Σελίδες

Τρίτη 8 Μαΐου 2007

ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΠΑΠΑ - ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗ

Προηγουμένου Ιεράς Μονής Διονυσίου Αγ. Όρους

Κάναμε πολλές ώρες προσευχή, τότε όταν ήμασταν κοντά εις τον Γέροντα Ιωσήφ, και τα πρώτα χρόνια κατόπιν, μετά την κοίμηση του Γέροντος, και πολύ χάριν μας έδιδε ο Κύριος, δι' ευχών του Γέροντος. Έκανα 6 -8 ή και 10 ώρες ενίοτε προσευχή όρθιος. Μερικές φορές μου έρχονταν πολύ κούραση, και αισθανόμουνα άσχημα. Άλλοτε έρχονταν αμέλεια κ.λ.π. Τότε έλεγα εις τον εαυτόν μου: «Άρρωστος δεν είσαι έφαγες και ήπιες νερό. Λοιπόν εδώ θα αγωνιστείς. Θα πεθάνεις εδώ προσευχόμενος. Δεν υποχωρούσα. Και μετ' λίγη ώραν, έρχονταν τέτοια ειρήνη και μακαριότης, που επί 4 ώρες, νόμιζα ότι δεν πατούσα στην γη νόμιζα, ότι 4-5 ώρες ήσαν 10 λεπτά. Την εποχή εκείνη, είχα πολλές καταστάσεις ο Θεός μου είχε δώσει πολύ χάριν».


Ειρήνη με ειρήνη έχει διαφορά. Υπάρχει τεράστια διαφορά, από την ειρήνη που δίδει ό Θεός. Έτσι κάποτε προσευχόμενος, πλησίον του παραθύρου του κελιού μου, αισθάνθηκα ένα πράγμα, που δεν μπορεί να το έκφραση κανείς. Εκεί που προσευχόμουν, ακούω ξαφνικά μία βοή. Αι αισθήσεις μου αι εξωτερικέ κόπηκαν και άνοιξε μέσα στην καρδιά μου μία ειρήνη, σε ανέκφραστο βαθμό. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Μία ανέκφραστος γλυκύτης, γαλήνη, ειρήνη. Δεν περιγράφεται αισθανόμουνα παράδεισο μέσα μου. Αυτό ίσως κράτησε μια ώρα κατόπιν υποχώρησε. Κάτι όμως έμεινε μέσα μου. Βεβαίως ελάχιστο πράγμα παρέμεινε. Και έκτοτε, ότι και αν συνέβαινε οιανδήποτε φροντίδα, ταραχή, πειρασμός κλπ η ειρήνη μέσα μου δεν έφευγε.


Όταν έφυγε εκείνη ή μεγάλη και ανέκφραστος ειρήνη έκλαιγα φώναζα: «τι ήτανε αυτό - τι ήτανε αυτό; Θεέ μου έλεγα αυτή ήτανε ή ειρήνη που έδωσες στους άγιους Αποστόλους: Την Ειρήνη την Έμήν δίδωμι υμίν. Δεν μπορούσα να βαστάξω" έκλαιγα - έκλαιγα. τι ήτανε αυτό, Θεέ μου!»


Σχετικά με την αγάπη του Θεού λέμε, ότι μας αγαπά ό Θεός ή ότι αγαπάμε τον Θεόν, ότι αισθανόμεθα αγάπη μέσα μας για τον Θεόν. Αυτό δεν είναι τίποτε είναι ελάχιστον, από την αίσθησιν εκείνη της αγάπης του Θεού, όταν σε επισκεφθεί ό Θεός, όταν σου δώσει την αγάπη Του. Τότε λιώνεις. Αν κράτηση αυτή ή αγάπη, αυτή ή αισθήσεις της αγάπης του Θεού, λίγα λεπτά, δεν αντέχεις τότε πεθαίνεις.

Ούτω κάποτε προσευχόμενος επί πολύ ώρα, ξαφνικά αισθάνθηκα την Παρουσία του Θεού μπροστά μου! (όχι να τον βλέπω). Εκείνη την ώρα, το τι αισθάνθηκα, δεν περιγράφεται. Ένας Θείος έρως ανέκφραστος, μία αγάπη που δεν περιγράφεται. Δεν μπορείς να κρατηθείς' πέφτεις κάτω. Αν κρατούσε πάνω από 2 - 3 λεπτά θα πέθαινα δεν αντέχεις.


Από την πολλή αγάπη καίεσαι μέσα σου, από την πολλή γλυκύτητα και μακαριότητα, από , τον πολύ θείο έρωτα για τον Χριστό. Πέφτεις κάτω και άλλο τίποτα δεν λες μόνο, σώσε με - σώσε με, φωνάζεις διότι θα πεθάνεις αν κρατήσει, λίγο ακόμη. Τρία λεπτά εάν κρατήσει θα ξεψυχήσει ο άνθρωπος από , τον πολύ ερωτά στον Χριστό, από την πολλή αγάπη. Μετά όταν υποχώρησε, επί τρεις ώρες περίπου έλεγα την ευχή και άφθονα γλυκύτατα δάκρυα έτρεχαν. Και πολλές φορές ενθυμούμενος την κατάσταση εκείνη της χάριτος, όπου αισθανόμουν δίπλα μου, μπροστά μου την παρουσία , του θεού, έρχονται γλυκύτατα δάκρυα και προσευχή συνεχής.


Κάποτε προσευχόμενος
πάλι, βλέπω τον εαυτόν μου ξαπλωμένο νεκρό απέναντι μου, φορώντας το πετραχήλι. Αυτό ήταν έκσταση, δράμα. Τώρα; τίποτε δεν έκανα σκεπτόμουνα τι λόγο θα δώσω στον Θεόν για τι πράξεις μου, για την ζωήν μου και με έπιασε δέος, μ' έπιασε τρόμος. Τι απολογία θα δώσω τώρα. Περίπου 10 λεπτά κράτησε αυτή ή δράση. Πάγωσα τώρα πηγαίνω στην κρίσιν. Έβλεπα μόνον τον εαυτόν μου κανέναν άλλον, τίποτε άλλο δεν έκρινα. Όταν συνήλθα, όταν ήλθα εις τον εαυτόν μου, είχα την αίσθηση της μνήμης θανάτου μου ήλθε πένθος και δάκρυα. Αυτή ή μνήμη θανάτου, αυτό το πένθος, βάστηξαν πολύ καιρό.

Άλλο λοιπόν ή μνήμη θανάτου που κάνομε ημείς με διάφορες σκέψεις και θεωρίες (κι' αυτή πολύ καλή και χρησιμότατη είναι), και άλλη αυτή, που δίδει ό Θεός εν αισθήσει.


Μία φορά ό Γέροντας μου είχε πει ότι αισθάνθηκε ένα ανέκφραστων αίσθημα αγάπης προς το Ευαγγέλιο κατά την Θ. Λειτουργία. Του έρχονταν να αγκαλιάσει το Ευαγγέλιον, ει δυνατόν να το βάλει μέσα του. Κι εγώ κάποτε αισθάνθηκα, ένα παρόμοιο αίσθημα ανέκφραστου αγάπης για το Ευαγγέλιον. Ήθελα να πάρω το Ευαγγέλιον, να το βάλω μέσα στην ψυχή μου δεν το χόρταινα. Άλλοτε πάλι, εκεί που προσευχόμουνα, είχα επίσκεψη χάριτος. Όλη ή γραφή μπήκε τρόπον τινά μέσα μου. Περί Αγάπης, περί ειρήνης κ.λ.π. Ούτω άρχισαν να λέγονται όλα μέσα μου από την γραφή. Εκείνα που δεν διάβαζα, υστέρα τα διάβαζα και τα έβλεπα. Ύστερα περί ειρήνης. Μία - δύο ώρες συνέχεια. Ύστερα σταμάτησε αυτό, και άρχισε άλλο πράγμα. Θεέ μου, τι είναι αυτό; δεν μπορούσα να κρατήσω τον εαυτό μου. Τι φωτισμός είναι αυτός που δίδεις Θεέ μου, ώστε να γνωρίσουμε και να κατανοήσομε όλη την Γραφή!

Λέγοντας τι μπορώ να κάνω, αμέσως έφυγε ό νους μου και πήγε στη θάλασσα. Είδα την θάλασσα πολλαπλάσια πολύ μεγάλη. σαν να έβλεπα με τά μάτια μου, τα τεράστια κήτη που είναι μέσα. Θαύμαζα το μεγαλείο του Θεού, και την μικρότητα του ανθρώπου Εκεί, λοιπόν, που θαύμαζα, το πόσο μεγάλη είναι ή θάλασσα, και τα κήτη που περιέχει μέσα, ξαφνικά ό νους έφυγε έξω από την γη. Έμεινα κατάπληκτος. Είδα μία απέραντη, αχανή, έκταση, επάνω - κάτω - δεξιά και αριστερά της γης. Ακατανόητη έκταση δεν βρίσκεις άκρη. Και μέσα στο αχανές αυτό Σύμπαν, την γη σαν μια σφαίρα, και πέριξ εκατομμύρια πολλά σφαίρες σαν την γη. Έμεινα κατάπληκτος για το άπειρο χάος, για την απεραντοσύνη του Σύμπαντος.


Εκεί, λοιπόν, που θαύμαζα, ακούω φωνή: «Ο Θεός δεν χωράει, μέσα στο αχανές αυτό Σύμπαν τόσον μεγάλος, τόσον άπειρος είναι ό Θεός». Άρχισα να θαυμάζω και να εκπλήττομαι. Πόσον μεγάλος είναι αλήθεια ό Θεός; Πω, πω! δεν χωράει στο αχανές αυτό Σύμπαν! Θυμήθηκα εκείνη την ώρα, αυτό που λέγει ή Γραφή: «Ή γη είναι το υποπόδιον των ποδών του Θεού». Πόσον άπειρος είναι ό Θεός; και αν τώρα σπρώξει με το πόδι του την γη; Με έπιασε τρέμουλα κι' εγώ θα φύγω, θα πέσω με την γη στο χάος..., κι' εκεί επάνω συνήλθα από την θεωρία αυτή, και ήλθα εις τον εαυτόν μου.

Μετά από αυτήν την θεωρία, είχα την αίσθηση, ότι τίποτε δεν είμαστε εμείς. Γνώρισα, ότι απολύτως τίποτε δεν είμαστε. Τότε μένει πραγματική ταπεινοφροσύνη. Αυτή είναι ή ταπεινοφροσύνη, που λέγει ό αββάς Ισαάκ: «Είναι καλύτερα να κλάψεις μία ώρα για τις αμαρτίες σου, παρά όλο τον κόσμο να κερδίσεις, καλύτερα να γνωρίσεις την ασθένεια σου, παρά νεκρούς ν' ανασταίνεις». Ότι και να πεις, μπορεί να ταπεινώνεσαι εξωτερικά. Την πραγματική ταπείνωση, δεν την γεύεσαι, δεν την έχεις.

Μετά από αυτήν την θεωρία, χρυσά να φορούσα, δεν μου έκανε εντύπωση. Νόμιζα, ότι όλα τα ίδια είναι. Δεν αισθάνεσαι από μέσα τίποτε να σε βλέπουν π.χ. με λαμπερά, και να αισθάνεσαι ικανοποιήσει που σε βλέπουν. Αυτή ή θεωρία, μου έφερε τέτοια ταπείνωση. Και δεν έφυγε από μέσα μου μέχρι και τώρα. Δόξες, τιμές, δεν με εντυπωσιάζουν. Καλύτερα να φορώ παρτάλια παρά λαμπρά. Δεν μου κάνει εντύπωση να επιδείξω... (κλαίει ό παπα Χαράλαμπος).


ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ".

ΤΕΥΧΟΣ 9, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ- ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2003.

Τρίτη 24 Απριλίου 2007

Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ

Ἕνας ἥρωας ποιητικὸς καὶ τραγικὸς

Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Δημήτρη Σταμέλου, Ὁ Θάνατος τοῦ Καραϊσκάκη, Συμπτωματικὸ γεγονὸς ἤ ὀργανωμένη δολοφονία; Ἐκδ. Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας» Ι.Δ. Κολλάρου & Σια Α.Ε., Ἀθήνα 2000.


[...] Γιὸς μιᾶς καλόγριας κ' ἑνὸς κλεφτοκαπετάνιου, μπαίνει νωρὶς στὸ κλέφτικο ἀσκέρι τοῦ Κατσαντώνη. Ὕστερα ἀπὸ τὸν τραγικὸ χαμὸ τοῦ Κατσαντώνη καὶ τὴ διάλυση τοῦ ἀσκεριοῦ του, θητεύει στὸν Ἄλῆ. Μὲ τὴν κήρυζη τῆς Ἐπανάστασης μπαίνει στὸν Ἀγώνα καὶ πρωτοστατεῖ σὲ πολλὲς καὶ σημαντικὲς μάχες. Ἀνυποχώρητος, ἄδολος, ἄμαθος ἀπὸ πολιτικὲς ραδιουργίες, μὲ τὸν ξάστερο λόγο του, ἀντιμάχεται, μὲ τὴν τόλμη του, τὶς κάθε εἴδους σκοπιμότητες. Τὸ φιλελεύθερο πνεῦμα του, τὸ ἀτίθασο τοῦ χαρακτῆρα του, ἐνοχλεῖ τοὺς πολιτικοὺς καὶ κύρια τὸ Μαυροκορδάτο, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὸν ἐντάξουν στὶς προθέσεις τους. Καταδιώκεται, δικάζεται καὶ καταδικάζεται ὡς προδότης τῆς πατρίδας καὶ διώχνεται στὶς ὀρεινὲς περιοχὲς τῶν Ἀγράφων. Ὅταν ὅμως ὁ Ἀγώνας κινδυνεύει οἱ διῶκτες του τὸν ἀποζητοῦν ὡς σωτήρα. Καὶ τότε δείχνει τὸ μεγαλεῖο τῆς εὐφυΐας, τῆς λεβεντιᾶς, τοῦ γνήσιου πατριωτισμοῦ του, σὲ συγκρούσεις μὲ τοὺς Τούρκους νικηφόρες, κορυφαῖες καὶ καθοριστικὲς γιὰ τὸ στέριωμα τῆς λευτεριᾶς. Πάνω στὴν ὁλόφωτη λάμψη του χάνεται ἄδοξα καὶ κάτω ἀπὸ περίεργες συνθῆκες στὸ Φάληρο, συνθῆκες ποὺ ἀκριβῶς πρόκειται νὰ διερευνηθοῦν στὸ ἔργο τοῦτο.

Ὁ Καραϊσκάκης εἶναι μία ἔκφραση τοῦ ἑλληνικοῦ ἱστορικοῦ γίγνεσθαι καὶ τοῦ ποιητικοῦ μύθου. Κ' ἔτσι τὸν βλέπουμε μέσα στὸ χρόνο. Ἔτσι, στὸ σύντομο τοῦτο εἰσαγωγικὸ σημείωμα δὲν πρόκειται νὰ καταγράψουμε τὰ ἐγκώμια Ἑλλήνων καὶ ξένων γιὰ τὴ μορφή, τὴν ἰδιοσυγκρασία καὶ τὸ ἔργο του. Αὐτὸ θὰ γίνει στὴν κατάλληλη περίπτωση καὶ στὴ συνολικὴ θεώρησή του. Ὡστόσο ὁ κορυφαῖος τοῦ Εἰκοσιένα ἀποτελεῖ ἔναυσμα ἔμπνευσης γιὰ τοὺς ποιητές, ποὺ διαβλέπουν στὸ πρόσωπό του στοιχεῖα ὁμηρικῶν ἡρώων καὶ προσπαθοῦν νὰ τὰ συλλάβουν στὴν κύρια σύστασή τους. Αὐτὸ τὸ πέρασμα μιᾶς συγκεκριμένης ἱστορικῆς μορφῆς μέσα στὸν ποιητικὸ καὶ λαϊκὸ ἐξομολογητικὸ λόγο καὶ μύθο εἶναι ποὺ ἔκανε καὶ τὸ ζωγράφο
Θεόφιλο νὰ λέει σὰν τὸν ρωτοῦσαν γιὰ τὸν Καραϊσκάκη πὼς ἦταν «δυὸ φορὲς πιὸ μεγάλος ἀπὸ τὸν Ἅι-Γιώργη».(1)

Ὁ Ἰωάννης Ζαμπέλιος στὴν ἐπώνυμη τραγωδία του προτρέπει στὸ τέλος μὲ τὰ λόγια του χοροῦ ὄχι δάκρυα, ἀλλὰ μίμηση τοῦ ἔργου του, ἀνάμνηση δημιουργική τῆς πολεμικῆς του δράσης καὶ τῆς στωϊκότητας μὲ τὴν ὁποία ἀντιμετώπισε τὸ θάνατο,(2) ὡραῖος καὶ ἀγέρωχος, γνωρίζοντας πολλά, ἀλλὰ κρατώντας τὴν πίκρα του, πεθαίνοντας στὴν πίκρα του, γιὰ νὰ μὴ βλάψει σὲ τίποτα τὸ Γένος καὶ τὸν Ἀγώνα.

Ὁ Ἀχιλλέας Παράσχος τὸν ἀναπολεῖ νἄρχεται ἀπὸ τὸν ἄλλο κόσμο μὲ τ' ἅρματά του, σὰν ἀστροπελέκι, ἀητὸ καὶ λιοντάρι καὶ ν' ἀκολουθεῖ ξοπίσω του ἀσκέρι μὲ παλικάρια, ἀπὸ τὴ Ρούμελη, τὸ Μοριά, τὸν Ψηλορείτη καὶ τὴν Πίνδο κι ὅλοι νὰ τὸν κοιτάζουνε μὲ σέβας, «τὸν Ἀρχηγὸ τῶν Ἀρχηγῶν». Γιὰ μιὰ στιγμὴ ἐτοῦτο. Κ' ὕστερα, ἀφοῦ μιλήσει γιὰ παλικαριὲς καὶ θυσίες, γιὰ καινούρια δεινὰ τῆς πατρίδας, τοῦ λέει νὰ προσμένει τὸ νέο κάλεσμα γιὰ νἄρθει νὰ ὁδηγήσει τὸ Γένος σὲ μιὰ ἀναγεννητικὴ πορεία.(3)

Ὁ Παναγιώτης Σοῦτσος στὸ λυρικό του δράμα ποὺ ἀφιέρωσε στὸν ἥρωα βάζει στὸ χορὸ νὰ πεῖ νὰ φέρουν τὸ νεκρό του σῶμα καὶ νὰ τὸ τοποθετήσουν στὴν Ἀκρόπολη, στὰ Προπύλαια, γιὰ ν' ἀποχαιρετήσει «τοὺς ὁμοίους του μεγάλους τῶν αἰώνων τῶν ἀρχαίων», ὁ μάρτυρας τῆς «Πίστεως καὶ τῆς Ἐλευθερίας» ποὺ καὶ νεκρὸς θὰ κονταροχτυπιέται μὲ «τῶν βαρβάρων τὰς ἀγέλας», μὲ τή ματωβαμένη λευκή του φουστανέλλα, ὁ «μέγας» ὅπως ἀποκαλεῖ τὸν Καραϊσκάκη.(4)

Ὁ Γεώργιος Στρατήγης ἐπισημαίνει τὴ λατρεία τοῦ λαοῦ στὸ πρόσωπό του ποὺ τὸν δοξάζει σὰν ἡμίθεο καὶ πὼς ἀπὸ κεῖνον θ' ἀκούει χρησμοὺς καὶ νὰ ἐλπίζει, ἔτσι, καλύτερες μέρες γιὰ τὸ ἔθνος.(5)

Ἔχει ἰδιαίτερη σημασία τὸ γεγονὸς πὼς οἱ ποιητὲς τὸν ἀνακαλοῦν στὴ μνήμη ὄχι μονάχα γιὰ νὰ ἐξυμνήσουν τὶς παλικαριὲς καὶ τὶς ἀρετές του, ἀλλὰ καὶ τὸν καλοῦν νὰ ὁδηγήσει τὸ Γένος σὲ νέες ἐξορμήσεις, ποὺ εἶναι ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου ποὺ βρίσκεται ἀκόμα κάτω ἀπὸ τὴν τυραννία. Γίνεται ἡ ἀνάμνηση δημιουργικὴ πνοή, ὅπως ὁλόκληρη ἡ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του.

