Σελίδες

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Ερμηνεία της θείας Λειτουργίας ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ ΜΕΡΟΣ Γ΄



Σύμβολο της πίστεως

Ο ιερέας καλεί τώρα τους πιστούς να προσευχηθούν «υπέρ των προτεθέντων τιμίων δώρων»: «Ας παρακαλέσουμε τον Θεό να αγιαστούν τα τίμια δώρα που είναι μπροστά μας, ώστε να εκπληρωθεί έτσι ο αρχικός μας σκοπός».

Ύστερα, αφού προσθέσει και άλλες αιτήσεις, παρακινεί όλους να έχουν μεταξύ τους ειρήνη («Ειρήνη πάσι») και αγάπη («Αγαπήσωμεν αλλήλους…»). Κι επειδή τη μεταξύ μας αγάπη ακολουθεί η αγάπη στο Θεό και η τέλεια και ζωντανή μας πίστη σ’ Αυτόν, γι’ αυτό, αμέσως μετά ομολογούμε τον αληθινό Θεό: «Πατέρα, Υιόν και άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον».
«Τας θύρας, τας θύρας’ εν σοφία πρόσχωμεν», συμπληρώνει ο λειτουργός. Μ’ αυτό θέλει να πει: «Ανοίξτε διάπλατα όλες τις πόρτες, δηλαδή τα στόματα και τα αυτιά σας, στην αληθινή σοφία, δηλαδή σε όσα υψηλά μάθατε και πιστεύετε για το Θεό. Αυτά συνεχώς να λέτε και να ακούτε, και μάλιστα με ζήλο και προσοχή».
Τότε οι πιστοί απαγγέλλουν δυνατά το Σύμβολο της Πίστεως («Πιστεύω εις έναν Θεόν…»).


Αγία αναφορά

«Στώμεν καλώς’ στώμεν μετά φόβου. Πρόσχωμεν την αγίαν αναφοράν εν ειρήνη προσφέρειν», προτρέπει πάλι ο ιερέας. Δηλαδή: «Ας σταθούμε γερά σε όσα ομολογήσαμε με το «Πιστεύω…», χωρίς να κλονιζόμαστε από τους αιρετικούς. Ας σταθούμε με φόβο, γιατί είναι μεγάλος ο κίνδυνος να πλανηθούμε. Όταν έτσι σταθεροί παραμένουμε στην πίστη, τότε ας προσφέρουμε τα δώρα μας στο Θεό με ειρήνη».
Στο σημείο αυτό οι πιστοί πρέπει να έχουν στο νου τους και τα λόγια του Κυρίου: «Αν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο και θυμηθείς ότι κάποιος κάτι έχει εναντίον σου, συμφιλιώσου πρώτα μαζί του, και μετά έλα να προσφέρεις το δώρο σου» (Ματθ. 5:23 -24).


Αφού λοιπόν ο ιερέας ανυψώσει τις ψυχές και τα φρονήματα των πιστών από τα επίγεια προς τα ουράνια, αρχίζει την ευχαριστήρια προσευχή. Μιμείται έτσι τον πρώτο Ιερέα, το Χριστό, που ευχαρίστησε το Θεό Πατέρα προτού παραδώσει το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.
Τον δοξολογεί τώρα κι αυτός και Τον υμνεί μαζί με τους αγγέλους. Τον ευγνωμονεί για όλες τις ευχαριστίες που μας έκανε από την αρχή της δημιουργίας. Τον ευχαριστεί ιδιαίτερα για την έλευση του Μονογενούς Του Υιού στον κόσμο και για την παράδοση του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας. Διηγείται μάλιστα και τα σχετικά με τον Μυστικό Δείπνο, επαναλαμβάνοντας τα ίδια τα λόγια του Κυρίου: «Λάβετε, φάγετε… Πίετε εξ αυτού πάντες…» (Ματθ. 26:26–27).


Ο ιερέας, αφού πει, «Έχοντας λοιπόν στο νου μας αυτή τη σωτήρια εντολή και όλα όσα έχουν γίνει για μας, δηλαδή τη σταύρωση, την ταφή, την τριήμερη ανάσταση, την ανάληψη στους ουρανούς, την ενθρόνιση στα δεξιά του Πατέρα, τη δεύτερη και ένδοξη πάλι παρουσία», καταλήγει με την εκφώνηση: «Τα σα εκ των σων σοι προσφέροντες κατά πάντα και δια πάντα, σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν, σοι ευχαριστούμεν, Κύριε, και δεόμεθά σου, ο Θεός ημών». Με τούτα τα λόγια είναι σαν να λέει στον ουράνιο Πατέρα: «Σου προσφέρουμε την ίδια εκείνη προσφορά που ο ίδιος ο Μονογενής Σου Υιός πρόσφερε σ’ Εσένα, το Θεό και Πατέρα. Και προσφέροντάς την, Σ’ ευχαριστούμε, γιατί κι Εκείνος προσφέροντάς την Σ’ ευχαριστούσε. Τίποτα δικό μας δεν προσθέτουμε σ’ αυτή την προσφορά των δώρων. Γιατί δεν είναι δικά μας έργα τούτα τα δώρα, αλλά δικά Σου δημιουργήματα. Ούτε και δική μας επινόηση είναι αυτός ο τρόπος της λατρείας, αλλά Εσύ μας τον δίδαξες κι Εσύ μας παρακίνησες να Σε λατρεύουμε με αυτόν τον τρόπο. Γι’ αυτό, όσα Σου προσφέρουμε, είναι εξ ολοκλήρου δικά Σου… ».
Την ίδια στιγμή ο ιερέας προσπίπτει και ικετεύει θερμά το Θεό. Παρακαλεί για τα δώρα που έχει μπροστά του, ώστε να δεχθούν το πανάγιο και παντοδύναμο Πνεύμα Του και να μεταβληθούν ο μεν άρτος στο ίδιο το άγιο σώμα του Χριστού, ο δε οίνος στο ίδιο το άχραντο αίμα Του.


Μετά απ’ αυτές τις ευχές, η θεία ιερουργία ολοκληρώθηκε! Τα δώρα αγιάστηκαν! Η θυσία πραγματοποιήθηκε! Το μεγάλο θύμα και σφάγιο, που θυσιάστηκε για χάρη του κόσμου, βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, πάνω στην αγία Τράπεζα! Γιατί ο άρτος δεν είναι πλέον τύπος του Δεσποτικού σώματος. Είναι το ίδιο το πανάγιο σώμα του Κυρίου που δέχτηκε όλες εκείνες τις προσβολές, τα ραπίσματα, τα φτυσίματα, τις πληγές, τη χολή, τη σταύρωση. Και ο οίνος είναι το ίδιο το αίμα που ξεπήδησε όταν σφαζόταν το σώμα. Αυτό είναι το σώμα, αυτό είναι το αίμα που έλαβε σύσταση από το Άγιο Πνεύμα, που γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία, που θάφτηκε, αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, ανέβηκε στους ουρανούς και κάθησε στα δεξιά του Πατέρα.


Και πιστεύουμε πως έτσι είναι, γιατί ο ίδιος ο Κύριος είπε:
«Τούτο εστί το σώμα μου… τούτο εστί το αίμα μου» (Μαρκ. 14:22, 24). Και γιατί ο Ίδιος παρήγγειλε στους Αποστόλους και σ’ όλη την Εκκλησία: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. 22:19). Δεν θα πρόσταζε να επαναλαμβάνουν αυτό το μυστήριο, αν δεν είχε σκοπό να τους δώσει δύναμη να το επιτελούν. Και ποια είναι η δύναμη; Το Άγιο Πνεύμα. Αυτό είναι που με το χέρι και τη γλώσσα των ιερέων τελεσιουργεί τα μυστήρια. Ο λειτουργός είναι υπηρέτης της χάριτος του αγίου Πνεύματος, χωρίς να προσφέρει τίποτε από τον εαυτό του. Γι’ αυτό και δεν έχει σημασία αν τύχει να είναι ο ίδιος γεμάτος αμαρτίες. Κάτι τέτοιο δεν νοθεύει την προσφορά των δώρων, τα οποία είναι πάντοτε ευάρεστα στο Θεό. Όπως κι ένα φάρμακο που κατασκευάστηκε από άνθρωπο άσχετο με την ιατρική επιστήμη, δεν χάνει τη θεραπευτική του δράση, αρκεί μόνο να κατασκευάστηκε σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού.

