νόσημα, δεν παραιτείται, ούτε δυσανασχετεί, αλλά τότε περισσότερο προετοιμάζεται για την ευσέβεια και την θεραπεία». Η αγωγή πρέπει να ασκείται με πολλή επιμέλεια. Γιατί, «όπως ακριβώς, όταν παραμελή κανείς το χωράφι του, βγάζει αγριόχορτα, όταν όμως καλλιεργήται με επιμέλεια, παράγει ώριμο καρπό, έτσι και η ψυχή του άνθρωπου, όταν μένη αδούλευτη γεννάει αγκάθια παραπτωμάτων, ενώ εκείνη πού βρίσκεται κάτω από φροντίδα επιμελή, δίνει πλούσιο τον καρπό της αρετής.

Η αγωγή δεν άφορα μόνο τον νου του ανθρώπου, αλλά κυρίως την ψυχή, πού είναι ο πραγματικός θησαυρός του ανθρώπου. Γι' αυτό, ιδιαίτερα μάλιστα οι γονείς, πού πολλαπλώς είναι πρώτοι δάσκαλοι του παιδιού, πρέπει να έχουν κατά νουν πώς η μόρφωσις της ψυχής του παιδιού είναι το σπουδαιότερο και το αναγκαιότερο έργο τους. Υπογραμμίζει, λοιπόν, ο σοφός Πατήρ: «Δεν διαμορφώνεις χρυσά σκεύη, αλλά την ψυχή, πού είναι πολυτιμότερη από οποιοδήποτε χρυσό σκεύος διαμορφώνεις, όπως ακριβώς ο χαλκουργός το σκεύος».



Είναι, αλήθεια, ότι ιδιαίτερα σήμερα, πού διακατεχόμαστε όλοι από την υλιστική νοοτροπία «του έχειν» και όχι «του είναι», η παρεχόμενη αγωγή, και της οικογενείας και του σχολείου, έγινε μονομερής. Παραθεωρούμε την αγωγή της ψυχής και επιδιώκουμε να μετατρέψουμε τα παιδιά μας σε δεξαμενές γνώσεων. Κανείς δεν θα υποβίβαζε την σημασία της γνώσεως, αν δεν περιθωριοποιούσαμε τον ανθρωπιστικό της χαρακτήρα. Ο ιερός Πατήρ μας συστήνει να μην καλλωπίζουμε τα παιδιά με εξωτερικά στολίδια και πολυτέλεια, αλλά ικετεύει, παρακαλεί, εξορκίζει: «πριν από όλα τα άλλα έργα σας, να φροντίζετε την αγωγή των παιδιών σας... Ανάθρεψε το παιδί σου με τέτοιον τρόπο, ώστε να γίνη αθλητής του Χριστού...και δίδαξε το να είναι ευλαβές από την παιδική του ηλικία...».


Η αγωγή, χωρίς να περιφρονή τον έξω άνθρωπο, έχει στόχο τον έσω. Δεν πρέπει, λοιπόν, να είναι επιφανειακή και επιπόλαιη. «Δεν πρέπει να κόβουμε μόνον την κορυφή των βλαβερών ζιζανίων (των παθών), γιατί όταν μένουν οι ρίζες τους στο χώμα, αναπτύσσονται και πάλι, αλλά πρέπει να βγάζουμε τις ρίζες τους, πού είναι βαθιά στο χώμα, και να τις εκθέτουμε γυμνές στις καυτές ακτίνες του ήλιου, για να ξεραθούν εύκολα».