Ὁ Παλαμᾶς λογάριαζε πάντα νὰ γράψει ἕνα πολύστιχο τραγούδι γιὰ τὸν Καραϊσκάκη καὶ τὄχε καημὸ ποὺ ὅλο κι ἀνέβαλε καὶ τελικὰ δὲν τὸ κατάφερε. Μᾶς ἔδωσε μερικοὺς στίχους γιὰ τὸν ἥρωα, μὰ τὸ ἔπος ποὺ προσδοκοῦσε δὲν ἔγινε. Σὲ μιὰ συνέντευξή του τὸ 1923, εἶχε πεῖ: «Ἑτοιμάζω τὸ "Τραγοῦδι τοῦ Καραϊσκάκη". Αὐτὸν τὸν ἥρωα τὸν θεωρῶ προσωπικότητα ἰσχυρὴ καὶ περίπλοκη, γεμάτη ἀντιθέσεις. Δὲν ξέρω ἂν ἀπάνω στὸ θέμα αὐτὸ θὰ πῶ τὸν τελευταῖο λόγον ἐγώ. Ἀλλὰ ἀπάνω στὸ πρόσωπο τοῦ Καραϊσκάκη συγκεντρώνω τὰ ὄνειρα τῆς φυλῆς μου».(6)

Ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ περασμένου αἰώνα, σκιαγραφώντας ὁ Παλαμᾶς τὸν Καραϊσκάκη, κατέληγε: «Ὁ Καρλάϊλ ὁρίζει τὸν μέγαν ἄνδρα ὡς τὸν "σωτῆρα τῆς ἐποχῆς του". Ὁ Καραϊσκάκης εἶναι ὁ μέγας ἀνήρ τοῦ Καρλάϊλ».(7) Ἀρκετὰ χρόνια ἀργότερα, στὰ 1927, ἐπισημαίνοντας πὼς «οἱ μεγάλοι μας λυρικοί, ὁ Σολωμὸς καὶ ὁ Κάλβος, εἶναι σὰ νὰ μὴν τὸ ὑποπτεύονται τὸ μεγαλεῖο τοῦ Καραϊσκάκη» καὶ πὼς «εἶναι ἀξιοσημείωτο πὼς ὁ Καραϊσκάκης δὲν τὴν ἀπασχόλησε τὴν ποίησή μας, ὅσο ἔπρεπε», θὰ γράψει:

« Ἀπάνω ἀπ' ὅλους ὁ Γεώργιος Καραϊσκάκης παρουσιάζεται πάντα στὴ σκέψη μου ὡς κατ' ἐξοχὴν ἐπικολυρικός, πρωταγωνιστὴς τῆς ἐθνικῆς τραγωδίας τῶν ἑφτὰ χρόνων, ἀσύγκριτος, μυστηριακός, διπρόσωπος, αἰνιγματικός, γερὴ ἀτίθαση ψυχή, τιθασευμένη στὸ τέλος ἀπὸ μόνη τὴν ἰδέα τῆς Πατρίδας, πειθαρχικὸς ὁ ἀπειθάρχητος, μέσα στὸ κατασκαμμένο ἀπὸ τὸν πυρετὸ κορμί, λογισμὸς ποὺ ἀνεβοκατεβαίνει συγκρατητὰ ἀπὸ τῆς προδοσίας τὸν πειρασμὸ στὴν ἰδέα τῆς θυσίας, ὁ ἀρχηγὸς καὶ ὁ πρῶτος καπετάνιος, ὀρθός, ἀλύγιστος, ὅταν ὅλα τριγύρω του, πρόσωπα καὶ πράγματα, στρατιῶτες καὶ πολίτες ἔπεφταν γονατισμένοι, ὁ πατέρας... Ὁ ἄγγελος καὶ ὁ δαίμονας μέσα του εἴτανε δίδυμο πρόσωπο. Συμπλήρωνε τὸ ἕνα τὸ ἄλλο... Ἥρωας ποιητικός».(8)

Εἶναι χαρακτηριστικὸ πὼς κι ὁ Παλαμᾶς συνδέει τὴν παρουσία τοῦ Καραϊσκάκη μὲ τὸ παρὸν καὶ τὸ παρελθόν, μὲ τὴν ἀτομικὴ καὶ τὴν ἱστορικὴ ἀγρύπνια, γράφοντας:

«Στὰ 1918, στὴ 22 τοῦ Μάρτη, ξημερώνοντας, γιορτὴ τῆς Ἀνάληψης εἶδα στὸν ὕπνο μου τὸ στρατηγὸ Καραϊσκάκη. Εἴμαστε πολιορκημένοι στὸ Μεσολόγγι, κατέβηκε ἀπὸ τὸ βουνὸ ποὺ φωτίστηκε ἔξαφνα μὲ τὸ κατέβασμά του• κατέβαινε νὰ μᾶς γλυτώση. Ξεχώριζε ἀπὸ τοὺς ἄλλους τῆς συντροφιᾶς του ὁπλαρχηγοὺς καὶ προεστούς, ὅλος κίνηση καὶ φλόγα. Τοῦ παρουσιάστηκα, τοῦ φίλησα τὸ χέρι, μοῦ εἶπε κάποιο λόγο ποὺ δὲν τὸν καλοάκουσα ἢ ποὺ δὲν τὸν θυμοῦμαι πιά. Πῆρα θάρρος, εἶπα μὲ τὸ νοῦ μου: "Πόσο φαίνεται πὼς διαφέρει ἀπὸ τοὺς ἄλλους!" Πήγαινα νὰ πολεμήσω, περίμενα ὥρα τὴν ὥρα τὸ βόλι τοῦ Τούρκου, καὶ γυρίζοντας πρὸς τὸ σύντροφό μου, τὸν παραστάτη μου στὴ γραμμή, τοῦ εἶπα: "Φίλησέ με γιατ' ἴσως εἶναι ἡ στερνὴ φορά• θὰ μᾶς πάρη τὸ βόλι", καὶ σκύψαμε καὶ φιληθήκαμε».(9)

Κατεβαίνει ἀληθινὰ ὁ Καραϊσκάκης μέσα ἀπὸ τὸ χρόνο, θεματοφύλακας ἀξιῶν καὶ προσδοκιῶν τοῦ Γένους, ὁ «Ἀχιλλέας τῆς Ρωμιοσύνης» ὅπως τὸν ἀποκάλεσε ὁ Παλαμᾶς ποὺ ζεῖ «στὴν ἄρρωστή του σάρκα τῆς Φυλῆς ἡ μοῖρα».(10) Νιώθουμε τὴ λαχτάρα καὶ τὴν πίκρα καὶ τὴν ἀπαντοχή του, τὴ φλόγα του γιὰ τὴν ἀλήθεια. Σὲ τούτη τὴ φλόγα ποὺ καὶ μᾶς συνεπαίρνει στὴν ὁρμὴ της ρίχνουμε καὶ τὸ δικό μας τὸ κλωνάρι, γιὰ νὰ φωτιστεῖ, ὅσο γίνεται πιὸ λαμπερά, ὁ τραγικὸς χαμός του.





Σημειώσεις

1. Ὀ. Ἐλύτη, Ἀνοιχτὰ χαρτιά, Ἀθήνα 1982, σ. 198.

2. Ἰ. Ζαμπέλιου, Γεώργιος Καραϊσκάκης, τραγωδία ἕκτη, ἐν Ἀθήναις 1843, σ. 76-77.

3. Ἀ. Παράσχου, Ἀνέκδοτα ποιήματα, τόμ. Α΄, Ἀθήνησι 1904, σ. 174-181. Τὸ ποίημα, γραμμένο τὸ 1894, ἔχει τίτλο: «Εἰς τὰ ἀποκαλυπτήρια τοῦ Στρατάρχου Γεωργίου Καραϊσκάκη», καὶ προοριζόταν ν' ἀπαγγελθεῖ σὲ ἀποκαλυπτήρια ἀνδριάντα τοῦ ἥρωα στὸν Πειραιᾶ.

4. Π Σούτσου, Ποιήματα, ἐν Ἀθήναις 1915, σ. 129-173, ὅπου τὸ λυρικὸ δράμα σὲ τρεῖς πράξεις.

5. Γ.Κ. Στρατήγη, «Εἰς τὸν ἀνδριάντα τοῦ Καραϊσκάκη», Κωνστ. Φ. Σκόκου (ἐπιμ.), Ἐθνικὸν Ἡμερολόγιον 1896, σ. 70-72.

6. Κ.Σ. Κώνστα, «Ὁ Καραϊσκάκης στὴ ψυχὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ», Στερεὰ Ἑλλάς, Σεπτέμβριος 1969, σ. 17.

7. Κωστῆ Παλαμᾶ, Ἅπαντα, τόμ. ΙΣΤ΄, Ἀθήνα 1984, σ. 340.

8. Κωστῆ Παλαμᾶ, «Ὁ γιὸς τῆς Καλογριᾶς», Κυριακή, τοῦ Ἐλευθέρου Βήματος, 27.3.1927 καὶ Ἅπαντα, τόμ. ΙΓ΄, Ἀθήνα 1972, σ. 179, 181.

9. Κ. Παλαμᾶ, Ἅπαντα, τόμος 13ος, σ. 178.

10. Κ. Παλαμᾶ, Ἅπαντα, τόμ. Ζ΄, Ἀθήνα 1972, σ. 421. Οἱ στίχοι ἀπὸ τὰ «Δεκατετράστιχα» ποὺ πρωτοκυκλοφόρησαν στὰ 1919. Ὁ θάνατος τοῦ πολέμαρχου ἔγινε ποιητικὸς θρῆνος καὶ στὸν ἁπλὸ ἄνθρωπο. Ναύτης γράφει ὁλόκληρη τραγωδία, ἕνα χρόνο μετὰ τὸ θάνατό του. Βλ. Γ. Ἀναξαγόρα, Ὁ θάνατος τοῦ Καραϊσκάκη ἤ ἡ Διάλυσις τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοπέδου εἰς τὴν Ἀττικήν, τραγωδία συνθεθεῖσα ἀπὸ τὸν..., ἐν Λιβόρνῳ 1828.

Δευτέρα 9 Απριλίου 2007

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ

Γέροντος Πορφυρίου

Η αγάπη προς τον αδελφό καλλιεργεί την αγάπη προς τον Θεό

Ένα είναι το ζητούμενο στη ζωή μας, η αγάπη, η λατρεία στον Χριστό και η αγάπη στους συνανθρώπους μας. Να είμαστε όλοι ένα με κεφαλή τον Χριστό. Έτσι μόνο θ’ αποκτήσομε την χάρι, τον ουρανό, την αιώνια ζωή.

Η αγάπη προς τον αδελφό καλλιεργεί την αγάπη προς τον Θεό. Είμαστε ευτυχισμένοι, όταν αγαπήσομε όλους τους ανθρώπους μυστικά. Θα νιώθομε τότε όλοι μας αγαπούν. Κανείς δεν μπορεί να φθάσει στον Θεό, αν δεν περάσει απ’ τους ανθρώπους. Γιατί, «ο μη αγαπών τον αδελφόν αυτού, ον εώρακε, τον Θεόν, ον ουχ εώρακε, πως δύναται αγαπάν;». Ν’ αγαπάμε, να θυσιαζόμαστε για όλους ανιδιοτελώς, χωρίς να ζητάμε ανταπόδοση. Τότε ισορροπεί ο άνθρωπος. Μια αγάπη που ζητάει ανταπόδοση είναι ιδιοτελής. Δεν είναι γνήσια, καθαρή, ακραιφνής.

Να τους αγαπάτε και να τους συμπονάτε όλους. «Και είτε πάσχει εν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη· υμείς δε εστε μέλη Χριστού και μέλη εκ μέρους». Αυτό είναι Εκκλησία· εγώ, εσύ, αυτός, ο άλλος να αισθανόμαστε ότι είμαστε μέλη Χριστού, ότι είμαστε ένα. Η φιλαυτία είναι εγωισμός. Να μη ζητάμε, «εγώ να σταθώ, εγώ να πάω στον Παράδεισο», αλλά νιώθομε για όλους αυτή την αγάπη. Καταλάβατε; Αυτό είναι ταπείνωση.

Έτσι, αν ζούμε ενωμένοι, θα είμαστε μακάριοι, θα ζούμε στον Παράδεισο. Ο κάθε διπλανός μας, ο κάθε πλησίον μας είναι «σαρξ εκ της σαρκός μας». Μπορώ ν’ αδιαφορήσω γι’ αυτόν, μπορώ να τον πικράνω, μπορώ να τον μισήσω; Αυτό είναι το μεγαλύτερο μυστήριο της Εκκλησίας μας. Να γίνομε όλοι ένα εν Θεώ. Αν αυτό κάνομε, γινόμαστε δικοί Του. Τίποτα καλύτερο δεν υπάρχει απ’ αυτή την ενότητα. Αυτό είναι η Εκκλησία. Αυτό είναι η Ορθοδοξία. Αυτό είναι ο Παράδεισος. Ας διαβάσομε απ’ τον Ευαγγελιστή Ιωάννη την Αρχιερατική Προσευχή. Προσέξτε τους στίχους: «ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς.... ίνα πάντες εν ώσι, καθώς συ, Πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοι... ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς εν εσμέν... ίνα ώσι τετελειωμένοι εις εν... ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ’ εμού».

Βλέπετε; Το λέει και το ξαναλέει. Τονίζει την ενότητα. Να είμαστε όλοι ένα, ένα με κεφαλή τον Χριστό! Όπως ένας είναι ο Χριστός με τον Πατέρα και τον Υιό. Εδώ κρύβεται το μεγαλύτερο βάθος τους μυστηρίου της Εκκλησίας μας. Καμία θρησκεία δεν λέγει κάτι τέτοιο. Κανείς δεν ζητάει αυτή τη λεπτότητα που ζητάει ο Χριστός, να γίνομε όλοι ένα συν Χριστώ. Εκεί βρίσκεται το πλήρωμα. Σ’ αυτή την ενότητα, σ’ αυτή την αγάπη, την εν Χριστώ. Καμία διάσπαση εκεί δεν χωράει, κανείς φόβος. Ούτε θάνατος, ούτε διάβολος, ούτε κόλαση. Μόνο αγάπη, χαρά, ειρήνη, λατρεία Θεού. Μπορείς να φθάσεις να λες τότε με τον Απόστολο Παύλο: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός».

Μπορούμε πολύ εύκολα να φθάσομε σ’ αυτό το σημείο. Αγαθή προαίρεση χρειάζεται κι ο Θεός είναι έτοιμος να έλθει μέσα μας. «Κρούει την θύραν» και «καινά ποιεί πάντα», όπως λέγει στην Αποκάλυψη του Ιωάννου. Μεταβάλλεται η σκέψη μας, απαλλάσσεται από την κακία, γίνεται πιο καλή, πιο αγία, πιο εύστροφος. Αν, όμως, δεν ανοίξομε του κρούοντος την θύραν, αν δεν έχομε εκείνα που θέλει Αυτός, αν δεν είμαστε άξιοί Του, τότε δεν μπαίνει στην καρδιά μας. Για να γίνομε όμως άξιοί Του, πρέπει ν’ αποθάνομε κατά τον παλαιό άνθρωπο, για να μην αποθάνομε ποτέ πλέον. Τότε θα ζούμε εν Χριστώ ενσωματωμένοι με όλο το σώμα της Εκκλησίας. Έτσι θα έλθει η θεία χάρις. Και άμα θα έλθει η χάρις, θα μας τα δώσει όλα.

Στο Άγιον Όρος είδα κάποτε κάτι που μου άρεσε πολύ. Μέσα σε μία βάρκα στη θάλασσα μοναχοί κρατούσαν διάφορα ιερά αντικείμενα. Καταγόταν ο καθένας από διαφορετικό τόπο, εν τούτοις έλεγαν, «αυτό είναι δικό μας» και όχι «δικό μου».

Ας σκορπίζομε σε όλους την αγάπη μας ανιδιοτελώς

Υπεράνω όλων η αγάπη. Εκείνο που πρέπει να μας απασχολεί, παιδιά μου, είναι η αγάπη για τον άλλο, η ψυχή του. Ό,τι κάνομε, προσευχή, συμβουλή, υπόδειξη, να το κάνομε με αγάπη. Χωρίς την αγάπη η προσευχή δεν ωφελεί, η συμβουλή πληγώνει, η υπόδειξη βλάπτει και καταστρέφει τον άλλον, που αισθάνεται αν το αγαπάμε ή δεν τον αγαπάμε και αντιδρά αναλόγως. Αγάπη, αγάπη, αγάπη! Η αγάπη στον αδελφό μας προετοιμάζει ν’ αγαπήσομε περισσότερο τον Χριστό. Ωραίο δεν είναι;

Ας σκορπίζομε σε όλους την αγάπη μας ανιδιοτελώς, αδιαφορώντας για τη στάση τους. Όταν έλθει μέσα μας η χάρις του Θεού, δεν θα ενδιαφερόμαστε αν μας αγαπάνε ή όχι, αν μας μιλάνε με καλοσύνη. Θα νιώθομε την ανάγκη εμείς να τους αγαπάμε όλους. Είναι εγωισμός να θέλομε οι άλλοι να μας μιλάνε με καλοσύνη. Ας μη μας στενοχωρεί το αντίθετο. Ας αφήσομε τους άλλους να μας μιλάνε όπως αισθάνονται. Ας μη ζητιανεύομε την αγάπη. Επιδίωξή μας να είναι ν’ αγαπάμε και να προσευχόμαστε με όλη μας την ψυχή για κείνους. Τότε θα προσέξομε ότι όλοι θα μας αγαπάνε χωρίς να το επιδιώκομε, χωρίς καθόλου να ζητιανεύομε την αγάπη τους. Θα μας αγαπάνε ελεύθερα και ειλικρινά από τα βάθη της καρδιάς τους χωρίς να τους εκβιάζομε. Όταν αγαπάμε χωρίς να επιδιώκομε να μας αγαπάνε, θα μαζεύονται όλοι κοντά μας σαν τις μέλισσες. Αυτό ισχύει για όλους μας.

Αν ο αδελφός σου σ’ ενοχλεί, σε κουράζει, να σκέπτεσαι: «Τώρα με πονάει το μάτι μου, το χέρι μου, το πόδι μου· πρέπει να το περιθάλψω μ’ όλη μου την αγάπη». Να μη σκεπτόμαστε, όμως, ούτε ότι θα αμειφθούμε για τα δήθεν καλά, ούτε ότι θα τιμωρηθούμε για τα κακά που διαπράξαμε. Έρχεσαι εις επίγνωσιν αληθείας, όταν αγαπάεις με την αγάπη του Χριστού. Τότε δεν ζητάεις να σ’ αγαπάνε· αυτό είναι το σωστό. Από μας εξαρτάται να σωθούμε. Ο Θεός το θέλει. Όπως λέει η Αγία Γραφή: «... πάντας θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».

Ας σκορπίζομε σε όλους την αγάπη μας ανιδιοτελώς

Όταν κάποιος μας αδικήσει μ’ οποιονδήποτε τρόπο, με συκοφαντίες, με προσβολές, να σκεπτόμαστε ότι είναι αδελφός μας που τον κατέλαβε ο αντίθετος. Έπεσε θύμα του αντιθέτου. Γι’ αυτό πρέπει να τον συμπονέσομε και να παρακαλέσουμε τον Θεό να ελεήσει κι εμάς κι αυτόν· κι ο Θεός θα βοηθήσει και τους δύο. Αν, όμως, οργισθούμε εναντίον του, τότε ο αντίθετος από κείνον θα πηδήσει σ’ εμάς και θα μας παίζει και τους δύο. Όποιος κατακρίνει τους άλλους, δεν αγαπάει τον Χριστό. Ο εγωισμός φταίει. Από κει ξεκινάει η κατάκριση. Θα σας πω ένα μικρό παράδειγμα.

