Σελίδες

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Ο ΚΥΡ-ΜΑΝΩΛΑΚΗΣ (1891)



Αλέξανδρος Μωραϊτίδης


Ή­το πε­ρα­σμέ­νη η ώ­ρα. Το χω­ρί­ον ε­κοι­μά­το βα­θύν ύ­πνον παι­δί­ου, το ο­ποί­ον ύ­στε­ρον α­πό τό­σα τρε­ξί­μα­τα και παι­γνί­δια και γέ­λοι­α, α­πο­στα­μέ­νον, γέρ­νει εγ­γύς της ε­στί­ας του και α­πο­κοι­μά­ται. Τα νυ­κτο­πού­λια της α­νοί­ξε­ως, τα ο­ποί­α ε­στέ­να­ζον υ­πό τας κα­μά­ρας του κω­δω­νο­στα­σί­ου, θαρ­ρείς και συ­νε­πλή­ρουν τον α­να­σα­σμόν της κοι­μω­μέ­νης λευ­κής πο­λί­χνης. Και μό­νον είς θό­ρυ­βος η­κού­ε­το κα­τά μα­κρά δι­α­λείμ­μα­τα. Ο κρε­ο­πώ­λης, ο ά­γριος και εις την χα­ράν του, ο ο­ποί­ος σφά­ζων α­μνούς μέ­χρι της δύ­σε­ως του η­λί­ου δεν α­πηύ­δη­σε να φω­νά­ζη: «Α και να πά­με ς' τον μπαρ­μπέ­ρη!» κα­τά λά­θος, φαί­νε­ται, α­φού ε­ξε­πού­λη­σεν, ει­σελ­θών εις το γει­το­νι­κόν κα­πη­λεί­ον ά­να­ψε τα καν­τή­λια — Πά­σχα ξη­μέ­ρω­νε, βλέ­πε­τε, — και γε­μί­ζων μί­αν παμ­πά­λαι­αν κ' ε­σκω­ρι­α­σμέ­νην πι­στό­λαν, α­πό τον και­ρόν του Κα­ρα­τά­σου, ή­νοι­γε κρυ­φά-κρυ­φά την θύ­ραν του κα­πη­λεί­ου και προ­ε­ώρ­τα­ζε την Α­νά­στα­σιν, πυ­ρο­βο­λών κρα­τε­ρώς και ε­πι­μό­νως. Και πά­λιν α­στρα­πια­ίως έ­κλει­ε την θύ­ραν προς με­γά­λην α­πο­ρί­αν του γέ­ρον­τος δη­μαρ­χι­κού κλη­τή­ρος, ό­στις α­πό μα­κράν κά­τω α­κού­ων τον βα­ρύν πι­στο­λι­σμόν έ­σπευ­δε μέ­χρι του κα­πη­λεί­ου υ­πό­πτως, πλην βλέ­πων την θύ­ραν κε­κλει­σμέ­νην υ­πέ­στρε­φε, κά­μνων τον σταυ­ρόν του και θαυ­μά­ζων το γε­γο­νός.
— Να μπο­δί­σου­με, ε­μο­νο­λό­γει με την έρ­ρι­νον φω­νήν του, τους πι­στο­λι­σμούς και τους πυ­ρο­βο­λι­σμούς. Ά­ιν­τε τώ­ρα εμ­πό­δι­σέ τους, κυρ δή­μαρ­χε! Ο­ρί­στε! Αυ­τά εί­νε γραμ­μέ­να να γί­νουν­ται, έ­τσι αν­τάμ- πα­παν­τάμ, εξ αρ­χής και έκ­πα­λαι. Ο­ρί­στε! Οι πυ­ρο­βο­λι­σμοί πέ­φτουν μο­νά­χοι τους, κυρ-Δή­μαρ­χε! Εί­νε ο α­έ­ρας της Α­να­στά­σε­ως.
Συγ­χρό­νως ο κρε­ο­πώ­λης με τ' α­ναμ­μέ­να τα καν­τή­λια του, η­μοι­α­νοί­ξας πά­λιν την θύ­ραν του κα­πη­λεί­ου ε­κέ­νω­σεν εκ νέ­ου την ε­σκω­ρι­α­σμέ­νην πι­στό­λαν του. Ο κλη­τήρ, κον­τός, χον­δρός, με η­μί­σειαν ρί­να, α­πο­λέ­σας το λοι­πόν μέ­ρος αυ­τής έν τι­νι συμ­πλο­κή, στρα­φείς εί­δε την θύ­ραν του κα­πη­λει­ού κλει­στήν πά­λιν, έ­κα­με τον σταυ­ρόν του και ε­χά­θη εις την καμ­πήν της ο­δού, φθεγ­γο­μέ­νης πα­ρά­πο­να της ρι­νός του κα­τά των α­νε­φαρ­μό­στων α­στυ­νο­μι­κών δι­α­τά­ξε­ων, ε­νώ ο βα­ρύς της πι­στό­λας ή­χος ε­κυ­λί­ε­το α­κό­μη εις το α­νοι­κτόν πέ­λα­γος του λι­μέ­νος, ε­πο­χού­με­νος ε­πί της με­λα­νής ο­μί­χλης και κρο­τών ως βα­ρέ­λιον πλή­ρες ή­λων.

***

Αλ­λ' ε­νώ οι χω­ρι­κοί πάν­τες ε­κοι­μών­το α­να­παυ­ό­με­νοι, ό­πως ε­γερ­θώ­σι τα με­σά­νυ­κτα και φαι­δροί με­τα­βώ­σιν εις τον να­όν έ­κα­στος με την λευ­κήν λαμ­πά­δα του, η κυ­ρά Μα­νω­λά­και­να η­γρύ­πνει. Δεν την ε­κολ­λού­σεν ύ­πνος. Ε­ξα­γά­γου­σα α­πό με­γά­λου δρυ­ΐ­νου κι­βω­τί­ου τα χρυ­σά προι­κιά της, τα ο­ποί­α χρό­νια εί­χε να φο­ρέ­ση το Πά­σχα, την νύ­κτα, προ­η­τοί­μα­ζεν αυ­τά υ­πό το φως λυ­χνα­ρί­ου, ε­πι­δι­ορ­θού­σα μι­κράς τι­νας βλά­βας τυ­χόν, ό­πως στο­λι­σθεί­σα ως νύμ­φη με­τα­βή εις την Α­νά­στα­σιν κ' ε­πι­δεί­ξη τον χρυ­σόν πλού­τον του ι­μα­τι­σμού της. Ο κυρ-Μα­νω­λά­κης ε­κοι­μά­το εις το πα­ρα­κεί­με­νον δω­μά­τιον. Η­κού­ε­το ο ρογ­χα­σμός του ως κρό­τος υ­πό­κω­φος συ­ρο­μέ­νης α­λύ­σε­ως πλοί­ου μα­κράν εις τον λι­μέ­να, συ­νε­χής και μο­νό­το­νος.
Νέ­α α­κό­μη η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να, μό­λις τρι­ά­κον­τα πέν­τε ε­τών, πρώ­την φο­ράν α­πό του γά­μου της — γε­νο­μέ­νου προ πέν­τε ε­τών — ευ­ρί­σκε­το εις την ευ­τυ­χή πε­ρί­στα­σιν να φο­ρέ­ση τα νυμ­φι­κά της και στα­θή εις την πρώ­την γραμ­μήν της γυ­ναι­κω­νί­τι­δος. Τι να κά­μη πί­σω-πί­σω 'ς το γυ­ναι­κεί­ο να στέ­κε­ται, και να την τσα­λα­πα­τούν και να στά­ζουν κε­ριά ς' το χρυ­σο­κέν­τη­το βε­λου­δέ­νιο μπαμ­που­κλί της, και να της κά­ψουν το α­ρα­χνο­ΰ­φαν­τον α­λέ­μι της με της λαμ­πά­δαις που δεν ξέ­ρουν με­ρι­καίς να της κρα­τή­σουν, που ταις κρα­τούν σαν νά­νε σα­ΐ­ταις που '­φαί­νουν, ή κα­λα­μιαίς που τι­νά­ζουν της ε­λη­αίς! Δεν πή­γαι­νε και αυ­τή δι­ό­λου την νύ­κτα το Πά­σχα. Ε­φέ­τος ό­μως θα εί­χε τα πρω­τεί­α ς' το γυ­ναι­κεί­ον. Έ­δω­σεν ο Θε­ός και ο άν­δρας της, ο κυρ-Μα­νω­λά­κης, έ­γει­νε Πί­τρο­πος και θα εί­χεν η κυ­ρά-Πι­τρό­πισ­σα την πρώ­την θέ­σιν, μπρο­στά-μπρο­στά εις τα κα­φά­σια. Και θά­βλε­πεν ό­λην την πα­ρά­τα­ξιν της λαμ­πράς α­κο­λου­θί­ας και θα ή­κου­εν ό­λα τα γράμ­μα­τα. Δεν τα κα­λο­νο­ού­σε, μα θα τα ή­κου­εν. Εν ω άλ­λο­τε πί­σω-πί­σω α­πό της άλ­λαις δεν έ­βλε­πε τί­πο­τε, δεν ή­κου­ε τί­πο­τε. Προ­σκυ­νού­σαν η μπρο­σθι­ναίς, προ­σκυ­νού­σαν και η '­πι­σι­ναίς. Έ­σκυ­φταν η μπρο­σθι­ναίς, έ­σκυ­φταν και η '­πι­σι­ναίς. Η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να εκ της ι­ε­ράς λει­τουρ­γί­ας ή­ξευ­ρε μό­νον πό­τε λι­βα­νί­ζει ο πα­πάς και πό­τε βγαγ­γε­λί­ζει. Το λι­βά­νι­σμα η­σθά­νε­το εκ του ζω­η­ρού κω­δω­νί­σμα­τος του θυ­μι­α­τη­ρί­ου, το βγαγ­γέ­λι­σμα ή­κου­εν εκ της γι­νο­μέ­νης η­συ­χί­ας και α­πο­λύ­του σι­ω­πής. Τ' ά­ι­α, την με­γά­λην εί­σο­δον των τι­μί­ων Δώ­ρων — ου­δέ­πο­τε ηυ­τύ­χη­σε να ί­δη α­πό ε­κεί ό­που ί­στα­το. Μό­νον βλέ­που­σα να κύ­πτουν αι έμ­προ­σθέν της ι­στά­με­ναι γυ­ναί­κες έ­κυ­πτε και αυ­τή λέ­γου­σα με τον νουν της: περ­νούν τα ά­ι­α, μνή­σθη­τί μου Κύ­ρι­ε! Ε­νί­ο­τε μά­λι­στα και η­πα­τά­το. Έ­κυ­πτον αι έμ­προ­σθεν κα­τά λά­θος, έ­κυ­πτε και αυ­τή κα­τά λά­θος, ε­πι­λέ­γου­σα εις το τέ­λος της λει­τουρ­γί­ας:
— Τώ­ρα! κα­τα­λα­βαί­νου­με τά­χα κ' ε­μείς Ακ­κλη­σιά!
Πολ­λά­κις προ­σε­πά­θη­σε να ει­σχω­ρή­ση εμ­πρός, πλην ου­δέ­πο­τε εύ­ρι­σκε θέ­σιν. Πά­σαι ή­σαν κα­τει­λημ­μέ­ναι. Ά­παξ πρω­ί-πρω­ί με­τα­βά­σα εις τον να­όν εύ­ρε πολ­λάς κε­νάς θέ­σεις εν τη πρώ­τη σει­ρά, κι' εγ­κα­θι­δρύ­θη α­γέ­ρω­χος, ώ­σπερ κα­τα­κτη­τής, ε­πί του φαι­ού δρυ­φά­κτου με την α­πό­φα­σιν να μη πα­ρα­με­ρί­ση· — παι­διά δεν εί­χε να κλαί­νε ς' το σπί­τι — Και αν της ο­μι­λή­ση κα­νείς, ή ο ε­πί­τρο­πος, να κά­μη πως δεν α­κού­ει. Αλ­λ' ύ­στε­ρον ελ­θού­σαι αι συ­νή­θως ι­στά­με­ναι εν τη πρώ­τη γραμ­μή την α­πώ­θη­σαν διά των αγ­κώ­νων κα­τ' αρ­χάς, διά των λό­γων κα­τό­πιν, και αυ­τή πα­ρε­μέ­ρι­σε, δού­σα τό­πον τη ορ­γή. Να φέ­ρη σύ­υ­σι και τα­ρα­χή; Μέ­σ' σ' νακ­κλη­σιά! Υ­πε­χώ­ρη­σε. Τοια­ύτη συ­νή­θεια ε­πε­κρά­τει. Εις την πρώ­την γραμ­μήν να ί­σταν­ται τα σό­ι­α, αι κα­τα­γό­με­ναι α­πό τζά­κια, αι σύ­ζυ­γοι των προ­ε­στώ­των και συμ­βού­λων του χω­ρί­ου. Και αι θέ­σεις ή­σαν κλη­ρο­νο­μι­καί. Μο­ναρ­χί­α κλη­ρο­νο­μι­κή μέ­χρι της εκ­κλη­σί­ας εν τη νέ­α ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α! Η θυ­γά­τηρ ερ­χο­μέ­νη εις γά­μον και ι­δρύ­ου­σα νέ­ον οί­κον, κα­τε­λάμ­βα­νεν εν τω να­ώ την θέ­σιν της μη­τρός, ή­τις γραί­α πλέ­ον ε­βα­ρύ­νε­το ν' α­να­βαί­νη εις την γυ­ναι­κω­νί­τι­δα, ι­στα­μέ­νη εις τον νάρ­θη­κα κά­τω, ή ζα­ρό­νου­σα εις κα­νέν στα­σί­διον κά­τω-κά­τω υ­πό την σκο­τει­νήν κόγ­χην.
Αλ­λ' η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να δεν ή­το μεν ξε­σό­ια­στη, αλ­λά — να το εί­πω­μεν — δεν ή­το και α­πό σό­ι. Ο πα­τέ­ρας της ή­το ψα­ράς. Ο πα­πούς της ή­το φούρ­να­ρης. Το βέ­βαι­ον εί­νε ό­τι ο γέ­ρων ε­ξε­λέ­χθη πο­τέ τρί­τος δη­μαρ­χι­κός πά­ρε­δρος δι' έλ­λει­ψιν άλ­λου υ­πο­ψη­φί­ου μό­λις λα­βών το έν δέ­κα­τον των ψή­φων, αλ­λά τού­το δεν ήρ­κε­σεν ό­πως η εγ­γο­νή του πε­ρά­ση εις τα με­γά­λα σό­ι­α, — ή­τις δεν εί­χε γεν­νη­θή α­κό­μα.
— Α­γου­ρα­σμέ­νον τον έ­χεις τον τό­πον;
Πα­ρε­τή­ρη­σέ πο­τε είς τι­να α­γε­ρώ­χως προ­σελ­θού­σαν πλη­σί­ον της και ζη­τού­σαν να την α­πω­θή­ση.
— Α­γου­ρα­σμέ­νον!
Α­πήν­τη­σεν ε­κεί­νη.
— Κι­γώ πού θα στα­θώ;
— Ό­π' στη­κέ­τα­νε η μάν­να ς'!
Α­πε­κρί­θη εμ­παι­κτι­κώς η εξ οι­κο­γε­νεί­ας κα­τα­γο­μέ­νη.
Και συγ­χρό­νως άλ­λη πα­ρα­πέ­ρα ι­στα­μέ­νη — α­πό σό­ι και αυ­τή — προ­σέ­θη­κεν:
— Ό­π' ά­πλου­νε τα δί­χτυ­α ου πα­τέ­ρας σ'!
Τω­όν­τι η μη­τέ­ρα της κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­νας δεν ε­στέ­κε­το που­θε­νά εν τη γυ­ναι­κω­νί­τι­δι.
Φο­ρού­σα μί­αν φου­στά­ναν μυ­ρί­ζου­σαν πάν­το­τε ψα­ρί­λαις, πού ε­τόλ­μα να πα­ρου­σια­σθή εις την εκ­κλη­σί­αν, και μά­λι­στα εν η­μέ­ρα με­γά­λης πα­νη­γύ­ρε­ως!
Ο πα­τήρ της πά­λιν ο γέ­ρων α­λι­εύς εί­χε μεν θέ­σιν, ί­στα­το, κα­θώς εί­πεν ε­κεί­νη η εξ οι­κο­γε­νεί­ας γυ­νή, ε­κεί ό­που ά­πλω­νε τα δί­κτυ­ά του· αλ­λά τα δί­κτυ­ά του ή­πλω­νεν α­π' έ­ξω, ε­πί του τοί­χου του να­ού, καρ­φώ­σας ή­λους κα­τά σει­ράν εγ­γύς της ει­σό­δου, κ' ε­κεί τω­όν­τι ί­στα­το και ο γέ­ρων κα­τά την λει­τουρ­γί­αν, ου­δέ­πο­τε ει­σερ­χό­με­νος εν­τός του να­ού· ως να ή­το και αυ­τός μό­λυ­βδος ή φελ­λός, προ­σκε­κολ­λη­μέ­νος ε­πί των με­τα­ξω­τών δι­κτύ­ων του. Και μό­λις ε­τε­λεί­ω­νε τα Ευ­αγ­γέ­λιον, ή­να­πτε το τσιμ­που­κά­κι του, το ο­ποί­ον προ­η­τοί­μα­ζε, ψαλ­λο­μέ­νων των Αί­νων, και μα­ζεύ­ων τα δί­κτυ­ά του έ­κα­μνε τον κα­τή­φο­ρον.