Πολλές είναι οι φροντίδες των γονέων για την σωματική υγεία του παιδιού, πολλοί οι κόποι και οι θυσίες και μεγάλη ή μεριμνά τους να μην λείψη από το παιδί τους κανένα από τα θεωρούμενα ως αγαθά. Σ' αυτήν την ηλικία, επιμένει ο ιερός Πατήρ, πρέπει να επιμελούμεθα της αγωγής του, διότι όσο είναι μικρό είναι και εύπλαστο, διαμορφώνεται ο χαρακτήρας του. Όταν, όμως, δεν αξιοποιήσουμε τα παιδικά του χρόνια, μεγαλώνοντας γίνεται δύσκαμπτο στο καλό. «Αν οι καλές διδασκαλίες εντυπωθούν στην ψυχή του παιδιού, όταν ακόμη είναι τρυφερή, κανείς δεν μπορεί να τις αφαίρεση...Επωφελήσου αυτήν την κατάστασι όπως πρέπει. Σύ πρώτος θα απόλαυσης τους αγαθούς καρπούς ...Κοπιάζεις για το συμφέρον σου, για τον εαυτό σου...». Και ακόμη, ο σωστός παιδαγωγός πρέπει να συνδυάζη την επιείκεια με την αυστηρότητα, χωρίς να λησμονή το «μέτρο», «Όπως στο άλογο πού τρέχει προς τον γκρεμό, βάζουμε χαλινάρι στο στόμα, το συγκρατούμε με δύναμι και το μαστιγώνουμε πολλές φορές, για να το σώσουμε, έτσι και το επαναστατημένο παιδί, δεν το αφήνουμε ελεύθερο και ασύδοτο, αλλά χρησιμοποιούμε αντί για χαλινάρι την αυστηρότητα και την τιμωρία, για να το συγκρατήσουμε στο δρόμο προς τον γκρεμό και να το σώσουμε».



Ποια, όμως, είναι η «σωστή» αγωγή; Επιγραμματικά θα λέγαμε πώς ο ιερός Πατήρ θεωρεί σωστή αγωγή εκείνην, πού σκοπό έχει να οδήγηση τους νέους στην Θεογνωσία. «Δια πάντων εις θεογνωσίαν κελεύειν άγειν αυτούς» (τους παίδας). Αυτό αποτελεί εγγύησι για το μέλλον τους, το εγγύς και το αιώνιο.


Ας ευχόμαστε, οι παιδαγωγικές συμβουλές του μεγάλου Πατρός, να γίνουν ο καθημερινός πρακτικός οδηγός των γονέων κυρίως, ώστε να είναι καλλίκαρπος και πολύκαρπος ο αγώνας τους

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ





Μαζί με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ εορτάζεται και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Πολλές είναι οι επεμβάσεις και οι ευεργεσίες του τόσο στην Παλαιά Διαθήκη, όσο και στη Καινή Διαθήκη. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ήταν αυτός που παρουσιάστηκε στον Δανιήλ και εξήγησε το όραμα που είδε περί των βασιλέων Mήδων, Περσών και Ελλήνων (Δαν. 8,16). Και πάλιν ο Γαβριήλ φανέρωσε στον Δανιήλ, ότι μετά από εβδομήντα χρόνια θα κρατήσει η αιχμαλωσία των Ισραηλιτών, και μετά από τετρακόσια ενενήντα επτά χρόνια θα έρθει ο Χριστός (Δαν. 9,21-25). Ο Γαβριήλ ήταν αυτός που έφερε την είδηση στην γυναίκα του Mανωέ, ότι θα γεννήσει τον Σαμψών.


Και στην Καινή Διαθήκη ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ήταν αυτός που έφερε την είδηση στον Ιωακείμ και την Άννα, ότι θα γεννήσουν την κυρία και Δέσποινα Θεοτόκο.
Αυτός είναι που έφερε την είδηση στον Ζαχαρία ότι θα γεννήσει τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ο Γαβριήλ έτρεφε και την Αειπάρθενο Μαρία δώδεκα χρόνια μέσα στα Άγια των Aγίων με ουράνια τροφή. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ έφερε την χαρμόσυνη είδηση στην Θεοτόκο, ότι θα γεννήσει από Πνεύμα Άγιο τον Yιό και Λόγο του Θεού. Αυτός παρουσιάστηκε στο όραμα του Ιωσήφ και του είπε να μη φοβηθεί, αλλά να παραλάβει τη Mαριάμ ως γυναίκα του, επειδή το παιδί που θα γεννήσει προέρχεται από Πνεύμα Άγιο. Αυτός παρουσιάστηκε και στους ποιμένες και τους έφερε την είδηση ότι γεννήθηκε ο Σωτήρας του κόσμου Xριστός. Και αυτός σε όραμα είπε στον Ιωσήφ να πάρει το Θείο Βρέφος και την Μητέρα του και να φύγει στην Αίγυπτο. Και πάλι αυτός ξαναείπε στον Ιωσήφ να επιστρέψει στην πατρίδα του.


