Σελίδες

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Μνήμες από τη μαρτυρική Νήσο


O Δρ. Κουτσιούκ ήταν Τούρκος αξιωματικός κατά την εισβολή του τουρκικού στρατού στην Κύπρο και η αφήγησή του για τα όσα συνέβησαν στο μαρτυρικό νησί, προκαλεί ανατριχίλα.



Το βιβλίο «Νταλγκά-Νταλγκά, η μαρτυρία ενός Τούρκου αξιωματικού για τη δεύτερη εισβολή», της δημοσιογράφου Σοφίας Ιορδανίδου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Νέα Σύνορα - Α. Λιβάνη», περιλαμβάνει τη συγκλονιστική αφήγηση του Δρ. Κουτσιούκ για τα γεγονότα του 1974 στην Κύπρο. Ο οικονομολόγος Κιουτσιούκ, από τον οποίο πήρε συνέντευξη η κα. Ιορδανίδου, συμμετείχε στις επιχειρήσεις Αττίλας 2, τον Αύγουστο του ’74, ως έφεδρος αξιωματικός του τουρκικού στρατού.

«Τον τίτλο του βιβλίου Νταλγκά-Νταλγκά (Κύματα-κύματα) τον διαλέξαμε μαζί», αναφέρει στον πρόλογο η Σ. Ιορδανίδου. «Ελπίζω ότι το βιβλίο αυτό θα διαβαστεί και στην Κύπρο. Όχι για να μάθει κάτι στον κόσμο που δεν ξέρει ή δεν έζησε, αλλά για να κρατήσει, πλάι στ’ άλλα, που έχουν γραφτεί από Ελληνοκυπρίους, τις μνήμες ζωντανές και να συμβάλει στη νοηματοδότηση του αγώνα που συνεχίζουν όλα αυτά τα χρόνια για λύση του προβλήματος, με τρόπο που θα δικαιώσει το αίμα που έχυσαν. Θέλω, τελειώνοντας αυτό το σύντομο σημείωμα “δίκην εισαγωγής”, να τους βεβαιώσω ότι όσο έγραφα “η μισή μου καρδιά στην Κύπρο βρισκόταν”...».

Ο Κουτσιούκ αναφέρεται τόσο στα γεγονότα της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης το ’55 όσο και στη δράση της τουρκικής Αριστεράς. Ωστόσο, ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν οι σελίδες που περιλαμβάνουν τις αφηγήσεις του για τα γεγονότα που σχετίζονται με την τουρκική εισβολή. Ο Δρ. Κουτσιούκ αναφέρεται σε συγκλονιστικές σκηνές, όπως τις σφαγές των συλληφθέντων Ε/κ από τους Τούρκους στρατιώτες, που σκοπό είχαν την εξάπλωση της τρομοκρατίας από τον Αττίλα, με απώτερο στόχο την εδραίωσή του στην Κύπρο και την κατάληψη των εδαφών της.

«Θα σου πω για τη δολοφονία μιας γυναίκας, μια κτηνώδη πράξη που όσο ζω δε θα σβήσει απ’ το μυαλό μου. Ήμασταν σε κάποιο χωριό, δε θυμάμαι πια τ’ όνομά του, για εκκαθαριστική επιχείρηση, υπό τις διαταγές του λοχαγού Αλκατσόγλου. Σ’ ένα από αυτά τα χωριά της Κύπρου, τα γεμάτα κυπαρίσσια κι ευκάλυπτους. Ανταλλάσσονταν λίγοι πυροβολισμοί κι εγώ χώθηκα σ’ ένα κήπο γεμάτο άγουρα ακόμα σταφύλια, σε μια άκρη του οποίου υπήρχε μια μικρή στέρνα. Έκοψα ένα τσαμπί σταφύλι και, όπως γευόμουν τις ξινές ρώγες του, δίσταζα ν’ αποφασίσω αν έπρεπε να κάνω ένα μπάνιο όσο οι στρατιώτες θα λεηλατούσαν τα σπίτια.
  