***

Αλ­λ' η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να, η κό­ρη του ψα­ρά, αν και δεν α­νή­κεν εις τα σό­ι­α εκ κα­τα­γω­γής, α­νή­κεν ό­μως εις αυ­τά ο­λό­κλη­ρος εκ καρ­δί­ας. Φύ­σις φι­λό­κα­λος, φύ­σις ευ­γε­νής, πε­ρι­ποι­η­τι­κή και θω­πευ­τι­κή έ­κα­μνεν εν­τύ­πω­σιν εις τον φούρ­νον που πή­γαι­νε να φουρ­νί­ση α­πό μι­κρή α­κό­μα διά τους κα­λούς τρό­πους της, και την μέ­χρι κο­λα­κεί­ας πε­ρι­ποι­η­τι­κήν γλώσ­σαν της, δί­δου­σα και εις την φω­νήν της α­κό­μη έ­να θω­πευ­τι­κόν α­ρι­στο­κρα­τι­κόν τό­νον φι­λή­μα­τος και α­γά­πης. Ο ι­μα­τι­σμός της πά­λιν ή­το πα­ροι­μώ­δης εις ό­λον το χω­ρί­ον.
— Τι ώ­μορ­φα που ντύ­νε­ται! έ­λε­γον.
— Σε­μνή, κα­θα­ρά, καλ­λαί­σθη­τος. Με τα κλω­νιά της πο­λι­τι­κής μαν­δή­λας της λυ­τά πο­τέ δεν την εί­δον. Α­κτέ­νι­στη ου­δέ εις την αυ­λήν της ε­θε­ά­θη. Η μαύ­ρη φου­στά­να της στιλ­πνή-στιλ­πνή ή­το α­τσά­κι­στη, ως να ί­στα­το πάν­το­τε ορ­θί­α, ό­περ ε­κί­νει τον φθό­νον.
— Ού­λου α­λόρ­θα βρί­σκε­ται ου α­νε­μό­στυ­λος!
Και δεν ευ­ρί­σκε­το ορ­θί­α ως ο στύ­λος της α­νέ­μης, αλ­λ' ή­ξευ­ρε πώς να κα­θή­ση και πώς να ε­γερ­θή. Ή­το πε­ρί­φα­νη!
Αλ­λ' ο κό­σμος έ­χει τας προ­λή­ψεις του. Α­δι­ά­φο­ρον αν ε­κεί­νη η πλου­σί­α και α­πό σό­ι δεν ξεύ­ρη να εν­δυ­θή και πα­ρου­σι­ά­ζε­ται εις την αυ­λήν ά­νι­πτος. Εί­νε α­πό σό­ι!
Η μορ­φον­τυ­μέ­νη και μορ­φο­κα­μω­μέ­νη Γε­ρα­κί­τσα ή­το κό­ρη του ψα­ρά! Την φυ­σι­κήν της κα­θα­ρι­ό­τη­τα α­πό μι­κρή ε­φα­νέ­ρω­νεν. Ε­νώ η μη­τέ­ρα της εν τη βί­α της πολ­λά­κις ε­γέ­μι­ζε την πο­διά της ψά­ρια, διά να ε­κλέ­ξη τα καλ­λί­τε­ρα και τα στεί­λη εις τον λι­με­νάρ­χην, ί­να μη φέ­ρη δυ­σκο­λί­ας εις τον σύ­ζυ­γόν της, η Γε­ρα­κί­τσα ου­δέ τα ήγ­γι­ζεν, ε­άν δεν ή­σαν εις ορ­μα­θούς διά βρύ­ων της λί­μνης. Και πά­λιν ή­πτε­το με­τά προ­σο­χής του βρύ­ου διά των δύ­ο δα­κτύ­λων της. Ώ­στε κα­τήν­τη­σεν η μη­τέ­ρα της πε­ρι­παί­ζου­σα αυ­τήν να την α­πο­κα­λή γα­λα­ζο­αί­μα­την.
Εί­τα ορ­φα­νή πα­τρός α­πο­μεί­να­σα υ­πη­ρέ­τει ου­χί ε­π' α­μοι­βή αλ­λ' ού­τως, εκ φυ­σι­κής κλί­σε­ως και συμ­πα­θεί­ας του ο­μοί­ου προς το ό­μοι­ον, εις τον γει­το­νι­κόν της πλού­σιον οί­κον αρ­χαί­ου πλοιά­ρχου, ό­στις, α­φεν­τάν­θρω­πος εις ό­λα, εί­χεν α­ρι­στο­κρα­τι­κήν τά­ξιν εν τη οι­κο­γε­νεί­α του. Ε­κεί η ω­ραί­α Γε­ρα­κί­τσα α­νέ­πτυ­ξεν ό­λα τα συμ­πα­θη­τι­κά έν­στι­κτα της ευ­γε­νεί­ας, συ­νη­θί­σα­σα να εν­δύ­η­ται ευ­πρε­πώς και κομ­ψώς — με γού­στο — και να ε­κτε­λή ό­λας τας οι­κια­κάς ερ­γα­σί­ας, με­τά λε­πτό­τη­τος και χι­ο­νώ­δους κα­θα­ρό­τη­τος, θαυ­μα­στής τω­όν­τι, ώ­στε ο γέ­ρων πλοί­αρ­χος, — κο­λα­κεύ­ων τας δι­α­θέ­σεις της, έ­λε­γε πολ­λά­κις.
— Ε­σύ, Γε­ρα­κί­τσα ή να πά­ρης πλού­σιον ή να μη '­παν­δρευ­θής δι­ό­λου. Τα­κούς;
Το πλέ­ξι­μόν της, το πλύ­σι­μόν της, το ζύ­μω­μά της, το μα­γεί­ρευ­μά της, ό­λα ή­σαν α­πα­λά και λευ­κά ως τα α­πα­λά χε­ρά­κια της.
Πολ­λοί νέ­οι ερ­γα­τι­κοί, της τά­ξε­ώς της, την ε­ζή­τη­σαν εις γά­μον, αλ­λ' αύ­τη ηρ­νεί­το, ο­νει­ρευ­ο­μέ­νη αρ­χον­τεί­αν, ή α­πο­φα­σι­σμέ­νη ν' α­κο­λου­θή­ση την συμ­βου­λήν του πλοιά­ρχου.
— Παλ­λά­βω­σες!
Της έ­λε­γεν η μη­τέ­ρα της.
— Δεν κά­νεις το σταυ­ρό σου, ε­πα­νε­λάμ­βα­νε συ­χνά, να παν­δρευ­θής τώ­ρα που σε γυ­ρεύ­ουν; Τα­χειά σα σου­φρώ­σης, ποι­ος θα γυ­ρί­ση να σε κυτ­τά­ξη;
Αλ­λ' η νε­ά­νις εί­χε τον σκο­πόν της. Α­πί­θα­νον μεν και σκο­τει­νόν, ό­νει­ρον σχε­δόν, πλην εί­χε πάν­το­τε έ­να σκο­πόν, έ­να ό­νει­ρον. Κά­θε άν­θρω­πος έ­χει το ό­νει­ρόν του. Άλ­λοι κα­τορ­θώ­νουν και το πραγ­μα­το­ποι­ού­σιν εις τον κό­σμον αυ­τόν, άλ­λοι α­πο­θνή­σκου­σι με το ό­νει­ρόν των μα­ζή ως σά­βα­νον της καρ­δί­ας των. Ά­γνω­στον τί­νες α­πο­θνή­σκουν ευ­τυ­χέ­στε­ροι . . .
— Ο έ­νας σου μυ­ρί­ζει, ο άλ­λος σου βρω­μά! Την ή­λεγ­χεν η μη­τέ­ρα της.
Έ­ως ου ευ­τυ­χής σύμ­πτω­σις δι­έ­ψευ­σεν ό­λας τας οι­κτράς προρ­ρή­σεις της γραί­ας, και η πτω­χή Γε­ρα­κί­τσα, η κό­ρη του ψα­ρά, ε­γέ­νε­το κυ­ρά- Μα­νω­λά­και­να.
Και ού­τως η γραί­α α­πέ­θα­νεν ευ­χα­ρι­στη­μέ­νη, αλ­λά­ξα­σα ι­δέ­αν και λέ­γου­σα ό­τι τα κο­ρί­τσια δεν πρέ­πει να βι­ά­ζων­ται. Ό­ποι­ος βι­ά­ζε­ται, μέ­νει '­πί­σω!

***

Και η κό­ρη της με τον κυρ-Μα­νω­λά­κη ε­πή­γεν εμ­πρός. Ο κυρ Μα­νω­λά­κης διά των κτη­μά­των του και της οι­κο­νο­μί­ας του εί­χε σχη­μα­τί­σει κα­λήν πε­ρι­ου­σί­αν. Μέ­χρι του τεσ­σα­ρα­κο­στού έ­τους της η­λι­κί­ας του εί­χε σκο­πόν να γεί­νη κα­λό­γη­ρος, και συ­χνά ε­πε­σκέ­πτε­το το ι­ε­ρόν Κοι­νό­βιον, μί­αν ώ­ραν μα­κράν του χω­ρί­ου, ευ­χα­ρι­στού­με­νος εις τον η­συ­χα­στι­κόν βί­ον. Αλ­λ' αιφ­νι­δί­ως ό­ταν ε­πά­τη­σεν εις το πεν­τη­κο­στόν έ­τος, με­τέ­βα­λε γνώ­μην και ε­νυμ­φεύ­θη. Του το εί­χεν εί­πει μί­α τουρ­κο­γύ­φτισ­σα που πω­λού­σε κό­σκι­να:
— Ε­σύ κα­λό άν­θρω­πο εί­σαι, ε­σύ πα­ρά­δες έ­χει, ε­σύ χτή­μα­τα, χρή­μα­τα έ­χει, μα ε­σύ κά­τι θα πά­θη ά­μα πα­τή­ση τα πε­νήν­τα!
Η σύ­ζυ­γός του ή­το ω­ραί­α, νέ­α, μ' ευ­γε­νείς τρό­πους· η Γε­ρα­κί­τσα τα εί­χεν ό­λα αυ­τά· πλην ε­φά­νη με­τά τον γά­μον ό­τι ή­το και φι­λό­δο­ξος. Ο κυρ Μα­νω­λά­κης ή­θε­λεν η­συ­χί­αν και α­νά­παυ­σιν, αλ­λ' η κυ­ρά- Μα­νω­λά­και­να του­ναν­τί­ον ή­θε­λεν α­νη­συ­χί­αν και κί­νη­σιν. Αυ­τή σαν ή­θε­λε να κά­θε­ται κλει­σμέ­νη, έ­λε­γε, δεν παν­δρευ­ό­τα­νε. Αυ­τή εί­χε τό­σα προ­τε­ρή­μα­τα, τό­σα κα­μώ­μα­τα ευ­γε­νι­κά· πε­ρι­πλέ­ον εί­χε τό­σα στο­λί­δια. Ή­θε­λε λοι­πόν να τα ε­πι­δεί­ξη, προ­τε­ρή­μα­τα και στο­λί­δια. Γι' αυ­τό παν­δρεύ­ον­ται οι άν­θρω­ποι!
Ο κυρ Μα­νω­λά­κης ή­το ευ­κα­τά­στα­τος, ή­το και α­πό σό­ι, αλ­λ' έ­νε­κα της βρα­δύ­τη­τος του γά­μου του, και ι­δί­ως έ­νε­κα της φι­λαρ­γυ­ρί­ας του, μό­νος του εί­χεν α­πο­συρ­θή α­πό την δρά­σιν των οι­κο­γε­νει­ών, ευ­τε­λώς εν­δυ­ό­με­νος και ευ­τε­λώς δι­αι­τώ­με­νος — α­φού εί­χε σκο­πόν να γεί­νη κα­λό­γη­ρος — και εις το χω­ρί­ον δεν τον α­νε­γνώ­ρι­ζον πλέ­ον ως έ­χον­τα δι­και­ώ­μα­τα ε­πί της δη­μο­γε­ρον­τί­ας, α­φού μά­λι­στα ό­λας τας κα­λάς η­μέ­ρας α­που­σί­α­ζεν εις το Κοι­νό­βιον.
Ως προς τού­το ευ­ρέ­θη η­πα­τη­μέ­νη η κυ­ρά Μα­νω­λά­και­να. Ε­νό­μι­ζεν ό­τι διά του γά­μου της θα ει­σήρ­χε­το πλέ­ον με ού­ριον πνεύ­μα εις τα σό­ι­α, αλ­λά έ­βλε­πεν ό­τι, αν ο σύ­ζυ­γός της δεν ε­πεί­θε­το ν' α­να­μι­χθή εις την πο­λι­τι­κήν μέ τι­νας μι­κρο­δα­πά­νας, α­δύ­να­τον ν' α­να­γνω­ρι­σθή η Γε­ρα­κί­τσα ως α­ρι­στο­κρά­τισ­σα.
Αλ­λ' ο κυρ Μα­νω­λά­κης δεν τα ή­κου­εν αυ­τά.
— Τα πι­θά­ρια μας γε­μά­τα, έ­λε­γεν, αι α­πο­θή­και μας γε­μά­ται, τα βα­ρέ­λια μας γε­μά­τα. Τι άλ­λο θέ­λεις;
— Να γέ­νης δή­μαρ­χος!
Ε­τόλ­μη­σε να εί­πη η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να. Ο κυρ-Μα­νω­λά­κης ε­φό­ρε­σε την κα­πί­τσα μουρ­μου­ρί­ζων.
Φαί­νε­ται ό­τι α­νε­μνή­σθη την μά­γισ­σαν, η ο­ποί­α του εί­πεν ό­τι εις το πεν­τη­κο­στόν έ­τος της η­λι­κί­ας του κά­τι θα πά­θη.
Έ­ρις λοι­πόν και τα­ρα­χή.
Συ­νέ­πε­σε τα έ­τη ε­κεί­να να γεί­νω­σιν ε­πα­νει­λημ­μέ­ναι ε­κλο­γαί. Ε­σά­στι­σεν ο κό­σμος.
Κα­τ' αρ­χάς βου­λευ­τι­καί της μι­κράς πε­ρι­φε­ρεί­ας, εί­τα με­τ' ο­λί­γον βου­λευ­τι­καί της με­γά­λης πε­ρι­φε­ρεί­ας. Το αυ­τό έ­τος έ­γει­ναν και δη­μο­τι­καί και ή­σαν 39 υ­πο­ψή­φιοι δή­μαρ­χοι, πά­ρε­δροι και δη­μο­τι­κοί σύμ­βου­λοι, εί­τα έ­γει­ναν ε­κλο­γαί των νο­μαρ­χια­κών συμ­βού­λων. Και με­τά ο­κτώ μή­νας, κα­ταρ­γη­θέν­των των νο­μαρ­χια­κών συμ­βου­λί­ων, δι­ε­τά­χθη­σαν ε­παρ­χια­κών συμ­βού­λων ε­κλο­γαί. Συ­νέ­πε­σε να α­πο­θά­νη και είς βου­λευ­τής, και πά­ραυ­τα ι­δού και μί­α βου­λευ­τι­κή ε­κλο­γή το αυ­τό έ­τος.
Ε­γέ­μι­σε το χω­ρί­ον κάλ­παις. Τα α­τμό­πλοι­α τας ξε­φόρ­τω­ναν κασ­σέ­λαις- κασ­σέ­λαις.
— Δεν βά­ζεις και συ, Μα­νω­λά­κη, μια κάλ­πη;
Ε­πα­νε­λάμ­βα­νε μέ­ρα-νύ­κτα η κυ­ρά Μα­νω­λά­και­να.
— Σα σ' α­κού­ω, κα­ϋ­μέ­νη! Τι ζή­λε­ψες α­πό τους τε­νε­κέ­δες;
— Ό­λος ο κό­σμος ζη­λεύ­ει!
— Μα θέ­λου­με πα­ρά­δες, γυ­ναί­κα.
— Έ­χου­με τα βα­ρέ­λια γε­μά­τα.
— Δεν φθά­νουν!
— Τι λες, Μα­νω­λά­κη; Με πε­νήν­τα βα­ρέ­λαις θα με­θύ­σου­με ό­λο το χω­ριό.
— Και ύ­στε­ρα;
— θα βγης πά­λι­δρους, σύ­βου­λος, ό,τ' θέ­λεις!
— Έ­χεις α­π' αυ­τά;
Η­ρώ­τη­σε πά­λιν ο κυρ Μα­νω­λά­κης, προ­στρί­ψας γορ­γώς τον αν­τί­χει­ρα ε­πί του λι­χα­νού του. Και φο­ρέ­σας πά­λιν την κα­πί­τσα του, ε­ξήλ­θε μουρ­μου­ρί­ζων.
— Κα­λά μου εί­πεν η Τουρ­κο­γύ­φτισ­σα!
Έ­κτο­τε πολ­λά­κις ο κυρ-Μα­νω­λά­κης υ­πό τας σκι­ε­ράς ε­λαί­ας του θερ­μά έ­χυ­σε δά­κρυ­α με­τα­νο­ή­σας δι­ό­τι δεν έ­γει­νε κα­λό­γη­ρος. Αλ­λά πού ε­γνώ­ρι­ζεν ο πτω­χός ό­τι, φο­βη­θείς τους πολ­λούς πει­ρα­σμούς της ε­ρή­μου, ή­θε­λε πέ­σει εις τας χεί­ρας ε­νός άλ­λου φο­βε­ρω­τέ­ρου και συν­θε­τω­τέ­ρου δαί­μο­νος!
— Δεν φταις ε­σύ, έ­λε­γε και η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να με­τ' α­γα­να­κτή­σε­ως, φταί­ω ε­γώ που πή­ρα γέ­ρο!
Ού­τως η φο­βε­ρά φι­λο­δο­ξί­α κα­τέ­φα­γεν ό­λα τα άλ­λα θελ­κτι­κά προ­τε­ρή­μα­τα της έ­ξυ­πνης Γε­ρα­κί­τσας, ως έ­νας καυ­στι­κός λί­βας ο­πού κα­τα­καί­ει τα άν­θη.
Και ε­μα­ράν­θη ε­κεί­νη η αν­θη­ρό­της του προ­σώ­που της.
Και ό­ταν ή­κου­ε τας ζη­τω­κραυ­γάς με­τά τας ε­κλο­γάς, και ό­ταν έ­βλε­πε τους πα­ρέ­δρους και τους συμ­βού­λους, ε­στε­φα­νω­μέ­νους ε­λαί­ας και σύ­ρον­τας τον χο­ρόν εις την πλα­τεί­αν, ε­κλεί­ε­το εις τον οί­κον της η κυ­ρά Μα­νω­λά­και­να, κλαί­ου­σα α­πό την α­γα­νά­κτη­σίν της.
Λέ­γουν μά­λι­στα ό­τι νύ­κτα τι­νά τον έ­κλει­σεν έ­ξω τον κυρ-Μα­νω­λά­κην, ό­στις ε­πα­νελ­θών α­πό τον ε­λαι­ώ­να πα­ρά­ω­ρα, ε­φώ­να­ζε κρού­ων την θύ­ραν:
— Κυ­ρά Μα­νω­λά­και­να!