Πολλοί από τους ιερούς μελετητές και ασματογράφους γνωματεύουν, ότι ο Γαβριήλ ήταν ο Άγγελος ο οποίος κύλισε την βράχο από το μνημείο του Ιησού. Και αυτός ήταν που έφερε το μήνυμα στις Μυροφόρες για την Ανάσταση του Κυρίου. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ήταν αυτός που υπηρέτησε το Μυστήριο της ένσαρκης οικονομίας του Θεού Λόγου από την αρχή ως το τέλος. Γι' αυτό και η Εκκλησία του Χριστού αποφάσισε να συνεορτάζει μαζί τους δύο Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ, και να επικαλείται την χάρη και τη βοήθεια τους.

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ




Ο Mιχαήλ είναι ο πιο ένδοξος και λαμπρός ταξιάρχης των ασωμάτων Δυνάμεων. Πολλές είναι οι επεμβάσεις και οι ευεργεσίες του τόσο στην Παλαιά Διαθήκη, όσο και στη Καινή Διαθήκη. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ εμφανίστηκε στον Πατριάρχη Αβραάμ κατά τη θυσία του Ισαάκ. Έπειτα στον Λωτ, όταν τον λύτρωσε μαζί με την οικογένειά του από την καταστροφή των Σοδόμων. Μετά παρουσιάστηκε στον Πατριάρχη Ιακώβ, όταν τον λύτρωσε από τα φονικά χέρια του αδερφού του Hσαύ. Αυτός προπορεύονταν μπροστά από τους Ισραηλίτες όταν ελευθερώθηκαν από την σκλαβιά των Αιγυπτίων, με τη μορφή νεφέλης την ημέρα και φωτιάς τη νύχτα, τους έδειχνε το δρόμο προς τη γη της Επαγγελίας. Αυτός παρουσιάστηκε στον μάντη Bαλαάμ, όταν εκείνος ήθελε να καταραστεί τον Ισραηλιτικό λαό για να μη συνεχίσει το δρόμο προς τη Χαναάν. Αυτός παρουσιάστηκε και στον Ιησού του Nαυή απαντώντας του «Eγώ αρχιστράτηγος Kυρίου νυνί παραγέγονα».


Είναι γνωστό και το θαύμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ στους Κολοσσούς της Φρυγίας. Στην περιοχή των Κολοσσών είχε αναβλύσει πηγή με αγιασμένο νερό που θεράπευε κάθε αρρώστια. Εκεί χτίστηκε ναός στο όνομα του Αρχάγγελου Μιχαήλ.  Οι ειδωλολάτρες στράφηκαν εναντίον του ιερέα του ναού, τον οποίο όμως προστάτευσε ο Αρχάγγελος και σώθηκε. Οι ειδωλολάτρες δοκίμασαν τότε να εκτρέψουν το ρου ενός ποταμού για να πνίξουν τον ιερέα και να καταστρέψουν το ναό. Τότε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ επενέβη και με τη ρομφαία του έσκισε στα δυο τη γη και τα νερά χωνεύθηκαν μέσα. Έως σήμερα τα νερά των ποταμών χωνεύονται, γι' αυτό και το μέρος ονομάστηκε Χώναι.


Όταν ο Εωσφόρος λόγω της υπερηφάνειας του εξεγέρθηκε κατά του Θεού, θέλησε να βάλει τον θρόνο του στον ουρανό και να γίνει όμοιος με το Θεό. Τον ακολούθησε ένα τάγμα Αγγέλων, το οποίο και αυτό αποσκίρτησε από το Θεό εξαιτίας της υπερηφάνειας του. Τότε εξέπεσαν και διώχτηκαν από τον ουρανό μαζί με τον αρχηγό τους τον Διάβολο. Και έγιναν όλοι τους σκοτεινοί αντί φωτεινοί. Δαίμονες αντί Άγγελοι.
Τότε ο μέγας αυτός αρχάγγελος Μιχαήλ, βλέποντας την ελεεινή έκπτωση των Αγγέλων, κατάλαβε την αιτία της πτώσης τους, και για αυτό με την υποταγή και την ταπείνωση την οποία έδειξε στο Δεσπότη Θεό, διεφύλαξε τόσον την δική του δόξα και λαμπρότητα, όσο και την δόξα των άλλων Αγγελικών ταγμάτων. Για την υποταγή του και την ταπείνωση αυτή, διορίστηκε από το Θεό Παντοκράτορα να είναι ο πρώτος των Αγγελικών τάξεων.