Αφού λοιπόν συμπληρωθεί η θυσία, ο ιερέας, βλέποντας μπροστά του το ενέχυρο της θείας φιλανθρωπίας, τον Αμνό του Θεού, ευχαριστεί και ικετεύει. Ευχαριστεί το Θεό για όλους τους αγίους, γιατί στο πρόσωπό τους η Εκκλησία βρήκε εκείνο που ζητάει, τη βασιλεία των ουρανών. Ιδιαίτερα – «εξαιρέτως» - ευχαριστεί για την υπερευλογημένη Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία, γιατί αυτή υπερβαίνει κάθε αγιοσύνη. Και ικετεύει ο ιερέας για όλους τους πιστούς – τους κεκοιμημένους και τους ζώντες - γιατί αυτοί δεν έφτασαν στην τελειότητα ακόμα κι έχουν ανάγκη από προσευχή.




Θεία Κοινωνία

Σε λίγο ο λειτουργός θα κοινωνήσει ο ίδιος και θα προσκαλέσει και τους πιστούς στα θεία Μυστήρια. Επειδή όμως δεν επιτρέπεται σε όλους ανεξαίρετα η θεία Μετάληψη, ο ιερέας, υψώνοντας τον ζωοποιό Άρτο και δείχνοντάς Τον, εκφωνεί: «Τα άγια τοις αγίοις». Είναι σαν να λέει: «Να ο Άρτος της ζωής! Τον βλέπετε. Λοιπόν, τρέξτε να τον μεταλάβετε. Όχι όμως όλοι, αλλά όποιος είναι άγιος. Γιατί τα άγια επιτρέπονται μόνο στους αγίους».
Αγίους εδώ εννοεί όχι μόνο εκείνους που έφτασαν στην τελειότητα της αρετής, αλλά κι εκείνους που αγωνίζονται να φτάσουν σ’ αυτήν, έστω κι αν ακόμα υστερούν. Γι᾽ αυτό οι χριστιανοί, αν δεν πέφτουν σε θανάσιμα αμαρτήματα που τους εμποδίζουν από το Χριστό και τους νεκρώνουν πνευματικά, δεν έχουν κανένα εμπόδιο να κοινωνούν [Άλλωστε η θεία Λειτουργία γίνεται για να κοινωνούν οι πιστοί. Όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, «το να κοινωνεί κανείς και να μεταλαμβάνει κάθε μέρα το άγιο σώμα και αίμα του Χριστού, είναι καλό και ωφέλιμο». Η συχνή θεία Κοινωνία, όμως, προϋποθέτει τον συνεχή πνευματικό αγώνα και την κατάλληλη προετοιμασία (νήψη-προσευχή, μετάνοια-εξομολόγηση κ.λπ.)].


Στην εκφώνηση του ιερέα, «Τα άγια τοις αγίοις», οι πιστοί αποκρίνονται δυνατά: «Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός» . Γιατί κανείς δεν έχει την αγιότητα από μόνος του, ούτε είναι και κατόρθωμα της ανθρώπινης αρετής, αλλά, όλοι από τον Χριστό την αντλούν. Και όπως, αν κάτω από τον ήλιο τοποθετηθούν πολλοί καθρέφτες, όλοι ακτινοβολούν, και νομίζεις ότι βλέπεις πολλούς ήλιους, ενώ στην πραγματικότητα ένας είναι ο ήλιος που αστράφτει σε όλους τους καθρέφτες, έτσι και ο μόνος Άγιος, ο Χριστός, καθώς διαχέεται με τη μετάληψη μέσα στους πιστούς, φαίνεται σε πολλές ψυχές και παρουσιάζει πολλούς ως αγίους. Αυτός όμως είναι ο ένας και μοναδικός Άγιος.


Αφού λοιπόν μ’ αυτόν τον τρόπο συγκαλέσει ο λειτουργός τους πιστούς στο ιερό δείπνο, μεταλαμβάνει πρώτα ο ίδιος και οι άλλοι κληρικοί που βρίσκονται στο άγιο Βήμα. Προηγουμένως όμως χύνει θερμό νερό μέσα στο άγιο Ποτήριο, πράγμα που υποδηλώνει την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία. Γιατί αυτό το ζεστό νερό, επειδή και νερό είναι αλλά και φωτιά έχει μέσα του λόγω του βρασμού, φανερώνει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο με «ύδωρ ζων» (Ιω. 7:38) το παρομοίασε ο Κύριος, και με τη μορφή της φωτιάς κατέβηκε στους Αποστόλους την ημέρα της Πεντηκοστής.


Στη συνέχεια ο ιερέας στρέφεται προς το εκκλησίασμα και, δείχνοντας τα Άγια, προσκαλεί όσους θέλουν να κοινωνήσουν, να προσέλθουν «μετά φόβου Θεού και πίστεως». Να μην καταφρονήσουν δηλαδή την ταπεινή εμφάνιση που έχουν το σώμα και το αίμα του Κυρίου, αλλά να πλησιάσουν έχοντας επίγνωση της αξίας των μυστηρίων και πιστεύοντας ότι αυτά προξενούν την αιώνια ζωή σ’ εκείνους που μεταλαμβάνουν.
Το σώμα και το αίμα του Χριστού είναι αληθινή τροφή και αληθινό ποτό. Και όταν τα μεταλαμβάνει κανείς, δεν μετατρέπονται αυτά σε ανθρώπινο σώμα, όπως γίνεται με τις συνηθισμένες τροφές, αλλά το ανθρώπινο σώμα μεταβάλλεται σε εκείνα. Όπως και το σίδερο, όταν έρθει σε επαφή με τη φωτιά, γίνεται κι αυτό φωτιά, δεν κάνει τη φωτιά σίδερο.
Τη θεία Κοινωνία τη δεχόμαστε βέβαια με το στόμα, αλλά αυτή εισέρχεται πρώτα στην ψυχή κι εκεί πραγματοποιείται η ένωσή μας με το Χριστό, όπως λέει και ο Απόστολος Παύλος: «Εκείνος που ενώνεται με τον Κύριο, γίνεται ένα πνεύμα με Αυτόν» (Α’ Κορ. 6:17). Χωρίς την ένωσή του με το Χριστό, ο άνθρωπος, από μόνος του, είναι ο παλαιός άνθρωπος, ο άνθρωπος που δεν έχει τίποτα κοινό με το Θεό.

Ποιά όμως είναι εκείνα που ζητάει από εμάς ο Χριστός για να μας αγιάσει με τα θεία μυστήρια; Είναι η κάθαρση της ψυχής, η πίστη και η αγάπη στο Θεό, ο διακαής πόθος και η λαχτάρα μας για τη θεία Κοινωνία. Αυτά ελκύουν τον αγιασμό, κι έτσι πρέπει να κοινωνούμε. Γιατί πολλοί είναι εκείνοι που προσέρχονται στα μυστήρια, και όχι μόνο δεν ωφελούνται καθόλου, αλλά φεύγουν χρεωμένοι με αμέτρητες αμαρτίες.


Απόλυση

Αφού κοινωνήσουν οι πιστοί, εύχονται να παραμείνει μέσα τους ο αγιασμός που έλαβαν, και να μην προδώσουν τη χάρη ούτε να χάσουν τη δωρεά.
Ο ιερέας τους καλεί τώρα να ευχαριστήσουν με ζήλο το Θεό για τη θεία Μετάληψη. Γι' αυτό λέει: «Ορθοί... αξίως ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω». Όχι δηλαδή ξαπλωμένοι ούτε καθισμένοι, αλλά υψώνοντας την ψυχή και το σώμα προς Αυτόν. Και οι πιστοί με λόγια της Γραφής δοξολογούν το Θεό, που είναι αίτιος και χορηγός όλων των αγαθών: «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον από του νυν και έως του αιώνος» (Ψαλμ. 112:2). Αφού ψάλλουν τρεις φορές αυτόν τον ύμνο, ο ιερέας βγαίνει από το Θυσιαστήριο, στέκεται μπροστά στο πλήθος και απευθύνει την τελευταία ευχή: «Χριστός ο αληθινός Θεός ημών...». Ζητάει από τον Κύριο να μας σώσει με το έλεός Του, γιατί από τον εαυτό μας δεν έχουμε να επιδείξουμε τίποτε άξιο σωτηρίας. Γι' αυτό και ως πρεσβευτές μνημονεύει πολλούς αγίους και ιδιαίτερα την παναγία Του Μητέρα.