***

Αλ­λ' ο άν­θρω­πος δεν θα εί­νε πάν­το­τε δυ­στυ­χής εις τον κό­σμον τού­τον. Ε­πι­φυ­λάσ­σον­ται αυ­τώ και α­γα­θαί η­μέ­ραι.
Ο νέ­ος δή­μαρ­χος ε­σχά­τως, ά­γνω­στον πό­θεν εμ­πνευ­σθείς, πλην βε­βαί­ως θέ­λων να πε­ρι­ποι­η­θή τον κυρ-Μα­νω­λά­κην, δι­ό­τι προ­η­λεί­φε­το διά τας βου­λευ­τι­κάς ε­κλο­γάς και εί­χεν α­νάγ­κην ψή­φων, δι­ώ­ρι­σεν αυ­τόν ε­πί­τρο­πον του ε­νο­ρια­κού να­ού.
Ο δή­μαρ­χος με την α­προσ­δό­κη­τον αυ­τήν ι­δέ­αν του θαρ­ρείς και τον ε­ξε­σκέ­πα­σε τον κυρ-Μα­νω­λά­κην, ό­στις έ­στιλ­βεν α­πό κε­φα­λής μέ­χρι πο­δών εξ ευ­χα­ρι­στή­σε­ως.
Α­πό κά­τω α­πό το τρα­χύ ε­κεί­νο κα­πο­τά­κι ή­το και αυ­τός γε­μά­τος φι­λαρ­χί­αν και φι­λο­δο­ξί­αν. Ή­θε­λε μό­νον α­νε­ξό­δως ν' α­πο­κτή­ση την αρ­χήν. Το δε ε­πι­τρο­πι­λή­κι εξ ό­λων των αρ­χών εί­νε η μό­νη αρ­χή, την ο­ποί­αν διά να α­πο­κτή­ση τις ό­χι μό­νον δεν δί­δει λε­πτά, αλ­λά και πέρ­νει, α­φού την α­πο­κτή­ση.
Ε­γε­λού­σεν α­πό κά­τω α­πό τον ψα­ρά μου­στά­κια του.
— Τι τά­θε­λες αυ­τά, κυρ-δή­μαρ­χε!
Ε­ψι­θύ­ρι­ζε κα­τ' αρ­χάς, α­πο­φεύ­γων τά­χα. Και ό­μως ε­πε­θύ­μει ο α­γα­θός τι­μήν, και μά­λι­στα α­νέ­ξο­δον τι­μήν. Ί­σως ε­φρό­νει ό­τι θα έ­παυ­ε πλέ­ον η α­πρε­πής έ­ρις με­τα­ξύ αυ­τού και της συ­ζύ­γου του, ην η­γά­πα υ­περ­βαλ­λόν­τως. Ως και ε­γέ­νε­το,
— Να, τώ­ρα έ­κα­μες κα­λά! τω έ­λε­γεν η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να. Έ­τσι άρ­χι­σε και ο κα­πε­τάν-Μι­χα­λιός, και σή­με­ρα εί­νε δή­μαρ­χος.
Την άλ­λην η­μέ­ραν εγ­κα­θι­δρύ­θη εν τω Παγ­κα­ρί­ω του να­ού ως εν θρό­νω, με την φέ­σαν του την υ­ψη­λήν ως ε­πά­νω, και με την βρά­κα του την βολ­τι­α­σμέ­νην και γυ­α­λι­στε­ρήν ως α­πό μου­σε­λί­νην.
Έ­βα­λεν α­μέ­σως τά­ξιν εις τον να­όν.
— Δεν μου λες πως ή­σουν κα­μω­μέ­νος για Πί­τρο­πος!
Τω έ­λε­γεν ο κ. δή­μαρ­χος.
— Ε­γώ πη­γαί­νω σύμ­φω­να με την εκ­κλη­σί­αν, α­πήν­τα ο κυρ-Μα­νω­λά­κης χα­ρού­με­νος. Δεν πρέ­πει να ζη­τή κα­νείς την αρ­χήν. Η αρ­χή πρέ­πει να ζη­τή τον άν­θρω­πόν της. Ως υ­πάρ­χουν σι­μω­νια­κοί εν τη εκ­κλη­σί­α, ού­τως υ­πάρ­χουν σι­μω­νια­κοί και εν τη πο­λι­τεί­α. Και ε­κεί­νοι και ού­τοι εί­νε α­φω­ρι­σμέ­νοι. Και ο τό­πος που έ­χει σι­μω­νια­κούς άρ­χον­τας εί­νε τό­πος α­φω­ρι­σμέ­νος.
Λοι­πόν α­μέ­σως εις τά­ξιν τα πάν­τα. Τους παί­δας, οί­τι­νες συ­νεί­θι­ζον να ί­σταν­ται προ του δε­σπο­τι­κού καγ­χά­ζον­τες και α­τα­κτούν­τες, α­πώ­θη­σε κά­τω-κά­τω, και ε­πέ­βα­λεν αυ­τοίς σι­ω­πήν και φό­βον. Ε­πε­στά­τει ο ί­διος εις την κα­θα­ρι­ό­τη­τα του να­ού, εις το χύ­σι­μον των κη­ρί­ων, ί­να μη γί­νη­ται κα­τά­χρη­σις και ε­πε­βλή­θη εις τον ε­φη­μέ­ριον και τους ψάλ­τας κ' εν γέ­νει α­νέ­πτυ­ξε προ­σόν­τα συ­νε­τής δι­οι­κή­σε­ως και έν­στι­κτα αρ­χον­τι­κής ε­ξου­σί­ας, τα ο­ποί­α τό­σα έ­τη ή­σαν θαμ­μέ­να υ­πό το σκό­τος της κα­πί­τσας του. Τον ε­συ­νεί­θι­σαν δε και οι άν­θρω­ποι τό­σον, ώ­στε ό­ταν δεν έ­βλε­πον την υ­ψη­λήν φέ­σαν ε­πί του θρό­νου της, του μαρ­μα­ρί­νου παγ­κα­ρί­ου, ε­νό­μι­ζον πως κά­τι έ­λει­πε.
Προ πάν­των δε ε­τα­κτο­ποί­η­σε τας σχέ­σεις του με­τά της συ­ζύ­γου του, ή­τις ρα­δι­νή και α­να­ζή­σα­σα τον ε­κα­μά­ρω­νεν α­πό την καλ­λι­τέ­ραν θέ­σιν της γυ­ναι­κω­νί­τι­δος, ό­που εγ­κα­τέ­στη πλέ­ον.
— Ο­ρί­στε, κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να! ο­ρί­στε κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να!
Της έ­κα­μνον τό­πον τα σό­ι­α.
Κ' ε­θαύ­μα­ζε και η ι­δί­α δι­α­νο­ου­μέ­νη:
— Τι εί­νε ο κό­σμος!
Και ο κυρ-Μα­νω­λά­κης με την φέ­σαν του την υ­ψη­λήν υ­πε­ρη­φά­νως πε­ρι­έ­φε­ρε τον δί­σκον α­ση­μέ­νιον, α­πα­στρά­πτον­τα, α­παγ­γέλ­λων με­τά στόμ­φου πα­νη­γυ­ρι­κού:
— Το λά­δι της εκ­κλη­σί­ας! Βο­ή­θειά σας!
Και αν­τή­χει η φω­νή του κα­θα­ρά και εύ­η­χος ως α­πα­ραί­τη­τος του να­ού ψαλ­μω­δί­α:
— Το λά­δι της εκ­κλη­σί­ας! Βο­ή­θειά σας!
Και ό­ταν ά­δεια­ζε τον δί­σκον εν­τός του συρ­τού του εν τω παγ­κα­ρί­ω, ο κρό­τος ε­κεί­νος των α­να­ριθ­μή­των δε­κα­ρών τον ηύ­φραι­νε μα­κα­ρί­ως, ως ει ε­πλη­ρού­το κερ­μά­των το πουγ­γί­ον του.
Αι ει­σπρά­ξεις ηύ­ξη­σαν κα­τα­πλη­κτι­κώς. Έ­χουν δί­και­ον ό­σοι λέ­γουν ό­τι ο φι­λάρ­γυ­ρος ως τί­πο­τε άλ­λο δεν χρη­σι­μεύ­ει πα­ρά ως ε­πί­τρο­πος εκ­κλη­σί­ας. Εις την πε­ρι­φο­ράν του δί­σκου δεν του δι­έ­φευ­γε κα­νείς των εκ­κλη­σι­α­ζο­μέ­νων. Είς δύ­ο-τρεις φι­λαρ­γύ­ρους, οί­τι­νες, ό­ταν ε­πλη­σί­α­ζεν ο δί­σκος, έ­κα­μνον πως κοι­μών­ται, πα­ρου­σί­α­ζε κα­τ' ε­πα­νά­λη­ψιν τον αρ­γυ­ρούν δί­σκον φω­νά­ζων δυ­να­τώ­τε­ρα:
— Το λά­δι της εκ­κλη­σί­ας!
Έ­ως ου τους η­νάγ­κα­ζεν εξ εν­τρο­πής να δώ­σουν τον ο­βο­λόν των.
Μό­νον ο γέ­ρω-Μα­σώ­νος, α­πό­στρα­τός τις ναύ­της, μό­νον ε­κεί­νος του ε­γλύ­τω­νε πάν­το­τε.
Πο­νη­ρός γέ­ρων αυ­τός, μό­λις εν­νό­ει ό­τι ε­πλη­σί­α­ζεν η πε­ρι­φο­ρά του δί­σκου, προ­σε­ποι­εί­το ό­τι κα­τε­λαμ­βά­νε­το υ­πό βη­χός και α­πήρ­χε­το.
***
Δύ­ο μό­νον ε­λατ­τώ­μα­τα του κυρ-Μα­νω­λά­κη α­νε­κά­λυ­ψαν οι εκ­κλη­σι­α­ζό­με­νοι. Και δύ­ο μό­νον πα­ρε­δέ­χε­το και ο κ. δή­μαρ­χος, και τω έ­κα­μνε συ­χνάς πα­ρα­τη­ρή­σεις προς δι­όρ­θω­σιν. Αλ­λ' ο κυρ-Μα­νω­λά­κης ή­το α­με­τά­πει­στος. — Ξεύ­ρω '­γώ! έ­λε­γε πάν­το­τε.
Πρώ­τον δεν η­νεί­χε­το να βλέ­πη γυ­ναί­κας κά­τω εις τον να­όν.
Και εις τού­το — πλην του δη­μάρ­χου ποι­ούν­τος ε­ξαι­ρέ­σεις — ή­σαν σύμ­φω­νοι οι εκ­κλη­σι­α­ζό­με­νοι.
— Νά η θέ­σις σας! ε­κραύ­γα­ζεν ο κυρ-Μα­νω­λά­κης, νου­θε­τών τας γυ­ναί­κας, και δει­κνύ­ων διά του δα­κτύ­λου την γυ­ναι­κω­νί­τι­δα.
Στρε­φό­με­νος δε προς τον κ. δή­μαρ­χον προ­σέ­θε­τε·
— Ε­κεί­νοι που τα νο­μο­θε­τή­σα­νε αυ­τά, ξεύ­ρα­νε καλ­λί­τε­ρα α­πό μας. Δεν εί­νε έ­τσι, κυρ-δή­μαρ­χε;
Το βέ­βαι­ον εί­νε ό­τι εις το χω­ρί­ον ου­δέ­πο­τε ει­σή­χθη η και­νο­το­μί­α αύ­τη η α­πρε­πής και ύ­πο­πτος, τας δε πα­ρα­τη­ρή­σεις του α­πέ­τει­νεν ο ε­πί­τρο­πος εις γραί­ας τι­νάς, αι ο­ποί­αι θέ­λεις, δι­ό­τι ε­βα­ρύ­νον­το ν' α­να­βώ­σιν εις την υ­ψη­λήν γυ­ναι­κω­νί­τι­δα, προ­σποι­ού­με­ναι και ό­τι κρυ­ό­νουν, θέ­λεις δι­ό­τι ε­ζή­λευ­ον — και αυ­τό ή­το φαί­νε­ται — να ευ­ρί­σκων­ται, γε­ρόν­τισ­σαι αύ­ται, εν μέ­σω των χρυ­σο­στο­λί­στων νε­α­ρών γυ­ναι­κών, ε­τρύ­πω­νον διά της ο­πι­σθί­ας μι­κράς θύ­ρας του νάρ­θη­κος και κα­τε­λάμ­βα­ναν ι­κα­νά στα­σί­δια υ­πό την σκο­τει­νήν κά­τω κόγ­χην. Ε­τού­το δε ο κυρ-Μα­νω­λά­κης δεν ε­πε­θύ­μει να γί­νε­ται, ε­κλαμ­βά­νων αυ­τό ως κα­κήν αρ­χήν.
— Κον­τά ς' της γρη­αίς, κυρ-δή­μαρ­χε, έ­λε­γε, θα κολ­λή­σουν και με­σό­κο­παις και ύ­στε­ρα νί­πτω τας χεί­ρας!
Και ε­ξη­κο­λού­θει τον ά­γριον πό­λε­μον κα­τά των γραι­ών.
— Ό­ξω, ό­ξω!
— Τι κα­ν'ς ε­τσι­δά, θα '­πω; άφ­σε να νη­σπα­σθώ τα '­κου­νί­σμα­τα.
— Ό­ξω, ό­ξω! ε­πα­νε­λάμ­βα­νεν ο κυρ-Μα­νω­λά­κης δι­πλών τας λέ­ξεις του. Έ­χ' α­πά­ν' κου­νί­σμα­τα, έ­χει α­πά­ν' '­κου­νί­σμα­τα! Να σας φέ­ρω κι' άλ­λα, κι' άλ­λα, ό­σα θέ­λε­τε, ό­σα θέ­λε­τε!
Και τας α­πε­δί­ω­κε.
Κ' ε­κεί­ναι υ­πεί­κου­σαι εις την βί­αν έ­φευ­γον σι­γά-σι­γά με τα ρα­βδά­κια των, ρί­πτου­σαι βλοσ­συ­ρόν γε­ρον­τι­κόν βλέμ­μα ε­πί του ε­πι­τρό­που.
Το δεύ­τε­ρον ε­λάτ­τω­μα του κυρ-Μα­νω­λά­κη ή­το ό­τι έ­σβυ­νε πο­λύ τα­χέ­ως τα κη­ρί­α, θέ­λων να ω­φε­λή­ση την εκ­κλη­σί­αν. Μό­λις οι χρι­στια­νοί τα ή­να­πτον, και μί­α χειρ στι­βα­ρά ελ­λο­χεύ­ου­σα ό­πι­σθεν του μα­νου­α­λί­ου, τα ήρ­πα­ζε πά­ραυ­τα με­τά γορ­γό­τη­τος λη­στού, δύ­ο πα­ρειαί ωγ­κούν­το ως φού­σκαι α­γι­ο­βα­σι­λι­ά­τι­και, έν μέ­γα στό­μα, ως θη­ρί­ου στό­μα ε­φύ­σα διά δυ­νά­με­ως τε­τρα­πλών πνευ­μό­νων, και τα κη­ρί­α τρέ­μον­τα, ε­σβε­σμέ­να, α­να­λυ­μέ­να σχε­δόν α­πό τον φό­βον των, ερ­ρί­πτον­το είς τι δο­χεί­ον βα­θύ εκ λευ­κο­σι­δή­ρου κεί­με­νον ε­κεί, ό­περ έ­πρε­πεν ού­τως ή άλ­λως να πλη­ρω­θή πά­σαν Κυ­ρια­κήν, το παμ­φά­γον!
Ε­γέ­νε­το ού­τως ο κυρ-Μα­νω­λά­κης ο τρό­μος των κη­ρί­ων. Δι­η­γούν­ται — ί­σως εί­νε υ­περ­βο­λι­κά — ό­τι εις την α­γρυ­πνί­αν του α­γί­ου Νι­κο­λά­ου πολ­λά κη­ρί­α έ­σβυ­σαν μό­να των, α­πό τον φό­βον των, μό­λις ή­κου­σαν τα ε­νε­δρεύ­ον­τα πα­τή­μα­τα του φο­βε­ρού ε­πι­τρό­που!
Τού­το ό­μως έ­σχεν ο­λε­θρί­ας συ­νε­πεί­ας εις τους υ­πο­λο­γι­σμούς του κυρ- Μα­νω­λά­κη, δι­ό­τι οι δει­σι­δαι­μο­νέ­στε­ροι των χω­ρι­κών έ­παυ­σαν να α­νά­πτουν κη­ρί­α. Αι δε γραί­αι δυ­ση­ρε­στη­μέ­ναι ε­ναν­τί­ον του εύ­ρον α­φορ­μήν μί­αν η­μέ­ραν που έ­γει­νε τα­ρα­χή διά τον τρό­πον τού­τον του ε­πι­τρό­που και ε­κραύ­γα­σαν α­πό της γυ­ναι­κω­νί­τι­δος:
— Φω­το­σβέ­στη!
Αλ­λ' ο κυρ-Μα­νω­λά­κης α­τά­ρα­χος, μει­δι­ών πάν­το­τε υ­πό τον φαι­όν του μύ­στα­κα, ε­ξη­κο­λού­θει τον κρυ­φόν κα­τά των κη­ρί­ων πό­λε­μον, εις τα νύ­χια πα­τών, ί­να μη τρί­ζουν τα υ­πο­δή­μα­τά του· πε­ρι­ήρ­χε­το δε κα­τά την διά­ρκειαν της λει­τουρ­γί­ας τα δι­ά­φο­ρα μα­νουά­λια αρ­πά­ζων τα κη­ρί­α με­τ' α­φά­του α­γαλ­λι­ά­σε­ως ως α­ό­ρα­τος του σκό­τους δαί­μων.
Και δεν ηρ­κεί­το εις τας κυ­ρια­κάς μό­νον και τας ε­ορ­τάς. Μα­θών ό­τι κά­θε πα­ρα­σκευ­ήν βρά­δυ που μνη­μο­νεύ­ουν τους κε­κοι­μη­μέ­νους, αι πεν­θη­φο­ρού­σαι γραί­αι ή­να­πτον ά­φθο­να κη­ρί­α — α­πό έ­να δι' ε­κά­στην ψυ­χήν τε­θνε­ώ­τος — ε­νε­φα­ναί­ζε­το ως φάν­τα­σμα κρυ­φά-κρυ­φά, και κα­τε­ρή­μα­ζε τα μα­νουά­λια, κι­νών την βλά­σφη­μον των γραι­ών γλώσ­σαν ε­ναν­τί­ον του.
Πρω­ί­αν τι­νά ό­μως γέ­ρων τις ναυ­τι­κός κα­λά του την κα­τά­φε­ρε!
Κολ­λή­σας το κη­ρί­ον του προ του ει­κο­νο­στα­σί­ου προ­σε­ποι­ή­θη ό­τι υ­πε­χώ­ρει, προ­σευ­χό­με­νος τά­χα και βλέ­πων προς το μαρ­μά­ρι­νον δά­πε­δον. Και ό­ταν η χειρ του ε­πι­τρό­που ε­νε­φα­νί­σθη φο­βε­ρά και α­μεί­λι­κτος κα­τά του α­ναμ­μέ­νου κη­ρί­ου, ο ναυ­τι­κός ε­γεί­ρει την βα­ρεί­αν ρά­βδον του και κα­τα­φέ­ρει δει­νόν κτύ­πη­μα κα­τά της άρ­πα­γος ε­κεί­νης χει­ρός, ώ­στε ο κυρ-Μα­νω­λά­κης η­ναγ­κά­σθη ν' α­πο­λο­γη­θή.
Και στας υ­πό τον μέ­γαν πο­λυ­έ­λαι­ον α­πήγ­γει­λε λο­γύ­δριον υ­πέρ του σβυ­σί­μα­τος των κη­ρί­ων, δι­ό­τι, εί­πεν, ο να­ός έ­χει α­νάγ­κας. Θέ­λει σου­βά­τι­σμα, θέ­λει ζου­γρά­φι­σμα, θέ­λει τέμ­πλον, θέ­λει καμ­πα­να­ριό. Πώς θα γεί­νουν ό­λα αυ­τά;
Και έ­ξυ­ε με­τά πό­νου την δα­ρεί­σαν χεί­ρα του.
Οι εκ­κλη­σι­α­ζό­με­νοι ε­σί­γη­σαν.
— Με το α­πό­κε­ρο! α­πήν­τη­σε τό­τε ο κυρ-Μα­νω­λά­κης, πε­ρα­τώ­σας το λο­γύ­δριόν του.
Και ό­ταν με­τά θαυ­μα­σμού ε­θε­ώ­ρουν οι χρι­στια­νοί τον α­χθο­φό­ρον ει­σερ­χό­με­νον εις τον να­όν — και τον ει­σή­γεν ο ε­πί­τρο­πος πάν­το­τε δι­αρ­κού­σης της α­κο­λου­θί­ας — και φέ­ρον­τα βα­ρύ­τα­τον σάκ­κον γε­μά­τον δι­α­φό­ρου με­γέ­θους κη­ρί­α, νε­ό­χυ­τα, ευ­ω­δι­ά­ζον­τα, ο κυρ-Μα­νω­λά­κης έ­λε­γε:
— Τα βλέ­πε­τε αυ­τά; εί­νε α­πό τα α­πό­κε­ρα!