Κατά την περίοδο εκείνη ο αρχάγγελος Μιχαήλ συγκέντρωσε και ένωσε τις τάξεις των Αγγέλων, και φώναξε σ' αυτούς το "Πρόσχωμεν. Ήτοι ας προσέξωμεν και ας εννοήσωμεν, τι έπαθον ούτοι οι εκπεσόντες δαίμονες διά την υπερηφανίαν τους, οίτινες προ ολίγου ήτον μαζί με ημάς Άγγελοι. Kαι ας στοχασθώμεν τι μεν είναι ο Θεός, τι δε είναι ο Άγγελος. O μεν γαρ Θεός, είναι Δεσπότης και Δημιουργός ημών των Aγγέλων. Hμείς δε οι Άγγελοι, είμεθα δούλοι και κτίσματα του Θεού''. Και έτσι ύμνησε και δόξασε τον Θεό Παντοκράτορα, αναφωνώντας εκείνον τον θείο και αγγελικό ύμνο με όλους τους Αγγέλους, «Άγιος, Άγιος, Άγιος Kύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης αυτού».
Αυτή λοιπόν τη σύναξη των αγγέλων εορτάζουμε στις 8 Νοεμβρίου.

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Όσιος Χριστόδουλος ο Θαυματουργός...


Ο Όσιος Χριστόδουλος γεννήθηκε στην Μ. Ασία, στα περίχωρα της Νικαιας της Βιθυνίας περί το 1024. Οι ευσεβείς και ενάρετοι γονείς του Θεόδωρος και Άννα, του έδωσαν το όνομα Ιωάννης. Ο νεαρός Ιωάννης διδάχτηκε από μικρός τα γράμματα, και εντρύφησε με ζήλο στην μελέτη των θείων γραφών. Από την εφηβική του ηλικία φλεγόταν από τον πόθο να ακολουθήσει την οδό του μοναχικού βίου, και οι γονείς του φοβούμενοι μήπως τον χάσουν από κοντά τους επέμεναν να νυμφευθεί, αλλά πριν από τον γάμο αποφάσισε να ακολουθήσει την κλήση του Θεού και έφυγε κρυφά από το χωριό του, καταφεύγοντας στο όρος Όλυμπος της Μυσίας όπου υπήρχαν πολλά μοναστήρια και κελλιά.
 


Εκεί στον Όλυμπο, ο Ιωάννης έγινε δόκιμος "τεθείς υπό την διδασκαλίαν και την διαπαιδαγώγησιν του προηγουμένου της ιεράς εκείνης ποίμνης ", ο οποίος βλέποντας τον ζήλο του τον έκειρε μοναχό και του έδωσε το όνομα Χριστόδουλος, εξ αιτίας της μεγάλης του αγάπης για τον Ιησού Χριστό. Τρία χρόνια αργότερα ο γέροντας πέθανε και ο μοναχός Χριστόδουλος, έφυγε για την Ρωμη με σκοπό να προσκυνήσει τους τάφους των Αγίων Αποστόλων, Πετρου και Παύλου. Από εκεί μετέβη για προσκύνημα στούς Αγίους Τοπους και στην συνέχεια στην Παλαιστίνη, όπου πιθανώς εγκαταβίωσε στη μονή του Αγίου Σάββα. 

    Όμως, το σχέδιο του Θεού ήταν διαφορετικό. Κύμα επιθέσεων των Αγαρηνών στα μοναστήρια της Παλαιστίνης, ανάγκασε τούς μοναχούς να εγκαταλείψουν την έρημο. Ο Όσιος, μαζί με άλλους κατευθύνθηκε στο όρος Λάτρος, όπου είχαν καταφύγει πολλοί μοναχοί της Αιγύπτου από τις περιοχές του Σινά και της Ραϊθώ, μετά από τις φονικές επιθέσεις των Βλεμμύων Αράβων. 