Ας υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος βρίσκεται μόνος του στην έρημο. Δεν υπάρχει κανείς. Ξαφνικά ακούει κάποιον από μακριά να κλαίει και να φωνάζει. Πλησιάζει κι αντικρίζει ένα φοβερό θέαμα: μία τίγρις έχει αρπάξει έναν άνθρωπο και τον καταξεσχίζει με μανία. Εκείνος απελπισμένος ζητάει βοήθεια. Σε λίγα λεπτά θα τον κατασπαράξει. Τι να κάνει, για να τον βοηθήσει; Να τρέξει κοντά του; Πως; Αυτό είναι αδύνατον. Να φωνάξει; Ποιον; Κανείς άλλος δεν υπάρχει. Μήπως θα πάρει καμιά πέτρα να τήνε ρίξει στον άνθρωπο και να τον αποτελειώσει; «Όχι, βέβαια!», θα πούμε. Κι όμως αυτό είναι δυνατόν να γίνει, όταν δεν καταλαβαίνομε ότι ο άλλος που μας φέρεται άσχημα κατέχεται από τον διάβολο, την τίγρη. Μας διαφεύγει ότι, όταν κι εμείς τον αντιμετωπίζομε χωρίς αγάπη, είναι σαν να του ρίχνομε πέτρες πάνω στις πληγές του, οπότε του κάνομε πολύ κακό και η «τίγρις» μεταπηδάει σ’ εμάς και κάνομε κι εμείς ό,τι εκείνος και χειρότερα. Τότε, λοιπόν, ποια είναι η αγάπη που έχομε για τον πλησίον μας και, πολύ περισσότερο, για τον Θεό;

Να αισθανόμαστε την κακία του άλλου σαν αρρώστια που τον βασανίζει και υποφέρει και δεν μπορεί να απαλλαγεί. Γι’ αυτό να βλέπομε τους αδελφούς μας με συμπάθεια και να τους φερόμαστε με ευγένεια λέγοντας μέσα μας με απλότητα το «Κύριε Ιησού Χριστέ», για να δυναμώσει με τη θεία χάρι η ψυχή μας και να μην κατακρίνομε κανένα. Όλους τους αγίους να τους βλέπομε. Όλοι μας μέσα φέρομε τον ίδιο παλαιό άνθρωπο. Ο πλησίον, όποιος κι αν είναι, είναι «σαρξ εκ της σαρκός μας», είναι αδελφός μας και «μηδενί μηδέν οφείλομεν, ει μη το αγαπάν αλλήλους», σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο. Δεν μπορούμε ποτέ να κατηγορήσομε τους άλλους, γιατί «ουδείς την εαυτού σάρκα εμίσησεν».

Όταν κάποιος έχει ένα πάθος, να προσπαθούμε να του ρίχνομε ακτίνες αγάπης και ευσπλαγχνίας, για να θεραπεύεται και να ελευθερώνεται. Μόνο με την χάρι του Θεού γίνονται αυτά. Να σκέπτεσθε ότι αυτός υποφέρει περισσότερο από εσάς. Στο κοινόβιο, όταν κάποιος φταίει, να μην του πούμε ότι φταίει. Να στεκόμαστε με προσοχή, σεβασμό και προσευχή. Εμείς να προσπαθούμε να μην το κάνομε το κακό. Όταν υπομένομε την αντιλογία του αδελφού, λογίζεται μαρτύριο. Να το κάνομε με χαρά.

Ο χριστιανός είναι ευγενής. Να προτιμάμε ν’ αδικούμαστε. Άμα έλθει μέσα μας το καλό, η αγάπη, ξεχνάμε το κακό που μας κάνανε. Εδώ κρύβεται το μυστικό. Όταν το κακό έρχεται από μακριά, δεν μπορείτε να το αποφύγετε. Η μεγάλη τέχνη είναι, όμως, να το περιφρονήσετε. Με την χάρι του Θεού, ενώ θα το βλέπετε, δεν θα σας επηρεάζει, διότι θα είστε πλήρεις χάριτος.

Στο Πνεύμα του Θεού όλα είναι αλλιώτικα. Εκεί κανείς τα δικαιολογεί στους άλλους όλα. Όλα! Τι είπαμε; «Ο Χριστός βρέχει επί δικαίους και αδίκους». Εγώ εσένα βγάζω φταίχτη, έστω κι αν μου λες ότι φταίει ο τάδε ή η τάδε. Τελικά σε κάτι φταίεις και το βρίσκεις, όταν σου το πω. Αυτή τη διάκριση ν’ αποκτήσετε στη ζωή σας. Να εμβαθύνετε στο καθετί και να μην τα βλέπετε επιφανειακά. Αν δεν πάμε στον Χριστό, αν δεν υπομένομε, όταν πάσχομε αδίκως, θα βασανιζόμαστε συνέχεια. Το μυστικό είναι ν’ αντιμετωπίζει κανείς τις καταστάσεις με πνευματικό τρόπο. Κάτι παρόμοιο γράφει ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος:

«’’Όλους τους πιστούς οφείλομε να τους βλέπομε σαν ένα και να σκεπτόμαστε ότι στον καθένα από αυτούς είναι ο Χριστός. Και να έχομε για τον καθένα τέτοια αγάπη, ώστε να είμαστε έτοιμοι να θυσιάσομε για χάρη του και τη ζωή μας. Γιατί οφείλομε να μη λέμε, ούτε να θεωρούμε κανένα άνθρωπο κακό, αλλά όλους να τους βλέπομε ως καλούς. Κι αν δεις έναν αδελφό να ενοχλείται από πάθη, να μην τον μισήσεις αυτόν· μίσησε τα πάθη που τον πολεμούν. Κι αν τον δεις να τυραννείται από επιθυμίες και συνήθειες προηγουμένων αμαρτιών, περισσότερο σπλαγχνίσου τον, μην τυχόν δοκιμάσεις και συ πειρασμό, αφού είσαι από υλικό που εύκολα γυρίζει από το καλό στο κακό’’. Η αγάπη προς τον αδελφό σε προετοιμάζει ν’ αγαπήσεις περισσότερο τον Θεό. Το μυστικό, λοιπόν, της αγάπης προς τον Θεό είναι η αγάπη προς τον αδελφό. Γιατί, αν δεν αγαπάεις τον αδελφό σου που τον βλέπεις, πως είναι δυνατόν ν’ αγαπάεις τον Θεό που δεν Τον βλέπεις; ‘’Ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν αυτού, ον εώρακε, τον Θεόν, ον ουχ εώρακε, πως δύναται αγαπάν;’’».

Δευτέρα 2 Απριλίου 2007

ΕΠΕΘΥΜΗΣΕ ΠΟΡΝΗ...

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

« Ότε της Εκκλησίας έξω ευρεθείς Ευτρόπιος …»

Πόρνη επιθυμούσε ο Θεός; Ναι πόρνη. Εννοώ τη δική μας φύση. Ήταν τρανός και αυτή ταπεινή. Τρανός όχι στη θέση αλλά στη φύση. Πεντακάθαρος ήταν, ακατάστρευτη η ουσία του, άφθαρτη η φύση του. Αχώρητος στο νου, αόρατος, άπιαστος από τη σκέψη, υπάρχοντας παντοτεινά, μένοντας απαράλλακτος. Πάνω από τους αγγέλους, ανώτερος από τις δυνάμεις των ουρανών. Νικώντας τη λογική σκέψη, ξεπερνώντας τη δύναμη του μυαλού, αδύνατο να τον δεις, μόνο να τον πιστέψεις …

Έριχνε το βλέμμα του στη Γη και την έκανε να τρέμει … Ποτάμια έβγαζε στην έρημο … Κι αυτός ο τόσο μέγας και τρανός πεθύμησε πόρνη. Γιατί; Για να την αναπλάσει από πόρνη σε παρθένα. Για να γίνει ο νυμφίος της. Τι κάνει; Δεν της στέλνει κάποιον από τους δούλους του, δεν στέλνει άγγελο στην πόρνη, δεν στέλνει αρχάγγελο, δεν στέλνει τα χερουβείμ, δεν στέλνει τα σεραφείμ. Αλλά καταφθάνει αυτός ο ίδιος ο ερωτευμένος.

Επεθύμησε πόρνη. Και τι κάνει; Επειδή δεν μπορούσε να ανέβει εκείνη στα ψηλά, κατέβηκε στα χαμηλά. Έρχεται στην καλύβα της. Τη βλέπει μεθυσμένη. Και με ποιό τρόπο έρχεται; Όχι με ολοφάνερη τη θεότητά του, αλλά γίνεται εντελώς ίδιος μαζί της, μήπως βλέποντάς τον τρομοκρατηθεί, μήπως λαχταρήσει και του φύγει. Τη βρίσκει καταπληγωμένη, εξαγριωμένη, από δαίμονες κυριευμένη. Και τι κάνει; Την παίρνει και την κάνει γυναίκα του. Και τι δώρα της χαρίζει; Δαχτυλίδι. Ποιο δαχτυλίδι; Το Άγιο Πνεύμα.

Έπειτα λέγει. Δεν σε φύτεψα στον Παράδεισο; -

- Του λέγει, ναι.

- Και πώς ξέπεσες από εκεί; -

- ΄Ήλθε και με πήρε ο Διάβολος από τον Παράδεισο. –

Φυτεύτηκες στον Παράδεισο και σε έβγαλε έξω. Να, σε φυτεύω μέσα μου. Δεν τολμά να με πλησιάσει εμένα. Ο ποιμένας σε κρατάει και ο λύκος δεν έρχεται πια.

- Αλλά είμαι, λέγει, αμαρτωλή και βρώμικη.

- Μη μου σκοτίζεσαι, είμαι γιατρός. Δώσε μεγάλη προσοχή. Κοίταξε τι κάνει. Ήλθε να πάρει την πόρνη, όπως αυτή – το τονίζω – ήταν βουτηγμένη στη βρώμα. Για να μάθεις τον έρωτα του Νυμφίου. Αυτό χαρακτηρίζει τον ερωτευμένο: το να μη ζητάει ευθύνες για αμαρτήματα, αλλά να συγχωρεί λάθη και παραπατήματα.

- Πιο πριν ήταν κόρη των δαιμόνων, κόρη της Γης, ανάξια για τη Γη. Και τώρα έγινε κόρη του βασιλιά. Και αυτό γιατί έτσι θέλησε ο ερωτευμένος μαζί της. Γιατί ο ερωτευμένος δεν πολυνοιάζεται για τη συμπεριφορά του. Ο έρωτας δεν βλέπει ασχήμια. Γι’ αυτό και ονομάζεται έρωτας, επειδή πολλές φορές αγαπά και την άσχημη. Έτσι έκανε και ο Χριστός. Άσχημη είδε και την ερωτεύτηκε και την ανακαινίζει.

- Την πήρε ως γυναίκα, και ως κόρη του την αγαπά, και ως δούλα του την φροντίζει, και ως παρθένα την προστατεύει, και ως παράδεισο την τειχίζει, και ως μέλος του σώματός του την περιποιείται. Τη φροντίζει ως κεφαλή της που είναι, τη φυτεύει ως ρίζα, την ποιμαίνει ως ποιμένας. Ως νυμφίος την παίρνει γυναίκα του, και ως εξιλαστήριο θύμα την συγχωρεί, ως πρόβατο θυσιάζεται, ως νυμφίος τη διατηρεί μέσα στην ομορφιά, ως σύζυγος φροντίζει να μην της λείψει τίποτα.

- Ώ, Συ Νυμφίε, που ομορφαίνεις την ασχήμια της νύφης!


Σάββατο 31 Μαρτίου 2007

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΦΕΡΝΕΙ ΠΝΟΗ ΕΛΠΙΔΟΣ

Αλβανίας Αναστάσιος

(Συνέντευξη)

Ερ:Μακαριότατε, αυτές τις μέρες κάθε χρόνο φοβούμαι ότι εμείς οι πλημμελείς ως προς τη θρησκευτική μας ταυτότητα καταλήγουμε και σε κοινοτυπίες ή λέμε και πράγματα που μας γυρίζουν πίσω στα έθιμά μας και αυτά βέβαια έχουν μεγάλη αξία, επικοινωνώ όμως μαζί σας για να μας πείτε το μαρτύριο της Σταύρωσης και η Ανάσταση που ακολουθεί στον σημερινό άνθρωπο, τι μπορεί να πει;

Απ:Το ερώτημα είναι πολύ γενικό, εγώ θα περιοριστώ να πω κάτι που με έχει συγκινήσει αυτές τις μέρες ιδιαίτερα. Σκέφτομαι ακριβώς ότι αυτό το πάθος και η Ανάσταση μιλούν για ένα θρίαμβο της εξουσίας του Θεού της αγάπης πάνω στην αδικία, στο θάνατο, στο ψέμα και ιδιαίτερα με συγκινεί αυτό αυτή την εποχή. Ξέρουμε, ότι στην εποχή μας, δίνεται συχνά η εντύπωση ότι η ανθρώπινη ιστορία υπόκειται μόνο σε διάφορες ανεξέλεγκτες εξουσίες πολιτικές, στρατιωτικές, οικονομικές, ιδεολογικές οι οποίες ενεργώντας με τρόπο αυθαίρετο όπως το είδαμε αυτό τον καιρό, δημιουργούν ποικιλόμορφη σύγχυση με τραγικές συνέπειες. Σε αυτή λοιπόν τη διάχυτη απογοήτευση για την άσκηση της εξουσίας από τους ισχυρούς, το πάθος και η Ανάσταση του Χριστού φέρνει μια πνοή ελπίδας.

Υπενθυμίζει ότι πέρα από όσα τραγικά συμβαίνουν σήμερα, η πορεία του κόσμου δεν εξαρτάται τελικώς από την συσσωρευμένη δύναμη και γνώση και την αλαζονική χρήση της από τους ισχυρούς της γης. Η ουσιαστική εξουσία βρίσκεται στα χέρια του Θεανθρώπου που σεβάστηκε απόλυτα την ελευθερία του ανθρώπου θα έλεγα μέχρι σκανδαλισμού των θρησκευτικά αυστηρών. Για μένα λοιπόν, η εξουσία Του συνοψίζει τη δύναμη της δικαιοσύνης, της ειρήνης, της αγάπης και της ζωής και πιστεύω ότι εξακολουθεί να δρα λυτρωτικά στην ιστορία της ανθρωπότητας, όσο και αν πολλοί θεωρητικά ή έμπρακτα την αμφισβητούν και αυτή τελικά θα κρίνει τον κόσμο. Θέλω όμως, να δώσω μια επεξήγηση ότι η εξουσία του Χριστού πάνω στα ανθρώπινα είναι εντελώς διαφορετική από τις κοσμικές εξουσίες. Υπήρξε μια κρίσιμη στιγμή στο πάθος εμπρός στον Πιλάτο και εκεί ο Ιησούς είχε τονίσει ότι «η βασιλεία η εμί ουκ έστι εκ του κόσμου τούτου». Επικύρωσε μια καθαρή διάκριση ανάμεσα στο πνευματικό και το εγκόσμιο, το πολιτικό, μια τάξη που θα διαρκέσει έως την παρουσία του και την επάνοδό του, σε αντίθεση με διάφορες θεοκρατικές παραδόσεις που συνδέουν τη θρησκευτική με την κρατική εξουσία, ξέρετε στον ισλαμικό κόσμο αυτό είναι πολύ έντονο. Η ορθόδοξη παράδοση οφείλει να μείνει συνεπής σε αυτόν το πνευματικό ρόλο, γιατί η ανάμειξη του ονόματος του Χριστού δεν έχει θέση σε σχέδια πολιτικής σκοπιμότητας και καταδυναστεύσεως ατόμων και λαών όπως το είδαμε τους τελευταίους μήνες. Γιατί ο Χριστός πρόβαλε μια διαφορετική αντίληψη περί εξουσίας μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία ως βάση και ιδεώδες, έθεσε τη διακονία προς τον συνάνθρωπο ενώ οι άρχοντες του κόσμου τούτου συνήθως κυριαρχούν αδιαφορώντας για την αξιοπρέπεια του απλού ανθρώπου και καταπιέζοντας τους αδυνάτους.

Ο Χριστός έζησε ως ο διακονών και αυτή την αλήθεια αυτές τις ημέρες, στη δική μας την εκκλησία με την παράδοση που έχουμε, την ακούμε αδιάκοπα, το χαρακτηριστικό στοιχείο του Χριστού που διακονεί. Αυτό το υπόδειγμα παρέδωσε στους δικούς του και στέλνοντας τους μαθητάς του στον κόσμο, τους μεταβίβασε το κύρος Του και τους εμπιστεύτηκε την πνευματική εξουσία Του, επιμένοντας ότι η άσκησή της στην πραγματικότητα θα είναι διακονία και ανιδιοτελής προσφορά. Εμένα πάντα με συγκινεί ότι η εξουσία του Αναστάντως Χριστού, ξέρετε υπάρχει μια φράση πολύ καθοριστική στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου που λέει μετά την Ανάσταση «εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης». Αυτή λοιπόν η εξουσία συνδέεται με το εκούσιο πάθος στο οποίο αναφερθήκατε στην αρχή.

Ο Κύριος παραμένει ο συμπάσχων στον πόνο κάθε ανθρώπου είναι ο Θεός του ελέους, που σκύβει στοργικά πάνω στον πονεμένο και τραυματισμένο από την αμαρτία άνθρωπο, η εξουσία Του δεν καταδυναστεύει αλλά υπηρετεί, δεν εκδικείται αλλά συγχωρεί, δεν καταπιέζει αλλά λυτρώνει. Δεν επιβάλλεται με θόρυβο, αλλά δρα στη σιωπή, κυρίως ενεργεί σαν μια εξουσία λυτρωτική, ως δωρεά συγνώμης και αγάπης και σε εκείνους που λένε ότι δεν τον πολυξέρουν και δεν τον πολυπλησιάζουν. Έτσι λοιπόν ο Αναστάς Κύριος σέβεται την ελευθερία και την ιερότητα του κάθε ανθρωπίνου προσώπου ακόμα και αυτού που τον αμφισβητεί, δεν προκαλεί φόβο αλλά ελευθερώνει την ανθρώπινη ύπαρξη από τον φόβο.

Από το φόβο του θανάτου, πολύ περισσότερο βεβαίως δέος και φόβο που ακούσαμε αυτές τις ημέρες. Όσοι Τον ακολουθούν, αυτού του είδους την εξουσία θεωρούν ως τη μόνη σημαντική και αυτή πρέπει να ασκούν.

ΕΡ: Μακαριότατε, διέκρινα την έμφαση, με την οποία αναφερθήκατε στην ορθόδοξη παράδοση. Βλέπουμε ένα πρόσωπο χριστιανικό, γιατί και τα δόγματα είναι ποικίλα και οι αναφορές είναι ποικίλες και υπάρχει και η ελευθερία της αναφοράς. Βλέπουμε, τον τελευταίο καιρό στην Αμερική, ένα πρόσωπο χριστιανικό που φαίνεται ότι εμπνέεται από το μεθοδισμό που εμφανίζει ένα πρόσωπο της χριστιανοσύνης εντελώς κοσμικό, ολότελα ξένο προς την ορθόδοξη παράδοση που θέλει το Χριστό να βασιλεύει στην ψυχή μας

ΑΠ: Το μεθοδισμός δεν είναι ακριβές. Η μεθοδιστική εκκλησία που υπάρχει στην Αμερική έχει πολλές μορφές και πολλές παραφυάδες. Το κακό είναι ότι καταλαβαίνω ότι σε αυτά τα οποία και προηγουμένως είπα είναι σαφείς οι αναφορές μου στα γεγονότα τα οποία μας έχουν όλους ταράξει. Ίσως με ένα τρόπο χωρίς να ονοματίζουμε τους συγκεκριμένους ανθρώπους, φοβούμαι ότι καμιά φορά υπάρχει αυτή η φονταμενταλιστική αντίληψη την οποία την βλέπουμε στα λόγια πολλών ανθρώπων να θέλουν καλά και σώνει να χαράξουν πάνω στο χάρτη σύνορα μεταξύ του καλού και του κακού, μεταξύ των λαών, μεταξύ των διαφόρων άλλων ιδεών και θεωριών.

Η δική μας η παράδοση μιλάει ότι πράγματι υπάρχουν τέτοια σύνορα μεταξύ καλού και κακού, μόνο που αυτά τα σύνορα είναι στην καρδιά του κάθε ανθρώπου και μετακινούνται και αυτό είναι το λυτρωτικό μήνυμα του Χριστού: «Μετανοήστε και ξαναβρείτε ό,τι πολυτιμότερο σας έχω δώσει μέσα σας και ελευθερωθείτε από αυτές τις διαθέσεις, να θέλετε να κατακεραυνώσετε τους άλλους και να επιβάλλεται με το δικό σας τρόπο, όπως εσείς νομίζετε, με τη βία, το καλό ή το κακό». Οπωσδήποτε, είναι μια άλλη αντίληψη και γι αυτό πιστεύω ότι η ορθόδοξη παράδοση έχει κάτι πολύ σημαντικό να πει στη σύγχρονη αναζήτηση σε όλο τον κόσμο. Αρκεί μόνο να τη ζήσουμε σωστά και να μην παρασυρθούμε και εμείς σε ψευδαισθήσεις περί εξουσίας οι οποίες δεν είναι αυτές που μας έχει παραδώσει ο Χριστός.