***

Αλ­λ' αν ο κυρ-Μα­νω­λά­κης εί­χε τό­σους πει­ρα­σμούς να υ­περ­νι­κή­ση, πολ­λά­κις α­γα­να­κτών και κα­κο­λο­γών τους πα­ρεμ­βαί­νον­τας εις την δι­οί­κη­σίν του, χω­ρίς να ξεύ­ρουν — ή­το ο­πα­δός του συγ­κεν­τρω­τι­κού συ­στή­μα­τος — η κυ­ρά Μα­νω­λά­και­να έ­δρε­πεν ό­λας τας δάφ­νας της ε­ξου­σί­ας του συ­ζύ­γου της. Ι­δί­ως τας η­δο­νάς και τρυ­φε­ρό­τη­τας αυ­τής η­σθάν­θη την με­γά­λην ε­βδο­μά­δα. Ου­δέ­πο­τε άλ­λο­τε α­φ' ό­του ε­νυμ­φεύ­θη, α­πέ­λαυ­σε την ά­φα­τον ευ­χα­ρί­στη­σιν, την ο­ποί­αν κα­τά το έ­τος ε­κεί­νο, το πρώ­τον της ε­πι­τρο­πεί­ας του συ­ζύ­γου της.
Των Βα­ΐ­ων της έ­δω­σεν ο ε­φη­μέ­ριος μια βά­ι­α, πρα­σί­νη-πρα­σί­νη και γε­μά­τη ψω­μί, το αρ­τό­χρουν άν­θος της.
— Ού­τε νύ­φη δεν ε­πή­ρα τέ­τοι­α βά­ι­α!
Έ­λε­γε προς τον σύ­ζυ­γόν της την με­σημ­βρί­αν, ό­τε έ­τρω­γον τον ξαρ­μυ­ρι­σμέ­νον ρο­φόν!
— Κα­λή χρο­νιά νά­χης, Μα­νω­λά­κη! ε­πα­νε­λάμ­βα­νε. Πέ­ρυ­σι μού­δω­σαν σα­φί-κου­μα­ριά!
Έ­πει­τα ή­κου­σεν ω­ραί­α ό­λους τους νυμ­φί­ους και ε­μέ­τρη­σε τα 12 Ευ­αγ­γέ­λια, λα­βού­σα με­θ' ε­αυ­τής 12 κου­κιά και τρώ­γου­σα α­νά έν με­τά την α­νά­γνω­σιν ε­κά­στου ευ­αγ­γε­λί­ου. Και α­πέ­λαυ­σε την θε­α­μα­τι­κήν και με­γα­λο­πρε­πή του Ε­πι­τα­φί­ου α­κο­λου­θί­αν, πρώ­την φο­ράν εις την ζω­ήν της α­κού­σα­σα το με­λω­δι­κόν «Η ζω­ή εν τά­φω».
— Τι ώ­μορ­φα!
Ε­θαύ­μα­ζεν α­πο­τει­νο­μέ­νη προς τας εγ­γύς της ι­στα­μέ­νας γυ­ναί­κας, αί­τι­νες η­ρώ­των αυ­τήν πε­ρί δι­α­φό­ρων λε­πτο­με­ρει­ών της ι­ε­ράς α­κο­λου­θί­ας, νο­μί­ζου­σαι ό­τι ως σύ­ζυ­γος ε­πι­τρό­που θα η­δύ­να­το να ε­ξη­γή­ση προς αυ­τάς τα τε­λού­με­να. Ι­δί­ως ευ­φράν­θη η κυ­ρά- Μα­νω­λά­και­να, ό­ταν εί­δε τον γέ­ρον­τα ε­φη­μέ­ριον του να­ού, φέ­ρον­τα χρυ­σό­μαυ­ρον πέν­θι­μον φαι­λό­νιον, μυ­στη­ρι­ω­δώς α­πα­στρά­πτον εν τω φω­τί των λαμ­πά­δων, ό­στις κρα­τών εις χεί­ρας αρ­γυ­ρούν δί­σκον πε­πλη­ρω­μέ­νον τρυ­φε­ρών φύλ­λων ρό­δων και ί­ων και βι­ο­λε­τών και δεν­δρο­λι­βά­νου, προ­σήλ­θε πα­ρά το ι­ε­ρόν κου­βού­κλιον, εν μέ­σω των χο­ρών κεί­με­νον υ­πό τον μέ­γαν πο­λυ­έ­λαι­ον με τα ω­ραί­α του φα­να­ρά­κια α­ναμ­μέ­να εις τας τέσ­σα­ρας γω­νί­ας και με της λαμ­πα­δί­τσαις του κύ­κλω πε­ρί το ξε­στόν γεί­σω­μα, και ψάλ­λων το Έρ­ρα­ναν τον τά­φον, έρ­ραι­νε διά των αν­θέ­ων τον χρυ­σο­κέν­τη­τον εν τω κου­βου­κλί­ω Ε­πι­τά­φιον θρή­νον, και εί­τα τους πα­ρι­στα­μέ­νους χρι­στια­νούς εν α­μυ­θή­τω του πο­λιού προ­σώ­που του λάμ­ψει, το ο­ποί­ον ε­κά­στο­τε την νύ­κτα του Ε­πι­τα­φί­ου ε­λάμ­βα­νεν αί­γλην μυ­στι­κήν, ως να κα­τηυ­γά­ζε­το υ­πό ου­ρα­νί­ων α­κτί­νων.
— Τι ώ­μορ­φα! ε­πα­νε­λάμ­βα­νε συ­νε­χώς η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να. Έ­τσ' του ψέλ­νουν πρώ­τα του Μι­τά­φιου κ' ύ­στε­ρα του ραί­νουν! Τι ώ­μορ­φα!