Τέλος, ο λειτουργός μοιράζει το αντίδωρο. Αυτό έχει αγιαστεί, καθώς προέρχεται από τον αρχικό άρτο, που προσφέραμε στο Θεό για την τέλεση της θείας Ευχαριστίας. Οι πιστοί παίρνουν με ευλά­βεια το αντίδωρο, φιλώντας το δεξί χέρι του ιερέα. Γιατί αυτό το χέρι, μόλις πριν, άγγιξε το πανάγιο σώμα του Χριστού, δέχτηκε από εκείνο τον αγιασμό και τον μεταδίδει τώρα σε όσους το ασπάζονται.
Εδώ η θεία Λειτουργία φτάνει στο τέλος της και το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας ολοκληρώνεται. Γιατί και τα δώρα, που προσφέραμε στο Θεό, αγιάστηκαν και τον ιερέα αγίασαν και στο υπόλοιπο πλήρωμα της Εκκλησίας μετέδωσαν τον αγιασμό.
Για όλα αυτά, λοιπόν, στο Χριστό, στον αληθινό Θεό μας, πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το πανάγιο Πνεύμα Του, τώρα και πάντοτε και στην ατέλειωτη αιωνιότητα. Αμήν.

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

Ερμηνεία της θείας Λειτουργίας ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ ΜΕΡΟΣ Β΄



Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ


Δοξολογία



«Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος…». Μ’ αυτή τη δοξολογία αρχίζει ο ιερέας τη Λειτουργία. Γιατί και οι ευγνώμονες δούλοι το ίδιο κάνουν όταν παρουσιάζονται στον κύριό τους. Πρώτα –πρώτα δηλαδή τον εγκωμιάζουν, κι έπειτα τον παρακαλούν για τις δικές τους υποθέσεις.


Ειρηνικά

Και ποιά είναι η πρώτη αίτηση του ιερέα; «Υπέρ της άνωθεν ειρήνης και της σωτηρίας των ψυχών ημών». Λέγοντας ειρήνη, δεν εννοεί μόνο τη μεταξύ μας ειρήνη, όταν δηλαδή δεν μνησικακούμε εναντίον κανενός, αλλά και την ειρήνη προς τους εαυτούς μας, όταν δηλαδή η καρδιά μας δεν μας κατηγορεί για τίποτα. Την αρετή της ειρήνης, βέβαια, την έχουμε πάντοτε ανάγκη, μα ιδιαίτερα την ώρα της προσευχής, γιατί χωρίς αυτήν κανείς δεν μπορεί να προσευχηθεί σωστά και να απολαύσει κάποιο καλό από την προσευχή του.
Στη συνέχεια παρακαλούμε για την Εκκλησία, για το κράτος και τους άρχοντες, για όσους βρίσκονται σε κινδύνους, για όλους γενικά τους ανθρώπους. Και δεν προσευχόμαστε μόνο για ό,τι ενδιαφέρει την ψυχή, αλλά και για τα αναγκαία υλικά αγαθά – «υπέρ ευκρασίας αέρων, ευφορίας των καρπών της γης…». Γιατί ο Θεός είναι ο αίτιος και χορηγός όλων, και σ’ Αυτόν μόνο πρέπει να έχουμε στραμμένα τα βλέμματά μας.
Σε όλες τις αιτήσεις οι πιστοί επαναλαμβάνουν μια μόνο φράση, το «Κύριε ελέησον». Το να ζητάμε το έλεος του Θεού ισοδυναμεί με το να ζητάμε τη βασιλεία Του. Γι’ αυτό και οι πιστοί αρκούνται σ’ αυτή τη δέηση, γιατί αυτή τα περιλαμβάνει όλα.


Αντίφωνα

Έπειτα αρχίζουν οι ψαλμωδίες που περιέχουν θεόπνευστα λόγια από τους Προφήτες. Τα αντίφωνα – έτσι λέγονται – μας αγιάζουν και μας προπαρασκευάζουν για το μυστήριο. Ταυτόχρονα όμως μας θυμίζουν τα πρώτα χρόνια της παρουσίας του Χριστού στη γη, τότε που Εκείνος δεν φαινόταν ακόμα στον πολύ κόσμο, και για αυτό ήταν απαραίτητα τα προφητικά λόγια. Όταν αργότερα εμφανίστηκε ο Ίδιος, δεν υπήρχε πλέον ανάγκη των προφητών, αφού Τον έδειχνε παρόντα ο Βαπτιστής Ιωάννης.


Μικρή είσοδος

Την ώρα που ψάλλεται το τρίτο αντίφωνο, γίνεται η είσοδος του Ευαγγελίου με τη συνοδεία λαμπάδων. Το Ευαγγέλιο το κρατάει ο διάκονος ή, αν δεν υπάρχει διάκονος, ο ιερέας. Ενώ λοιπόν αυτός πρόκειται να εισέλθει στο Ιερό, στέκεται σε μικρή απόσταση από την Ωραία Πύλη και παρακαλεί τον Θεό να τον συνοδεύσουν άγιοι άγγελοι, για να γίνουν συμμέτοχοί του στην ιερουργία και τη δοξολογία. Στη συνέχεια σηκώνει ψηλά το Ευαγγέλιο, το δείχνει στους πιστούς και, αφού εισέλθει στο Θυσιαστήριο, το αποθέτει στην αγία Τράπεζα.
Η ύψωση του Ευαγγελίου συμβολίζει την ανάδειξη του Κυρίου όταν άρχισε να εμφανίζεται στα πλήθη. Γιατί με το Ευαγγέλιο δηλώνεται ο ίδιος ο Χριστός. Τώρα λοιπόν που φανερώνεται ο Χριστός, κανείς δεν προσέχει τα λόγια των Προφητών, γι’ αυτό, μετά τη μικρή Είσοδο, ψάλλουμε ό,τι έχει σχέση με την καινούρια ζωή που έφερε ο Χριστός. Υμνούμε τον ίδιο τον Χριστό για όσα έκανε για μας. Εγκωμιάζουμε επίσης την Παναγία ή άλλους Αγίους, ανάλογα με την εορτή ή τον Άγιο που τιμά η Εκκλησία κάθε φορά.


Τρισάγιος ύμνος

Ανυμνούμε τέλος τον ίδιο τον Τριαδικό Θεό, ψάλλοντας: «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος, ελέησον ημάς». Το «Άγιος, άγιος, άγιος…» αποτελεί τον ύμνο των αγγέλων (Ησ. 6:3). Και τα «Θεός», «ισχυρός» και «αθάνατος» είναι λόγια του προφήτη Δαβίδ: «Εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν, τον ισχυρόν, τον ζώντα» (Ψαλμ. 41:3).
Ψάλλουμε τον Τρισάγιο Ύμνο μετά την είσοδο του Ευαγγελίου, για να διακηρύξουμε πως με την έλευση του Χριστού άγγελοι και άνθρωποι ενώθηκαν και αποτελούν πλέον μια Εκκλησία.