Και να σεβαστούμε την παράδοση και να μη στέρξουμε σε πειρασμό εκοσμίκευσης που το συναντούμε στο παρελθόν στην παπική εκκλησία και το συναντούμε τώρα σε αυτό το νέο μεσσιανισμό

Εκείνο το φοβερό κείμενο του Ντοστογιέφσκι για το μέγα ιεροεξεταστή μιλάει ακριβώς γι αυτόν το πόθο μιας εξουσίας κοσμικής που θέλει να διορθώσει τα λάθη της πνευματικής εξουσίας. Δεν είναι μόνο στην παπική εκκλησία και στον προτεσταντισμό, πολλές φορές συναντάται και σε πολλά άλλα περιβάλλοντα, ακόμα και σε δικά μας και πρέπει να είμαστε άγρυπνοι. Πρέπει να είμαστε σε μια αδιάκοπη ανανέωση και μετάνοια για να βρίσκουμε το τι είναι το ουσιαστικό μες τη δική μας την παράδοση και τι είναι εκείνο, το οποίο δεν την εκφράζει.

ΕΡ: Θα ήθελα να μας πείτε για την εκκλησία της Αλβανίας αυτές τις μέρες

ΑΠ: Η εκκλησία της Αλβανίας είναι ένα κομμάτι της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής εκκλησίας. Βεβαίως είχε το οδυνηρό προνόμιο να ζήσει πολύ καιρό κοντά στις πύλες του Άδου, ίσως και μέσα στις πύλες του Άδου αλλά αυτά τα τελευταία χρόνια ζούμε μέσα σε αυτή τη χαρά της Αναστάσεως και ξέρετε, το δικό μας σύνθημα και το παρασύνθημα τον πρώτο καιρό όταν ξεκινήσαμε από το μηδέν εδώ, ήταν ακριβώς «Χριστός Ανέστη» και οι πρώτες λέξεις που έμαθα και εγώ στα αλβανικά. Έτσι λοιπόν ζούμε μέσα σε αυτή την έντονη αίσθηση της χαράς της Αναστάσεως και της παρουσίας του Αναστάντος Κυρίου. Αυτή η βεβαιότητα ότι σε Αυτόν, στον Κύριο της αγάπης έχει δοθεί πάσα εξουσία ουρανού και επί γης, ανασταίνει και τη πληγωμένη αισιοδοξία μας για το μέλλον του κόσμου, για το μέλλον το δικό μας.

Θέλω να ευχηθώ σε όλους αυτή η συναίσθηση της παρουσίας του Αναστάντως Κυρίου, του νικητού του θανάτου και του εξουσιαστού του σύμπαντος που αποτελεί το ουσιαστικότερο στοιχείο της χριστιανικής εμπειρίας, αυτή να μας γεμίζει αυτές τις μέρες με ελπίδα και με ειρήνη, σε οποιεσδήποτε συνθήκες και αν βρισκόμαστε και όσες δυσκολίες και αν αντιμετωπίζουμε.


(πηγή: ΣΚΑΪ 100,3)

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2007

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

+ π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν (1921 - 1983)


Ἀνάμεσα σ' ὅλες τὶς προσευχὲς καὶ τοὺς ὕμνους τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς μιὰ σύντομη προσευχὴ μπορεῖ νὰ ὀνομαστεῖ ἡ προσευχὴ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Ἡ Παράδοση τὴν ἀποδίδει σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς μεγάλους δασκάλους τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τὸν Ἅγιο Ἐφραίμ τὸ Σύρο. Νά τό κείμενο τῆς προσευχῆς:

Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας
καὶ ἀργολογίας μὴ μοι δῷς. Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης χάρισέ μοι τῷ σῷ δούλῳ. Ναὶ Κύριε Βασιλεῦ,
δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμά πταίσματα, καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου· ὅτι εὐλογητός εἰ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

... Ἡ βασικὴ μας ἀσθένεια εἶναι ἡ ἀργία. Εἶναι ἡ παράξενη ἐκείνη τεμπελιά καὶ ἡ παθητικότητα ὁλόκληρης τῆς ὕπαρξής μας πού πάντα μᾶς σπρώχνει πρός τὰ «κάτω» μᾶλλον παρὰ πρὸς τὰ «πάνω» καὶ πού διαρκῶς μᾶς πείθει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸ ν' ἀλλάξουμε καὶ ἑπομένως δὲ χρειάζεται νὰ ἐπιθυμοῦμε τὴν ἀλλαγή. Εἶναι ἕνας βαθιά ριζωμένος κυνισμός πού σὲ κάθε πνευματικὴ πρόκληση ἀπαντάει μὲ τὸ «γιατί;» καὶ καταντάει τὴ ζωή μας μιά ἀπέραντη πνευματικὴ φθορά. Αὐτὴ εἶναι ἡ ρίζα ὅλης τῆς ἁμαρτίας γιατί δηλητηριάζει κάθε πνευματικὴ ἐνεργητικότητα στὴν πιὸ βαθιὰ της πηγή.

Το ἀποτέλεσμα τῆς «ἀργίας», εἶναι ἡ λιποψυχία. Εἶναι μιὰ κατάσταση δειλίας ποὺ ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τὴ θεώρησαν τὸ μεγαλύτερο κίνδυνο τῆς ψυχῆς. Ἡ λιποψυχία, ἡ ἀποθάρρυνση, εἶναι ἡ ἀνικανότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ βλέπει καθετὶ καλὸ ἢ θετικό! Εἶναι ἡ ἀναγωγὴ τῶν πάντων στὸν ἀρνητισμὸ καὶ στὴν ἀπαισιοδοξία. Εἶναι στ' ἀλήθεια μιὰ δαιμονικὴ δύναμη μέσα μας γιατί ὁ Σατανάς εἶναι βασικὰ ἕνας ψεύτης. Ψιθυρίζει ψευτιὲς στὸν ἄνθρωπο γιὰ τὸ Θεὸ καὶ γιὰ τὸν κόσμο· γεμίζει τὴ ζωὴ μὲ σκοτάδι καὶ ἀρνητισμό. Ἡ λιποψυχία εἶναι ἡ αὐτοκτονία τῆς ψυχῆς, γιατί ὅταν ὁ ἄνθρωπος κατέχεται ἀπ' αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς ἀνίκανος νὰ δεῖ τὸ φῶς καὶ νὰ τὸ ἐπιθυμήσει.

Πνεῦμα φιλαρχίας! Φαίνεται παράξενο πὼς ἡ ἀργία καὶ ἡ λιποψυχία εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνα ποὺ γεμίζουν τὴ ζωή μας μὲ τὸν πόθο τῆς φιλαρχίας... Ἂν ἡ ζωή μου δὲν εἶναι προσανατολισμένη πρὸς τὸ Θεό, ἂν δὲν σκοπεύει σὲ αἰώνιες ἀξίες, ἀναπόφευκτα θὰ γίνει ἐγωιστικὴ καὶ ἐγωκεντρική, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι γίνονται τὰ μέσα γιὰ τὴ δική μου αὐτοϊκανοποίηση. Ἄν ὁ Θεός δὲν εἶναι ὁ «Κύριος καὶ Δεσπότης τῆς ζωῆς μου», τότε τὸ ἐγώ μου γίνεται ὁ κύριος καὶ δεσπότης μου, γίνεται τὸ ἀπόλυτο κέντρο τοῦ κόσμου μου καὶ ἀρχίζω νὰ ἐκτιμῶ καθετὶ μὲ βάση τὶς δικές μου ἀνάγκες, τίς δικές μου ἰδέες, τὶς δικές μου ἐπιθυμίες καὶ τὶς δικές μου κρίσεις.... Μπορεῖ ἐπίσης νὰ ἐκφράζεται καὶ σὰν ἀδιαφορία, περιφρόνηση, ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος, φροντίδας καὶ σεβασμοῦ. Καί εἶναι ἀκριβῶς ἡ «ἀργία», μαζὶ μὲ τὴ «λιποψυχία» ποὺ ἀπευθύνονται αὐτὴ τὴ φορὰ πρὸς τοὺς ἄλλους· ἔτσι συμπληρώνεται ἡ πνευματικὴ αὐτοκτονία μὲ τὴν πνευματικὴ δολοφονία.

Τέλος εἶναι ἡ ἀργολογία. Ἀπ' ὅλα γενικὰ τὰ δημιουργήματα μόνον ὁ ἄνθρωπος προικίστηκε μὲ τὸ χάρισμα τοῦ λόγου. Ὅλοι οἱ Πατέρες βλέπουν σ' αὐτὸ τὸ χάρισμα τὴν ἀκριβή «σφραγίδα» τῆς θείας εἰκόνας στὸν ἄνθρωπο γιατί ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἀποκαλύφτηκε σὰν Λόγος. Ἀλλὰ ὄντας ὁ λόγος τὸ ὕψιστο δῶρο, ἔτσι εἶναι καί ὁ ἰσχυρότερος κίνδυνος.Ὅπως εἶναι ἡ κυρὶαρχη ἔκφραση τοῦ ἀνθρώπου, τὸ μέσο γιὰ τὴν προσωπικὴ του πλήρωση, γιὰ τὸν ἴδιο λόγο, εἶναι καὶ τὸ μέσο γιὰ τὴν πτώση του, γιὰ τὴν αὐτοκαταστροφή του, γιὰ τὴν προδοσία καὶ τὴν ἁμαρτία...Ἐνισχύει τὴν ἀργία, τὴ λιποψυχία καὶ τὴ φιλαρχία καὶ μετατρέπει τὴ ζωὴ σὲ κόλαση. Γίνεται ἡ κυρίαρχη δύναμη τῆς ἁμαρτίας.

Αὐτά τά τέσσερα σημεῖα εἶναι οἱ ἀρνητικοὶ «στόχοι» τῆς μετάνοιας. Εἶναι τὰ ἐμπόδια ποὺ πρέπει νὰ μετακινηθοῦν. Ἄλλα μόνον ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ τὰ μετακινήσει. Ἀκριβῶς γι' αὐτὸ καὶ τὸ πρῶτο μέρος τῆς προσευχῆς αὐτῆς εἶναι μιὰ κραυγὴ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀβοήθητου ἀνθρώπου. Στὴ συνέχεια ἡ προσευχὴ κινεῖται στοὺς θετικοὺς σκοποὺς τῆς μετάνοιας ποὺ πάλι εἶναι τέσσερις.

Ἡ Σωφροσύνη, θὰ μποροῦσε νὰ γίνει κατανοητή σὰν τὸ θετικὸ ἀντίστοιχο τῆς λέξης "ἀργία", πού εἶναι ἡ ἀδράνεια, τὸ σπάσιμο τῆς διορατικότητας καὶ τῆς ἐνεργητικότητάς μας, ἡ ἀνικανότητα νὰ βλέπουμε καθολικά, σφαιρικά. Ἑπομένως αὐτὴ ἡ ὁλότητα εἶναι το ἐντελῶς ἀντίθετο ἀπὸ τὴν ἀδράνεια. Ἂν συνηθίζουμε μὲ τὴ λέξη σωφροσύνη νὰ ἐννοοῦμε τὴν ἀρετὴ τὴν ἀντίθετη ἀπὸ τὴ σαρκικὴ διαφθορά, εἶναι γιατί ὁ διχασμένος χαρακτήρας μας, πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν φαίνεται καλύτερα παρὰ στὴ σαρκικὴ ἐπιθυμία, ποὺ εἶναι ἀλλοτρίωση τοῦ σώματος ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὸν ἔλεγχο τοῦ πνεύματος. Ὁ Χριστὸς ἐπαναφέρει τὴν «ὁλότητα» (τὴ σωφροσύνη) μέσα μας καὶ τὸ κάνει αὐτὸ ἀποκαθιστώντας τὴν ἀληθινὴ κλίμακα τῶν ἀξιῶν, μὲ τὸ νά μᾶς ὁδηγεῖ πίσω στὸ Θεό.

Ὁ πρῶτος καὶ ὑπέροχος καρπὸς τῆς σωφροσύνης εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη. Πάνω ἀπ' ὅλα εἶναι ἡ νίκη τῆς ἀλήθειας μέσα μας, ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ψεύδους μέσα στὸ ὁποῖο συνήθως ζοῦμε. Μόνη ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἄξια τῆς ἀλήθειας· μόνο μ' αὐτὴ δηλαδὴ μπορεῖ κανεὶς νὰ δεῖ καὶ νὰ δεχτεῖ τὰ πράγματα ὅπως εἶναι καὶ ἔτσι νὰ δεῖ τὸ Θεό, τὸ μεγαλεῖο Του, τὴν καλωσύνη Του καὶ τὴν ἀγάπη Του στὸ καθετί. Νὰ γιατί, ὅπως ξέρουμε, ὁ Θεὸς «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν».

Μετὰ τὴ σωφροσύνη καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη, κατὰ φυσικὸ τρόπο, ἀκολουθεῖ ἡ ὑπομονή. Ὁ «φυσικός» ἢ «πεπτωκώς» ἄνθρωπος εἶναι ἀνυπόμονος, γιατί εἶναι τυφλὸς γιὰ τὸν ἑαυτό του, καὶ βιαστικὸς στὸ νὰ κρίνει καὶ νὰ καταδικάσει τοὺς ἄλλους. Μὲ διασπασμένη, ἀτελή καὶ διαστρεβλωμένη γνώση τῶν πραγμάτων ποὺ ἔχει, μετράει τὰ πάντα μὲ βάση τὶς δικές του προτιμήσεις καὶ τὶς δικές του ἰδέες. Ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸν καθένα γύρω του ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, θέλει ἡ ζωή του νὰ εἶναι πετυχημένη τώρα, αὐτὴ τὴ στιγμή...Ὅσο πιὸ κοντὰ ἐρχόμαστε στὸ Θεὸ τόσο περισσότερο ὑπομονετικοὶ γινόμαστε καὶ τόσο πιὸ πολὺ ἀντανακλοῦμε αὐτὴ τὴν ἀπέραντη ἐκτίμηση γιὰ ὅλα τὰ ὄντα, πράγμα ποὺ εἶναι ἡ κύρια ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ.

Τέλος, τὸ ἀποκορύφωμα καὶ ὁ καρπὸς ὅλων τῶν ἀρετῶν, κάθε καλλιέργειας καὶ κάθε προσπάθειας, εἶναι ἡ Ἀγάπη. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη πού, ὅπως ἔχουμε πεῖ, μπορεῖ νὰ δοθεῖ μόνο ἀπὸ τὸ Θεό, εἶναι τὸ δῶρο ποὺ ἀποτελεῖ σκοπὸ γιὰ κάθε πνευματικὴ προετοιμασία καὶ ἄσκηση...

Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2007

ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ π. ΣΤΑΥΡΟ ΚΟΦΙΝΑ





Μια συζήτηση της συντροφιάς των Παμ. Ταξιαρχών Μοσχάτου
με τον π. Σταύρο Κοφινά

π. Χρ.: Εί­πα στον πα­πα - Σταύ­ρο ό­τι δι­α­βά­σα­με την ομιλία του για την μο­να­ξιά (βλέ­πε πιο κάτω, την ομιλία στο Β΄Συνέδριο Ορθοδόξου Νεολαίας «Μέλη της Εκκλησίας - Πολίτες του κόσμου», που έγινε στην Κωνσταντινούπολη, 12 -16 Ιουλίου ), και ότι κάναμε συζήτηση μετά και α­πό ε­κεί μου ήρ­θε η ι­δέ­α να τον κα­λέ­σουμε. Πρό­τει­να να εν­το­πί­σου­με το θέ­μα στην μο­να­ξιά στις σχέ­σεις των ζευ­γα­ρι­ών εν­τός και ε­κτός γά­μου και, αν προ­κύ­ψει και γε­νι­κό­τε­ρα, στις σχέ­σεις των αν­θρώ­πων.

π. Σταύ­ρος: Πρώ­τα α­πό ό­λα, ευ­χα­ρι­στώ που με κα­λέ­σα­τε. Δεύ­τε­ρον, δεν συ­νη­θί­ζω να μι­λά­ω στους αν­θρώ­πους, συ­νή­θως μι­λά­ω α­φού α­κού­σω και κά­πο­τε μου εί­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο να μι­λή­σω. Θα σας πω κά­ποι­ες σκέ­ψεις σε σχέ­ση με το γά­μο και ό­χι μό­νο για τη μο­να­ξιά μέ­σα στο γά­μο αλ­λά γε­νι­κό­τε­ρα.

Πρώ­τα α­π’ ό­λα, υ­πάρ­χει τε­ρά­στια δυ­σκο­λί­α σή­με­ρα με­τα­ξύ των αν­θρώ­πων, για­τί δεν γνω­ρί­ζον­ται με­τα­ξύ τους. Πα­λιά δεν ή­ταν έ­τσι. Για ε­μάς (ε­μέ­να και την πα­πα­διά) που με­γα­λώ­σα­με στο ε­ξω­τε­ρι­κό, δεν ή­ταν κα­θό­λου έ­τσι, με την έν­νοι­α ό­τι εί­χα­με την ευ­και­ρί­α μέ­σα α­πό συγ­κεν­τρώ­σεις, πα­νη­γύ­ρια, συ­νε­λεύ­σεις, συ­νέ­δρια, να γνω­ρί­ζου­με παι­διά α­π’ ό­λη την πε­ρι­φέ­ρεια, μια τε­ρά­στια πε­ρι­φέ­ρεια. Κι οι γο­νείς μας γνώ­ρι­ζαν τους γο­νείς τους. Υ­πήρ­χε αυ­τή η κοι­νω­νι­κή ε­νό­τη­τα. Σή­με­ρα δεν υ­πάρ­χει.

Έ­πει­τα, σή­με­ρα φαί­νε­ται ό­τι λι­γο­στεύ­ουν οι χώ­ροι ό­που μπο­ρού­με να λει­τουρ­γή­σου­με αν­θρώ­πι­να. Ρω­τά­ω νέ­ους «πού πά­τε να γνω­ρί­σε­τε αν­θρώ­πους;», λέ­νε «στο μπαρ, στην κα­φε­τέ­ρια», ό­που ό­μως δεν υ­πάρ­χει ο­μα­δι­κή δι­α­σκέ­δα­ση. Υ­πάρ­χει ου­σι­α­στι­κά έ­νας χώ­ρος α­το­μι­κός ό­που κά­θε­σαι και ί­σως πας με μια δι­κή σου πα­ρέ­α, δεν υ­πάρ­χει ό­μως αυ­τή η ε­πι­κοι­νω­νί­α με­τα­ξύ των αν­θρώ­πων.

Τρί­τον, ε­πει­δή με­γα­λώ­νου­με μέ­σα σ’ αυ­τήν την α­κοι­νω­νη­σί­α, κου­βα­λά­με μέ­σα μας μια μο­να­ξιά, γνω­ρί­ζου­με κά­ποι­ον και φαί­νε­ται ό­τι πε­ρι­μέ­νου­με α­πό αυ­τή τη σχέ­ση να κα­λύ­ψει τα πάν­τα, το ο­ποί­ο φυ­σι­κά δεν γί­νε­ται. Έ­τσι, γρή­γο­ρα α­πο­γο­η­τεύ­ε­ται κα­νείς α­πό τη σχέ­ση, για­τί όν­τως ο άλ­λος δεν μπο­ρεί να κα­λύ­ψει τα πάν­τα.

Υ­πάρ­χει και το α­κρι­βώς αν­τί­θε­το, κά­ποι­ος πα­γι­δεύ­ε­ται σε μί­α σχέ­ση, ό­που εί­ναι μό­νο «ε­γώ κι ε­σύ», κα­νέ­νας άλ­λος, ή ε­λά­χι­στοι άλ­λοι. Δεν εν­τάσ­σε­ται αυ­τό μέ­σα σ’ έ­να κοι­νω­νι­κό πλαί­σιο και πά­λι βρα­χυ­κυ­κλώ­νει για­τί δεν εμ­πλου­τί­ζε­ται η σχέ­ση. Δεν τρο­φο­δο­τεί­ται. Με αυ­τό τον τρό­πο, α­φαι­ρεί­ται α­πό τη σχέ­ση η ί­δια η ε­λευ­θε­ρί­α, που πρέ­πει να υ­πάρ­χει, ώ­στε να υ­πάρ­χει δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα. Έ­τσι, δη­μι­ουρ­γεί­ται αυ­τό που λέ­με στην ψυ­χο­λο­γι­κή ο­ρο­λο­γί­α «συ­νε­ξάρ­τη­ση». Πια ο έ­νας στη­ρί­ζε­ται α­πό­λυ­τα στον άλ­λο και υ­πάρ­χει με­τά ο φό­βος ό­τι «αν ε­γώ κά­νω δύ­ο βή­μα­τα πί­σω, ο άλ­λος θα πέ­σει» ή «αν αυ­τός κά­νει δύ­ο βή­μα­τα πί­σω, α­πο­μα­κρυν­θεί α­πό μέ­να δη­λα­δή, ε­γώ θα πέ­σω». Υ­πάρ­χει και ο φό­βος και η ε­νο­χή που ε­ναλ­λάσ­σον­ται με­τα­ξύ τους. Ε­πεί­τα βέ­βαι­α έρ­χε­ται και ο θυ­μός που σε πα­γι­δεύ­ει, δη­λα­δή δεν α­φή­νει να υ­πάρ­χει ε­λεύ­θε­ρη ε­πι­κοι­νω­νί­α.