***

Αλ­λ' αν ηυ­φράν­θη α­λη­θώς α­νέκ­φρα­στον ευ­φρο­σύ­νην η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να, εν­τρυ­φή­σα­σα εις την κα­τα­νυ­κτι­κήν λάμ­ψιν του Ε­πι­τα­φί­ου, ό­μως την νύ­κτα του Πά­σχα α­νέ­με­νε με δι­πλούς πό­θους. Θα έ­βλε­πε διά πρώ­την φο­ράν κα­λώς την φα­ει­νήν της Α­να­στά­σε­ως πα­ρά­τα­ξιν. Α­πό των δρυ­φά­κτων της γυ­ναι­κω­νί­τι­δος, ό­που θα ί­στα­το εν τη καλ­λι­τέ­ρα θέ­σει η σύ­ζυ­γος του ε­πι­τρό­που, θα ε­θαύ­μα­ζεν α­νέ­τως το θέ­α­μα της λαμ­πα­δη­φο­ρί­ας, α­πε­ρί­γρα­πτον φω­το­χυ­σί­αν, μυ­στη­ρι­ω­δε­στέ­ραν κα­θι­στα­μέ­νην υ­πό τον πυ­κνόν κα­πνόν του κη­ρού, ό­στις α­πό των κά­τω θα υ­ψού­το προς την γυ­ναι­κω­νί­τι­δα ως φω­το­λαμ­πής νε­φέ­λη. Αλ­λά — δεν ή­το γυ­νή; — η­γάλ­λε­το ό­τι θα ε­πε­δεί­κνυ­ε με­τά τό­σα έ­τη τα νυμ­φι­κά της χρυ­σο­κέν­τη­τα φο­ρέ­μα­τα, τα ο­ποί­α άλ­λο­τε, ως εί­δο­μεν, α­πέ­φευ­γε να φέ­ρη, φο­βου­μέ­νη το τσα­λα­πά­τη­μα και τ' α­πο­στά­ζον­τα κη­ρί­α. Διά τού­το, ως εί­δο­μεν, ε­νώ ό­λον το χω­ρί­ον ε­κοι­μά­το, αυ­τή με παλ­λο­μέ­νην καρ­δί­αν, γε­μά­την εξ υ­πε­ρη­φα­νεί­ας και μα­ταί­ας ε­πι­δεί­ξε­ως, κα­τε­γί­νε­το εις την προ­ε­τοι­μα­σί­αν της χρυ­σής της εν­δυ­μα­σί­ας.
Αίφ­νης α­κού­ει τους κώ­δω­νας του να­ού η­χούν­τας.
— Αχ! κι' α­κό­μα δεν χα­ζι­ρεύ­θη­κα! Α­νε­φώ­νη­σε κ' ε­πε­τά­χυ­νε την αμ­φί­ε­σίν της.
Ο κυρ-Μα­νω­λά­κης θαρ­ρείς και ή­το συν­δε­δε­μέ­νος με­τά του σχοι­νί­ου του κώ­δω­νος. Α­φυ­πνί­σθη πά­ραυ­τα· και χα­σμη­θείς βρον­τε­ρώς ε­κρό­τη­σε κα­τά την συ­νή­θειάν του τας χεί­ρας του:
— Ξυ­πνά­νε τα αί­μα­τα! έ­λε­γε.
Και προ­ε­τοι­μα­σθείς και καλ­λω­πι­σθείς πα­νη­γυ­ρι­κώς και λα­βών την λαμ­πά­δα του α­πήλ­θεν εις τον να­όν εγ­και­ρό­τε­ρον, ί­να ε­πι­στα­τή εν τω παγ­κα­ρί­ω.
Ή­το η ώ­ρα 11. Η Α­νά­στα­σις θα ε­τε­λεί­το α­κρι­βώς την δω­δε­κά­την.
— Μη βι­ά­ζε­σαι, εί­πεν εις την σύ­ζυ­γόν του α­περ­χό­με­νος. Θα έλ­θω να σε πά­ρω, ό­ταν πλη­σιά­ση η ώ­ρα ν' α­να­στή­σουν.
Η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να ό­μως, α­νυ­πό­μο­νος ως ό­λαι αι γυ­ναί­κες ό­ταν πρό­κει­ται να ε­πι­δει­χθώ­σιν, έ­σπευ­δεν έ­τι μάλ­λον, θαρ­ρείς και της εί­πεν ο κυρ-Μα­νω­λά­κης να βι­ά­ζε­ται.
Και ο κώ­δων ο εύ­λα­λος γλυ­κύ­τα­τα αν­τή­χει εν τη νυ­κτί, κα­τα­θέλ­γων με τους συμ­πα­θεις ή­χους του ό­λον το χω­ρί­ον.
Και ό­σον ή­κου­ε το η­δύ κε­λά­δη­μά του η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να, τό­σον έ­σπευ­δε να συμ­πλη­ρώ­ση τον ι­μα­τι­σμόν της, φο­βου­μέ­νη μη δεν προ­φθά­ση, μη κλεί­ση ο νυμ­φών, και αυ­τή δεν ε­κοι­μή­θη ως αι πέν­τε μω­ραί παρ­θέ­νοι· α­πε­ναν­τί­ας η­γρύ­πνει με πλέ­ον α­νοι­κτά τα μά­τια α­πό τας φρο­νί­μους.
Η­γρύ­πνει πε­ρισ­σό­τε­ρον και α­πό ε­μέ, και ε­βι­ά­ζε­το πε­ρισ­σό­τε­ρον και α­πό ε­μέ, ό­ταν παι­δί­ον με α­πε­ρί­γρα­πτον α­νυ­πο­μο­νη­σί­αν α­νέ­με­νον την νύ­κτα του Πά­σχα. Τό­τε μό­νον ή­θε­λον να νυ­κτώ­νη τα­χέ­ως. Τας άλ­λας η­μέ­ρας ή­θε­λον να μη νυ­κτώ­νη ει δυ­να­τόν, να μη τε­λει­ώ­σουν τα α­τε­λεί­ω­τα παι­γνί­διά μου.
— Αχ, πό­τε θα νυ­κτώ­ση, μάν­να; Ε­πα­νε­λάμ­βα­νον την ε­σπέ­ραν του Με­γά­λου Σαβ­βά­του, α­πο­κρε­μών ε­νω­ρίς-ε­νω­ρίς α­πό του τοί­χου την λευ­κήν λαμ­πα­δί­τσα μου, την ο­ποί­αν μου εί­χεν α­γο­ρά­σει ο κα­ϋ­μέ­νος ο πα­τέ­ρας μου α­πό την Με­γά­λην Πέμ­πτην — α­πό δύ­ο για κά­θε παι­δί, μί­αν κι­τρί­νην διά τον Ε­πι­τά­φιον και μί­αν ά­σπρην — ά­σπρην διά την Α­νά­στα­σιν. — Την κι­τρί­νην την έ­καυ­σα εις τον Ε­πι­τά­φιον, η ά­σπρη ε­κρέ­μα­το εις τον τοί­χον μα­ζί με τας άλ­λας, και την έ­βλε­πα εις τον ύ­πνον μου τό­σον ζω­η­ρά, πό­τε πως μου την ε­πή­ρεν η με­γά­λη α­δελ­φή μου — ζη­λεύ­σα­σα τά­χα, δι­ό­τι τα κο­ρί­τσια τα με­γά­λα δεν πη­γαί­νουν εις την Α­νά­στα­σιν την νύ­κτα, αν δεν αρ­ρα­βω­νι­σθώ­σι — πό­τε πως ά­να­ψε μο­νά­χη της, και ε­ση­κο­νό­μουν α­πό το στρω­μα­τά­κι μου να την σβύ­σω τά­χα· και τό­τε την έ­βλε­πα ε­κεί εις τον τοί­χον ά­σπρην-ά­σπρην την λαμ­πα­δί­τσα μου, με η­ρε­μί­αν και α­τα­ρα­ξί­αν α­να­μέ­νου­σαν να έλ­θη της Α­να­στά­σε­ως η ώ­ρα.
Ε­νύ­κτω­σε πλέ­ον κι ε­γώ δεν η­σύ­χα­ζον. Κα­τ' ε­πα­νά­λη­ψιν με­τέ­βαι­νον εις την πλα­τεί­αν του να­ού α­νυ­πο­μο­νών. Πλην βλέ­πων την θύ­ραν κλει­στήν και διά του θαμ­βού υ­ε­λο­πί­να­κος των θυ­ρί­δων φως κι­νού­με­νον και πε­ρι­πα­τούν εις το σκο­τει­νόν του να­ού βά­θος — ή­το η εκ­κλη­σι­άρ­χισ­σα ε­τοι­μά­ζου­σα τας καν­δή­λας — ε­πέ­στρε­φον εις την οι­κί­αν μας φο­βι­σμέ­νος. Και ό­ταν πλέ­ον α­παυ­δή­σας ε­στή­ρι­ζον τα νώ­τα μου εις τον τοί­χον πα­ρά την ε­στί­αν, και ο ύ­πνος α­πα­τη­λός ήρ­χι­ζε να βα­ρύ­νη τα βλέ­φα­ρά μου η­μί­κλει­στα, τό­τε ή­κου­α τον γλυ­κύν του κώ­δω­νος ή­χον — μέ­σ' 'ς τα με­σά­νυ­κτα — ε­πε­τι­ό­μουν ε­πά­νω πτε­ρω­τός, ε­λα­φρός ως πτη­νόν. Ε­φό­ρουν τα και­νούρ­για υ­πο­δή­μα­τά μου, υ­πε­ρή­φα­νος διά το τρί­ξι­μόν των, ε­ξε­κρε­μού­σα την λαμ­πα­δί­τσα μου, και έ­τρε­χον πρώ­τος- πρώ­τος εις την Α­νά­στα­σιν, ε­νώ ο κώ­δων ε­σή­μαι­νεν α­κό­μη.
Αχ! πό­σον γλυ­κύς μου ε­φαί­νε­το ο ή­χος του τό­τε μέ­σ' 'ς τα με­σά­νυ­κτα! Σαν να μη ή­το ο συ­νή­θης κώ­δων, ο ση­μαί­νων τους πτω­χούς ε­σπε­ρι­νούς και τα σα­ρα­κο­στι­νά α­πό­δει­πνα, αλ­λ' έ­τε­ρος, εκ μυ­στη­ρι­ώ­δους με­τάλ­λου, εύ­η­χος και καλ­λι­κέ­λα­δος, χαρ­μο­σύ­νως πρώ­τος αυ­τός κη­ρύτ­των την Α­νά­στα­σιν εις την κοι­μω­μέ­νην εν τη φθο­ρά φύ­σιν. Και η νύ­κτιος αύ­ρα, πα­ρα­λαμ­βά­νου­σα το γλυ­κύ κε­λά­δη­μά του, ε­σκόρ­πι­ζεν εις θά­λασ­σαν και ξη­ράν ως τρυ­φε­ρόν ε­γερ­τή­ριον αγ­γε­λι­κών ορ­γά­νων . . . . .

***

 — Να μη αρ­γή­σης, εί­πεν η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να εις τον σύ­ζυ­γόν της.
Ό­στις ευ­ρέ­θη με­τ' ο­λί­γον εις το στιλ­πνόν παγ­κά­ριον ως πο­λυ­όμ­μα­τος Άρ­γος, παν­τα­χού βλέ­πων, και τα πάν­τα τα­κτο­ποι­ών.
Εν πρώ­τοις συλ­λα­βών α­πό του ω­τί­ου παι­δί­α τι­νά ξε­σκού­φω­τα, ά­τι­να βα­στά­ζον­τα παμ­με­γί­στους ή­λους — τζα­βέ­ταις — υ­πο­κλα­πέν­τας α­πό του ναυ­πη­γεί­ου, εί­χον πα­ρα­τα­χθή κα­τά γραμ­μήν ως στρα­τι­ώ­ται προ των μαρ­μα­ρί­νων βαθ­μί­δων της Α­γί­ας Πύ­λης και ή­σαν έ­τοι­μα, ό­ταν α­κού­σω­σι το Χρι­στός-Α­νέ­στη, να κρο­τή­σω­σι τα κα­ψύ­λια των, θέ­τον­τα αυ­τά ε­πί της λει­αν­θεί­σης και στρογ­γυ­λευ­θεί­σης αιχ­μής του ή­λου, ον θ' ά­φι­νον να κα­τα­πέ­ση κα­θέ­τως ε­πί των πλα­κών. Οι τρα­κω­τοί ή­χοι των εκ­πυρ­σο­κρο­τούν­των ού­τω κα­ψυ­λί­ων, ή­σαν τό­σον θο­ρυ­βώ­δεις και τό­σον πυ­κνοί και συ­νε­χείς, ώ­στε κα­τ' έ­τος ε­γί­νε­το ά­κο­σμος χα­σμω­δί­α εν­τός του να­ού. Τώ­ρα ό­μως να της ξε­χά­σουν αυ­ταίς της μπιρ­μπαν­τιαίς! έ­λε­γεν ο κυρ Μα­νω­λά­κης. Και συλ­λαμ­βά­νων αυ­τά α­πό του ω­τί­ου έ­να-έ­να τα α­πώ­θη­σεν έ­ξω του να­ού. Τα ο­ποί­α πα­ρα­τα­χθέν­τα τό­τε εν τη πλα­τεί­α ε­νέ­παι­ζον τον ε­πί­τρο­πον εν χο­ρώ:
— Φώ­το-σβέ­στη! Φώ­το-σβέ­στη! Φώ­το-σβέ­στη!
Α­κο­λού­θως ι­δών ό­τι δύ­ο γραί­αι εί­χον ει­σχω­ρή­σει δο­λί­ως εις τον να­όν αρ­πά­σα­σαι δύ­ο στα­σί­δια κά­τω-κά­τω εις την σκο­τί­αν, έ­λα­βεν αυ­τάς α­πό τας χεί­ρας, με κα­λόν τρό­πον, και ε­ξή­γα­γεν εκ του νάρ­θη­κος, ο­δη­γών εις την γυ­ναι­κω­νί­τι­δα:
— Α­πά­νω γλή­γο­ρα μη σας τσα­λα­πα­τή­σουν!
Και συγ­χρό­νως ε­πρό­φθα­νε και εις τα μα­νουά­λια, τα ο­ποί­α έ­φρισ­σον υ­πό τας λη­στρι­κάς χεί­ρας του, κ' ε­ψι­θύ­ρι­ζεν, ί­να δι­και­ο­λο­γή­ται:
— Οι­κο­νο­μί­α, παι­διά! Οι­κο­νο­μί­α! Σή­με­ρα θα βγά­λη και η εκ­κλη­σί­α το κε­ρί που καί­ει ό­λο τον χρό­νο τζάμ­πα!