Αναγνώσματα

Αμέσως μετά ο ιερέας παραγγέλλει σε όλους να μη στέκονται με οκνηρία, αλλά να έχουν προσηλωμένο το νου τους σε εκείνα που θα ακολουθήσουν. Αυτό σημαίνει το «Πρόσχωμεν». Και με το «Σοφία» υπενθυμίζει στους πιστούς τη σοφία με την οποία πρέπει να συμμετέχουν στη Λειτουργία. Αυτή είναι οι καλοί λογισμοί που έχουν όσοι είναι πλούσιοι σε πίστη και ξένοι από καθετί ανθρώπινο. Είναι πράγματι ανάγκη να παρακολουθούμε τη Λειτουργία με τους πρέποντες λογισμούς, αν βέβαια θέλουμε να μην χάνουμε άδικα τον καιρό μας. Επειδή όμως κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο, χρειάζεται και η δική μας προσοχή και η εξωτερική υπενθύμιση, ώστε να ξανασυγκεντρώνουμε το νου μας, που συνεχώς ξεχνιέται και παρασύρεται σε μάταιες φροντίδες.
Επίσης και η εκφώνηση «Ορθοί» περιέχει παραίνεση. Θέλει μπροστά στο Θεό να στεκόμαστε πρόθυμοι, με ευλάβεια και ζήλο πολύ. Και πρώτο σημάδι αυτού του ζήλου είναι η όρθια στάση του σώματός μας. Ύστερα από αυτές τις εκφωνήσεις, διαβάζονται το Αποστολικό και το Ευαγγελικό ανάγνωσμα. Αυτά δηλώνουν τη φανέρωση του Κυρίου, όπως γινόταν σιγά-σιγά μετά την πρώτη Του εμφάνιση στους ανθρώπους. Στη μικρή Είσοδο το Ευαγγέλιο ήταν κλειστό και συμβόλιζε το διάστημα των τριάντα πρώτων ετών του Κυρίου, τότε που ο Ίδιος ακόμα σιωπούσε. Τώρα όμως που διαβάζονται τα αναγνώσματα, έχουμε την πληρέστερη αποκάλυψή Του, με όσα ο Ίδιος δίδασκε δημόσια κι με όσα πρόσταζε τους Αποστόλους να κηρύσσουν.


Μεγάλη Είσοδος

Σε λίγο ο λειτουργός θα προχωρήσει πλέον στη θυσία, και πρέπει τα δώρα που πρόκειται να θυσιαστούν, να τοποθετηθούν στην αγία Τράπεζα. Για αυτό έρχεται τώρα στην Πρόθεση, παίρνει τα τίμια δώρα, τα κρατάει στο ύψος του κεφαλιού του και βγαίνει από το Ιερό. Προχωρώντας με πολλή κοσμιότητα και με βήμα αργό, τα περιφέρει στο ναό, ανάμεσα στο πλήθος, συνοδευόμενος από λαμπάδες και θυμιάματα. Τελικά εισέρχεται στο θυσιαστήριο και τα αποθέτει στην αγία Τράπεζα.
Στο πέρασμα του ιερέα οι πιστοί ψάλλουν και προσκυνούν με κάθε σεβασμό παρακαλώντας να τους μνημονεύει την ώρα που θα προσφέρει στο Θεό τα τίμια δώρα. Γιατί ξέρουν πως δεν υπάρχει αποτελεσματικότερη ικεσία από τούτη τη φρικτή θυσία, που καθάρισε δωρεάν όλες τις αμαρτίες του κόσμου (Χαρακτηριστικό λειτουργικό στοιχείο της Μεγάλης Εισόδου είναι ο Χερουβικός Ύμνος, που ψάλλεται σε αργό μέλος από το χορό: «Οι τα Χερουβίμ μυστικώς εικονίζοντες και τη ζωοποιώ Τριάδι τον τρισάγιον ύμνον προσάδοντες, πάσαν την βιοτικήν αποθώμεθα μέριμναν, ως τον βασιλέα των όλων υποδεξόμενοι, ταις αγγελικαίς αοράτως δορυφορούμενον τάξεσιν. Αλληλούια». Δηλαδή: «Εμείς που μυστικά εικονίζουμε τα Χερουβείμ και ψάλλουμε στη ζωοποιό Τριάδα τον τρισάγιο ύμνο, ας αφήσουμε κάθε βιοτική μέριμνα, για να υποδεχθούμε τον Βασιλιά των όλων, που αόρατα συνοδεύεται από τα αγγελικά τάγματα. Αλληλούια»).
Η μεγάλη Είσοδος συμβολίζει την πορεία του Χριστού προς την Ιερουσαλήμ, όπου έπρεπε να θυσιαστεί. Καθισμένος τότε πάνω σε ζώο, έμπαινε στην Αγία Πόλη, συνοδευόμενος και υμνούμενος από τα πλήθη.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Ερμηνεία της θείας Λειτουργίας ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ ΜΕΡΟΣ Α΄




 

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

ΕΡΓΟ της θείας Λειτουργίας είναι η μεταβολή των δώρων που προσφέρουν οι πιστοί – του άρτου και του οίνου – σε σώμα και αίμα Χριστού. Και σκοπός της είναι ο αγιασμός των πιστών, οι οποίοι με τη θεία μετάληψη αποκομίζουν την άφεση των αμαρτιών τους, την κληρονομία της βασιλείας των ουρανών και κάθε πνευματικό αγαθό.


Σ’ αυτό το έργο και το σκοπό συμβάλλουν οι προσευχές, οι ψαλμωδίες, τα αγιογραφικά αναγνώσματα και όλα εκείνα που τελούνται και λέγονται στη διάρκεια της Λειτουργίας. Μέσα σε αυτά είναι σαν να βλέπουμε σε ένα πίνακα ζωγραφισμένη ολόκληρη τη ζωή του Χριστού, από την αρχή ως το τέλος της. Γιατί ο καθαγιασμός των δώρων, η ίδια δηλαδή η θυσία, διακηρύσσει το θάνατο, την ανάσταση και την ανάληψή Του, καθώς τα δώρα αυτά μεταβάλλονται στο ίδιο το σώμα του Κυρίου, δηλαδή την έλευσή Του στον κόσμο, τη δημόσια εμφάνισή Του, τα θαύματα και τη διδασκαλία Του. Κι εκείνα που έπονται της θυσίας, συμβολίζουν την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους, την επιστροφή των ανθρώπων στο Θεό και την κοινωνία τους μαζί Του.
Οι πιστοί που εκκλησιάζονται και συμμετέχουν σε όλα αυτά με προσηλωμένο το νου, γίνονται πιο σταθεροί στην πίστη, πιο θερμοί στην ευλάβεια και την αγάπη τους προς τον Θεό. Με τέτοιες λοιπόν διαθέσεις αξιώνονται να πλησιάσουν και τη φωτιά των μυστηρίων και να μεταλάβουν με κάθε ασφάλεια και οικειότητα.
Αυτό είναι συνοπτικά το νόημα της Θείας Λειτουργίας. Ας την εξετάσουμε τώρα όσο μπορούμε λεπτομερέστερα, αρχίζοντας με εκείνα που τελούνται στην αγία Πρόθεση [Ειδικός χώρος που βρίσκεται αριστερά από την αγία τράπεζα, όπου τοποθετούνται (προτίθενται-πρόθεση) τα δώρα που προσφέρουν (προσκομίζουν-προσκομιδή) οι πιστοί για τη θεία Ευχαριστία. Εδώ γίνεται η αναγκαία προετοιμασία τους από τον λειτουργό ιερέα].



Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗ


Τα τίμια δώρα

Το ψωμί και το κρασί που προσφέρουν οι πιστοί για τη λειτουργία, και τα οποία συμβολίζουν το σώμα και το αίμα του Κυρίου, δεν τοποθετούνται από την αρχή στο Θυσιαστήριο για τη θυσία, αλλά πρώτα τοποθετούνται στην αγία Πρόθεση και αφιερώνονται στο Θεό σαν δώρα τίμια – αυτή είναι πλέον και η ονομασία τους.
Προσφέρουμε στο Θεό ψωμί και κρασί, γιατί αυτά αποτελούν τροφή αποκλειστικά ανθρώπινη, με την οποία συντηρείται και εκδηλώνεται η ζωή μας. Για αυτό και πιστεύεται πως, όταν προσφέρει κανείς τροφή, είναι σαν να προσφέρει την ίδια τη ζωή. Επειδή λοιπόν με τα μυστήρια ο Θεός μας χαρίζει την ανθρώπινη ζωή, ήταν φυσικό και το δικό μας δώρο να είναι κατά κάποιο τρόπο ζωή, για να μην είναι αταίριαστη η προσφορά μας με την ανταπόδοση του Θεού, αλλά να έχει κάτι συγγενικό. Άλλωστε ο Κύριος παρήγγειλε να Του προσφέρουμε ψωμί και κρασί, κι Αυτός πάλι μας ανταποδίδει «άρτον ουράνιον» και «ποτήριον ζωής». Θέλησε να Του προσφέρουμε εμείς εφόδια της πρόσκαιρης ζωής, κι Εκείνος να μας αντιπροσφέρει την αιώνια ζωή. Για να φανούν έτσι η χάρη Του σαν αμοιβή και το αμέτρητο έλεός Του σαν πράξη δικαιοσύνης.