Πα­ρα­τη­ρώ, ε­πί­σης, στις σχέ­σεις - και το εί­πα αυ­τό στο συ­νέ­δριο, ό­ταν μι­λά­γα­με για τον γά­μο - ό­τι πια δεν υ­πάρ­χει ου­σι­α­στι­κά ε­πι­κοι­νω­νί­α μέ­σα στο γά­μο. Ζού­με πα­ράλ­λη­λες ζω­ές χω­ρίς να υ­πάρ­χει συ­νύ­φαν­ση των σχέ­σε­ων. Πώς γί­νε­ται αυ­τό πρα­κτι­κά; Έρ­χον­ται ζευ­γά­ρια σε μέ­να, μι­λά­με, α­να­λύ­ου­με τα ψυ­χο­λο­γι­κά, τα δυ­να­μι­κά, πώς μα­λώ­νει ο έ­νας, πώς μα­λώ­νει ο άλ­λος και ξαφ­νι­κά α­να­κα­λύ­πτω ό­τι αυ­τό το ζευ­γά­ρι δεν τρώ­ει μα­ζί πο­τέ. Μό­νο Κυ­ρια­κή και πο­τέ στο σπί­τι. Ή θα πά­νε στη μα­μά ή θα βγουν έ­ξω. Ο έ­νας έρ­χε­ται σπί­τι του στις 5, θα φά­ει στις 5, ο άλ­λος έρ­χε­ται στις 8, θα φά­ει κι αυ­τός μό­νος του. Μέ­χρι τό­τε και οι δύ­ο ψό­φιοι εί­ναι, η μί­α κά­νει τις δου­λει­ές του σπι­τιού, ο άλ­λος χα­ζεύ­ει. Πά­νε και κοι­μούν­ται και με­τά πε­ρι­μέ­νουν ό­τι θα κά­νουν και έ­ρω­τα. Δεν γί­νε­ται.

Ε­πο­μέ­νως, δεν υ­πάρ­χει πια ού­τε καν ε­πι­κοι­νω­νί­α, ου­σι­α­στι­κή ε­πι­κοι­νω­νί­α, ε­πει­δή δεν υ­πάρ­χει ο χώ­ρος και ο χρό­νος να συ­νυ­πάρ­χουν. Συν ό­τι πά­λι αυ­τό το ζευ­γά­ρι δεν έ­χει ση­μεί­ο α­να­φο­ράς σε μί­α κοι­νό­τη­τα έ­ξω α­πό αυ­τούς, σε αν­θρώ­πους έ­ξω α­πό αυ­τούς. Και δεν μι­λά­ω α­πλώς να έ­χου­με σχέ­σεις με­τα­ξύ μας με άλ­λα ζευ­γά­ρια. Ση­μαν­τι­κό εί­ναι κι αυ­τό. Μι­λά­ω ό­μως για κά­τι που το ζευ­γά­ρι έ­χει ση­μεί­ο α­να­φο­ράς έ­ξω α­π’ αυ­τό, που, για μέ­να και για μας που πι­στεύ­ου­με στον Ι­η­σού Χρι­στό, εί­ναι η Εκ­κλη­σί­α. Ό­σο λεί­πει αυ­τό, τό­ση μο­να­ξιά θα υ­πάρ­χει στο γά­μο, τό­σο α­πο­κομ­μέ­νοι, τό­σο μό­νοι θα αι­σθαν­θού­με να ση­κώ­σου­με τα βά­ρη που υ­πάρ­χουν μέ­σα σε μί­α σχέ­ση.

Ε­πί­σης, υ­πάρ­χει α­να­σφά­λεια για να μπεις στο γά­μο, ε­πει­δή υ­πάρ­χει αυ­τό το τε­ρά­στιο πο­σο­στό δι­α­ζυ­γί­ων. Ξέ­ρου­με ό­τι στις α­στι­κές πε­ρι­ο­χές της Ελ­λά­δος η α­να­λο­γί­α δι­α­ζυ­γί­ων – γά­μων εί­ναι πια 1:2. Ά­μα βά­λου­με την ε­παρ­χί­α (1:4, 1:5), το κά­νου­με 1:2,5. Του χρό­νου η α­να­λο­γί­α θα εί­ναι α­κό­μα με­γα­λύ­τε­ρη, δη­λα­δή 1:1,9. Με­τά θα πά­ει σχε­δόν μι­σά-μι­σά. Αυ­τό δη­μι­ουρ­γεί τε­ρά­στια α­να­σφά­λεια και μο­να­ξιά. Συν ό­τι ό­σο με­γα­λώ­νεις και ό­σο δεν υ­πάρ­χει αυ­τή η κοι­νω­νι­κή α­να­φο­ρά, α­πο­μο­νώ­νε­σαι στο σπί­τι σου. Και ό­σο α­πο­μο­νώ­νε­σαι, τό­σο αυ­ξά­νον­ται οι κρί­σεις πα­νι­κού, το άγ­χος, η αί­σθη­ση ό­τι εί­σαι μό­νος τε­λεί­ως, «τι θα γί­νει αν πά­θω ε­γώ τί­πο­τα» και ού­τω κα­θε­ξής.

Αυ­τές εί­ναι εν ο­λί­γοις οι δι­κές μου α­νη­συ­χί­ες. Δεν ξέ­ρω πώς τα α­κού­τε, θα ή­θε­λα πε­ρισ­σό­τε­ρο να μου πεί­τε ε­σείς πά­νω σ’ αυ­τά… Θέ­λω να ρω­τή­σω, ε­φό­σον δι­α­βά­σα­τε το κεί­με­νο, τι εί­ναι αυ­τό που σας ά­ρε­σε στο κεί­με­νο ή τι δεν σας ά­ρε­σε… Να κά­νω κι ε­γώ μί­α ε­ρώ­τη­ση σ’ ε­σάς…

Η Ελ. λέ­ει ό­τι της ά­ρε­σε η ευ­στο­χί­α του κει­μέ­νου, εί­δε το γά­μο της μέ­σα α­πό αυ­τό και έ­νι­ω­σε λι­γό­τε­ρο μό­νη.

Ο Γ. μι­λά­ει για τη δυ­σκο­λί­α που έ­χει να εί­ναι μό­νος­ μέ τον ε­αυ­τό του και την εν­τύ­πω­ση που του έ­κα­νε το κεί­με­νο, στο ό­τι μό­νο ό­ταν εί­σαι μό­νος, μπο­ρείς να συ­ναν­τή­σεις το Θε­ό. Λέ­ει ό­τι στη σχέ­ση του με τη γυ­ναί­κα του άλ­λο­τε έ­χει κα­λή δι­ά­θε­ση να εί­ναι μα­ζί και άλ­λο­τε ό­χι.

π. Σταύ­ρος: Να ρω­τή­σω: μέ­σα στο γά­μο υ­πάρ­χει ο χώ­ρος που μπο­ρείς να μεί­νεις μό­νος; Για­τί υ­πάρ­χει μί­α τά­ση που λέ­ει ό­τι εί­μα­στε μα­ζί και πρέ­πει να εί­μα­στε πάν­τα μα­ζί. Δη­λα­δή, μπο­ρεί ο κα­θέ­νας να μεί­νει λί­γο μό­νος με τον ε­αυ­τό του; Βέ­βαι­α, πολ­λές φο­ρές αυ­τό μπο­ρεί να εί­ναι φυ­σι­ο­λο­γι­κό. Δη­λα­δή, ό­ταν ο άν­τρας εί­ναι στη δου­λειά και η γυ­ναί­κα εί­ναι συ­νέ­χεια στο σπί­τι, εί­ναι μό­νη της. Κι ε­κεί ί­σως δη­μι­ουρ­γεί­ται έ­να πρό­βλη­μα, α­πό την ά­πο­ψη ό­τι έρ­χε­ται ο άν­τρας που εί­ναι ό­λη μέ­ρα στη δου­λειά και με κό­σμο και θέ­λει να πά­ει σπί­τι να η­συ­χά­σει ε­νώ η γυ­ναί­κα, που ή­ταν ή­συ­χη ό­λη μέ­ρα, θέ­λει να δει κό­σμο, έ­χει α­παι­τή­σεις α­πό τον άν­τρα να εί­ναι μα­ζί της. Τό­τε δη­μι­ουρ­γεί­ται έν­τα­ση. Πρέ­πει, ό­μως, να υ­πάρ­χει ι­σορ­ρο­πί­α σ’ αυ­τό, μου φαί­νε­ται.

Μι­λά­ει ο Γ.. για τις α­παι­τή­σεις που έ­χει ε­κεί­νος α­πό τους άλ­λους μέ­σα στις σχέ­σεις του.

π. Σταύ­ρος: Η πα­γί­δα εί­ναι ό­τι συ­νή­θως φτι­ά­χνου­με σχέ­σεις και ζη­τά­με α­πό τον άλ­λο. Εί­ναι με­γά­λη πα­γί­δα, για­τί σε μια σχέ­ση δεν ζη­τάς α­πό τον άλ­λο. Σε μί­α σχέ­ση ου­σι­α­στι­κά θες να δεις τι μπο­ρείς να δώ­σεις, ο κα­θέ­νας τι μπο­ρεί να δώ­σει στη σχέ­ση.

Υ­πάρ­χει μί­α θε­ω­ρί­α (εί­ναι δι­κή μου νο­μί­ζω, δεν την έ­χω δι­α­βά­σει που­θε­νά): Ε­γώ γνω­ρί­ζω τη γυ­ναί­κα μου και η γυ­ναί­κα μου γνω­ρί­ζει ε­μέ­να και εί­ναι να φτι­ά­ξου­με μί­α σχέ­ση. Η σχέ­ση ου­σι­α­στι­κά εί­ναι έ­ξω α­πό μας. Δη­λα­δή, εί­ναι σαν να έ­χω πη­λό και να πρέ­πει να δι­α­μορ­φώ­σω τον πη­λό σε σχέ­ση. Τώ­ρα, ε­γώ θα βο­η­θή­σω, αυ­τή θα βο­η­θή­σει, ο έ­νας θα βά­λει το χέ­ρι του ε­δώ, ο άλ­λος θα βά­λει το χέ­ρι του ε­κεί, ο έ­νας θα γυ­ρί­σει τον τρο­χό, ο άλ­λος θα βά­λει το νε­ρό…έ­λα να το φτι­ά­ξου­με…και αυ­τή εί­ναι η σχέ­ση μας.

Δυ­στυ­χώς, δεν βλέ­που­με έ­τσι τη σχέ­ση. Συ­νή­θως εί­ναι «φτιά­ξε κά­τι για μέ­να».

Μι­λά­ει η Α. για το φό­βο που νοι­ώ­θει ό­ταν μέ­νει μό­νη με τον ε­αυ­τό της.

π. Σταύ­ρος: Έ­χε­τε συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει τι σας τρο­μά­ζει ό­μως; Για­τί εί­ναι πο­λύ ση­μαν­τι­κό.

Η Α. λέ­ει ό­τι την τρο­μά­ζει το να βλέ­πει τα χά­λια της.

π. Σταύ­ρος: Κοί­τα­ξε, ό­σο δεν εί­σαι σε ε­πα­φή με τον ε­αυ­τό σου, όν­τως νοι­ώ­θεις μό­νος σου με τον ε­αυ­τό σου. Δη­λα­δή, ό­σο πλη­σιά­ζεις τον ε­αυ­τό σου και συμ­βι­βά­ζε­σαι με αυ­τόν, όν­τως μπο­ρείς να μεί­νεις και μό­νος με τον ε­αυ­τό σου. Αυ­τό που εί­πα και στην ο­μι­λί­α εί­ναι ό­τι τό­τε μπο­ρού­με να γνω­ρί­σου­με τη μο­να­δι­κό­τη­τά μας, ποι­οι εί­μα­στε.

Μι­λά­ει ο Ζ. για έ­να αί­σθη­μα αυ­τάρ­κειας που αι­σθά­νε­ται ό­ταν μέ­νει μό­νος του.

π. Σταύ­ρος: Πρέ­πει να μεί­νεις πε­ρισ­σό­τε­ρο μό­νος σου (γέ­λια). Ναι, υ­πάρ­χει αυ­τός ο κίν­δυ­νος, αλ­λά αυ­τό που κά­νει το να μεί­νεις μό­νος σου εί­ναι να σε φέ­ρει σε ε­πα­φή με την ε­ρώ­τη­ση αν υ­πάρ­χου­με ή δεν υ­πάρ­χου­με και να σε φέ­ρει ά­με­σα στη σχέ­ση με τον θά­να­το. Και ε­κεί δεν μπο­ρού­με να ζού­με στο ψέ­μα ό­τι εί­μα­στε κά­τι. Ζού­με στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ό­τι δεν εί­μα­στε τί­πο­τα. Τό­τε όν­τως μπο­ρού­με να δού­με τον ε­αυ­τό μας μ’ αυ­τό που εί­μα­στε, με ό­λα τα ε­λατ­τώ­μα­τα. Αυ­τό που λες ε­σύ εί­ναι ό­τι «μπο­ρώ να νι­κή­σω τα πάν­τα». Ε­νώ μπρο­στά στο θά­να­το, δεν μπο­ρείς να νι­κή­σεις τί­πο­τα.

Νο­μί­ζω ό­τι αυ­τό εί­ναι και μέ­σα στην πα­ρά­δο­σή μας. Δη­λα­δή, δεν εί­ναι τυ­χαί­ο που στους μο­να­χούς η ά­σκη­σή τους εί­ναι να μεί­νουν μό­νοι τους μπρο­στά στο γε­γο­νός του θα­νά­του. Βλέ­που­με την ει­κό­να του Α­γί­ου Σι­σώ­η που εί­ναι πά­νω α­πό τον τά­φο. Υ­πάρ­χει η πα­ρά­δο­ση ό­τι μέ­σα στα κε­λιά των μο­να­χών βά­ζα­νε νε­κρο­κε­φα­λές. Ό­λα αυ­τά εί­ναι υ­πεν­θύ­μι­ση του τι πραγ­μα­τι­κά εί­μα­στε μπρο­στά στο γε­γο­νός του θα­νά­του.

Ζ.: Νοι­ώ­θει, δη­λα­δή, κα­νείς ό­τι δεν μπο­ρεί να αυ­το­δι­και­ώ­νε­ται…

π. Σταύ­ρος: Ναι, νοι­ώ­θει ό­τι δεν μπο­ρεί να τα κου­μαν­τά­ρει ό­λα. Δεν μπο­ρεί να τα έ­χει ό­λα. Η δύ­να­μή του εί­ναι πο­λύ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη.

Ζ.: Και τό­τε μπο­ρεί να α­πλώ­σει τα χέ­ρια και προς τους άλ­λους και προς το Θε­ό;

π. Σταύ­ρος: Μό­νο τό­τε.

π. Χρ.: Να πω κι ε­γώ κά­τι θέ­λω. Εί­χα μια εμ­πει­ρί­α μι­κρός, α­πό αυ­τές που με ση­μα­δέ­ψα­νε. Συ­νή­θι­ζα να πη­γαί­νω συ­χνά στο Ά­γιο Ό­ρος και εί­χα γνω­ρι­στεί με δι­α­φό­ρους ε­κεί. Ή­ξε­ρα, λοι­πόν, έ­να μο­να­χό σ’ έ­να κε­λί. Κά­ποι­α φο­ρά, ε­πει­δή μου ‘χε εμ­πι­στο­σύ­νη, μου λέ­ει: «ε­γώ θα λεί­ψω κά­ποι­ες μέ­ρες. Πά­ρε το κλει­δί, ε­κεί εί­ναι οι ντο­μά­τες, ά­μα έρ­θει κά­νας άν­θρω­πος…»

Ε­γώ λα­ϊ­κός ή­μου­να. Εί­χα ό­λον τον εν­θου­σια­σμό της νε­ό­τη­τας, ή­ταν και τα χρό­νια α­να­γέν­νη­σης στο Ά­γιο Ό­ρος… Ό­ταν έ­φυ­γε, εί­χα πο­λύ με­γά­λη χα­ρά. Κά­θι­σα 3-4 ώ­ρες, α­πό­λυ­τη ευ­τυ­χί­α. Κα­θώς άρ­χι­σε να περ­νά­ει η μέ­ρα, άρ­χι­σα να νοι­ώ­θω πο­λύ με­γά­λη θλί­ψη. Δεν μπο­ρού­σα να κα­τα­λά­βω για­τί. Δεν εί­χα και την κρί­ση ε­νός με­γά­λου αν­θρώ­που, τρι­αν­τά­ρη, σα­ραν­τά­ρη… ή­μουν νέ­ος. Κά­ποι­α στιγ­μή, ξέ­σπα­σα σε κλά­μα­τα. Δεν εί­χα ξα­να­πά­θει τέ­τοι­ο πράγ­μα. Άρ­χι­σα να κλαί­ω πά­ρα πο­λύ.

Μέ­χρι να βρα­διά­σει (ε­γώ δεν φο­βό­μου­να ού­τε το σκο­τά­δι, ού­τε τη νύ­χτα να μέ­νω μό­νος μου), κά­πως συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ό­τι δεν μου ά­ρε­σε κα­θό­λου που ή­μου­να μό­νος μου. Στην ου­σί­α εί­χα πά­ει ε­κεί για να εί­μαι με πα­ρέ­α, με τον μο­να­χό και με ό­σους άλ­λους περ­νού­σαν και να ‘μαι κα­λά. Ε­νώ εί­χα ξε­κι­νή­σει να πά­ω ε­κεί με χα­ρά, έ­κλαι­γα ε­πί ώ­ρα. Ε­κεί συ­νει­δη­το­ποί­η­σα για πρώ­τη φο­ρά στη ζω­ή μου ό­τι δεν μ’ ά­ρε­σε να εί­μαι μό­νος μου. Για­τί ή­μου­να πάν­τα με αν­θρώ­πους. Έκλαψα πολύ. Και αυ­τή ή­ταν η αρ­χή της συ­νει­δη­το­ποί­η­σης (και κά­ποι­ες άλ­λες τέ­τοι­ες φο­ρές), που κα­τά­λα­βα ό­τι ο άν­θρω­πος που δεν αν­τέ­χω πά­νω α­π’ ό­λους, εί­ναι ο ε­αυ­τός μου.

Μι­λά­ει η Στ. για τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή μο­να­ξιά που νοι­ώ­θει α­κό­μα και ό­ταν εί­ναι μα­ζί με άλ­λους αν­θρώ­πους.

π. Σταύ­ρος: Έ­να τρα­γού­δι λέ­ει «ο μο­να­χός ο άν­θρω­πος, ό­ταν εί­ναι με άλ­λους που γε­λά­νε, νοι­ώ­θει δύ­ο φο­ρές μό­νος». Υ­πάρ­χει μια δι­α­φο­ρά στο να νοι­ώ­θεις μο­να­ξιά και να εί­σαι όν­τως μό­νος. Αν υ­πάρ­χουν οι σχέ­σεις που υ­πάρ­χουν, τό­τε αν­τέ­χεις αυ­τό και μά­λι­στα σε βά­ζει να ε­κτι­μή­σεις και τις σχέ­σεις πε­ρισ­σό­τε­ρο, τις βά­ζεις σε κα­λύ­τε­ρη προ­ο­πτι­κή. Αν δεν υ­πάρ­χουν, όν­τως το να εί­σαι μό­νος προ­κα­λεί μο­να­ξιά.