***

Ή­δη ο να­ός ε­πλη­ρώ­θη ο­λί­γον κα­τ' ο­λί­γον. Οι χω­ρι­κοί κα­θα­ρώς και ευ­πρε­πώς εν­δε­δυ­μέ­νοι κα­τέ­λα­βον οι γέ­ρον­τες τα στα­σί­δια, οι νε­ώ­τε­ροι τα προ των χο­ρών κε­νά, νη­φά­λιοι και σι­ω­πη­λοί, κρα­τούν­τες πλα­γι­α­σμέ­νας ε­πί του στή­θους των τας λαμ­πά­δας μη α­να­φθεί­σας α­κό­μη. Ό­πι­σθεν δε των δρυ­φά­κτων υ­πό το η­μί­φως των καν­δή­λων της γυ­ναι­κω­νί­τι­δος δι­έ­κρι­νε τις σκι­ε­ράς μορ­φάς, τας συ­να­θροι­ζο­μέ­νας γυ­ναί­κας. Οι χο­ροί έ­ψαλ­λον σι­γά-σι­γά με τα­πει­νήν φω­νήν και τα­πει­νό­τε­ρον ύ­φος το Κύ­μα­τι θα­λάσ­σης, ί­να αρ­γό­τε­ρον, ό­ταν θα ε­με­λώ­δουν βρον­το­φώ­νως το Χρι­στός Α­νέ­στη, γί­νη κα­τα­φα­νής η αν­τί­θε­σις του πέν­θους και της χα­ράς.
Αλ­λ' ε­νώ ο κυρ-Μα­νω­λά­κης δι­ε­νο­εί­το ό­τι ή­το και­ρός πλέ­ον να με­τα­βή και πα­ρα­λά­βη την α­να­μέ­νου­σαν σύ­ζυ­γόν του, ή­τις βε­βαί­ως θ' α­νυ­πο­μό­νει λί­αν, ει­σέρ­χε­ται ο δή­μαρ­χος του χω­ρί­ου, μι­ξο­πό­λιος κ' ευ­τρα­φής α­νήρ, ο­δη­γών τέσ­σα­ρας νε­α­ράς κυ­ρί­ας — τας δύ­ο νε­α­ρω­τέ­ρας — την σύ­ζυ­γον του υ­πο­τε­λώ­νου και την θυ­γα­τέ­ρα της, και την σύ­ζυ­γον του λι­με­νάρ­χου και την θυ­γα­τέ­ρα της. Ο­πί­σω η­κο­λού­θουν ο υ­πο­τε­λώ­νης χον­δρο­κα­μω­μέ­νος και χω­λός τον έ­τε­ρον πό­δα, ε­ξη­κον­τού­της α­νήρ, με λευ­κόν πώ­γω­να ως να ε­πέν­θει. Εις τους ο­φθαλ­μούς έ­φε­ρε στρογ­γυ­λά πρά­σι­να ομ­μα­τουά­λια. Πα­ρα­πί­σω ήρ­χε­το ο λι­με­νάρ­χης υ­ψη­λός — υ­ψη­λός, ως λεύ­κα, κλεί­ων την συ­νο­δεί­αν, με­σό­κο­πος, με πο­λι­τι­κήν εν­δυ­μα­σί­αν — ά­γνω­στον αν ή­το α­ξι­ω­μα­τι­κός — κρα­τών εις χεί­ρας τον πλα­τύ­γυ­ρον πί­λον, ο­λί­γον προ­τε­τα­μέ­νον ως δί­σκον.
Ο κυρ-Μα­νω­λά­κης πα­ρέ­μει­νε τό­τε εις την θέ­σιν του, ί­να πε­ρι­ποι­η­θή πρώ­τον τους ξέ­νους και τας κυ­ρί­ας των — το κα­τά δύ­να­μιν — και με­τά ταύ­τα θα με­τέ­βαι­νε να πα­ρα­λά­βη την σύ­ζυ­γόν του.
Αι τέσ­σα­ρες κυ­ρί­αι έ­φε­ρον μα­κράς ε­σθή­τας α­νοι­κτο­χρό­ους και πί­λους σκλη­ρούς με πλα­τείς προ του με­τώ­που πε­τά­σους, ε­στο­λι­σμέ­νους με άν­θη ποι­κι­λό­χρο­α και πτη­νά με α­νοι­κτά ράμ­φη οί­τι­νες ω­μοί­α­ζον ως να ή­σαν φω­λε­αί εξ α­χύ­ρου και χόρ­του με τα πτη­νά εν­τός. Διά το ψύ­χος δε της νυ­κτός δή­θεν έ­φε­ρον κρε­μά­με­νον μα­κρόν πο­δή­ρες, πε­ρι­λαί­μιον τά­χα, εκ με­λα­ψών πτε­ρών στιλ­πνών συγ­κε­κολ­λη­μέ­νων εν ορ­μα­θώ, ό­περ κα­τά τα βά­δι­σμά των ε­ξη­νε­μί­ζε­το προ των πο­δών ως χον­δρό­πλε­κτον σχοι­νί­ον καρ­μη­λί­τι­δος μο­να­χής εκ των πο­λυ­ω­νύ­μων του δυ­τι­κού κλή­ρου ταγ­μά­των, τα δε πε­ρί τον λαι­μόν ε­κεί πτε­ρά α­ε­ρι­ζό­με­να τό­τε και α­να­κι­νού­με­να ως τα πτί­λα των ορ­νί­θων έ­κα­μνον και τας τέσ­σα­ρας να φαί­νων­ται ως ε­σφαγ­μέ­νοι πε­τει­νοί.
Συν τη ει­σό­δω των εν τω ά­μα ει­σώρ­μη­σεν εν τω να­ώ πα­χυ­μύ­ρου πνεύ­μα βα­ρύ­ο­σμον και ο­χλη­ρόν. Κα­τ' ευ­θεί­αν ε­προ­χώ­ρη­σαν εις το Παγ­κά­ριον, ό­που ο κυρ-Μα­νω­λά­κης πάν­το­τε μει­δι­ών υ­πό τους στα­κτε­ρούς του μύ­στα­κας, α­νέ­με­νεν αυ­τάς προ­βάλ­λων εμ­πρός-εμ­πρός τους δί­σκους, και α­πο­χω­ρί­ζων την στιγ­μήν ε­κεί­νην αρ­γυ­ρά τι­να νο­μί­σμα­τα, ό­πως μη κα­λύ­πτων­ται υ­πό των χαλ­κί­νων κερ­μά­των, ι­δί­ως ό­μως ί­να διά της σι­ω­πη­λής αυ­τής πα­ρα­στά­σε­ώς του ευ­γλωτ­τό­τε­ρον εκ­φρά­ση εις τας ξέ­νας κυ­ρί­ας την ε­πι­θυ­μί­αν του, να ρί­ψουν αρ­γυ­ρά κέρ­μα­τα — τέ­τοι­α μέ­ρα! Ε­πί­σης την στιγ­μήν ε­κεί­νην α­νε­σκά­λευ­ε και τα με­γά­λα κη­ρί­α, τα δε­κά­λε­πτα, μη τυ­χόν και δεν τα ί­δω­σιν.
Οι άν­θρω­ποι ε­στρά­φη­σαν ό­λοι προς το παγ­κά­ριον. Ο δε­ξιός ψάλ­της κα­τα­πτο­η­θείς εκ της α­προσ­δο­κή­του εμ­φα­νί­σε­ως των ξέ­νων κυ­ρι­ών έ­χα­σε τον στί­χον και τον ρυθ­μόν, ο δε α­ρι­στε­ρός θε­λή­σας να υ­ψώ­ση ε­πι­δει­κτι­κώς την φω­νήν του έ­κα­με μί­αν α­η­δε­στά­την πα­ρα­φω­νί­αν, κι­νή­σα­σαν το μει­δί­α­μα της νε­ω­τέ­ρας των κυ­ρι­ών.
Πρώ­την φο­ράν οι άν­θρω­ποι ε­μάν­θα­νον ό­τι εί­χον οι­κο­γε­νεί­ας ο υ­πο­τε­λώ­νης και ο λι­με­νάρ­χης, οί­τι­νες α­πό πρω­ί­ας μέ­χρις ε­σπέ­ρας ε­χαρ­τό­παι­ζαν εν τω κα­φε­νεί­ω ελ­λεί­ψει ερ­γα­σί­ας.
— Ί­σως ό­μως και να ήλ­θαν α­πό­ψε με το βα­πό­ρι, έ­λε­γον.
Αι κυ­ρί­αι, και αι τέσ­σα­ρες κα­τά σει­ράν, λα­βού­σαι α­νά έν κη­ρί­ον ήλ­θον εις το ει­κο­νο­στά­σιον, ά­φη­σαν τα κη­ρί­α των χω­ρίς να τα α­νά­ψω­σιν — ε­φό­ρουν χον­δρά και μα­κρά γάν­τια — έ­κυ­ψαν με τους πλα­τείς προ του με­τώ­που των πε­τά­σους ν' α­σπα­σθώ­σι την Α­πο­κα­θή­λω­σιν, αλ­λά δεν ημ­πό­ρε­σαν έ­νε­κα του ξη­ρού πί­λου των, και α­πε­χώ­ρη­σαν. Ουχ ήτ­τον κα­τέ­λι­πον ε­πί της ει­κό­νος και αι τέσ­σα­ρες πυ­κνά μό­ρια του βα­ρυ­ό­σμου μύ­ρου των, δι' ου εί­χον πε­ρι­λου­σθή, φαί­νε­ται, και ε­πί ώ­ραν με­τά ταύ­τα οι άν­θρω­ποι οι πλη­σι­ά­ζον­τες ν' α­σπα­σθώ­σιν έ­κα­μνον α­η­δείς μορ­φα­σμούς. Γέ­ρων μά­λι­στα ποι­μήν θε­λή­σας ν' α­σπα­σθή, ο ει­θι­σμέ­νος αυ­τός εις του βου­νού τας καλ­λι­μύ­ρους αύ­ρας, κα­τε­λή­φθη υ­πό ζω­η­ρού πταρ­νί­σμα­τος, ε­νο­χλη­θεί­σης υ­πό του βα­ρέ­ος ε­κεί­νου μύ­ρου της ρι­νός του ως ε­άν εί­χε λά­βει ταμ­βά­κον.
Ε­νώ πρό­τε­ρον έ­πνε­εν εν τω να­ώ μί­α γλυ­κεί­α α­ρω­μα­τι­κή πνο­ή μα­λα­κή και θω­πεύ­ου­σα την ό­σφρη­σιν, πνο­ή ευ­ά­ρε­στος και η­δεί­α των ε­α­ρι­νών αν­θέ­ων, τα ο­ποί­α ά­φθο­να ε­κό­σμουν τας α­γί­ας ει­κό­νας, προ­σφο­ρά ευ­ά­ρε­στος και ευ­πρόσ­δε­κτος των νε­α­νί­δων του χω­ρί­ου, αί­τι­νες ή ά­γα­μοι ή πεν­θού­σαι ή α­σθε­νείς, κλει­σμέ­ναι εν τω οί­κω των, στέλ­λου­σιν εις την Α­νά­στα­σιν του ευα­νθούς κή­που των τα πε­ρι­πό­θη­τα δώ­ρα.
Αι τέσ­σα­ρες κυ­ρί­αι με­τά τού­το ε­πα­νήλ­θον και ε­στά­θη­σαν πα­ρά το Παγ­κά­ριον πά­λιν, ό­που ί­σταν­το και οι σύ­ζυ­γοί των. Ο δή­μαρ­χος ελ­θών συ­νεν­νο­εί­το με­τά του ε­φη­με­ρί­ου πε­ρί της τε­λε­τής.
Ο κυρ-Μα­νω­λά­κης νο­μί­ζων ό­τι ή­θε­λον να ρί­ψω­σιν εις τον δί­σκον τι, ήρ­χι­σε με­λω­δών ι­κε­τευ­τι­κώ­τα­τα:
— Το λά­δι της εκ­κλη­σί­ας! Και εις έ­τη πολ­λά!
Ε­κεί­ναι ό­μως ι­δού­σαι τέσ­σα­ρα στα­σί­δια κε­νά ό­πι­σθεν του παγ­κα­ρί­ου ει­σήλ­θον πά­ραυ­τα και τα κα­τέ­λα­βον μει­δι­ώ­σαι και αι τέσ­σα­ρες. Και α­νοί­ξα­σαι πά­ραυ­τα τέσ­σα­ρα εκ κοι­νού χρω­μα­τι­στού πα­νί­ου ρι­πί­δια ήρ­χι­σαν ν' α­ε­ρί­ζων­ται, βλέ­που­σαι ε­δώ κ' ε­κεί ως ε­άν ει­σήλ­θον εις θέ­α­τρον.
Ο κυρ-Μα­νω­λά­κης ι­δών πα­ρ' ελ­πί­δα ό­τι αι ξέ­ναι κυ­ρί­αι ε­το­πο­θε­τή­θη­σαν ο­ρι­στι­κώς ε­κεί, κα­τε­λή­φθη υ­πό της συ­νή­θους νευ­ρι­κής τα­ρα­χής του. Και κα­τ' αρ­χάς μεν διά κω­μι­κών νευ­μά­των μει­δι­ών­των και συ­νο­φρυ­ου­μέ­νων συ­νά­μα, υ­πε­δεί­κνυ­εν εις αυ­τάς την γυ­ναι­κω­νί­τι­δα. Ε­πει­δή ό­μως αι κυ­ρί­αι α­προ­σε­κτού­σαι εις τα νεύ­μα­τά του ε­ξη­κο­λού­θουν να ο­μι­λώ­σι με­τα­ξύ των, ο κυρ-Μα­νω­λά­κης η­ναγ­κά­σθη να πα­ρα­τη­ρή­ση εις αυ­τάς κα­θα­ρά:
— Δεν εί­νε ε­δώ η θέ­σις σας!
Αι κυ­ρί­αι έ­κα­μαν πώς δεν ή­κου­σαν, και ε­ξη­κο­λού­θουν ν' α­ε­ρί­ζων­ται με τα ρι­πί­διά των.
— Κυ­ρί­αι, ε­δώ εί­νε η θέ­σις διά τους άν­δρας. Να πά­τε ε­πά­νω, πα­ρα­κα­λώ, να μη γί­νη σκάν­δα­λον.
Και ε­δεί­κνυ­ε την γυ­ναι­κω­νί­τι­δα.
Ταυ­το­χρό­νως η δι­δα­σκά­λισ­σα του χω­ρί­ου, νε­ά­νις α­γα­θή πλην υ­πε­ρή­φα­νος, ως πά­σα δι­δα­σκά­λισ­σα χω­ρί­ου, εκ του Αρ­σα­κεί­ου ε­ξελ­θού­σα, α­πό της γυ­ναι­κω­νί­τι­δος ό­που ή­το, ι­δού­σα τας ξέ­νας κυ­ρί­ας και ό­τι ε­το­πο­θε­τή­θη­σαν κά­τω, έ­σπευ­σε και αυ­τή, κα­τα­λι­πού­σα ε­πά­νω την μη­τέ­ρα της. Και ελ­θού­σα έ­στη πλη­σί­ον των ξέ­νων κυ­ρι­ών κομ­ψώς χαι­ρε­τί­σα­σα.
— Νά τα! Νά τα!
Εί­πε τό­τε με­τ' α­γα­να­κτή­σε­ως ο ε­πί­τρο­πος και προ­σέ­θη­κε:
— Τώ­ρα δεν μέ­νει άλ­λο, πα­ρά να κα­ται­βού­νε αι γυ­ναί­κες κά­τω και ν' α­ναι­βού­νε οι άν­δρες α­πά­νω.
Η με­γα­λει­τέ­ρα των κυ­ρι­ών ι­δού­σα ό­τι ο κό­σμος ήρ­χι­σε να προ­σέ­χη εις το θο­ρυ­βώ­δες ε­πει­σό­διον το προ­κλη­θέν υ­πό του ε­πι­τρό­που, και θέ­λου­σα να δεί­ξη ί­σως εις τον κό­σμον ό­τι α­πλώς ω­μί­λουν ε­κεί με­τά του ε­πι­τρό­που, στρα­φεί­σα λέ­γει προς αυ­τόν χα­ρι­έν­τως.
— Ω­ραί­α εί­νε η εκ­κλη­σί­α σας, κύ­ρι­ε Ε­πί­τρο­πε.
— Πο­λύ ω­ραί­α εί­νε, κυ­ρί­α μου, και έ­χει και γυ­ναι­κεί­ο διά τας γυ­ναί­κας!
Η κυ­ρί­α έ­κα­με μομ­φα­σμόν δυ­σα­ρε­σκεί­ας, με­τά πε­ρι­φρο­νή­σε­ως βλέ­που­σα τον ε­πί­τρο­πον.
Ή­δη προ­σήλ­θεν ε­κεί και ο κ. Δή­μαρ­χος.
— Κύ­ρι­ε Δή­μαρ­χε, τι ζη­τεί αυ­τός ο κύ­ριος ε­δώ;
Εί­πε μί­α των κυ­ρι­ών διά του ρι­πι­δί­ου της δει­κνύ­ου­σα τον κυρ- Μα­νω­λά­κην.
— Ζη­τώ, κύ­ρι­ε δή­μαρ­χε, να ε­φαρ­μό­σω . . . τα έ­θι­μα.
— Ά­φη­σε, κυρ-Μα­νω­λά­κη! εί­πεν ο δή­μαρ­χος με­τά της συ­νή­θους γλυ­κύ­τη­τος της γλώσ­σης του ως ε­άν ή­λει­φεν αυ­τήν διά μέ­λι­τος. Δεν πει­ρά­ζει, εί­νε ξέ­νοι.
— Τι θα πη δεν πει­ρά­ζει! Ί­σα-ί­σα οι ξέ­νοι πρέ­πει να σέ­βον­ται τα έ­θι­μα του τό­που καλ­λί­τε­ρον α­πό τους εν­το­πί­ους.
Και στρα­φείς εί­πε πά­λιν προς τας κυ­ρί­ας:
— Κυ­ρί­αι, δεν εί­νε ε­δώ η θέ­σις σας. Μη κά­μνε­τε κα­κήν αρ­χήν!
Ο δή­μαρ­χος ι­δών ό­τι ο ε­πί­τρο­πος ή­το α­με­τά­πει­στος, και φρο­νών ό­τι θα ε­ξε­τί­θε­το η υ­πό­λη­ψίς του α­πέ­ναν­τι των ξέ­νων, ω­μί­λη­σε με­τά τι­νος αυ­στη­ρό­τη­τος προς τον ε­πί­τρο­πον, ό­στις ό­μως ε­ξη­κο­λού­θει να ε­πι­μέ­νη.
Τό­τε ο δή­μαρ­χος αλ­λά­ξας γλώσ­σαν — εί­χε δύ­ο· μί­αν α­λειμ­μέ­νην μέ­λι, και άλ­λην α­λειμ­μέ­νην φαρ­μά­κι — λέ­γει προς τον ε­πί­τρο­πον με­τά πι­κρί­ας:
— Για να σου πω: Πή­γαι­νε, κύτ­τα­ξε τα κε­ριά σου!
— Και τα κε­ριά, και της γυ­ναί­κες, και ό­λην την εκ­κλη­σί­αν. Έ­χω χρέ­ος να υ­πε­ρα­σπί­σω τα έ­θι­μα.
Α­πήν­τη­σε πι­κρό­τε­ρον ο ε­πί­τρο­πος.
— Φύ­γε α­π' ε­δώ, αυ­θά­δη!
Εί­πε τό­τε ο δή­μαρ­χος και ταυ­το­χρό­νως προ­σέ­θη­κεν:
— Α­πό σή­με­ρον δεν εί­σαι πλέ­ον ε­πί­τρο­πος, σε παύ­ω.
— Κου­τός εί­μαι να στα­θώ να με παύ­σης;
Εί­πε τό­τε ο κυρ-Μα­νω­λά­κης πρα­ό­τα­τος και γλυ­κύ­τα­τος, α­φού πλέ­ον έ­λη­γεν η ε­ξου­σί­α του. Κ' εκ­βα­λών πά­ραυ­τα α­πό της ζώ­νης του δύ­ο με­γά­λας κλεί­δας συν­δε­δε­μέ­νας διά γα­ϊ­τα­νί­ου δι­ε­πέ­ρα­σεν αυ­τάς α­πό του λαι­μού του δη­μάρ­χου ει­πών:
— Πριν με παύ­σης, πα­ραι­τού­μαι!
Και ε­ξήλ­θε του να­ού, εν ώ ή­δη ο γη­ραι­ός ε­φη­μέ­ριος με­γα­λο­πρε­πώς στας προ των α­γί­ων πυ­λών, ο­λό­χρυ­σον ημ­φι­ε­σμέ­νος στο­λήν πο­λύ­τι­μον, αρ­χαί­αν, βυ­ζαν­τι­νήν, και κρα­τών δύ­ο λαμ­πά­δας α­νημ­μέ­νας εις τας χεί­ρας του, έ­ψαλ­λεν ευ­μόλ­πως με φω­νήν κρο­τού­σαν η­χη­ρώς:
— Δεύ­τε λά­βε­τε φως εκ του α­νε­σπέ­ρου φω­τός!
Και εί­δες πά­ραυ­τα ο κό­σμος να συ­να­θροι­σθή πε­ρί τα Βη­μό­θυ­ρα συ­νω­θού­με­νος ν' α­νά­ψη την λαμ­πά­δα του, να λά­βη το φως εκ του α­νε­σπέ­ρου φω­τός· κ' έ­βλε­πες χεί­ρας τε­τα­μέ­νας γύ­ρω ε­κεί, και λευ­κάς λαμ­πά­δας εις πο­λυ­σύν­θε­τα και α­δι­έ­ξο­δα γε­ω­με­τρι­κά σχή­μα­τα, α­κτι­νω­τώς εγ­γι­ζού­σας τας α­νημ­μέ­νας του ι­ε­ρέ­ως λαμ­πά­δας, η πο­λιά μορ­φή του ο­ποί­ου κα­τη­γλα­ΐ­ζε­το φα­ει­νώς ως μορ­φή αγ­γέ­λου κο­λυμ­βών­τος εν τω φω­τί.
Οι ψάλ­ται πα­ρέ­λα­βον εί­τα το μέ­λος του ι­ε­ρέ­ως, ε­πα­να­λαμ­βά­νον­τες και αυ­τοί την με­λω­δί­αν:
— Δεύ­τε λά­βε­τε φως, εκ του α­νε­σπέ­ρου φω­τός . . .
Έ­ως ου ό­λος ο να­ός έ­λαμ­ψεν α­πό των φώ­των της Α­να­στά­σε­ως λάμ­ψιν φα­ει­νήν κ' ε­πέ­ρα­στον, α­λη­σμό­νη­τον λάμ­ψιν, φω­τί α­νε­σπέ­ρω πε­ρι­λου­σμέ­νος. Το φως το α­νέ­σπε­ρον α­νήλ­θε και εις την γυ­ναι­κω­νί­τι­δα, και ό­πι­σθεν των ξυ­λί­νων δρυ­φά­κτων ε­θε­ώ­ρεις πλέ­ον μαρ­μα­ρυ­γάς χρυ­σαυ­γείς, χρυ­σο­τρέ­μον­τα πράγ­μα­τα, παι­γνί­δια φλο­γός πάν­τερ­πνα, ο­φθαλ­μούς και α­δά­μαν­τας και φως χρυ­σού και λαμ­πά­δων λευ­κών, και λευ­κό­τη­τα πα­ρει­ών και χει­ρών και ρό­δα χει­λέ­ων, ως να κα­τέ­βη­σαν ε­κεί ό­πι­σθεν των δρυ­φά­κτων α­πό των ου­ρα­νών άγ­γε­λοι ποι­κι­λό­πτε­ροι.
Παι­δί­α τι­νά ε­ξα­πα­τη­θέν­τα και νο­μί­σαν­τα ό­τι ε­ψάλ­λε­το το Χρι­στός Α­νέ­στη, έ­καυ­σαν εν κρό­τω τα κα­ψύ­λιά των· γέ­ρων δε τις λαί­μαρ­γος έ­θραυ­σε πά­ραυ­τα το κόκ­κι­νον αυ­γό, το ο­ποί­ον έ­φε­ρε πάν­το­τε την νύ­κτα της Α­να­στά­σε­ως μα­ζί του εν τη εκ­κλη­σί­α, και το ερ­ρό­φα, ε­νώ ο κυρ-Μα­νω­λά­κης με­τέ­βαι­νεν εις την οι­κί­αν του πα­ρη­τη­μέ­νος πλέ­ον και έ­χων εις τον νουν του ί­σως την πρόρ­ρη­σιν της μα­γίσ­σης.
Οι παί­δες έ­ξω εις την πλα­τεί­αν ι­δόν­τες αυ­τόν εν τη σκο­τί­α της νυ­κτός ήρ­χι­σαν εν χο­ρώ: Φώ­το-σβέ­στη! Φώ­το-σβέ­στη!