   Ο Όσιος Χριστόδουλος μόνασε στη Λαύρα του Στύλου. Στην περιοχή του Λατρους άλλοι ζούσαν κοινοβιακά στη Λαύρα και άλλοι σε κελλιά. Ο μοναχισμός στο όρος Λατρος βρισκόταν την περίοδο εκείνη σε μεγάλη ακμή και ο Όσιος επιδόθηκε με ζήλο στην προσευχή και την νηστεία. Διακρίθηκε στην πνευματική ζωη με το ήθος του, τους ασκητικούς του αγώνες και την πνευματική του κατάρτιση, γεγονός που οδήγησε τούς αδελφούς να τον εκλέξουν ηγούμενο της Λαύρας και έγινε πνευματικός όλων των μοναχών του όρους Λατρος. Ο Όσιος διοίκησε πολλά χρόνια την μοναστική πολιτεία, και η φήμη του εξαπλώθηκε στα πέρατα της αυτοκρατορίας, του εδόθη δε το επίθετο Λατρηνός. 
    
 Την περίοδο αυτή της ακμής του Λατρηνού μοναχισμού διέκοψαν επιδρομές Αγαρηνών και ο Όσιος, αποφάσισε να εγκαταλείψει το όρος Λατρος. Μαζί με μια ομάδα μοναχών κατέφυγε στην Κω, όπου κάποιος ευσεβής άρχοντας τούς δώρησε μια έκταση κοντά στο βουνό Δίκαιο. Εκεί, ο Όσιος Χριστόδουλος, άρχισε να οικοδομεί Μονή αφιερωμένη στην Θεοτόκο, και ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Βοτανειάτης του παραχώρησε φορολογική απαλλαγή για να ολοκληρώσει το έργο του. Τις απαλλαγές συνέχισε  και ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνήνος, ο οποίος με χρυσόβουλλο έγγραφο όρισε να είναι αυτοδέσποτη η μονή της Θεοτόκου και παραχώρησε το νησί Λειψώ, δύο προάστια στη Λερο - το Παρθένι και τα Τεμένια - και την περιοχή Παντέλι.

   
   Η φήμη του εξηντάχρονου χαρισματούχου γέροντα οδήγησε αρκετούς μοναχούς κοντά του, και οι ντόπιοι έκαναν πολλές δωρεές, έτσι που σε μικρό χρονικό διάστημα η νέα Μονή απέκτησε μεγάλη περιουσία. Όμως, παρά την μεγάλη ακμή στην οποία περιήλθε η Μονή της Θεοτόκου, ο Όσιος δεν ήταν ευχαριστημένος. Το μοναστήρι ήταν κοντά σε κατοικημένη περιοχή και τα μετόχια του συνόρευαν με τα κτήματα των ντόπιων, με αποτέλεσμα οι μοναχοί να έχουν μεγάλο συγχρωτισμό με τούς λαϊκούς, γεγονός που έκανε τον γέροντά τους να ανησυχεί για την πνευματική τους πορεία. Και ήταν τόσο μεγάλη η ανησυχία του, ώστε πήρε μια μεγάλη απόφαση χωρίς να υπολογίσει το κόστος. Να μεταναστεύσει και πάλι και να εγκαταβιώσει σε τόπο άγονο και χέρσο, στο ερημωμένο από τις λεηλασίες νησί Πατμος.  


 
    Το 1088, ο Όσιος Χριστόδουλος πήγε στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε από τον Αλέξιο Κομνηνό να του παραχωρηθεί η ερημωμένη εξ αιτίας των πειρατικών επιδρομών Πατμος, για να οικοδομήσει Μοναστήρι. Σεβόμενος τον Όσιο, ο αυτοκράτορας του παραχώρησε την Πατμο με Χρυσόβουλλο λόγο (σώζεται στην μονή της Πάτμου), όπου ορίζεται να δωρηθεί η Πατμος για να γίνει Μονή, καταργεί οποιαδήποτε φορολογία, απαγορεύει κατόπιν επιθυμίας του Οσίου την εγκατάσταση λαϊκών στο νησί και το ανακηρύσσει άβατον.
Με ένα δεύτερο Χρυσόβουλλο, ο Κομνηνός όρισε να δίδονται ως ενίσχυση στην Μονή ετησίως ,τριακόσιοι μόδιοι σίτου και εικοσιτέσσερα Κομνηνάτα Θεοτόκια. 