Ο π. Δ. μου έ­γρα­ψε έ­να γράμ­μα με­τά την ο­μι­λί­α και μου λέ­ει ό­τι οι μο­να­χοί δεν νοι­ώ­θουν α­πό­λυ­τα μό­νοι τους για­τί έ­χουν τους α­γί­ους. Εν­τά­ξει. Και βέ­βαι­α λέ­ει ό­τι ό­σοι δεν έ­χουν αυ­τό εί­ναι όν­τως δυ­στυ­χι­σμέ­νοι. Αλ­λά ε­πι­μέ­νω ό­τι πριν το βι­ώ­σεις αυ­τό, χρει­ά­ζε­ται να βι­ώ­σεις το πρώ­το στά­διο, το να εί­σαι με τον ε­αυ­τό σου, να εί­σαι μπρο­στά στο θά­να­το. Τό­τε θα βά­λεις αυ­τή τη ζω­ή σε σω­στή προ­ο­πτι­κή. Τό­τε θα α­να­γνω­ρί­σεις ό­τι υ­πάρ­χει κά­τι άλ­λο, πέ­ρα α­πό αυ­τό που ζού­με. Συ­νή­θως δεν το κά­νου­με αυ­τό και τό­τε νοι­ώ­θου­με πε­ρισ­σό­τε­ρη μο­να­ξιά. Συ­νή­θως πε­ρι­ο­ρί­ζου­με τη ζω­ή σε αυ­τό που ζού­με και ό­χι σε κά­τι άλ­λο.

Στο Ευ­αγ­γέ­λιο που δι­α­βά­σα­με την Κυ­ρια­κή, λέ­ει ο νε­α­ρός «τι μπο­ρώ να κά­νω για να α­πο­κτή­σω την αι­ώ­νια ζω­ή;» κι α­παν­τά ο Χρι­στός «ά­μα θέ­λεις να α­πο­κτή­σεις τη ΖΩΗ, τό­τε να τη­ρή­σεις τις εν­το­λές». Δεν λέ­ει την αι­ώ­νια ζω­ή. Λέ­ει τη ζω­ή, την πραγ­μα­τι­κή ζω­ή, η ο­ποί­α δεν εί­ναι μό­νο η ζω­ή που ζού­με. Αυ­τό που ζού­με δεν εί­ναι ζω­ή, εί­ναι ζω­ή μπρο­στά στο θά­να­το. Αλ­λά για να φτά­σεις σ’ αυ­τό, πρέ­πει να εν­νο­ή­σεις τι θα πει να εί­σαι μό­νος, πρέ­πει να α­πο­κτή­σεις το φό­βο ό­τι θα πε­θά­νεις, ό­τι μπο­ρεί να πε­θά­νεις μό­νος σου, που εί­ναι ο χει­ρό­τε­ρος φό­βος. Προ­σπα­θού­με να λύ­σου­με ό­λα τα άλ­λα χω­ρίς να δού­με αυ­τό. Ε, δεν λύ­νον­ται.

Η Ειρ. μι­λά­ει για το πώς βί­ω­σε το θά­να­το του πα­τέ­ρα της, ό­που λέ­ει ό­τι προ­σευ­χό­με­νη δεν έ­νοι­ω­σε μο­να­ξιά.

π. Σταύ­ρος: Δεν μι­λά­ω γι’ αυ­τό. Μι­λά­ω για ό­ταν εί­μα­στε με τον ε­αυ­τό μας.

Ειρ.: Ό­ταν σκε­φτό­μα­στε το δι­κό μας θά­να­το δη­λα­δή…

π. Σταύ­ρος: Ό­ταν σκε­φτό­μα­στε το δι­κό μας το θά­να­το, αλ­λά και ό­ταν σκε­φτό­μα­στε τι εί­μα­στε ε­μείς μπρο­στά στο θά­να­το. Κοί­τα­ξε, έ­χου­με μί­α αί­σθη­ση παν­το­δυ­να­μί­ας και πρέ­πει να σπά­σει αυ­τό. Ο μό­νος τρό­πος να σπά­σει, εί­ναι να δού­με το θά­να­το. Ό­λος ο κό­σμος προ­σπα­θεί να τον α­πο­φύ­γει. Ό­λοι ό­μως κά­πο­τε θα πε­θά­νου­με. Ό­λοι προ­σπα­θούν να ε­λέγ­χουν α­κό­μα και τις και­ρι­κές συν­θή­κες κι έρ­χε­ται έ­νας καύ­σω­νας και τα καί­ει ό­λα. Προ­σπα­θού­με να φτι­ά­ξου­με μια ζω­ή πο­λύ πα­ρα­δει­σέ­νια ώ­στε να α­πο­φύ­γου­με τον ου­σι­α­στι­κό φό­βο και τη θλί­ψη. Δεν μπο­ρού­με ό­μως να ξε­φύ­γου­με α­πό τον πό­νο και τη θλί­ψη.

Όν­τως ο πό­νος και η θλί­ψη δη­μι­ουρ­γούν μο­να­ξιά. Δεν μπο­ρείς ε­σύ α­πό­λυ­τα να πά­ρεις τον πό­νο τον δι­κό μου. Εί­ναι δι­κός μου πό­νος. Ό­ταν πο­νά­ει το χέ­ρι μου, πο­νά­ει το χέ­ρι μου. Δεν πο­νά­ει το δι­κό σου. Μπο­ρώ να σου πω πώς εί­ναι, μπο­ρεί να μου πεις ό­τι πό­νε­σε κά­πο­τε και το δι­κό σου. Ό­μως του κα­θε­νός ο πό­νος εί­ναι κά­τι δι­κό του, α­πο­κλει­στι­κό του.

Ο Χρι­στός σταυ­ρώ­νε­ται και λέ­με ό­τι παίρ­νει τον πό­νο, βι­ώ­νει το θά­να­το. Ε­μείς χρει­ά­ζε­ται να ταυ­τι­στού­με με τον πό­νο και το θά­να­το του Χρι­στού, που δεν ή­ταν έ­νας δι­κός Του πό­νος. Αυ­τός πό­νε­σε για­τί αυ­τός ο κό­σμος ή­ταν και εί­ναι στην α­μαρ­τί­α. Ή­ταν έ­ξω α­πό τον ί­διο τον ε­αυ­τό Του ο πό­νος. Ο μό­νος τρό­πος για να υ­περ­βού­με τον πό­νο, εί­ναι να βγού­με έ­ξω α­πό αυ­τόν και να πού­με ό­τι ό­λος ο πό­νος συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται σ’ έ­να γε­νι­κό­τε­ρο πό­νο. Μό­νο έ­τσι μπο­ρού­με να α­πο­φύ­γου­με το πρό­βλη­μα της μο­να­ξιάς, να ξε­φύ­γου­με α­πό τη μο­να­ξιά που προ­κα­λεί ο πό­νος.

Α.: Αν δεν συμ­φι­λι­ω­θού­με με την ι­δέ­α του πό­νου, μπο­ρού­με να έ­χου­με ου­σι­α­στι­κή σχέ­ση με το Χρι­στό;

π. Σταύ­ρος: Ο μη­χα­νι­σμός του να προ­σπα­θή­σου­με να α­πο­φύ­γου­με τον πό­νο εί­ναι έ­νας μη­χα­νι­σμός που ί­σως εί­ναι α­πα­ραί­τη­τος, ώ­στε ο ί­διος ο ψυ­χο­σω­μα­τι­κός ορ­γα­νι­σμός μας να μπο­ρεί να αν­τι­με­τω­πί­σει τον πό­νο. Δη­λα­δή, κά­νεις δύ­ο βή­μα­τα πί­σω, ώ­στε να μπο­ρείς να τον αν­τι­με­τω­πί­σεις. Αυ­τό εί­ναι κά­πως α­πα­ραί­τη­το. Αν κά­ποι­ος σου πει κά­τι πο­λύ δυ­σά­ρε­στο, υ­πάρ­χει έ­να σοκ, μια άρ­νη­ση στην αρ­χή. Αυ­τό εί­ναι α­πα­ραί­τη­το. Α­πό ‘κει και πέ­ρα τι γί­νε­ται. Για­τί ά­μα ε­πι­μεί­νει ο πό­νος, δεν μπο­ρείς να τον α­πο­φύ­γεις, θα εί­ναι ε­κεί.

Τώ­ρα έρ­χον­ται πολ­λά πράγ­μα­τα στη σκέ­ψη μου. Άλ­λο πράγ­μα ο σω­μα­τι­κός πό­νος, κι άλ­λο ο ψυ­χι­κός πό­νος, ο συ­ναι­σθη­μα­τι­κός πό­νος. Γε­νι­κό­τε­ρα βέ­βαι­α, εί­μα­στε φυ­γό­πο­νοι και νο­μί­ζω γι’ αυ­τό α­πο­φεύ­γου­με και το να εί­μα­στε μό­νοι μας, γι’ αυ­τό βά­ζου­με και τις δυ­να­τές μου­σι­κές. Θέ­λου­με να εί­μα­στε δια­ρκώς με κό­σμο ώ­στε να α­πο­φύ­γου­με το ου­σι­α­στι­κό βί­ω­μα του πό­νου.

Δεν ξέ­ρω, α­πό την άλ­λη, αν μπο­ρού­με να συμ­φι­λι­ω­θού­με με τον πό­νο. Εί­ναι σαν να πεις «να συμ­φι­λι­ω­θώ με το θά­να­το». Υ­πάρ­χει ε­δώ έ­να πρό­βλη­μα. Ο πα­τήρ Σμέ­μαν, έ­νας πε­ρί­φη­μος θε­ο­λό­γος, λέ­ει ό­τι δεν μπο­ρού­με να συμ­φι­λι­ω­θού­με με το θά­να­το για­τί ο θά­να­τος δεν ή­τα­νε μέ­ρος της ζω­ής μας. Δεν πι­στεύ­ω ό­τι υ­πάρ­χει αυ­τή η δυ­να­τό­τη­τα, ό­τι μπο­ρού­με όν­τως να συμ­φι­λι­ω­θού­με με αυ­τό. Α­πό ‘κει και πέ­ρα, το θέ­μα εί­ναι τι κά­νου­με ε­φό­σον τον έ­χου­με.

Και εί­πα. Το έ­να εί­ναι να μην α­πο­μο­νω­θού­με στον πό­νο μας. Πι­στεύ­ω ό­τι ο άν­θρω­πος έ­χει μί­α τά­ση να α­πο­μο­νω­θεί στον πό­νο του, να γί­νει πο­λύ ε­γω­κεν­τρι­κός και α­πω­θη­τι­κός και να ο­πι­σθο­δρο­μή­σει σε έ­να μω­ρό, ας πού­με, που δια­ρκώς κλαί­ει, κλαί­ει, κλαί­ει για τον ε­αυ­τό του. Αυ­τός εί­ναι έ­νας πει­ρα­σμός, τε­ρά­στιος πει­ρα­σμός. Ε­γώ μπο­ρώ να νοι­ώ­θω τη μο­να­ξιά μου και να μην δω τη μο­να­ξιά του άλ­λου και τις δυ­σκο­λί­ες του άλ­λου και να μεί­νω μό­νο με τον ε­αυ­τό μου. Αυ­τό εί­ναι πο­λύ ε­πι­κίν­δυ­νο. Γι’ αυ­τό η Εκ­κλη­σί­α μάς βγά­ζει α­πό τη μό­νω­ση και μας φέρ­νει στην ευ­χα­ρι­στια­κή ζω­ή, ώ­στε να δού­με ό­τι «τα βά­ρη των άλ­λων βα­στά­ζε­τε», υ­πάρ­χει θλί­ψη γύ­ρω μας, πρέ­πει να αλ­λη­λο­ϋ­πο­στη­ρι­χθού­με.

Το άλ­λο εί­ναι αυ­τό που εί­πα, δη­λα­δή να εν­τάσ­σου­με τον πό­νο τον προ­σω­πι­κό μας σ’ έ­να ευ­ρύ­τε­ρο πό­νο. Ο ου­σι­α­στι­κός πό­νος εί­ναι ε­πει­δή εί­μαι πο­λύ μα­κριά α­πό τον Ι­η­σού Χρι­στό. Κά­πως έ­τσι με­τα­φρά­ζε­ται αυ­τό το πράγ­μα. Ε­πει­δή οι έν­νοι­ες αυ­τές εί­ναι α­φη­ρη­μέ­νες, πολ­λές φο­ρές πρέ­πει να το κά­νου­με πιο συγ­κε­κρι­μέ­νο. Ό­μως προ­σέξ­τε, ε­πει­δή εί­μα­στε σε εκ­κλη­σι­α­στι­κό χώ­ρο, δεν λέ­ω ό­τι πρέ­πει να πο­νέ­σου­με για να νοι­ώ­σου­με τον Ι­η­σού Χρι­στό ή ό­τι πρέ­πει να πο­νέ­σου­με ώ­στε να κα­θα­ρι­στού­με α­πό τις ε­νο­χές μας, να ε­ξι­λε­ω­θού­με α­πό τις α­μαρ­τί­ες μας. Δεν το λέ­ω αυ­τό και πι­στεύ­ω ό­τι δεν εί­ναι α­πό­λυ­τα ορ­θό­δο­ξο.

Δι­ά­βα­σα προ­χθές πως έ­λε­γε ο ά­γιος Παφ­νού­τιος ό­τι εί­χε έ­να έκ­ζε­μα στο πό­δι του και ευ­χα­ρί­στη­σε το Θε­ό για­τί, λέ­ει, «με τον πό­νο που εί­χα στο πό­δι μου, κα­θά­ρι­σα και την ψυ­χή μου». Αλ­λά τι ση­μαί­νει αυ­τό; Δεν ση­μαί­νει ό­τι πλή­ρω­σε μια τι­μή για τις α­μαρ­τί­ες του. Ση­μαί­νει α­κρι­βώς αυ­τό που εί­πα ε­γώ, πως σκέ­φτη­κε ποι­ος εί­ναι αυ­τός μπρο­στά στη φθο­ρά. Τα έ­βα­λε ό­λα σε μί­α προ­ο­πτι­κή και κα­θά­ρι­σε λί­γο τον ε­αυ­τό του α­πό αυ­τή την πλά­νη. Αυ­τό ση­μαί­νει. Ό­χι την έν­νοι­α της τι­μω­ρί­ας. Το λέ­ω για­τί μπο­ρεί να σας μπει στο νου κά­τι τέ­τοι­ο, το ξε­κα­θα­ρί­ζω.

Ό­ταν περ­νά­ω μια δυ­σκο­λί­α, σω­μα­τι­κή ή ψυ­χο­λο­γι­κή, όν­τως μου δί­νε­ται μί­α δυ­να­τό­τη­τα να γνω­ρί­σω τον Ι­η­σού Χρι­στό στ’ α­λή­θεια. Να γνω­ρί­σω αυ­τό που λέ­ει ο α­πό­στο­λος Παύ­λος, που λέ­ει ο Χρι­στός στο Ευ­αγ­γέ­λιο που δι­α­βά­σα­με προ­χθές: ό­τι τα πάν­τα εί­ναι δυ­να­τά α­πό το Θε­ό. Τί­πο­τα δεν εί­ναι δυ­να­τό α­πό τον ε­αυ­τό μας. Αυ­τή εί­ναι η κά­θαρ­ση που πρέ­πει να κά­νου­με.

Ρω­τά­ει η Σ. το πώς μπο­ρεί να συ­ναι­σθαν­θεί το θά­να­το.

π. Σταύ­ρος: Να δι­α­κο­νή­σεις έ­να η­λι­κι­ω­μέ­νο, έ­να άρ­ρω­στο. Δυ­στυ­χώς εί­μα­στε πο­λύ μα­κριά. Έ­χου­με τα στε­γα­νά μας. Οι η­λι­κι­ω­μέ­νοι και οι άρ­ρω­στοι πά­νε στα νο­σο­κο­μεί­α. Εί­μα­στε πο­λύ μα­κριά. Ά­μα πρέ­πει να κα­θα­ρί­σεις έ­ναν άρ­ρω­στο ή να τον μυ­ρί­σεις… Λέ­ει ο ά­γιος Ι­σα­άκ ο Σύ­ρος ό­τι μό­νο ό­ταν μυ­ρί­σεις τον άρ­ρω­στο, θα κα­τα­λά­βεις ό­τι κι ε­σύ βρω­μάς. Τα λέ­ω αυ­τά για­τί ή­μου­να ι­ε­ρέ­ας σε νο­σο­κο­μεί­ο δώ­δε­κα χρό­νια και τα ‘χω βι­ώ­σει. Και πά­λι ζω στην ψευ­δαί­σθη­ση, ό­πως κι ε­σύ, ό­τι θα ζή­σω πάν­το­τε.

Μι­λά­ει η Α. για τη μο­να­ξιά που νοι­ώ­θει στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά της μό­νη στο σπί­τι.

π. Σταύ­ρος: Κοί­τα­ξε, πά­λι λέ­ω, πρέ­πει να υ­πάρ­χει μί­α ι­σορ­ρο­πί­α στο να εί­σαι με τον ε­αυ­τό σου και να εί­σαι με τους άλ­λους. Τα δύ­ο πα­ρα­δείγ­μα­τα που θα σου δώ­σω εί­ναι ό­τι ο μο­να­χός που εί­ναι στην έ­ρη­μο, πα­ρό­λο που μπο­ρεί να έ­χει κά­που μό­νος του μί­α σκή­τη, αυ­τό το σπί­τι συν­δέ­ε­ται μ’ έ­να με­γα­λύ­τε­ρο μο­να­στή­ρι. Υ­πάρ­χει δη­λα­δή α­να­φο­ρά σε μια κοι­νό­τη­τα, δεν εί­ναι α­πό­λυ­τα μό­νος του. Ό­ταν ξε­κι­νά­ει η με­γά­λη Σα­ρα­κο­στή, στα μο­να­στή­ρια το πρώ­το τρι­ή­με­ρο δεν τρώ­νε, δεν μι­λά­νε. Ου­σι­α­στι­κά ζού­νε με­τα­ξύ του κε­λιού και της εκ­κλη­σί­ας. Υ­πάρ­χει η σι­ω­πή κα­θώς εί­σαι μό­νος σου στο κε­λί, ό­μως πας και στην εκ­κλη­σί­α.

Αυ­τό που πρέ­πει να ρω­τή­σεις τον ε­αυ­τό σου, ό­ταν εί­σαι μό­νη, εί­ναι αν έ­χεις αυ­τό που εί­πα πριν, έ­να ση­μεί­ο α­να­φο­ράς έ­ξω α­πό σέ­να. Για μέ­να αυ­τό εί­ναι η Εκ­κλη­σί­α. Η πραγ­μα­τι­κή Εκ­κλη­σί­α ό­μως. Οι άν­θρω­ποι, οι σχέ­σεις. Για­τί, ό­πως εί­πε και ο κύ­ριος κα­θη­γη­τής νω­ρί­τε­ρα, μπο­ρώ να μέ­νω μό­νος μου και να σκέ­φτο­μαι την οι­κο­γέ­νειά μου. Εί­ναι ε­κεί, για μέ­να, το ξέ­ρω. Μπο­ρεί να εί­μαι μό­νος μου και να σκέ­φτο­μαι ό­τι έ­χω πέν­τε αν­θρώ­πους σ’ ό­λο τον κό­σμο, που μπο­ρεί να μην εί­ναι μό­νο στην Ελ­λά­δα και την Α­θή­να, αλ­λά εί­ναι ε­κεί, με σκέ­φτον­ται. Βέ­βαι­α δεν μπο­ρεί αυ­τό να εί­ναι μό­νο στυ­γνή σκέ­ψη, πρέ­πει να υ­πάρ­χει και η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, μια ε­πα­φή.

Ο Χρι­στός εί­χε μί­α ι­σορ­ρο­πί­α στη ζω­ή Του. Ή­ταν στο βου­νό μό­νος Του, συ­νο­μι­λού­σε με τον Πα­τέ­ρα Του˙ με­τά κα­τέ­βαι­νε στον κό­σμο, έ­κα­νε θαύ­μα­τα. Αλ­λά υ­πήρ­χε ι­σορ­ρο­πί­α. Δεν ή­ταν α­πό­λυ­τα μό­νος Του. Ή­ταν με τον Πα­τέ­ρα Του.

Μι­λά­ει ο Τ. για το πώς βι­ώ­νει τη μο­να­ξιά.

Μι­λά­ει η Ο. για το ση­μεί­ο που της έ­κα­νε εν­τύ­πω­ση στο κεί­με­νο και την άρ­νη­ση που έ­χει στο να δει τον ε­αυ­τό της.