***

— Α­κό­μα '­λί­γο ναρ­θώ μο­νά­χη μου!
Εί­πεν η κυ­ρά Μα­νω­λά­και­να, ό­λη χρυ­σή και ω­ραί­α, α­να­μέ­νου­σα προ τό­σης ώ­ρας τον σύ­ζυ­γόν της, ί­να την ο­δη­γή­ση εις τον να­όν.
Ε­φό­ρει πο­λύ­τι­μον φου­στά­νι εξ α­τλα­ζί­ου χρώ­μα­τος ε­ρυ­θρού — φω­τιά μο­να­χή — εις το κά­τω μέ­ρος του ο­ποί­ου ή­το προ­σηρ­μο­σμέ­νος πλα­τύς — τρι­ών σπι­θα­μών — πο­δό­γυ­ρος εκ χρυ­σής στό­φας το χρυ­σο­κέν­τη­τον βε­λού­δι­νον μπαμ­που­κλί της ή­το ε­ζω­σμέ­νον διά χρυ­σής πλα­τεί­ας ζώ­νης, πορ­που­μέ­νης διά χρυ­σών πορ­πών σχή­μα­τος παμ­με­γί­στου α­μυ­γδά­λου με γλυ­φάς και πα­ρα­στά­σεις αν­θέ­ων και φυ­τών. Πε­ρί την κε­φα­λήν της α­ρα­χνο­ϋ­φής πέ­πλος, το πε­ρί­φη­μον α­λέ­μι, ε­λα­φρώς ήγ­γι­ζε τας ρο­δι­νάς της πα­ρειάς και προ­στά­τευ­ον στιλ­πνά μέ­ρη της μαύ­ρης κό­μης εγ­γύς των ώ­των, εύ­μορ­φα κτε­νι­στούς βο­στρυ­χί­σκους, ε­δι­πλού­το δι' α­πα­λών πτυ­χών υ­πό την σι­α­γό­να, και ε­στη­ρί­ζε­το ε­πί της ω­μο­πλά­της ο­πί­σω διά χρυ­σής καρ­φί­δος, υ­πό την ο­ποί­αν ε­λα­φρώς ε­θυσ­σα­νούν­το τα κλω­νί­α, φέ­ρον­τα κεν­τη­τούς σταυ­ρα­ε­τούς.
Ε­πί της κο­ρυ­φής υ­πό το α­λέ­μιον έ­λαμ­πεν εν τω φω­τί με­γά­λη χρυ­σο­κέν­τη­τος γλά­στρα με ο­λό­κλη­ρον τρι­αν­τα­φυλ­λέ­αν με τα φύλ­λα της και με τα ρό­δα της, κό­σμη­μα του κα­λύμ­μα­τος της κε­φα­λής, υ­πό το ο­ποί­ον α­ό­ρα­τος πε­ρι­δέ­νε­ται των γυ­ναι­κών η κό­μη. Την στιγ­μήν κα­τά την ο­ποί­αν ει­σήλ­θεν ο κυρ-Μα­νω­λά­κης η σύ­ζυ­γός του ε­τα­κτο­ποί­ει τας τρι­γω­νι­κώς α­νε­στραμ­μέ­νας χει­ρί­δας της — τα προ­μά­νι­κα — ί­να φαί­νη­ται κα­λώς το υ­πέν­δυ­μά των, η χρυ­σή στό­φα, και δι­ώρ­θου τας χρυ­σάς εμ­βά­δας της, στε­ρε­ώ­νου­σα τους πό­δας της κα­λώς εν αυ­ταίς.
Αίφ­νης ι­δού­σα ό­τι ο σύ­ζυ­γός της ή­το σύ­νο­φρυς και κα­τη­φής ε­ξε­πλά­γη:
— Τι έ­πα­θες κα­λέ!
Η­ρώ­τη­σεν.
— Ά­φη­σέ με! α­πήν­τη­σεν ο κυρ-Μα­νω­λά­κης.
— Μή­πως ε­πι­ά­σθη­κες πά­λιν για τα κε­ριά;
— Πα­ρα­τή­θη­κα!
Η α­πάν­τη­σις αύ­τη ε­πά­γω­σε την κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να, ή­τις α­πέ­μει­νεν ως χρυ­σούν ά­γαλ­μα σι­ω­πη­λή και α­κί­νη­τος.
Ο κυρ Μα­νω­λά­κης το ε­φύ­σα και δεν ε­κρύ­ο­νε, κα­τά το δη λε­γό­με­νον. Έ­φε­ρε γύ­ρω κα­τ' αρ­χάς εις την αί­θου­σαν του μη δυ­νά­με­νος ου­δέ να α­να­πνεύ­ση α­πό την ορ­γήν, σκο­τει­νός, α­μί­λη­τος, ω­σάν πρω­θυ­πουρ­γός προ μι­κρού δώ­σας την πα­ραί­τη­σίν του, ου­δέ α­παν­τών εις τας ε­ρω­τή­σεις της ω­ραί­ας Γε­ρα­κί­τσας· έ­ως ου τέ­λος ζα­λι­σθείς ε­σω­ριά­σθη ε­πί του κα­να­πέ ψι­θυ­ρί­ζων:
— Α­φού έ­κα­μες κα­κήν αρ­χήν να βγά­λης α­πό το κα­φά­σι της γυ­ναί­κες, κυρ Δή­μαρ­χε, θα έλ­θη η η­μέ­ρα ο­πού αυ­ταί θα σε στρι­μώ­ξουν, ε­σέ­να, θέ­λον­τα μη θέ­λον­τα, μέ­σα εις το κα­φά­σι. Να με θυ­μη­θή­τε!

***

Α­πό της α­νοι­χτής θύ­ρας ει­σήρ­χε­το η με­σο­νύ­κτιος κρύ­α δρό­σος, πλη­ρού­σα τον σκο­τει­νόν και κα­τη­φή του κυρ-Μα­νω­λά­κη οί­κον χαρ­μο­σύ­νου βο­ής, ή­τις η­χη­ρά και κρα­ται­ά εν κρό­τοις πι­στο­λι­σμών και κρο­τα­λι­σμοίς κα­ψυ­λί­ων ε­κό­μι­ζε παν­τα­χού, εις πό­λεις και δά­ση και κοι­λά­δας και πε­λά­γη, εις γην και ου­ρα­νόν, το πα­νευ­φρό­συ­νον Χρι­στός Α­νέ­στη, ψαλ­λό­με­νον πα­νη­γυ­ρι­κώς εν τη μι­κρά του να­ού πλα­τεί­α. Εί­χον α­να­στή­σει πλέ­ον.

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Εισήγηση π. Βασιλείου Χριστοδούλου στην παρουσίαση του βιβλίου του π. Χριστοδούλου Μπίθα



ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ π. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΜΠΙΘΑ

«Τό Μυστήριο τῆς χαρᾶς καί τῆς εὐχαριστίας»
(Πνευματικό Κέντρο Ἱ.Ν.Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν Μοσχάτου 30.03.14)