Ανάμνηση της σταυρικής θυσίας

Ο ιερέας αφού πάρει στα χέρια του τον άρτο, από τον οποίο θα κόψει το ιερό τμήμα που θα μεταβληθεί σε σώμα Χριστού, λέει: «Εις ανάμνησιν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού». Τα λόγια αυτά αναφέρονται σε όλη τη λειτουργία και ανταποκρίνονται στην παραγγελία που άφησε ο Χριστός όταν παρέδωσε το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. 22:19).
Αλλά ποιά είναι αυτή η ανάμνηση; Πώς θα θυμηθούμε τον Κύριο στη Λειτουργία και τι θα διηγηθούμε για Αυτόν; Μήπως εκείνα που Τον απέδειξαν Θεό παντοδύναμο; Ότι δηλαδή ανέστησε νεκρούς, χάρισε το φως σε τυφλούς, πρόσταξε τους ανέμους να κοπάσουν, χόρτασε χιλιάδες ανθρώπους με λίγα ψωμιά; Όχι, ο Χριστός δεν ζήτησε να θυμόμαστε αυτά, αλλά μάλλον εκείνα που φανερώνουν αδυναμία, δηλαδή τη σταύρωση, το πάθος, το θάνατο. Γιατί τα πάθη ήταν πιο αναγκαία από τα θαύματα. Τα πάθη του Χριστού μας προξενούν τη σωτηρία και την ανάσταση, ενώ τα θαύματά Του αποδεικνύουν μόνο ότι Αυτός είναι ο αληθινός Σωτήρας.
Αφού, λοιπόν, ο ιερέας πει, «Εις ανάμνησιν του Κυρίου…», προσθέτει εκείνα που δηλώνουν τη σταύρωση και το θάνατο. Τεμαχίζει δηλαδή με το μαχαίρι τον άρτο, λέγοντας την προφητεία: «Σαν πρόβατο οδηγήθηκε στην σφαγή. Και σαν αρνί αμώμητο, που παραμένει άφωνο μπροστά σ’ αυτόν που το κουρεύει, έτσι κι Αυτός δεν ανοίγει το στόμα Του. Καταδικάστηκε σε ταπεινωτικό θάνατο και Του αρνήθηκαν δίκαιη κρίση. Και ποιός μπορεί να μας μιλήσει για την καταγωγή του; Γιατί εξαλείφθηκε η ζωή Του από το πρόσωπο της γης» (Ησ. 53:7-8). Κι αφού εναποθέσει στο άγιο Δισκάριο το ιερό τμήμα που έκοψε (Αμνό), προσθέτει τα λόγια: «Θυσιάζεται ο Αμνός του Θεού, που παίρνει επάνω Του την αμαρτία των ανθρώπων» (πρβλ. Ιω. 1:29). Μετά χαράζει πάνω στον Αμνό το σημείο του σταυρού, δείχνοντας έτσι τον τρόπο που έγινε η θυσία: με το σταυρό. Ύστερα, με το μαχαίρι που έχει σχήμα λόγχης, κεντάει τον Αμνό στο δεξί μέρος και λέει: «Ένας από τους στρατιώτες Του τρύπησε την πλευρά με τη λόγχη». Και χύνοντας μέσα στο άγιο Ποτήριο κρασί και νερό, συμπληρώνει: «κι αμέσως βγήκε αίμα και νερό» (Ιω. 19:34).


Μνημονεύσεις των ονομάτων

Ο ιερέας συνεχίζει την Προσκομιδή. Αφαιρεί τώρα μικρά κομματάκια (μερίδες) από τους υπόλοιπους άρτους, και σαν δώρα ιερά τα τοποθετεί στο άγιο Δισκάριο, λέγοντας για το καθένα: «Εις δόξαν της Παναγίας του Θεού Μητρός», ή «Εις πρεσβείαν του τάδε ή του τάδε Αγίου» ή «Εις άφεσιν αμαρτιών των τάδε ζώντων ή των τάδε τεθνεώτων».
Τι σημαίνουν αυτά; Ευχαριστία στο Θεό και ικεσία. Γιατί με τα δώρα μας είτε ανταποδίδουμε στον ευεργέτη την ευεργεσία που μας έκανε είτε καλοπιάνουμε κάποιον για να μας ευεργετήσει. Έτσι και εδώ’ η Εκκλησία, με τα δώρα που προσφέρει στο Θεό, Τον ευχαριστεί γιατί στα πρόσωπα των Αγίων της τής δόθηκαν η άφεση των αμαρτιών και η βασιλεία των ουρανών. Και Τον ικετεύει να δοθούν αυτά τα αγαθά και στα παιδιά της που ακόμα ζουν και το τέλος τους είναι αβέβαιο, καθώς επίσης και σε εκείνα που έχουν πεθάνει, αλλά με ελπίδες όχι τόσο καλές και σίγουρες. Για αυτό λοιπόν μνημονεύει ονομαστικά πρώτα τους Αγίους, έπειτα τους ζώντες και τέλος τους κεκοιμημένους. Και για τους Αγίους ευχαριστεί, ενώ για τους άλλους ικετεύει.


Κάλυψη των τιμίων δώρων

Τα όσα ειπώθηκαν και έγιναν πάνω στον Αμνό, για να συμβολίσουν το θάνατο του Κυρίου, είναι απλές περιγραφές και σύμβολα. Ο Αμνός παρέμεινε άρτος, μόνο που τώρα έγινε δώρο αφιερωμένο στο Θεό, και συμβολίζει το σώμα του Χριστού στην πρώτη Του ηλικία. Για αυτό ο ιερέας αναπαριστά τα θαύματα που έγιναν στον νεογέννητο Κύριο στη φάτνη. Βάζει πάνω στον άρτο τον λεγόμενο Αστερίσκο και λέει: «Και να, το αστέρι ήρθε και στάθηκε πάνω από τον τόπο, όπου ήταν το Παιδί» (Ματθ. 2:9). Ύστερα σκεπάζει το Δισκάριο και το Ποτήριο με πολυτελή καλύμματα και θυμιάζει. Γιατί αρχικά ήταν συγκαλυμμένη η δύναμη του Χριστού, μέχρι τον καιρό που Αυτός άρχισε να θαυματουργεί, και ο Θεός Πατέρας έδινε τη μαρτυρία Του από τον ουρανό.
Αφού λοιπόν ολοκληρωθεί η Προσκομιδή, ο λειτουργός έρχεται στο Θυσιαστήριο, στέκεται μπροστά στην αγία Τράπεζα και αρχίζει τη Λειτουργία.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ...



Α­νά­στα­ση και Ευ­χα­ρι­στί­α, ο δρό­μος προς την Α­γι­ό­τη­τα

 Μι­χα­ήλ Σ. Ψα­ράς
 
Ό­λες οι ι­δι­ό­τη­τες του Θε­ού εί­ναι α­πλές στην έκ­φρα­ση τους. Και τα θαύ­μα­τα Του. Και ό­λα ό­σα βρί­σκον­ται δο­σμέ­να στην Οι­κου­μέ­νη, γι’ αυ­τό και ο α­πλός άν­θρω­πος, δεν προ­βλη­μα­τί­ζε­ται για την πνευ­μα­τι­κό­τη­τα της Σα­ρα­κο­στής και τον θρί­αμ­βο της Α­νά­στα­σης, χαί­ρε­ται τους Εκ­κλη­σι­α­στι­κούς ε­ορ­τα­σμούς και α­πο­λαμ­βά­νει μέ­σα στην κά­θε η­μέ­ρα του την α­πλό­τη­τα του Θε­ού, με την ε­σω­τε­ρι­κή του ει­ρή­νη.

Ο σύν­θε­τος άν­θρω­πος με την πο­λύ­πλο­κη σκέ­ψη του, πρέ­πει να α­να­κα­λύ­ψει λο­γι­κές δι­ό­δους για να δε­χθεί την αυ­τα­πό­δει­κτη δύ­να­μη της εμ­πει­ρί­ας, α­φού η γνώ­ση του κό­σμου α­πο­κτά­ται με τη μά­θη­ση, τη λο­γι­κή και την αμ­φι­σβή­τη­ση. Η Α­λή­θεια ό­μως α­πο­κα­λύ­πτε­ται μό­νο πνευ­μα­τι­κά, με τη θερ­μή και συν­δυ­α­σμέ­νη ε­νερ­γο­ποί­η­ση του συ­νό­λου της προ­σω­πι­κό­τη­τας, δη­λα­δή με πί­στη, με έ­ρω­τα και με έμ­πνευ­ση.