π. Σταύ­ρος: Λέ­ω ό­τι βο­λευ­ό­μα­στε πε­ρισ­σό­τε­ρο στο να μας πει ο άλ­λος τι να κά­νου­με, πα­ρά να μας βο­η­θή­σει να γνω­ρί­σου­με τι εί­μα­στε. Η πα­γί­δα εί­ναι ό­τι αρ­νού­μα­στε να α­να­λά­βου­με την ευ­θύ­νη του ε­αυ­τού μας. Θέ­λου­με πάν­το­τε κά­ποι­ος άλ­λος να α­να­λά­βει την ευ­θύ­νη του ε­αυ­τού μας. Μα ό­ταν πρέ­πει να α­πο­φα­σί­σω για τον ε­αυ­τό μου, εί­ναι μια δι­κή μου α­πό­φα­ση. Δεν μπο­ρεί να α­πο­φα­σί­σει άλ­λος για μέ­να. Ω­στό­σο, για κά­ποι­ο λό­γο, ό­σο περ­νά­ει ο και­ρός, δεν θέ­λω να α­να­λά­βω τις ευ­θύ­νες μου.

Λέ­με για την υ­πα­κο­ή. Ο γέ­ρον­τας, η υ­πα­κο­ή… Αυ­τό ό­μως εί­ναι πλά­νη. Υ­πα­κο­ή δεν εί­ναι να βά­λου­με κά­ποι­ον άλ­λο να πά­ρει α­πό­φα­ση για μας. Και στην υ­πα­κο­ή, την κου­ρά δη­λα­δή που γί­νε­ται, παίρ­νεις την α­πό­φα­ση ε­σύ να γί­νει η κου­ρά. Σου δί­νει ο ε­πί­σκο­πος, ο ι­ε­ρέ­ας που κά­νει την κου­ρά, τρεις φο­ρές το ψα­λί­δι αν θέ­λεις να το κά­νεις ή ό­χι. Και το δί­νεις στη γε­ρόν­τισ­σα ή στο γέ­ρον­τα. Δη­λα­δή, και ε­κεί εί­ναι δι­κή σου α­πό­φα­ση. Και ε­κεί πάν­τα έ­νας πε­πει­ρα­μέ­νος γέ­ρον­τας-γε­ρόν­τισ­σα εί­ναι πο­λύ προ­σε­κτι­κός πώς θα χει­ρι­στεί αυ­τό το εί­δος της υ­πα­κο­ής.

Η υ­πα­κο­ή δεν εί­ναι υ­πα­κο­ή για την υ­πα­κο­ή, έ­χει λό­γο. Και ο λό­γος εί­ναι να γνω­ρί­σεις όν­τως πό­σο α­δύ­να­μος εί­ναι ο ε­αυ­τός σου. Δη­λα­δή, να πα­ρα­δώ­σεις το θέ­λη­μά σου σ’ Αυ­τόν, να πα­ρα­δώ­σεις το θέ­λη­μά σου προς την α­γά­πη. Μό­νο γι’ αυ­τό κά­νου­με υ­πα­κο­ή, ό­χι για άλ­λους λό­γους. Σή­με­ρα προ­σπα­θού­με να α­πο­φύ­γου­με την ευ­θύ­νη και αυ­τό δη­μι­ουρ­γεί έ­να τε­ρά­στιο πρό­βλη­μα. Έ­χω ευ­θύ­νη γι’ αυ­τό που εί­μαι, γι’ αυ­τό που κά­νω. Λέ­με για την οι­κο­γέ­νεια, πως με­γα­λώ­σα­με έ­τσι… Αλ­λά σε τε­λι­κή α­νά­λυ­ση, έ­χου­με ευ­θύ­νη για το τι θα κά­νου­με α­πό ‘κει και πέ­ρα.

Η Α. ρω­τά­ει πώς γί­νε­ται να αι­σθα­νό­μα­στε παν­το­δύ­να­μοι και ταυ­τό­χρο­να να ζη­τά­με α­πό κά­ποι­ον άλ­λο να μας πει τι να κά­νου­με.

Στ.: Αν η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή μο­να­ξιά που νοι­ώ­θου­με εί­ναι α­πόρ­ροι­α της συμ­πε­ρι­φο­ράς του άλ­λου, ποι­α ευ­θύ­νη μπο­ρού­με να πά­ρου­με ;

π. Σταύ­ρος: Δεν εί­ναι ευ­θύ­νη το πό­σο ε­σύ α­κό­μα θα ε­πεν­δύ­σεις σ’ αυ­τή τη σχέ­ση; Ή και τι άλ­λο θα κά­νεις στη ζω­ή σου, πα­ρ’ ό­λη αυ­τή τη σχέ­ση;

Στ.: Κι αν αι­σθά­νε­σαι πλη­γω­μέ­νος;

π. Σταύ­ρος: Στον πλη­γω­μέ­νο υ­πάρ­χει ου­σι­α­στι­κά και θυ­μός. Πό­σο μπο­ρείς να α­πο­δε­χτείς τον άλ­λο γι’ αυ­τό που εί­ναι, να δώ­σεις τέρ­μα στην ορ­γή σου και με­τά να δεις αν μπο­ρείς να συμ­βι­ώ­σεις μ’ αυ­τό που εί­ναι ο άλ­λος και να μην προ­σπα­θείς να τον αλ­λά­ξεις; Νο­μί­ζω ό­τι στις σχέ­σεις προ­σπα­θού­με να αλ­λά­ξου­με τον άλ­λο και να τον φέ­ρου­με στα μέ­τρα μας. Πλη­γω­νό­μα­στε για­τί δεν εί­ναι αυ­τό που πε­ρι­μέ­νου­με ό­τι θα εί­ναι. Κά­πο­τε πρέ­πει να το στα­μα­τή­σου­με αυ­τό και να δού­με ό­τι αυ­τός ο άλ­λος εί­ναι αυ­τός που εί­ναι.

Στ.: Δεν πρέ­πει ό­μως και ο άλ­λος να το δει αυ­τό;

π. Σταύ­ρος: Μπο­ρεί να μην το θέ­λει, να μην μπο­ρεί. Και αυ­τό εί­ναι μέ­σα στο πα­κέ­το, να μην μπο­ρεί να το κά­νει. Πρέ­πει να πεις: «αυ­τός εί­ναι, δεν μπο­ρεί, δεν θέ­λει να το κά­νει, αυ­τό δεν αλ­λά­ζει, πρέ­πει να το δε­χτώ». Και πρέ­πει να πά­ρεις την α­πό­φα­ση: «ε­γώ θα μεί­νω μα­ζί του ή δεν θα μεί­νω;» Αλ­λά εί­ναι δι­κή σου α­πό­φα­ση. Δεν εί­ναι του παπ­πού­λη. Παίρ­νεις την α­πό­φα­ση και λες «Συ, Κύ­ρι­ε, να με βο­η­θή­σεις».

Ε­γώ πι­στεύ­ω ό­τι ο Θε­ός δια­ρκώς μας ξε­λα­σπώ­νει. Πέ­φτου­με σε λακ­κού­βες και αυ­τός μας βγά­ζει. Κα­τά­λα­βες τι σου λέ­ω; Έ­τσι ξε­κί­νη­σα. Ό­ταν μι­λά­με για μο­να­ξιά, πρέ­πει να δού­με τι προσ­δο­κί­ες έ­χου­με α­πό τον άλ­λο κι αν αυ­τές οι προσ­δο­κί­ες πραγ­μα­τι­κά αν­τα­πο­κρί­νον­ται στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα του άλ­λου. Για­τί ε­γώ βρί­σκω κά­ποι­ον και τον έ­χω βά­λει στο μυα­λό μου να εί­ναι Ταρ­ζάν κι ο κα­κο­μοί­ρης εί­ναι μί­α γά­τα. Κι ό,τι να κά­νεις θα πα­ρα­μέ­νει έ­νας κα­κο­μοί­ρης.

Μι­λά­ει η Β. για τη σχέ­ση με τον άν­τρα της, για τις δι­α­φο­ρε­τι­κές φά­σεις α­πό τις ο­ποί­ες έ­χει πε­ρά­σει αυ­τή η σχέ­ση και για μια μό­νι­μη δι­α­φω­νί­α στο τι νο­μί­ζει ο κα­θέ­νας ό­τι εί­ναι σχέ­ση, ό­που εί­ναι σαν να συγ­κρού­ον­ται «τα δι­α­φο­ρε­τι­κά τα­ξι­κά τους συ­στή­μα­τα».

π. Σταύ­ρος: Έ­χε­τε πο­λύ πα­ρά­ξε­νο τρό­πο να εκ­φρά­ζε­τε α­γά­πη με­τα­ξύ σας! Ο­ρι­σμέ­να ζευ­γά­ρια εκ­φρά­ζουν α­γά­πη με τις δι­α­φω­νί­ες τους. Τους α­ρέ­σει αυ­τή η έν­τα­ση.

Β.: Δεν μου α­ρέ­σει αυ­τή η ε­ξή­γη­ση.

π. Σταύ­ρος: Δεν εί­ναι ε­ξή­γη­ση, εί­ναι πα­ρα­τή­ρη­ση.

Η Β. μι­λά­ει πά­λι για τις συγ­κρού­σεις στη σχέ­ση της που έ­χουν να κά­νουν με το ό­τι ο κα­θέ­νας βλέ­πει δι­α­φο­ρε­τι­κά τη σχέ­ση. «Εί­ναι σαν να φτι­ά­χνε­ται μια άλ­λου εί­δους μο­να­ξιά ε­κτός α­πό την προ­σω­πι­κή σου, ό­ταν εί­σαι με τον άλ­λο. Σαν να εί­ναι μια μο­να­ξιά των σχέ­σε­ων.»

π. Σταύ­ρος: Δεν θέ­λω να πέ­σω σε ψυ­χα­να­λυ­τι­κές α­τρα­πούς, αλ­λά θα το κά­νω. Δεν μπο­ρού­με να πά­με πο­λύ βα­θιά σε μια τέ­τοι­α συ­ζή­τη­ση, αλ­λά δι­ε­ρω­τώ­μαι τι εί­ναι αυ­τό που ζη­τά­τε. Εί­ναι α­πό το γά­μο αυ­τό που ζη­τά­τε ή κά­τι άλ­λο κου­βα­λά­τε, θέ­λε­τε να λύ­σε­τε α­πό το πα­ρελ­θόν σας και προ­σπα­θεί­τε να το βρεί­τε μέ­σα στο γά­μο σας;

Πολ­λές φο­ρές προ­σπα­θού­με να κα­λύ­ψου­με τα κε­νά του πα­ρελ­θόν­τος μέ­σα α­πό το γά­μο, τα ο­ποί­α δεν κα­λύ­πτον­ται. Αν δεν εί­χα πα­τέ­ρα, αν δεν εί­χα μη­τέ­ρα π.χ. - το πιο α­κραί­ο - και προ­σπα­θώ αυ­τό να το βρω στον άν­τρα μου, στη γυ­ναί­κα μου, θα α­πο­τύ­χει ο γά­μος για­τί πο­τέ δεν μπο­ρεί ο άλ­λος να γί­νει ο πα­τέ­ρας κι η μη­τέ­ρα μου. Για­τί έ­νας ή­ταν ο πα­τέ­ρας μου, μί­α ή­ταν η μη­τέ­ρα μου. Αν δεν εί­χα κα­λή οι­κο­γε­νεια­κή ζω­ή πριν α­πό το γά­μο, δεν μπο­ρώ να το κα­λύ­ψω α­πό­λυ­τα, δη­λα­δή να συμ­πλη­ρώ­σω τα χα­μέ­να χρό­νια μέ­σα στο γά­μο μου. Δεν ξέ­ρω αν αυ­τό έ­χει σχέ­ση με σας αλ­λά μου φαί­νε­ται προ­σπα­θεί­τε να κα­λύ­ψε­τε μέ­ρη τα ο­ποί­α δεν α­νή­κουν σε αυ­τό το γά­μο. Και ε­κεί κά­ποι­ος πρέ­πει να πει να δώ­σει τέ­λος σ’ αυ­τά.

Ξέ­ρε­τε, πέ­φτου­με στην πα­γί­δα του τι θέ­λου­με να εί­ναι ο γά­μος και ό­χι τι εί­ναι. Και χά­νου­με ευ­και­ρί­ες, για­τί μπο­ρώ να πα­ρα­πο­νι­έ­μαι δια­ρκώς για αυ­τό που δεν εί­ναι ο άλ­λος και να χά­σω αυ­τό που εί­ναι. Εν­τά­ξει, αν δεν μα­γει­ρεύ­ει το κο­τό­που­λο κα­λά και μα­γει­ρεύ­ει το ψά­ρι, θα πω του­λά­χι­στον μα­γει­ρεύ­ει το ψά­ρι. Ε, ναι ρε παι­διά. Ά­μα έ­χω έ­να σπί­τι και δεν έ­χει τί­πο­τα κα­λό, του­λά­χι­στον θα προ­σπα­θή­σω να βρω κά­τι. Αν ό­χι, θα ση­κω­θώ και θα φύ­γω.

Ξα­να­μι­λά­ει η Β. και ο π. Σταύ­ρος την δι­α­κό­πτει.

π. Σταύ­ρος: Προ­σέξ­τε, για­τί στα ε­φτά χρό­νια γά­μου, όν­τως υ­πάρ­χει κρί­ση. Ά­μα δεν το λύ­σε­τε ε­δώ, στα δέ­κα χρό­νια θα γί­νει έ­κρη­ξη. Στα πρώ­τα δύ­ο χρό­νια, προ­σπα­θού­με κά­πως να τα μπα­λώ­σου­με, να ζού­με στο ό­νει­ρο, στην ψευ­δαί­σθη­ση ό­τι ό­λα θα πά­νε κα­λά. Με­τά τα δύ­ο χρό­νια, αρ­χί­ζου­με και λέ­με «ε­μείς δεν πά­με κα­λά». Με­τά, προ­σπα­θού­με να τ’ αλ­λά­ξου­με, βλέ­που­με ό­τι δεν αλ­λά­ζουν και με­τά πα­θαί­νου­με κρί­ση.

Β.: Ε­γώ βλέ­πω ό­τι ό­λοι κά­νου­με το παν για να α­πο­κτή­σου­με μια σχέ­ση και, ό­ταν την α­πο­κτή­σου­με, εί­ναι σαν να κά­νου­με το παν για να μην σχε­τι­στού­με, σαν να μην αλ­λά­ζου­με.

π. Σταύ­ρος: Θα το ξα­να­πώ και δεν μπο­ρώ να πά­ω πα­ρα­πά­νω. Προ­σέξ­τε τι φο­βά­στε α­πό το πλη­σί­α­σμα. Υ­πάρ­χει κά­τι που κά­νει τον κα­θέ­να να φο­βά­ται το πλη­σί­α­σμα. Η Α­λε­ξί­ου έ­χει βγά­λει έ­να δί­σκο που τρα­γου­δά­ει έ­να τρα­γού­δι του Ι­ω­αν­νί­δη, «Ο βυ­θός»(1) . Το ξέ­ρε­τε; Να το α­κού­σε­τε.


Μι­λά­ει ο Γ. για το πό­σο δύ­σκο­λο του εί­ναι να μέ­νει μό­νος του.

π. Σταύρος: Αυτό το είπα και στο συνέδριο. Πρέπει να προσπαθήσουμε συνειδητά ώστε να αφήσουμε το χώρο και το χρόνο να εί­μα­στε μό­νοι μας. Ο­μοί­ως πρέ­πει να δη­μι­ουρ­γή­σου­με συ­νει­δη­τά και το χώ­ρο ό­που θα κά­νου­με προ­σευ­χή και να μέ­νου­με μό­νοι μας με το Θε­ό. Ου­σι­α­στι­κά. Πέν­τε λε­πτά, πέν­τε λε­πτά. Τρί­α λε­πτά, τρί­α λε­πτά. Αλ­λά πρέ­πει να μεί­νου­με ε­κεί. Εί­ναι πο­λύ πρα­κτι­κό και ου­σι­α­στι­κό.

Ε.: Αυ­τό, δη­λα­δή, ο­ρί­ζε­τε ως μο­να­ξιά; Δεν εί­ναι το να δι­α­βά­ζεις βι­βλί­α ή…

π. Σταύ­ρος: Ό­χι. Για μέ­να μο­να­ξιά εί­ναι να μεί­νεις α­κί­νη­τος με τον ε­αυ­τό σου. Ή του­λά­χι­στον, να εί­σαι ε­σύ με το Θε­ό. Εί­ναι ου­σι­α­στι­κό αυ­τό και το ξε­χνά­με. Ό­πως εί­πα και στην ο­μι­λί­α, ε­πι­βάλ­λε­ται να ξα­να­γυ­ρί­σου­με σε αυ­τή την κα­τά­στα­ση που ή­ταν ο Α­δάμ και η Εύ­α που ή­ταν μό­νοι τους με τον μο­να­δι­κό Θε­ό. Μό­νος με τον Μό­νο. Αυ­τό χρει­ά­ζε­ται για την πραγ­μα­τι­κή μό­νω­ση - μο­να­ξιά. Να εί­μα­στε μό­νοι μας με την έν­νοι­α ό­χι της μο­να­ξιάς αλ­λά της μο­να­δι­κό­τη­τάς μας. Να γνω­ρί­σου­με τι εί­μα­στε.

Μ.: Εν­νο­εί­τε να μπού­με σε μια συ­νο­μι­λί­α με το Θε­ό, να α­πευ­θυν­θού­με σ’ Αυ­τόν;

π. Σταύ­ρος: Ό­ταν δι­α­βά­ζεις τους Ψαλ­μούς, συ­νο­μι­λείς με το Θε­ό, με τον ε­αυ­τό σου, πά­λι με το Θε­ό… έ­να α­να­κά­τε­μα. Ο ση­με­ρι­νός άν­θρω­πος προ­σπα­θεί να λύ­σει το πρό­βλη­μα της μο­να­ξιάς του χω­ρίς να γυ­ρί­σει σε αυ­τή την πρω­ταρ­χι­κή κα­τά­στα­ση του αν­θρώ­που. Γι’ αυ­τό δυ­στυ­χεί. Γι’ αυ­τό και ό­ποι­ος δεν δέ­χε­ται την α­γά­πη του Θε­ού μέ­νει μό­νος του.

Σ.: Ο Θε­ός για­τί έ­φτια­ξε την Εύ­α; Για να μην εί­ναι μό­νος του ο Α­δάμ;

π. Σταύ­ρος: Δεν εί­ναι κα­λό να εί­ναι μό­νος του ο άν­θρω­πος. Έ­τσι δεν εί­ναι;

Σ.: Αλ­λά εί­χε κα­λή σχέ­ση ο Α­δάμ με το Θε­ό. Δεν ή­ταν α­νάγ­κη να έ­χει την Εύ­α για τη σχέ­ση του με το Θε­ό…

π. Σταύ­ρος: Φαί­νε­ται ό­τι υ­πήρ­χε η α­νάγ­κη. Στο Θε­ό υ­πάρ­χει τρι­α­δι­κό­τη­τα. Δεν μπο­ρού­με να πέ­σου­με στην πα­λαι­ο­δι­α­θη­κι­κή αν­τί­λη­ψη ό­τι μπο­ρεί να βρει κα­νείς μό­νος του το Θε­ό. Βρί­σκει το Θε­ό αλ­λά εκ­φρά­ζε­ται μέ­σω της Εκ­κλη­σί­ας, μέ­σω της ευ­χα­ρι­στί­ας, μέ­σω της φι­λο­ξε­νί­ας, με την ευ­ρύ­τε­ρη έν­νοι­α, και της φι­λαν­θρω­πί­ας.

Ρω­τά­ει η Ε. μέ­χρι ποι­ο ση­μεί­ο μπο­ρεί να ζη­τά­ει πράγ­μα­τα α­πό τον άλ­λο (τον άν­τρα της) χω­ρίς να προ­δί­δει τον ε­αυ­τό της.

π. Σταύ­ρος: Εί­πα κά­τι πριν και θα το ξα­να­πώ. Αν­τί να ρω­τή­σεις αυ­τό, να ρω­τή­σεις ε­σύ πό­σο κα­λύ­πτεις τα κε­νά του. Και να α­νη­συ­χή­σεις για­τί δεν τα κα­λύ­πτεις. Να μην εί­σαι α­φε­λής. Αν δεν τα κα­λύ­ψεις, θα τον χά­σεις. Μπο­ρεί να μην τον χά­σεις ου­σι­α­στι­κά, δη­λα­δή να μη σε χω­ρί­σει, αλ­λά συ­ναι­σθη­μα­τι­κά.