Σεβαστοί πατέρες
Ἀγαπητοί ἀδελφοί,

Θά ἤθελα προκαταβολικά καί μέσα ἀπ’ τήν καρδιά μου νά εὐχαριστήσω τόν ἀγαπημένο μου ἀδελφό τόν π. Χριστόδουλο, πού μέσα στό συντροφικό μονοπάτι τοῦ ἐξώφυλλου τοῦ βιβλίου του ἐνέταξε καί τήν δική μου περπατησιά, μοναχική κι αὐτή καί συννεφιασμένη, ἀλλά σέ μονοπάτι πού ἤ θά ὑψωθεῖς σέ φάρο ἤ θά τελειώσεις σέ γκρεμό. Δέν εἶναι λογοπαίγνιο. Κάντε 366 βήματα μέσα στό μονοπάτι τοῦ βιβλίου καί θά τό διαπιστώσετε.
     Τοῦ τό ’χα ἐκμυστηρευτεῖ, πῶς ἀπό μικρό παιδί μέ μάγευαν οἱ φάροι. Παρεκκλήσιο μέ καμπαναριό τόν φάρο σέ θέα ὠκεάνιας νηνεμίας καί ἀντάριας εἶναι ἀκόμα τό ὄνειρό μου.
Ἐκεῖ λοιπόν πού δέν τό περίμενα αἰχμαλώτισε τήν στιγμή, τήν αἰσθάνθηκε σημαντική καί χωρίς νά τό καταλάβω βρέθηκα σέ κάδρο φωτογραφικό.
     Ὅλα τά χρόνια μου μέ τόν παπα Χριστόδουλο τόν ἀντιλαμβανόμουν στήν ἔνταση τῆς στιγμῆς, στό χάρισμα τῆς σύλληψης τοῦ αἰώνιου μέσα στό φευγαλέο, τῆς γεύσης τοῦ μόνιμου στό προσωρινό. Ζεῖ γιά τήν στιγμή πού οἱ ἄλλοι μόνιμα θά προσπερνοῦν. Γι’ αὐτό καί τελευταῖα στούς περιπάτους μας ἔχει ἀνά χεῖρας τόν φωτογραφικό φακό, νά συλλαμβάνει τά ἀντικειμενικῶς ἀπομακρυσμένα, ὅσα τό μάτι δέν μπορεῖ νά πιάσει, ἀλλά ὅσα ἤδη ἡ καρδιακή συναίσθηση ἔχει ἀπό πρίν δεῖ καί ἀγκαλιάσει.
    Εἶναι κάπως περίεργο στήν αἴσθηση, κάποιος, ἐνῷ δέν τό γνωρίζεις, νά ἔχει θεωρήσει σημαντική μιά στιγμή σου καί νά τήν ἔχει περισυνελέξει, σάν κομμάτι ἀπό ναυάγιο τοῦ χρόνου στόν ὠκεανό τῆς λήθης.
  Αὐτό βέβαια πού ἔκανε φωτογραφικά σ’ ἐμένα τοῦ τό ἔκανε συγγραφικά ὁ ἐπιμελητής τοῦ βιβλίου, ὁ Σωτήρης Κόλλιας. Ὅλα τά περιεχόμενα τοῦ βιβλίου ἀποτελοῦν λόγο προφορικό. Δέν δημιουργήθηκαν γιά νά περισυλλεχθοῦν στό χαρτί καί νά διασωθοῦν συγγραφικά. Κι ὅμως, ἐδῶ συναντᾶται ὅλη ἡ μαγεία τοῦ καρδιακοῦ ἱερατικοῦ λόγου. Μπορεῖ νά ἀγγίζει τούς ἀνθρώπους ἐνεργοποιώντας τους τέτοιες ἐπιθυμίες, καί  τό ἐκφέρον ὑποκείμενο, ὁ ἱερέας, νά μήν τό συνειδητοποιεῖ. Κι ὅλα τά ἐνεργεῖ ὁ Παράκλητος.
Ὁ κηρυγματικός λόγος μας, πολλές φορές εἶναι σπουδαιότερος ἀπ’ ὅσο ἐμεῖς τόν ἀξιολογοῦμε. Ἀγγίζει ἀνθρώπους πού δέν θά περιμέναμε ἤ ἐνεργοποιεῖ καταστάσεις πού οὔτε κἄν φανταζόμασταν.
      Ὁ Σωτήρης λοιπόν συλλαμβάνοντας αὐτές τίς κηρυγματικές στιγμές στόν χῶρο τῆς ἔκπληξης, ἀπομαγνητοφωνοῦσε τίς ὁμιλίες καί τίς ἐπεξεργαζόταν. Ὅταν πιά τό γνωστοποίησε στόν παπα-Χριστόδουλο ὁ δρόμος τοῦ βιβλίου εἶχε ἤδη ἀνοιχθεῖ.
 Πόση χαρά καί εὐχαριστία ἄρραγε μπορεῖ νά κρύβεται πίσω ἀπ’ τήν ἐξώθυρα τοῦ βιβλίου; Πίσω ἀπό τοπίο ἀσπρόμαυρο, μέ τήν φύση θεόρατη, στατική καί ἀγναντεύουσα τόν μοναχικό περίπατο δύο μικροσκοπικῶν πλασμάτων;
     Σ’ ἕνα κόσμο πού ἔχει ἐκπαιδευτεῖ νά ταυτίζει τήν χαρά μέ τήν διασκέδαση καί τήν εὐχαριστία μέ τήν ἰδιοτελῆ ἠδονή, τό βιβλίο τοῦτο εἶναι καταδικασμένο ἤδη ἀπ’ τό ἐξώφυλλό του στά ἀζήτητα. Γιά ὅσους ὅμως ἡ Εὐχαριστία εἶναι Θεία καί ἡ χαρά Μυστήριο, θά βλέπουν πάντα τόν ἑαυτό τους σέ μιά ἀπ’ τίς δύο συνοδοιπορούσες φιγούρες, διότι τέτοιες μοναξιές χρειάζονται γιά νά περιμαζεύεις τή χαρά μέσα σου καί πάντοτε ἄλλον ἕνα ἤ καί κάποιους ἐλάχιστους γιά νά σέ καταλαβαίνουν.
      Νομίζω πῶς ὅλο τό περιεχόμενο τοῦ βιβλίου ἐκφράζεται μέ τρόπο ἀπόλυτα περιεκτικό στόν ρηματικό ὑπότιτλό του: «Ἀναζητώντας». Ἐπιτέλους, διαβάζεις ἕνα ἐκκλησιαστικό-θεολογικό κείμενο καί δέν αἰσθάνεσαι ὅτι ὅλοι εἶναι κάπου φτασμένοι καί ἐσύ ὁ μόνος χαμένος. Εἶναι πολύ σημαντικό τό «ἀναζητώντας» νά ἐκφράζει πρώτιστα τόν συγγραφέα καί κατόπιν τόν ἀναγνώστη.
        Σέ ὅλη τήν ὁδοιπορία τῶν κειμένων τοῦ βιβλίου καταλαβαίνεις τό γιατί οἱ δυό φιγοῦρες τοῦ ἐξωφύλλου δέν δείχνουν τό πρόσωπό τους. Γιά νά πάρουν τό δικό σου. Ἐσύ καί ὁ συγγραφέας σέ ἕνα ταξίδι συνάντησης τοῦ Χριστοῦ τῆς Ἀγάπης μέ πλοηγό τό Εὐαγγέλιο, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας ἀναφέρει στό προλογικό του σημείωμα.
     Τά κείμενα τοῦ βιβλίου ὡς ἐπί τό πλεῖστον δέν εἶναι προϊόντα ἐπιμελημένης συγγραφῆς προδιαγεγραμμένων ὁμιλιῶν. Μέ βασικό βέβαια πάντοτε ὑπόβαθρο τήν εὐθύνη μιᾶς προετοιμασίας τοῦ συγγραφέα ἀπό πρίν, ἀποτελοῦν τοκετούς τῆς στιγμῆς, κάτι πού φανερώνει γονιμοποιημένη καρδιά πολλῶν ἐτῶν ἀλλά σίγουρα καί χάρισμα ρητορικό.
      Στόν π. Χριστόδουλο ἀρκεῖ μιά λέξη, μιά ἔννοια, μιά σκέψη - αἰχμηρή βέβαια - γιά νά τρώσει τήν καρδιά καί τήν σκέψη του, ἀπ’ τήν ὁποία ἀρχίζει νά ξεχύνεται ἕνας χείμαρρος ὁρμητικός λόγου καρδιακοῦ καί χάριτος πνευματικῆς.
      Αὐτή τήν ὁρμητικότητα τοῦ προφορικοῦ λόγου κατάφερε νά διασώσει ἀλώβητη ἀπ’ τήν μεταφορά της στόν γραπτό ὁ Σωτήρης Κόλλιας, σέ σημεῖο πού νά λαχανιάζεις διαβάζοντας τό κείμενο, στήν προσπάθειά σου νά ἀκολουθήσεις τόν συγγραφέα.
Εἶναι κείμενα πού ἄν τολμήσεις νά τά διαπλεύσεις μέ μιά καί μόνο βουτιά, μᾶλλον θά πνιγεῖς. Χρειάζεσαι νησίδες ξεκούρασης καί ἀνάπαυσης γιά νά συνεχίσεις, τίς ὁποίες ὁ π.Χριστόδουλος φρόντισε ἐπιμελῶς νά τοποθετήσει μέσα στό βιβλίο του, καί πού δέν εἶναι ἄλλες ἀπ’ τίς καταπληκτικές φωτογραφίες (τραβηγμένες ἀπ’ τόν ἴδιο) καί φυσικά τά ἐξαιρετικά ἀποσπάσματα κειμένων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας (σύγχρονων καί παλαιῶν), κλασικῶν συγγραφέων ἀλλά καί ποιητῶν. Γρηγόριος Νύσσης, Ἰωάννης Χρυσσόστομος, Μάξιμος ὁμολογητής, Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης καί Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, Ἐλύτης, Βρεττᾶκος καί Ντοστογιέφσκι συνθέτουν ἕνα σύμπλεγμα νησίδων παραδείσου.
        Ἀποσπάσματα κειμένων πού δέν τά αἰσθάνεσαι πεταμένα μέσα στίς σελίδες τοῦ βιβλίου, ἀλλά στοιχισμένα στήν ἴδια ἀναζήτηση, δίψα καί πεῖνα τοῦ Ἀπόλυτου καί Αἰώνιου Θεοῦ στό διάβα τῶν αἰώνων.
       Ἡ μία ἀπ’ τίς ἑπτά ἑνότητες τοῦ βιβλίου δίνει καί τήν ὀνομασία της στό βιβλίο, «τό μυστήριο τῆς χαρᾶς καί εὐχαριστίας». Καθόλου τυχαῖο γιά κάποιον πού γνωρίζει τόν π.Χριστόδουλο, γιά τόν ὁποῖο κεντρικός ἄξονας τῆς ἱερατικῆς του καί ὄχι μόνο ζωῆς εἶναι ἡ προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «πάντοτε χαίρετε, ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντί εὐχαριστεῖτε»[1]. Καί ὁ π.Χριστόδουλος τό νοηματοδοτεῖ μέσα ἀπ’ τίς σελίδες τοῦ βιβλίου του: «Δηλαδή, να έχετε σχέση προσωπική, διαρκή, ζωντανή με τον Χριστό, σχέση χαράς κι ευχαριστίας ό,τι κι αν σας συμβαίνει, διαφορετικά είστε αχάριστοι. Θα πει κάποιος ‘’τί θα πει να ευχαριστώ, τί θα πει να χαίρομαι;’’ Θα πει να το ζούμε συνεχώς, να το λέμε ασταμάτητα και στα χρόνια τα δύσκολα πού έρχονται, να το ζούμε σε κάθε Θεία Λειτουργία αλλά και όλη την εβδομάδα. Θα πει να αναγνωρίσουμε πώς το μεγάλο δώρο που μας έδωσε ο Θεός, την ζωή, πρέπει με έναν τρόπο να το αντιπροσφέρουμε, να Του την γυρίσουμε πίσω ως ευχαριστία.
Πώς; Με το να χαιρόμαστε κάθε στιγμή. Δεν είναι δικαιολογία να γκρινιάζω γι' αυτά που χάνω, ή να απασχολώ ασταμάτητα το μυαλό μου για όσα έχω.  Κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, κάθε ώρα, κάθε μέρα, είναι ένα δώρο του Θεού πολύτιμο, πού μας το έδωσε, όχι για να ονειρευόμαστε πλούτη και μεγαλεία, αλλά να το χαιρόμαστε με τους ανθρώπους που αγαπάμε. Να έχουμε χαρά, προσφορά και στους άλλους, όσο μπορεί ο καθένας. Πολλές φορές απογοητευόμαστε και λέμε ή όλα ή τίποτα. Δεν είναι έτσι. Ανοίγομαι λίγο, έρχεται η χάρις του Θεού και με αναπληρώνει. Δεν ανοίγομαι καθόλου, κλείνομαι στον εαυτό μου, με τρώει η κατάθλιψη. 0ι περισσότεροι από εμάς είμαστε κλεισμένοι στην κυριολεξία στα σπίτια μας. Οι νεότεροι μ' έναν υπολογιστή μπροστά τους, οι μεγαλύτεροι με μια τηλεόραση. Κι ο καιρός περνάει και χάνεται.»[2]
        Ἄξιο προσοχῆς εἶναι ὅτι ἡ θεματολογία τῶν κειμένων αὐτῶν, μέσα ἀπ’ τά ὁποῖα ὁ π.Χριστόδουλος πραγματεύεται τήν ἔννοια τῆς χαρᾶς καί εὐχαριστίας, εἶναι θεματολογία ὀδύνης, ὁ βασανισμός τῶν δέκα λεπρῶν ἀνδρῶν, ἡ ἀποσκίρτηση τοῦ νεώτερου υἱοῦ στήν παραβολή τοῦ Ἀσώτου καί ἡ ἐξ αὐτῆς ὀδύνη τῆς Πατρικῆς καρδιᾶς, ἡ ταλαιπωρία τῆς συγκύπτουσας γυναίκας, ἡ σκληροκαρδία τῶν Γραμματέων καί Φαρισαίων κατά τήν εἴσοδο τοῦ Χριστοῦ στά Ἱεροσόλυμα. Καί τοῦτο διότι, τό γεγονός τῆς χαρᾶς εἶναι γεγονός ἀνεύρεσης προσώπου ἐντός σου καί αὐτό χρήζει μεγάλης ἐνδοσκαφῆς. Ἡ ὀδύνη ἀνασκάπτει τόν ἄνθρωπο, σμιλεύει τόν ἀκατέργαστο ὄγκο μέσα του καί διαμορφώνει τίς προϋποθέσεις συνάντησης τοῦ καλλιτέχνη Θεοῦ μέ τό ἀριστούργημά Του, τόν ἄνθρωπο.
        Ὁ ἴδιος ὁ π. Χριστόδουλος σημειώνει ἐμφατικά: «Σ' αυτόν τον κόσμο, υπάρχουν διαφόρων ειδών χα­ρές. Είναι, εκείνες πού προκύπτουν από τις επιτυχίες μας, την ευημερία μας, τα επιτεύγματα μας. Είναι η χαρά πού νοιώθουμε από τις σχέσεις μας, από την αί­σθηση ότι μας αγαπούν κι ότι αγαπάμε. Είναι η χαρά από την διασκέδαση της καθημερινότητας, από την απόλαυση της ύλης. Είναι και οι χαρές, πού επιδιώ­κουμε μέσα από την ικανοποίηση των παθών μας, την εξουσία, το χρήμα, την κατοχή αγαθών, από τις διάφο­ρες καταχρήσεις.
Όμως, ζούμε σε έναν κόσμο φθαρτό, σε έναν κόσμο, όπου κυριαρχεί ό πόνος, η θλίψη, η αδικία, η βία. Εύ­κολα η χαρά μας μπορεί να χαθεί και να αισθανθού­με αυτό πού ανακράζει ο Εκκλησιαστής: ‘’Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης’’.
Βλέπουμε στις μέρες μας να υποχωρεί η ψευδαί­σθηση της ευδαιμονίας μας, καθώς παρατηρούμε την πνευματική και πολιτισμική παρακμή να μας καταπνίγει, τους ισχυρούς της γης να παίζουν πάλι τα παιχνίδια εξουσίας, την οικονομική κρίση να ρίχνει πολλούς ανθρώπους στην απελπισία. Κι όλο ακού­με για πολέμους και απειλές πολέμων, ακούμε για εμφύλιους και στυγνές δικτατορίες και πείνα κι αρ­ρώστιες φοβερές. Πόσο εύκολα μπορεί η προσωπική μας χαρά να χαθεί! Πόσες σχέσεις δεν αποτυχαίνουν, πόσες φιλίες δεν χαλάνε, πόσες συγγένειες δεν φτά­νουν στην απομάκρυνση και την αποξένωση. Πόσοι από εμάς αφού τα ζήσαμε όλα, τα «κάναμε» στην κυριολεξία όλα, δεν πέσαμε σε μια κατάσταση ανηδονίας, σε ένα βάραθρο ανικανοποίητου συναισθή­ματος, όπου τίποτε δεν μας γεμίζει, τίποτα δεν μας χαροποιεί. Κι αναρωτιόμαστε: Υπάρχει άραγε χαρά στον κόσμο αυτό; Πού θα βρούμε την αληθινή χαρά; [...]
Μα, αυτό είναι το μυστικό, όσων από αρχής μέ­χρι των εσχάτων πιστεύουν αληθινά, σχετίζονται προ­σωπικά με τον Χριστό, νοιώθουν την χάρη του Αγίου Πνεύματος στην ζωή τους, αποζητούν την ειρήνη στην ψυχή, πολεμούν τα πάθη τους, πολεμούν να αγαπή­σουν τον Θεό, τον πλησίον και τον εαυτό τους. Η Πα­ναγία είναι πηγή της χαράς και γη της επαγγελίας, γιατί αυτή έφερε την χαρά στον κόσμο, τον Χριστό. Κι η μόνη αληθινή χαρά είναι ο Ιησούς Χριστός.»[3]
      Τό βιβλίο γιά τό ὁποῖο μιλᾶμε θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι δέν εἶναι τόσο ἕνα ἐγχειρίδιο γιά τό πῶς μπορεῖς νά ζήσεις ἐν Χριστῷ,  ὅσο ἕνα ἀπόσταγμα γιά τό πῶς κάποιοι ἤδη τό προσπαθοῦν. Καί τοῦτο διότι ἡ ζωή τῆς Εὐχαριστίας γιά τόν π.Χριστόδουλο δέν εἶναι ὑπόθεση στοχασμοῦ οὔτε ἀφορμή θεωρητικῆς ἐνασχόλησης, ἀποτελεῖ τρόπο ἔμπρακτου βιώματος, κοινοτικοῦ τρόπου, ζωῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐν-ὁρίοις.
       Ὁ Γάλλος ποιητής Ρενέ Σάρ ὑποστηρίζει πῶς: «Τήν ἐμπειρία πού διαψεύδεται ἀπό τήν πραγματικότητα, αὐτήν ὁ ποιητής προτιμάει»[4]
Ὁ χῶρος στόν ὁποῖο βρισκόμαστε εἶναι ἡ μήτρα πού γέννησε τό βιβλίο, ἀκριβῶς γιατί σαρκώνει περιπέτεια τοῦ ἀνθρώπου πού ἀποζητᾶ τήν ζωή τοῦ Πνεύματος, τόν Εὐχαριστιακό τρόπο ζωῆς, νά σχετιστεῖ μέ τόν ἀδελφό του, νά ἀρνηθεῖ τήν ἰδιωτική θρησκευτικότητα, νά ἐκκλησιαστικοποιήσει τά χαρίσματά του, νά πορευθεῖ στόν Χριστό ὡς Ἐκκλησία, ὡς Σῶμα ἱστορικό ἀγάπης καί ὄχι ὡς ἀτομικό κατόρθωμα ἀξιομισθιῶν.
Ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας ἀγωνιώντας φωνάζει: «Ή σύναξη μετά την Ευχαριστία να είναι μια ζεστή αγκαλιά, όπου οι άνθρωποι να αισθάνονται πρόσωπα, να συμμετέχουν σε συζητήσεις, να δημιουργούν, να κα­τηχούνται. Να γίνει η ενορία εργαστήριο αγιότητας, κα­ταφύγιο των αναγκεμένων, λημέρι των μετανοούντων, κρυφό σχολειό, όπου θα διδάσκεται η πραγματική ιστο­ρία κι ο λόγος του Θεού. [...] Όλα αυτά έχουμε το χρέος να τα μεταδώσουμε στις γενιές πού έρχονται. Ἔτσι λοιπόν, ἀντί νά γκρινιάζουμε, ἄς πλαισιώσουμε ἐνεργά ὅσους ἐπισκόπους καί ἱερεῖς ἀγωνίζονται, ἄς βροῦμε μιά ἐνοριακή κοινότητα ὅπου νά ἀναπαυόμαστε ... καί ἄς συμμετάσχουμε ἐνεργά στήν κοινή διακονία»[5]
      Σ’ αὐτήν τήν προσπάθεια ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά ἀντιμετωπίσει ὅλα τά ἐρωτήματα τῆς ὕπαρξης, τόν θάνατο, τήν ἀρρώστεια, τήν ἀπώλεια μιᾶς εὐζωΐας, τήν κρίση ἀξιῶν, ἤθους καί θεσμῶν, τίς ἀμφιβολίες, τήν μετάνοια καί αὐτογνωσία, τήν χαρά καί τή λύπη, τήν γνησιότητα καί ὑποκρισία, τήν ἀγάπη, τήν ἐλπίδα καί τήν ἐμπιστοσύνη. Ὅλα αὐτά καί ἄλλα ἀκόμη εἶναι τά ἐπιμέρους κεφάλαια τοῦ βιβλίου. «Ὑπάρχει κύριοι μιά σημασία τοῦ βιβλίου» ἀναφέρει ὁ Ἐλύτης, «πού ὑπερβαίνει τήν ἑκάστοτε ὠφελιμότητα τοῦ περιεχομένου του καί πού θά τολμοῦσα νά τήν ἀποκαλέσω ‘’μεταφυσική’’.... Κάθε ἄνθρωπος, καί ὁ πιό ἀσήμαντος, μέ ὅλα τά μικρά ἤ μεγάλα περιστατικά τῆς ζωῆς του (καί ὄχι τόσο τά σωματικά ὅσο τά ψυχικά), μπορεῖ, χάρη στό βιβλίο, νά μεταμορφωθεῖ σ’ ἕνα ὀρθογώνιο μικρό ἀντικείμενο, ἱκανό παρ’ ὅλ’ αὐτά νά ξεπερνᾶ τόν ἀφανισμό του καί νά εἰσέρχεται σέ μιάν ἄλλου εἴδους διάρκεια, ἐκείνην πού μέ τό ἀνέφικτό της ἀποτελοῦσε καί τό δράμα του»[6] Ὁ π. Χριστόδουλος εἰσῆλθε σ’αὐτήν τήν διάρκεια μέσα μας, μεταμορφωμένος σ’ αὐτό τό ὀρθογώνιο μικρό ἀντικείμενο. Εἰσῆλθε μέ τό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς του, τῆς ἀγάπης γιά τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο, ἔτσι ὅπως τό ἀποτυπώνει σέ τόνο φωτεινά εὐχαριστιακό ὁ ἀγαπημένος του Νικηφόρος Βρεττᾶκος: «Σιγά σιγά με περιέβαλε ολόκληρον αυτό το φως, που έμεινε, όπως φαίνεται, μετά τη φωτιά. Αυτό το φως που δε λαβώνεται και σε κάνει να νιώθεις νηφάλιος, μέσα στις καθημερινές αντιθέσεις της ζωής, νηφάλιος ακόμη και μέσα στη θύελλα. Δεν παρακαλώ σ' αυτό τον κόσμο για τίποτε περισσότερο. Η παράκληση μου δεν ξεπερνάει τις απαιτήσεις των σπουργιτιών. Μια παράκληση για δυο σπόρους μόνο. Να μπορώ να υπάρχω μόνο πάνω στη γη και να χαίρο­μαι αυτή τη διπλή απέραντη θέα: τον ουρανό και τα μάτια σου.»[7]

Σᾶς εὐχαριστῶ.

 





[1] Α΄Θεσ. ε΄ 16-18
[2] Ἀπό τήν ὁμιλία «ὁ φόβος τοῦ θανάτου», σ. 326, 327
[3] Ἀπό τήν ὁμιλία «Ἡ χαρά τῶν Χριστιανῶν», σ. 189,190
[4] Παραπομπή ἀπὀ Ὀδυσσέα Ἐλύτη «Σύν τοῖς ἄλλοις», ἐκδ.: ὕψιλον/βιβλία 2011, σ. 267
[5] Ἀπό τό κεφάλαιο «Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας», σ. 68, 69
[6] «Λόγος γιά τήν ‘’ἔκθεση βιβλίου’’ τῆς Φραγκφούρτης», στό «Τά μικρά Ἔψιλον»,  Ἐν λευκῷ», ἐκδ.: ΙΚΑΡΟΣ 2006, σ. 309
[7] «Ἐνώπιος ἐνωπίῳ» ἡμερολογιακές σημειώσεις 1962, ἐκδ.: Ποταμός 2012, σ. 29