Μέ­σα στην Εκ­κλη­σί­α, ό­λα εί­ναι κα­θα­ρά. Η Α­νά­στα­ση α­να­τρέ­πει τον θά­να­το και δεν εί­ναι α­να­με­νό­με­νη, δεν συ­νη­θί­ζε­ται, ού­τε ε­ξαν­τλεί­ται. Αν α­να­γνω­ρί­σου­με την Α­λή­θεια, στην πλη­ρό­τη­τα του Προ­σώ­που του Ι­η­σού και τον α­κο­λου­θή­σου­με στην Α­νά­στα­ση, θα α­να­γεν­νη­θού­με κι ε­μείς ά­γιοι, στην έ­νω­ση μας μα­ζί Του.

Α­γι­ό­τη­τα, εί­ναι η ε­πα­να­σύ­στα­ση του προ­σώ­που μας. Του προ­σώ­που του Α­δάμ, που με την υ­πεκ­φυ­γή της ευ­θύ­νης του α­πώ­λε­σε την ε­λευ­θε­ρί­α του πνεύ­μα­τος του. Έ­πα­ψε το «κα­τ’ ει­κό­να» πρό­σω­πο του, να λει­τουρ­γεί «ό­μοι­α» με του Θε­ού. Η πτώ­ση των πρω­το­πλά­στων ε­πήλ­θε σαν συ­νέ­πεια της χα­μέ­νης α­γι­ό­τη­τας του προ­σώ­που τους.

Η ε­πι­θυ­μί­α του Α­δάμ να γευ­θεί τη δι­α­φο­ρά με­τα­ξύ του Κα­λού και του Κα­κού, ή­ταν η πα­ρα­κο­ή στον πα­νά­γα­θο Πα­τέ­ρα, ό­μως η άρ­νη­ση της ευ­θύ­νης για την ε­πι­λο­γή του αυ­τή, ή­ταν η συ­νέ­πεια της ε­πε­νέρ­γειας του κα­κού στην προ­σω­πι­κό­τη­τα του, η κα­κή αλ­λοί­ω­ση των θεί­ων του ι­δι­ο­τή­των. Αυ­τή άλ­λω­στε εί­ναι και γε­νι­κό­τε­ρα η έν­νοι­α της α­μαρ­τί­ας, που ε­πι­φέ­ρει την έκ­πτω­ση της α­γι­ό­τη­τας.

Η θυ­σί­α του Χρι­στού και η Α­νά­στα­ση του Σώ­μα­τος Του, ή­ταν και εί­ναι ο μο­να­δι­κός τρό­πος και δρό­μος για να ξα­να­βρεί ο άν­θρω­πος το χα­μέ­νο του Πρό­σω­πο. Ο Ι­η­σούς έ­γι­νε το πρό­τυ­πο των πι­στών και των Α­γί­ων Του. Η α­νε­ξάν­τλη­τη Α­γά­πη Του, ο­δη­γεί τον κά­θε άν­θρω­πο στην α­να­σύ­στα­ση της α­γι­ό­τη­τας του.

*

Στο κι­νη­τό ε­ορ­το­λό­γιο των 18 ε­βδο­μά­δων της πε­ρι­ό­δου του Πά­σχα, που συ­νέ­τα­ξε η Εκ­κλη­σί­α μας, ε­κτυ­λίσ­σε­ται η συ­νο­λι­κή πο­ρεί­α α­πο­κα­τά­στα­σης της σχέ­σης του αν­θρώ­που με τον Θε­ό. Α­πό την κα­θο­ρι­στι­κή στιγ­μή, που οι άν­θρω­ποι α­πο­δέ­χον­ται τα­πει­νά την α­μαρ­τω­λό­τη­τα τους (Κυ­ρια­κή του Τε­λώ­νου), μέ­χρι τον ε­ορ­τα­σμό της έ­νω­σης ό­λων μας με τον Χρι­στό (Κυ­ρια­κή των Α­γί­ων Πάν­των).

Οι πρώ­τες τρεις ε­βδο­μά­δες α­πό την έ­ναρ­ξη του Τρι­ω­δί­ου, με δι­α­φο­ρε­τι­κή κα­τά­λυ­ση τρο­φών η κα­θε­μιά, ε­νερ­γούν στη στα­δια­κή προ­ε­τοι­μα­σί­α μας για την πε­ρί­ο­δο της Σα­ρα­κο­στής, μπο­ρούν ό­μως να θε­ω­ρη­θούν ε­πί­σης, σαν προ­τύ­πω­ση και των τρι­ών λει­τουρ­γι­κών πε­ρι­ό­δων που τις α­κο­λου­θούν.

Η πρώ­τη ε­βδο­μά­δα α­πό την Κυ­ρια­κή του Τε­λώ­νου και του Φα­ρι­σαί­ου, αν­τι­στοι­χεί στο νη­στί­σι­μο Σα­ραν­τα­ή­με­ρο, ω­στό­σο εί­ναι α­πο­λυ­τή, για τον ε­ορ­τα­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα που πρέ­πει να δι­έ­πει μια ι­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κή α­πό­φα­ση. Η αρ­χι­κή μας συ­ναί­νε­ση να α­κο­λου­θή­σου­με με συ­ναί­σθη­ση της α­να­ξι­ό­τη­τας μας, τη δι­α­δρο­μή της Σα­ρα­κο­στής, ση­μα­το­δο­τεί την α­πό­φα­ση να εμ­πι­στευ­θού­με τη ζω­ή μας στο θέ­λη­μα του Θε­ού. Η ε­ναρ­μό­νι­ση της βού­λη­σης μας με τη Θεί­α Βου­λή, εί­ναι η έκ­φρα­ση της Πί­στης μας στο Πρό­σω­πο του Θε­ού-Πα­τέ­ρα και α­πο­τε­λεί το πρώ­το βή­μα της ε­πι­στρο­φής.  

Η δεύ­τε­ρη ε­βδο­μά­δα α­πό την Κυ­ρια­κή του Α­σώ­του, δη­λώ­νει τη Με­γά­λη Ε­βδο­μά­δα, κα­τά την ο­ποί­α με τη βί­ω­ση των Α­γί­ων Πα­θών, ο ε­ξι­λε­ω­μέ­νος άν­θρω­πος ε­πα­νέρ­χε­ται στην ευ­λο­γί­α της πα­τρι­κής ε­στί­ας, για να γευ­θεί τον Μό­σχο τον σι­τευ­τό και τη δι­α­και­νή­σι­μη χα­ρά της Α­νά­στα­σης. Η ύ­παρ­ξη η­με­ρών και νη­στεί­ας και κα­τά­λυ­σης, ε­πι­ση­μαί­νει την ου­σι­α­στι­κή ε­πι­στρο­φή στην κα­νο­νι­κή τά­ξη ζω­ής. Εί­ναι το δεύ­τε­ρο βή­μα μας, το να δε­χθού­με δο­ξα­στι­κά τον Χρι­στό στην καρ­διά μας. Με την Α­νά­στα­ση Του, με τη Θεί­α Κοι­νω­νί­α που μας χο­ρη­γεί, τη Θεί­α Ευ­χα­ρι­στί­α που αλ­λά­ζει στην ψυ­χή μας την ελ­πί­δα και την προσ­δο­κί­α, σε Θεί­ο Έ­ρω­τα, η ζω­ή μας γί­νε­ται ζω­ή Του.

Η τρί­τη τέ­λος ε­βδο­μά­δα, α­πό την Κυ­ρια­κή των Α­πό­κρε­ω, προ­λέ­γει την πε­ρί­ο­δο της Πεν­τη­κο­στής. Αυ­τή την ε­βδο­μά­δα υ­πάρ­χει κα­τά­λυ­ση σε ό­λες της τρο­φές, ε­κτός α­πό κρέ­ας, ό­πως και κα­τά τη διά­ρκεια του ε­ξα­για­σμού α­πό την Α­νά­στα­ση μέ­χρι την Πεν­τη­κο­στή, γεύ­ε­ται κα­νείς ό­λες τις πνευ­μα­τι­κές χα­ρές και εκ­δη­λώ­σεις, έ­χον­τας α­πο­κλεί­σει α­πό τη ζω­ή του την α­μαρ­τί­α. Η ε­νέρ­γεια του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, α­πο­τε­λεί το τρί­το βή­μα που θα ο­λο­κλη­ρώ­σει την ο­μοί­ω­ση του προ­σώ­που μας προς την Θεί­α Τρι­α­δι­κό­τη­τα. Η Πεν­τη­κο­στή, εί­ναι για τον κα­θέ­να μας μια πε­ρί­ο­δος στάθ­μι­σης του ε­αυ­τού του μπρο­στά στην Έμ­πνευ­ση της Α­γι­ό­τη­τας.  