 
    Έτσι, για μία ακόμα φορά στην ζωη του, ο Όσιος Χριστόδουλος μεταναστεύει, αυτή την φορά σε τόπο αφιλόξενο και ερημικό. Από καιρό έχει σκεφτεί πως η ερειπωμένη από τις επιθέσεις των πειρατών και απροσπέλαστη για τα εμπορικά πλοία νήσος Πατμος, θα του πρόσφερε τις ιδανικές συνθήκες για να διασφαλίσει την πνευματική ζωη της συνοδείας του. Εξ' άλλου την επιθυμία του να ζήσει στην Πατμο ενισχύει το ότι εκεί έζησε και συνέγραψε την Αποκάλυψη ο Απόστολος Ιωάννης.
  Μετά την παράδοση της Πατμου, ο Όσιος και όλη η συνοδεία του ξεκίνησαν την ανέγερση της Νεας Μονής στην κορυφή του βουνού, όπου ευρίσκοντο ερείπια αρχαίου ναού της Σκυθίας Αρτέμιδος.


  Η οικοδόμηση της Μονής ήταν έργο δύσκολο και πολύ κοπιαστικό για την μοναστική αδελφότητα, αφού ο Όσιος δεν ήθελε να προσλάβει εργάτες. Για να εμψυχώνει τούς μοναχούς, παρά τα εβδομήντα του χρόνια κουβαλούσε ο ίδιος πέτρες και ασβέστη και πρωτοστατούσε στις εργασίες, δίνοντας θάρρος στούς υπόλοιπους. Παρ' όλα αυτά η σκληρή εργασία και η άνυδρη, αφιλόξενη γη, κούρασαν γρήγορα τούς μοναχούς. Έτσι προσέλαβε έγγαμους λαϊκούς και τούς έφερε στην Πατμο μαζί με τις οικογένειες τους, αφού ήταν δύσκολο να βρει πολλούς αγάμους που να επιθυμούν να ζήσουν στο άγονο νησί. Για να αποφύγει τα προβλήματα που από την αρχή φοβόταν, εγκατέστησε τις οικογένειες στην άλλη πλευρά του νησιού ώστε να μην ενοχλούν τούς μοναχούς. Απαγόρευσε στις γυναίκες και τα παιδιά να πλησιάζουν το μοναστήρι και όρισε πενθήμερο εργασίας για τούς άνδρες, κατά την διάρκεια του οποίου αυτοί έμεναν με τούς μοναχούς και επέστρεφαν το Σαββατοκύριακο στις οικογένειές τους.
   Η πρόσληψη των εργατών, όχι μόνο επιτάχυνε τις οικοδομικές εργασίες, αλλά και έδωσε την δυνατότητα στην μοναχική συνοδεία να αρχίσει να ζει και πάλι ησυχαστικά. 


   Την εποχή εκείνη ο ιερός Χριστόδουλος ήταν ήδη μεγάλος σε ηλικία, αλλά οι δυνάμεις του με την Χάρη του Θεού δεν τον είχαν εγκαταλείψει. Η ακτινοβολία του ως πνευματικού είχε εξαπλωθεί σε όλο το Αιγαίο και μεγάλος αριθμός προσκυνητών μετέβαινε στην Πατμο για να προσκυνήσει το σπήλαιο της Αποκαλύψεως, να επισκεφτεί το Μοναστήρι και να τον συμβουλευθεί.
      Όμως, το σχέδιο του Θεού και πάλι ήταν διαφορετικό για τον Άγιο. Πιστευε πως θα τερμάτιζε τον βίο του στην  Πατμο, αλλά πέντε περίπου χρόνια μετά την εγκατάσταση του στο νησί, το 1092, εξ αιτίας της Τουρκικής απειλής, πήρε την απόφαση όλη η συνοδεία της Μονής να εγκαταλείψει το νησί μέχρι να περάσει ο κίνδυνος. 

  

Η μοναχική αδελφότητα κατέφυγε στον Πορθμο του Ευρίπου, όπου χάρις στην βοήθεια ενός άρχοντα, ο οποίος ήταν πνευματικό τέκνο του Οσίου, εγκαταστάθηκαν σε ένα μεγάλο αρχοντικό το οποίο μετατράπηκε σε μοναστήρι. Έτσι, ο Θεοφόρος Πατήρ, έμελλε να ζήσει και στην Εύβοια, και "αντικείμενον του θαυμασμού πάντων γενόμενος και ως τις άγγελος εν θνητώ σώματι της προσηκούσης τιμής αξιωθείς", να στηρίξει πνευματικά και εκεί τούς ανθρώπους, και να κηρύξει την αγάπη του Χριστού. 