Ε.: Υ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση δύ­ο άν­θρω­ποι να εί­ναι σε δι­α­φο­ρε­τι­κή φά­ση μέ­σα στη σχέ­ση τους;

π. Σταύ­ρος: Βέ­βαι­α. Αυ­τό που με­τρά­ει εί­ναι πό­σο μπο­ρεί ο κα­θέ­νας να χα­ρεί τη φά­ση του άλ­λου και συγ­χρό­νως ο κα­θέ­νας στη φά­ση του να μην πα­ρα­πλα­νη­θεί τό­σο που να χά­σει τον άλ­λο. Κά­που πρέ­πει να υ­πάρ­χει και ε­πι­κοι­νω­νί­α. Αν ο έ­νας τρα­βά­ει το δρό­μο του και πά­ει, ο άλ­λος θα πει «για στά­σου, τι εί­μα­στε ε­δώ;». Να χα­ρείς τη φά­ση του άλ­λου και ο κα­θέ­νας στη φά­ση του να μην ξε­χά­σει τον άλ­λο. Ε­ξάλ­λου, πάν­το­τε ό­λοι μας στη φά­ση μας εί­μα­στε!

Μι­λά­ει ο Ξ. για την τά­ση του να α­πο­μο­νώ­νε­ται με τις δι­ά­φο­ρες α­σχο­λί­ες του, τη δυ­σκο­λί­α του να σχε­τι­στεί γε­νι­κά με τους άλ­λους και με τη γυ­ναί­κα του, αλ­λά και για την προ­σπά­θεια που κα­τα­βάλ­λει για να μπο­ρέ­σει αυ­τό να το αλ­λά­ξει.

π. Σταύ­ρος: Μί­α βα­σι­κή προ­ϋ­πό­θε­ση για την ε­πι­κοι­νω­νί­α εί­ναι η δυ­να­τό­τη­τα που έ­χει ο κα­θέ­νας να εμ­πι­στευ­τεί τον άλ­λο. Το θέ­μα της εμ­πι­στο­σύ­νης εί­ναι πο­λύ βα­θύ ζή­τη­μα, για­τί δεν εί­ναι μό­νο ο άλ­λος που έ­χου­με α­πέ­ναν­τί μας, αλ­λά εί­ναι και οι εμ­πει­ρί­ες που έ­χου­με βι­ώ­σει στη ζω­ή.

Η εμ­πι­στο­σύ­νη χτί­ζε­ται στο πό­σο α­πο­δε­κτός εί­μαι α­πό το γύ­ρω πε­ρι­βάλ­λον, πό­σο ο άλ­λος με δέ­χε­ται με τα κα­λά μου και με τα κα­κά μου. Ό­χι ό­τι πάν­το­τε α­πο­δέ­χο­μαι αυ­τά που κά­νει ο άλ­λος, ό­μως πα­ρ’ ό­λα αυ­τά τον δέ­χο­μαι και τον α­γα­πά­ω. Πό­ση α­πόρ­ρι­ψη έ­χει φά­ει γι’ αυ­τό που εί­ναι, γι’ αυ­τό που έ­χει κά­νει; Πό­σο μπο­ρεί ο άλ­λος να αρ­χί­σει να εί­ναι ε­λεύ­θε­ρος; Ό­λα αυ­τά παί­ζουν ρό­λο στο πό­ση εμ­πι­στο­σύ­νη μπο­ρεί να έ­χεις στον άλ­λο. Χρει­ά­ζε­ται κα­νείς να εμ­βα­θύ­νει στον ε­αυ­τό του, να δει αυ­τό, να το λύ­σει, ώ­στε να προ­χω­ρή­σει. Αν δεν το κά­νεις αυ­τό, θα δυ­σκο­λευ­τείς πά­ρα πο­λύ να α­πο­κτή­σεις ε­πι­κοι­νω­νί­α.

Μι­λά­ει η Μ. για το πώς βι­ώ­νει τη σχέ­ση της με τον άν­τρα της και για την προ­σπά­θεια που κά­νει να μέ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο μό­νη με τον ε­αυ­τό της.

Ζ.: Θέ­λω να ρω­τή­σω σχε­τι­κά α­φε­νός μ’ αυ­τό που εί­πα­τε να βλέ­πει κα­νείς ποι­ες α­νάγ­κες θέ­λει ο άλ­λος να του κα­λυ­φθούν και α­φε­τέ­ρου γι’ αυ­τό που εί­πα­τε στη Βά­σω ό­τι δεν πρέ­πει κά­ποι­ος να πε­ρι­μέ­νει μέ­σα στη σχέ­ση να κα­λύ­ψει κά­ποι­ες α­νάγ­κες του…

π. Σταύ­ρος: Να ξε­κα­θα­ρί­σω. Δεν εί­πα ό­τι δεν θα έ­πρε­πε να εκ­φρά­σω τις α­νάγ­κες μου. Άλ­λο να πω ό­τι «ξέ­ρεις, θέ­λω μπαρ­μπού­νια σή­με­ρα» ή «θέ­λω να βγού­με έ­ξω α­πό­ψε». Πρέ­πει να το πω. Ο άλ­λος δεν μπο­ρεί να ξέ­ρει τι θέ­λω, αν δεν του πω. Άλ­λο να το πω ό­μως και άλ­λο να το α­παι­τή­σω. Αν ο κα­θέ­νας εί­ναι ει­λι­κρι­νής με τον ε­αυ­τό του και ει­λι­κρι­νής με τον άλ­λο για αυ­τό που θέ­λει, αυ­τό θα ξε­κι­νή­σει έ­να δι­ά­λο­γο και μια ε­πι­κοι­νω­νί­α. Πα­ρά­δειγ­μα «ε­γώ θέ­λω να πά­ω ΜcDonalds, ε­σύ θέ­λεις να πας Goodys, πού θα πά­με;». Πρέ­πει να το πω αυ­τό. Μπο­ρεί κά­που να μην έ­χω ε­πι­θυ­μί­α. Μπο­ρεί να πω «ό­που θες ε­σύ». Αλ­λά κά­που θα ‘χω ε­πι­θυ­μί­α. Θα το πω. Και ο άλ­λος θα μ’ α­κού­σει. Χρει­ά­ζε­ται αυ­τή η ε­πι­κοι­νω­νί­α.

Δεν εί­πα «κό­βω τις α­νάγ­κες μου, να μην πω τις ε­πι­θυ­μί­ες μου». Για­τί ά­μα ε­σύ εί­σαι αυ­τό που ου­σι­α­στι­κά θέ­λεις και αυ­τό που θέ­λεις εί­ναι αυ­τό που ου­σι­α­στι­κά εί­σαι, τό­τε θα εί­μα­στε και οι δύ­ο ει­λι­κρι­νείς, θα υ­πάρ­χει ει­λι­κρι­νής σχέ­ση. Τώ­ρα αν εί­ναι βι­ώ­σι­μη ή ό­χι, αυ­τό εί­ναι άλ­λο.

Συ­νή­θως, ξε­κι­νά­με τις σχέ­σεις και δεν λέ­με αυ­τό που εί­μα­στε και θέ­λου­με, ώ­στε ο άλ­λος να μην μας δει με κα­κό μά­τι, να μη νο­μί­σει ό­τι εί­μα­στε πα­ρά­ξε­νοι. Ξαφ­νι­κά, μπαί­νου­με στο γά­μο και λέ­με «ωχ, αυ­τός εί­σαι; Για­τί δεν μου το εί­πες πριν το γά­μο;». Ου­σι­α­στι­κά, αυ­τό που θέ­λου­με να κα­λύ­ψου­με εί­ναι τη χα­μη­λή μας αυ­το­ε­κτί­μη­ση, αυ­τό που νοι­ώ­θου­με ό­τι δεν εί­μα­στε, ό­χι αυ­τό που εί­μα­στε. Και προ­σπα­θού­με να προ­βά­λου­με κά­τι άλ­λο α­πό αυ­τό που πραγ­μα­τι­κά εί­μα­στε. Τό­τε αρ­χί­ζει η δυ­σκο­λί­α, για­τί .......... Δεν εί­μα­στε ει­λι­κρι­νείς.

Πι­στεύ­ω στην ει­λι­κρί­νεια α­πό την πρώ­τη στιγ­μή. Εί­χα έ­να φί­λο ψυ­χί­α­τρο που μου έ­λε­γε ό­τι, πριν παν­τρευ­τούν με τη γυ­ναί­κα του, εί­χα­νε γρά­ψει έ­να κα­τά­λο­γο τι ή­θε­λε ο κα­θέ­νας. Συμ­φω­νώ. Α­πό ‘κει και πέ­ρα, εί­ναι πό­σο μπο­ρεί κα­νείς να υ­πο­χω­ρή­σει και να συμ­βι­βα­στεί. Ά­μα δεν μπο­ρείς, δεν μπο­ρείς.

Ζ.: Βα­σι­κή προ­ϋ­πό­θε­ση σ’ αυ­τό εί­ναι να προ­σπα­θή­σεις να μά­θεις και το τι θέ­λεις…

π. Σταύ­ρος: Ά­μα δεν έ­χεις μά­θει τι θέ­λεις και τι εί­σαι, μην παν­τρευ­τείς α­κό­μα. Α­πό­λυ­τα δεν θα το μά­θεις, ό­μως πρέ­πει να υ­πάρ­χει μί­α βά­ση. Κι αυ­τό δυ­σκο­λεύ­ε­ται σή­με­ρα, για­τί πολ­λοί νέ­οι άν­θρω­ποι δυ­σκο­λεύ­ον­ται να βά­λουν στό­χους στη ζω­ή τους. Ε­μείς ξε­κι­νή­σα­με με έ­να ό­νει­ρο ο κα­θέ­νας. Δη­λα­δή, ή­ξε­ρα τι ή­θε­λα να γί­νω. Μι­λά­ω για τον ε­αυ­τό μου. Εί­χα ε­πι­θυ­μί­ες. Ή­ξε­ρα κά­πως τι ή­θε­λα α­πό οι­κο­γε­νεια­κή ζω­ή.

Σή­με­ρα, δυ­στυ­χώς, οι στό­χοι δεν εί­ναι πάν­τα ε­φι­κτοί. Α­πό τα πιο α­πλά το μα­θαί­νεις αυ­τό, πο­λύ νω­ρίς μά­λι­στα. Θέ­λεις να πας σ’ αυ­τή τη σχο­λή, αλ­λά δη­λώ­νεις και τις άλ­λες χί­λι­ες σχο­λές μην τυ­χόν και δεν μπεις ε­κεί που θέ­λεις. Το πι­θα­νό­τε­ρο εί­ναι ό­τι δεν θα μπεις ε­κεί που θέ­λεις. Και με­τά δεν θα βρεις τη δου­λειά που θέ­λεις. Και πά­ει λέ­γον­τας. Πρέ­πει να εί­σαι πο­λύ τυ­χε­ρός σή­με­ρα να σου γί­νουν ό­λα α­μέ­σως, να βρεις αυ­τό που θέ­λεις.

Κά­που ο νέ­ος σή­με­ρα μα­ται­ώ­νε­ται με την μα­ταί­ω­ση των ε­πι­θυ­μι­ών του σε μα­κρο­πρό­θε­σμους στό­χους κι αυ­τό, νο­μί­ζω, προ­σπα­θεί να κα­λύ­ψει με τω­ρι­νές α­παι­τή­σεις. «Ε­γώ θέ­λω αυ­τό τώ­ρα, ε­δώ και τώ­ρα, για­τί ξέ­ρω ό­τι μα­κρο­πρό­θε­σμα δεν θα βρω τί­πο­τα. Ό,τι βρω σή­με­ρα. Ξέ­ρω ό­τι αύ­ριο δεν πρό­κει­ται να πε­τύ­χω και πολ­λά πράγ­μα­τα. Δεν μου εγ­γυά­ται κα­νείς τί­πο­τα. Ού­τε πια έ­να κα­λό γά­μο. 1:2. Δεν εί­ναι εγ­γύ­η­ση αυ­τό.»

Κά­νει η Ε. δύ­ο ε­ρω­τή­σεις: για το κα­τά πό­σο αυ­τό που θέ­λει τώ­ρα ο άλ­λος μπο­ρεί στο μέλ­λον να αλ­λά­ξει και για το πώς μπο­ρεί κα­νείς να ξε­πε­ρά­σει το θά­να­τοι του αν­θρώ­που με τον ο­ποί­ο εί­ναι μα­ζί. Κα­τα­λή­γει πως το πρώ­το εί­ναι θέ­μα εμ­πι­στο­σύ­νης στον άλ­λον και στο Θε­ό.

π. Σταύ­ρος: Στη σχέ­ση σου με τον μπαμ­πά σου που πέ­θα­νε, θα έ­λε­γα ό­τι χρει­ά­ζε­ται να βι­ώ­σεις τη σχέ­ση μα­ζί του με έ­ναν πο­λύ δι­α­φο­ρε­τι­κό τρό­πο. Μι­λά­ω και για ε­σέ­να και για τη μα­μά. Να βι­ώ­σει τον μπαμ­πά και τη σχέ­ση τους μ’ έ­ναν δι­α­φο­ρε­τι­κό τρό­πο. Για­τί, αν όν­τως πι­στεύ­εις στην Α­νά­στα­ση, αν πι­στεύ­εις ό­τι ο θά­να­τος έ­χει όν­τως ητ­τη­θεί, τό­τε αυ­τό αλ­λά­ζει τη σχέ­ση. Εί­ναι και μια συ­νέ­χεια της σχέ­σης που έ­χα­σες.

Σ.: Πώς βρί­σκου­με την ι­σορ­ρο­πί­α α­νά­με­σα στη μο­να­ξιά και στο να εί­μαι με κά­ποι­ον, ώ­στε να μην γί­νει η μο­να­ξιά α­πο­ξέ­νω­ση αλ­λά ευ­και­ρί­α να α­σχο­λη­θώ με τον ε­αυ­τό μου και με τη σχέ­ση μου με το Θε­ό;

π. Σταύ­ρος: Μα εί­πα να έ­χει κα­νείς ση­μεί­ο α­να­φο­ράς έ­ξω α­πό τον ε­αυ­τό του, κά­τι που θα φέ­ρει την ι­σορ­ρο­πί­α. Και εί­πα, για μας τους χρι­στια­νούς εί­ναι η πραγ­μα­τι­κή εκ­κλη­σι­α­στι­κή, ευ­χα­ρι­στια­κή κοι­νό­τη­τα. Ό­ταν ση­μά­νει η καμ­πά­να, ση­μαί­νει για να πά­με να προ­σευ­χη­θού­με. Λέ­ει «βγες α­πό τη μο­να­ξιά σου, έ­λα στην Εκ­κλη­σί­α. Έ­λα ζή­σε α­νά­με­σα στους α­γί­ους ε­δώ και τους ε­που­ρα­νί­ους α­γί­ους.»

Ο Α. ρω­τά­ει για το τι κά­νει η εκ­κλη­σί­α σή­με­ρα για ό­λους αυ­τούς τους αν­θρώ­πους που ζού­νε τη μο­να­ξιά μέ­σα στις πό­λεις.

π. Σταύ­ρος: Κοί­τα­ξε, η Ελ­λά­δα εί­χε έ­να πο­λύ κα­λό κι αυ­τό για μέ­να εί­ναι ό­τι ή­μα­σταν ό­λοι Έλ­λη­νες, εί­χα­με τη θρη­σκεί­α μας, την εκ­κλη­σί­α μας, εί­χα­με το χω­ριό κι ό­λα αυ­τά που ξέ­ρα­με… Δεν φρόν­τι­σε η α­στι­κή εκ­κλη­σί­α να προ­λά­βει τις λε­πτο­μέ­ρει­ες και γι’ αυ­τό έ­χου­με το χά­ος που έ­χου­με.

Αυ­τό που έ­χεις (δηλ την ε­νο­ρια­κή ζω­ή), εί­ναι πο­λύ­τι­μο αλ­λά εί­ναι α­φύ­σι­κο ου­σι­α­στι­κά. Δη­λα­δή, μια ε­νο­ρί­α εί­ναι μια κοι­νό­τη­τα αν­θρώ­πων, ό­που ζει ο έ­νας κον­τά στον άλ­λο. Η έν­νοι­α της ε­νο­ρί­ας εί­ναι μέ­σα σε ο­ρι­σμέ­να πλαί­σια, ό­ρια. Πρέ­πει, λοι­πόν, να δού­με πώς αλ­λι­ώς θα το βι­ώ­σει αυ­τό. Προ­σπα­θού­με. Ο π. Χρι­στό­δου­λος το κά­νει… Αλ­λά ζού­με σε μί­α πο­λύ με­τα­βα­τι­κή πε­ρί­ο­δο στην Εκ­κλη­σί­α μας. Υ­πάρ­χει η κοι­νό­τη­τα, ό­πως εί­στε ε­σείς, ό­πως εί­ναι άλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις. Α­πλώς δεν εί­ναι ό­πως ή­ταν στο πα­ρελ­θόν. Νο­μί­ζω ό­τι εί­ναι ξε­κά­θα­ρη η α­πάν­τη­ση. Εί­ναι α­κό­μα πιο ξε­κά­θα­ρη στο ε­ξω­τε­ρι­κό, για μέ­να. Ε­κεί υ­πάρ­χει μια εκ­κλη­σί­α και σε ε­κα­τό μέ­τρα γύ­ρω α­πό την εκ­κλη­σί­α ξέ­ρει ο έ­νας τον άλ­λο, αυ­τόν που πέ­θα­νε, αυ­τόν που γέν­νη­σε… Προ­σεύ­χον­ται μα­ζί, κά­νουν πράγ­μα­τα μα­ζί. Ε­δώ στην Ελ­λά­δα, δυ­στυ­χώς, έ­χου­με ξε­φύ­γει α­πό αυ­τό, έ­χει γί­νει τυ­πο­λα­τρί­α η ε­νο­ρί­α, εί­ναι ο χώ­ρος α­πλώς για τη λα­τρεί­α.

Ό­πως έ­λε­γα στην πα­πα­διά, έ­χου­με φτά­σει πά­λι στο ση­μεί­ο που λέ­ει ο νε­α­ρός στο Ευ­αγ­γέ­λιο «πώς να α­πο­κτή­σου­με την αι­ώ­νια ζω­ή;» και ο Κύ­ριος α­παν­τά «να δι­α­τη­ρή­σεις τις εν­το­λές, ου κλέ­ψεις, ου μοι­χεύ­σεις, ου ψευ­δο­μαρ­τυ­ρή­σεις, α­γά­πα τον πα­τέ­ρα σου και τη μη­τέ­ρα σου, α­γά­πα τον πλη­σί­ον σου ως ε­αυ­τόν». Για­τί λέ­ει τις τε­λευ­ταί­ες πέν­τε εν­το­λές και δεν λέ­ει τις πρώ­τες πέν­τε; Για­τί οι Ι­ου­δαί­οι εί­χα­νε ξε­χά­σει τις τε­λευ­ταί­ες πέν­τε. Εί­χαν ε­στιά­σει μό­νο στη λα­τρεί­α, στη θυ­σί­α, στα εί­δω­λα και τί­πο­τα άλ­λο. Κά­που ε­κεί έ­χου­με μεί­νει κι ε­μείς, σαν τους Φα­ρι­σαί­ους. Λοι­πόν, να πού­με Α­μήν!


(1):

Ο Βυθός

Πέρασαν μέρες, χωρίς να σ’ το πω το σ' αγαπώ δυο μόνο λέξεις

αγάπη μου πώς θα μ' αντέξεις είμαι παράξενο παιδί σκοτεινό

Πέρασαν μέρες χωρίς να σε δω κι αν σε πεθύμησα δεν ξέρεις

κοντά μου πάντα θα υποφέρεις σ’ το είχα πει ένα πρωί βροχερό

Θα σβήσω το φως κι όσα δεν σου 'χω χαρίσει σ’ ένα χάδι θα σου τα δώσω

κι ύστερα πάλι θα σε προδώσω μες του μυαλού μου το μαύρο βυθό

Θα κλάψεις ξανά που μόνη θα μείνεις κι εγώ πιο μόνος και από μένα

μες σε δωμάτια κλεισμένα το πρόσωπό σου θα ονειρευτώ γιατί μες στ' όνειρο μόνος ζω

Στα σοβαρά μην με παίρνεις είν' το μυαλό μου θολό, είναι κι ο κόσμος μου αστείος

κι όταν με βαρεθείς τελείως ψάξε αλλού να με βρεις όπως με θες

Κι εγώ που αγάπησα πάλι την ιδέα σου μόνο και κάποιο στίχο που σου μοιάζει

κοιτάζω έξω και χαράζει έγινε το αύριο πάλι χθες.