Οι 3 α­πο­λυ­τές ε­βδο­μά­δες της πε­ρι­ό­δου, με ε­ορ­τα­στι­κή κα­τά­λυ­ση ό­λων των τρο­φών, α­κο­λου­θούν τα τρί­α βή­μα­τα της α­νά­κτη­σης του προ­σώ­που μας. Η πρώ­τη, την α­πο­δο­χή της ευ­θύ­νης μας, ε­νώ­πιον του Θε­ού-Πα­τέ­ρα (του Τε­λώ­νου), η δεύ­τε­ρη την έ­νω­ση μας με τον Α­να­στη­μέ­νο Χρι­στό (Πά­σχα) και η τρί­τη, την πλή­ρω­ση του προ­σώ­που μας με την ε­νέρ­γεια του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος (Πεν­τη­κο­στή).
Έ­τσι, η δι­α­δρο­μή των 18 ε­βδο­μά­δων της α­πο­κα­τά­στα­σης μας, αρ­χί­ζει και τε­λει­ώ­νει πα­νη­γυ­ρι­κά, με ε­βδο­μά­δες πνευ­μα­τι­κής ευ­φο­ρί­ας.

Η­με­ρο­λο­για­κά το Πά­σχα σαν κι­νη­τή πε­ρί­ο­δος, κι­νη­το­ποι­εί α­νά­λο­γα και τους πι­στούς, να εν­το­πί­σουν τις η­με­ρο­μη­νί­ες των ε­ορ­τών και να εμ­βα­θύ­νουν στο νό­η­μα τους. Ε­ορ­το­λο­γι­κά, η σύν­δε­ση της Α­νά­στα­σης με φυ­σι­κά με­τα­βλη­τά δε­δο­μέ­να, ό­πως η παν­σέ­λη­νος με­τά την ε­α­ρι­νή ι­ση­με­ρί­α, πα­ρα­πέμ­πει εύ­λο­γα στη δυ­να­τό­τη­τα του α­για­σμού των ψυ­χών, μέ­σα στη με­τα­βλη­τό­τη­τα του χτι­στού, υ­λι­κού κό­σμου μας.

*
Η Α­νά­στα­ση του Χρι­στού υ­πήρ­ξε και θα υ­πάρ­χει, σαν το ση­μαν­τι­κό­τε­ρο Γε­γο­νός της ι­στο­ρι­κής δι­α­δρο­μής του Αν­θρώ­που, γι’ αυ­τό και α­πο­τε­λεί το κεν­τρι­κό Γε­γο­νός ό­λης της πε­ρι­ό­δου του Πά­σχα (αλ­λά και την καρ­διά της λα­τρευ­τι­κής Ορ­θό­δο­ξης ζω­ής, α­φού α­πό Αυ­τήν αρ­χί­ζει η σει­ρά των Α­πο­στο­λι­κών και Ευ­αγ­γε­λι­κών Πε­ρι­κο­πών, που α­κο­λου­θεί­ται ό­λον τον χρό­νο). Ό­λα ό­σα προ­η­γούν­ται, προ­σβλέ­πουν στην Α­νά­στα­ση και ό­λα ό­σα έ­πον­ται, α­πορ­ρέ­ουν α­πό Αυ­τή.

Τα πριν, συγ­κλί­νουν στο να φέ­ρουν τις ψυ­χές μας α­πό την Κα­θα­ρή Δευ­τέ­ρα, μέ­σα σε ε­πτά ε­βδο­μά­δες κά­θαρ­σης και προ­σέγ­γι­σης, στην υ­περ­βα­τι­κή συ­νάν­τη­ση μας με τον Ι­η­σού στην α­κα­τά­λη­πτη Θυ­σί­α Του. Και με την Λαμ­πρή Του Α­νά­στα­ση, μας ο­δη­γεί πά­λι μέ­σα α­πό ε­πτά ε­βδο­μά­δες, δο­ξο­λο­γί­ας και ευ­χα­ρι­στί­ας και με α­να­νε­ω­μέ­νη την «κα­τ’ ει­κό­να και ο­μοί­ω­ση» τρι­α­δι­κό­τη­τα του Πρό­σω­που μας, στον ε­ορ­τα­σμό της Α­γί­ας Τριά­δος, τη Δευ­τέ­ρα του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

Στο σύ­νο­λο τους, δε­κα­τέσ­σε­ρις ι­ε­ρές ε­βδο­μά­δες α­πό την προ­σω­πι­κή μας με­τοι­κε­σί­α Βα­βυ­λώ­νος, μέ­χρι την πραγ­μά­τω­ση της «εν Χρι­στώ» ζω­ής μας.

Η Α­νά­στα­ση, με­τα­στρέ­φει τη Με­γά­λη Ε­βδο­μά­δα των Πα­θών του Κυ­ρί­ου, σε Δι­α­και­νί­σι­μη Ε­βδο­μά­δα των ψυ­χών των αν­θρώ­πων. Η έ­ξο­δος α­πό την αιχ­μα­λω­σί­α της α­μαρ­τί­ας, με­τα­τρέ­πει τη Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή της πα­ρα­κλη­τι­κής νη­στεί­ας και πε­ρι­στο­λής, σε Α­πο­δο­τι­κή Τεσ­σα­ρα­κο­στή ευ­χα­ρι­στια­κής ευ­ω­χί­ας και πα­νη­γύ­ρε­ων.

Η νη­πτι­κή προ­ε­τοι­μα­σί­α, α­πο­τε­λεί τη μι­σή δι­α­δρο­μή της ε­ορ­τα­στι­κής πε­ρι­ό­δου των εκ­κλη­σι­α­στι­κών γε­γο­νό­των. Η ο­λο­κλή­ρω­ση της, α­παι­τεί την πα­ράλ­λη­λη με την α­πο­δο­τι­κή και ευ­χα­ρι­στια­κή αν­τι­στοι­χί­α που α­κο­λου­θεί, ε­ναρ­μό­νι­ση της ζω­ής μας με το νό­η­μα των γε­γο­νό­των που βι­ώ­σα­με.

Την προ­σφο­ρά, α­κο­λου­θεί πάν­το­τε η χα­ρά, τη θυ­σί­α η ευ­χα­ρι­στί­α και τα δώ­ρα, η αν­τα­πό­δο­ση τους. Η Α­πό­δο­ση του Πά­σχα, με την α­να­στά­σι­μη λει­τουρ­γί­α της, εί­ναι η συγ­κε­κρι­μέ­νη η­μέ­ρα ε­ορ­τα­σμού, αλ­λά εί­ναι συγ­χρό­νως και η μέ­χρι την η­μέ­ρα αυ­τή, κα­θη­με­ρι­νή έκ­φρα­ση χα­ράς και α­φο­σί­ω­σης στον Ι­η­σού, που πα­ρα­μέ­νει ζων­τα­νός α­νά­με­σα μας και μας κα­λεί να εν­τα­χθού­με ά­με­σα στο Α­να­στη­μέ­νο (για μας) Σώ­μα Του, την Εκ­κλη­σί­α.

Ό­λοι οι άν­θρω­ποι ε­νω­μέ­νοι, εν­σω­μα­τώ­νον­ται με τον Χρι­στό. Η Α­γά­πη της έ­νω­σης μας αυ­τής, εί­ναι ο ι­σχυ­ρό­τε­ρος δε­σμός Ε­λευ­θε­ρί­ας. Γι’ αυ­τό και ο κα­θέ­νας που α­πο­δέ­χε­ται έμ­πρα­κτα το ε­λεύ­θε­ρο α­να­στά­σι­μο κά­λε­σμα και ε­νώ­νε­ται μα­ζί Του, ε­πι­βε­βαι­ώ­νει με την α­γά­πη του τη δυ­νη­τι­κή Α­νά­στα­ση ό­λου του κό­σμου. 