     Στις 10 Μαρτίου του έτους 1093, ο Όσιος κάλεσε τον πρεσβύτερο και Νοτάριο Ευρίπου Γεώργιο Στροβηλίτη και άλλους επτά αξιωματούχους, για να υπογράψουν ως μάρτυρες στην Διαθήκη του.
  Μετά από μερικές μέρες, στις 15 Μαρτίου, συνετάχθη ένας συμπληρωματικός κωδίκελλος της διαθήκης, όπου μεταξύ άλλων, ορίζονται ζητήματα της Μονής, όπως θέματα τυπικού, προσωπικές παραινέσεις σε μοναχούς, αλλά και πληροφορίες σχετικές με την βιβλιοθήκη, το αρχείο της και τον τρόπο αποκτήσεως των βιβλίων και τις δωρεές των αυτοκρατόρων στο Μοναστήρι.
Λιγο χρόνο αργότερα, και αφού είχε πληροφορηθεί "εκ Θεού" για την αποδημία του, ο Όσιος κάλεσε τούς μοναχούς και αφού τούς προέτρεψε να επιστρέψουν όλοι στην Πατμο, τους ζήτησε να τον πάρουν από την ξένη γη και να τον ενταφιάσουν στο ναο της Μονής για την οποία τόσο πολύ είχε μοχθήσει. Και αφού τούς είπε αυτά τα λόγια "και δια λόγων αποχαιρετιστηρίων καθαγιάσας τους παρόντας, παρέδωκε το πνεύμα τω Θεώ, την ις΄του μηνός Μαρτίου."
 

    Λιγο καιρό μετά την κήδευση του πνευματικού τους πατρός, οι μοναχοί της Πατμου έμαθαν πως ο κίνδυνος από τούς Τούρκους είχε περάσει και ετοιμάστηκαν να επιστρέψουν στο νησί μαζί με το σκήνωμα του γέροντά τους. 
  Θα περίμενε κανείς το τελευταίο ταξίδι του Οσίου Χριστοδούλου να είναι ειρηνικό. Όμως, ακόμα και αυτή η τελευταία του μετακίνηση ήταν περιπετειώδης, όπως όλες οι μετακινήσεις του βίου του. Η αιτία όμως αυτή την φορά δεν ήταν η κακία του κόσμου τούτου, αλλά η αγάπη των ανθρώπων που στο πρόσωπου του Λατρηνού μοναχού είχαν γνωρίσει την αγάπη του Ιησού Χριστού. Οι κάτοικοι της Ευβοίας, όταν έμαθαν ότι οι μοναχοί θα έπαιρναν το σκήνωμα στην Πατμο, ξεσηκώθηκαν και απέκλεισαν το μέρος όπου εφυλάσσετο ο Όσιος, ο οποίος ήταν γι' αυτούς "σωτήρ, ιατήρ, και πάσης νόσου θεραπευτής". Οι μοναχοί όμως, αποφασισμένοι να μεταφέρουν το λείψανο στην Πατμο, κατά την διάρκεια της νύχτας έβγαλαν κρυφά τον Όσιο από την πόλη και αφού επιβιβάστηκαν στο πλοίο της Μονής, κατέπλευσαν στην Πατμο.

Με αυτόν τον τρόπο τελείωσε η πολύχρονη περιπλάνηση του Οσίου πατρός Χριστοδούλου ο οποίος σε ολόκληρο τον βίο του αναζητούσε έναν ήσυχο τόπο για να ζήσει "εν προσευχαίς και ύμνοις πνευματικοίς". 

 Στην ιερά Πατμο, στο δεξιό μέρος του εσωνάρθηκα της Μονής του Ιωάννου του Θεολόγου, τοποθετήθηκε σε μαρμάρινη λάρνακα το σκήνωμά του και σχεδόν χίλια χρόνια τώρα, "αναβλύζει θαυμάτων πηγάς και ως τινα οσμήν μύρου αισθάνονται οι πιστώς απτόμενοι αυτού και δια μόνης της αφής καθαγιάζονται και από πάσης σωματικής βλάβης ελευθερούνται".

Η Εκκλησία τον κατέταξε στην χορεία των Οσίων. Τον τιμά δύο φορές τον χρόνο, στις 16 Μαρτίου, ημέρα της κοιμήσεως του και στις 21 Οκτωβρίου, ημέρα της ανακομιδής των λειψάνων του.

π. Χρ.