*

Ο Άν­θρω­πος, έ­χει α­να­κτή­σει στο Πρό­σω­πο του Χρι­στού, το πρό­σω­πο του. Ο κά­θε άν­θρω­πος, μπο­ρεί να εκ­δη­λώ­σει την ευ­χα­ρι­στί­α που τον πλημ­μυ­ρί­ζει για την α­νά­στα­ση του, εκ­φρά­ζον­τας την α­γά­πη του στον Ι­η­σού με πρά­ξεις α­γά­πης προς ό­λους τους α­δελ­φούς.

Το μή­νυ­μα της Α­νά­στα­σης, με­τα­δί­δε­ται σαν χαρ­μό­συ­νη ε­νέρ­γεια με τις προ­σευ­χές των Α­γί­ων και των πι­στών, στις ψυ­χές ό­λων των αν­θρώ­πων και α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό συμ­βα­τι­κούς δι­α­χω­ρι­σμούς. Ό­σο εγ­γύ­τε­ρα στην Α­λή­θεια βρί­σκε­ται κά­ποι­ος, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρη χα­ρο­ποι­ό Ευ­θύ­νη ε­πι­φορ­τί­ζε­ται, με­τέ­χον­τας στην α­να­στά­σι­μη έκ­κλη­ση προς ό­λους, αλ­λά και τό­σο ευ­ρύ­τε­ρη αί­σθη­ση Ε­λευ­θε­ρί­ας α­πο­λαμ­βά­νει.

Ό­ταν προ­σεύ­χε­σαι για τον πλη­σί­ον σου σαν ά­γιος, δεν υ­πάρ­χουν με­τα­ξύ σας α­πο­στά­σεις. Γί­νε­ται κι ε­κεί­νος ά­με­σα, κοι­νω­νός και α­πο­δέ­κτης της α­γά­πης σου. Έ­τσι προ­ε­τοι­μά­ζε­ται η ψυ­χή του να δε­χθεί τη ζω­ο­ποι­ό έκ­κλη­ση του Ι­η­σού, σαν α­πάν­τη­ση στην προ­σευ­χή σου. Η κοι­νω­νί­α γί­νε­ται τό­τε ευ­χα­ρι­στί­α, ε­ορ­τα­σμός. Αν ο α­δελ­φός μας δεν προ­σεύ­χε­ται ο ί­διος για τον ο­ποι­ον­δή­πο­τε λό­γο, α­πό α­δυ­να­μί­α, α­δι­α­φο­ρί­α, α­μέ­λεια ή και ά­γνοι­α, ο­φεί­λου­με να προ­σευ­χό­μα­στε ε­μείς για τη σω­τη­ρί­α του. Η συ­νεί­δη­ση της υ­πευ­θυ­νό­τη­τας μας, θα ο­δη­γή­σει στον ε­ξα­για­σμό μας.

Η ευ­χα­ρι­στια­κή Α­πό­δο­ση της Α­νά­στα­σης του Κυ­ρί­ου, συμ­πο­ρεύ­ε­ται στη διά­ρκεια της, με την α­γι­α­στι­κή έ­λευ­ση στην ψυ­χή μας του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, στην ταυ­τό­ση­μη και εν­νοι­ο­λο­γι­κά α­να­γέν­νη­ση μας. Με την Α­νά­λη­ψη του Κυ­ρί­ου, το Έρ­γο Του έ­χει ο­λο­κλη­ρω­θεί. Η δι­α­δρο­μή της Α­γι­ό­τη­τας ω­στό­σο, δι­α­τη­ρεί την αυ­το­τέ­λεια της κι αυ­τό πι­στο­ποι­εί­ται με τον ε­ορ­τα­σμό της Με­σο-Πεν­τη­κο­στής.

*

Ό­λη η δο­μή του κι­νη­τού ε­ορ­το­λο­γί­ου α­πο­τε­λεί μια «ι­δα­νι­κή» πο­ρεί­α, που α­κο­λου­θεί τα βή­μα­τα του Ι­η­σού, αλ­λά που ό­λοι ε­μείς οι κα­θη­με­ρι­νοί άν­θρω­ποι, που συ­νη­θί­σα­με να υ­πο­φέ­ρου­με και να χαι­ρό­μα­στε τον χτι­στό κό­σμο μας, ε­κτι­μού­με πως ί­σως δεν έ­χου­με τη δύ­να­μη να την ο­λο­κλη­ρώ­σου­με ή α­κό­μα και να την ξε­κι­νή­σου­με.

Αλ­λά α­κρι­βώς, για τον κα­θέ­να α­πό μας ήρ­θε ο Χρι­στός στον κό­σμο. Και γνω­ρί­ζει τις α­δυ­να­μί­ες και τα ε­λατ­τώ­μα­τα μας. Γνω­ρί­ζει τις δυ­να­τό­τη­τες και τα ό­ρια μας. Ό­μως γνω­ρί­ζει συγ­χρό­νως και τη θε­ϊ­κή μας προ­έ­λευ­ση. Τη λα­χτά­ρα του προ­σώ­που μας για πλη­ρό­τη­τα, την α­γω­νι­στι­κό­τη­τα της ψυ­χής μας ό­ταν έ­χου­με πί­στη.

Για την Α­γά­πη Του, ας α­να­ζη­τή­σου­με τη συ­νάν­τη­ση μα­ζί Του, να μην πα­ραι­τη­θού­με χω­ρίς α­γώ­να, να ε­πι­δι­ώ­ξου­με τη σω­τή­ρια πο­ρεί­α, με ό­λη τη δύ­να­μη που δι­α­θέ­του­με. Στην κα­λή προ­σπά­θεια πάν­το­τε συ­νερ­γεί και η χά­ρη.

Ας ξε­κι­νή­σου­με α­πό την προ­σευ­χή, ας θέ­σου­με τον ε­αυ­τό μας ά­με­σα ε­νώ­πιον Του και ας ε­πι­κα­λε­στού­με τη βο­ή­θεια Του. Ε­πί­μο­να, πα­ρα­κλη­τι­κά, με θερ­μό­τη­τα, αλ­λά και τα­πει­νά. Α­παι­τη­τι­κά, αλ­λά και με σε­μνή συ­νεί­δη­ση της θέ­σης μας α­πέ­ναν­τι Του.

Στις δύ­ο λει­τουρ­γι­κές πτέ­ρυ­γες, των προ και των με­τά την Α­νά­στα­ση α­κο­λου­θι­ών, έ­χουν ο­ρι­σθεί αν­τί­στοι­χα και δύ­ο η­μέ­ρες ε­πί­ση­μης μνη­μό­νευ­σης, για ό­λους τους κε­κοι­μη­μέ­νους α­δελ­φούς, που ί­σως δεν ο­λο­κλή­ρω­σαν τη δι­α­δρο­μή τους, αλ­λά που ε­μείς οι μα­χό­με­νοι α­κό­μα, πάν­τα τους πε­ρι­βάλ­λου­με με την α­γά­πη μας και τους θε­ω­ρού­με μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας.

Το πρώ­το ψυ­χο­σάβ­βα­το έ­χει ο­ρι­στεί πριν α­πό την Κυ­ρια­κή των Α­πό­κρε­ω, που κά­θε σχέ­ση μας με την α­μαρ­τί­α α­πο­κό­πτε­ται και το δεύ­τε­ρο, πριν α­πό τον ε­ξα­για­σμό του προ­σώ­που μας, την η­μέ­ρα της Πεν­τη­κο­στής. Εί­ναι δύ­ο ι­δι­αί­τε­ρα κρί­σι­μες η­μέ­ρες υ­πέρ­βα­σης και γι’ αυ­τό πλη­σι­έ­στε­ρες στη χά­ρη, στο έ­λε­ος και τη συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τα του Θε­ού.

Μα­κά­ρι οι νε­ώ­τε­ροι α­δελ­φοί μας που με­τέ­χουν ε­πά­ξια στην πο­ρεί­α της Α­γι­ό­τη­τας, να μνη­μο­νεύ­ουν με την α­γά­πη τους και ό­λους ε­μάς, που δεν προ­σπα­θή­σα­με αρ­κε­τά.


[Μι­χα­ήλ Σ. Ψα­ράς]