Ξαφνικά, άκουσα κοντά μου πυροβολισμούς και είδα δύο στρατιώτες, τον Σεφίκ και τον Σουλεϊμάν, να φωνάζουν περήφανοι: “Oldurdum, oldurdum, komutanim”, δηλαδή “σκότωσα, σκότωσα, αρχηγέ”. Τους ήξερα. Ήταν χουλιγκάνοι. Πλησίασα προς τα εκεί που έδειχναν χειρονομώντας ενθουσιασμένοι. Μια νέα ευτραφής γυναίκα κειτόταν σφαδάζοντας στο χώμα. Είχε τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα και ανοιχτά τα σκέλια, απ’ όπου έτρεχαν άσπρα πηχτά υγρά και αίμα. Είχαν αδειάσει τα πιστόλια τους μεσ’ στον κόλπο της. Παρατηρούσα τα χέρια της και τα πόδια της. Μου φαίνονταν μικρότερα απ’ το υπόλοιπο σώμα της. Καθώς την κοίταγα που ξεψύχαγε με χυμένο έξω το σταφύλι των σπλάχνων της, με κόμπους λίπους κολλημένους στο ανοιχτό πληγωμένο φύλο της, με κυρίεψε μια αναγούλα. Ένα προϊστορικό θηλαστικό πιασμένο στα δίχτυα ενός αποτρόπαιου θανάτου.

Την κοίταζα και ένιωθα να μεγαλώνει, να μεγαλώνει σαν φουσκωτή λαστιχένια κούκλα. Πέταξα πέρα τα σταφύλια. Έκανα μεταβολή κι ακριβώς απέναντι, παρατεταγμένοι στην ευθεία, διακόσιοι είκοσι πέντε στρατιώτες ετοιμάζονταν για την αναφορά, σαν να μην έτρεχε τίποτε. Ο ανθυπολοχαγός Τζεμάλ τους έδινε τις απαραίτητες εντολές παρουσίασης. Ο λοχαγός τους έδινε συγχαρητήρια, επισημαίνοντας ότι η επιχείρηση είχε ολοκληρωθεί με απόλυτη επιτυχία. Στα τελευταία λόγια του λοχαγού, κάτι εξερράγη μέσα μου θρυμματίζοντας την απάθεια που το σοκ είχε δημιουργήσει, γυάλινο κλουβί γύρω μου. Δηλαδή θα ’φευγαν και θα τ’ άφηναν όλα “καθαρά” στο χωριό. Μαζί και τη γυναίκα άταφη, βορά στα όρνια. Πήδηξα με τ’ όπλο προτεταμένο προς τον λοχαγό και ρώτησα κοφτά: “Τι θα γίνει μ’ αυτή τη γυναίκα;”. Θυμήθηκα τα πτώματα που κινούνταν παραμορφωμένα απ’ τη ζέστη και τρελαινόμουν.

Με το δάχτυλο στη σκανδάλη απευθύνθηκα στον Αλκατσόγλου σε τόνο που δε σήκωνε αντίρρηση. “Διέταξέ τους να τη θάψουν, αλλιώς σε σκοτώνω”. Είδα τον φόβο να πλημμυρίζει το βλέμμα του. Έδωσε εντολή να σκάψουν έναν τάφο και να τη ρίξουν μέσα. Υπό την απειλή του όπλου, εκτός εαυτού, τους ανάγκασα να τη σκεπάσουν με τις ματωμένες κουβέρτες της και να βάλουν φωτιά. Εξιλαστήριο πυρ, φλόγες αντί λουλούδια, ήταν ό,τι μπορούσα να προσφέρω μέσα στην κόλαση του πολέμου σ’ αυτή την άγνωστη. Καθώς ανέβαινα με τους άλλους στα καμιόνια να φύγω, με τράνταξε ένα υστερικό γέλιο. Μια σκέψη αταίριαστη στη σοβαρότητα της στιγμής σφήνωσε στο μυαλό μου. Τι μ’ έπιασε και το ’παιξα Αντιγόνη με όπλο και μουστάκια, ξαφνιάζοντας αυτούς τους σκληρούς κι ανυποψίαστους άνδρες;

Μήπως ήταν το πρώτο άταφο κουφάρι που αντίκριζα; Εκατοντάδες ήταν σπαρμένα στα χωράφια. Γιατί αντέδρασα έτσι ειδικά σ’ αυτή τη γυναίκα; Ήταν γιατί δεν μπόρεσα να αποτρέψω τη δολοφονία της, που έγινε μπροστά στα μάτια μου; Ήταν γιατί η στάση του θανάτου της της αφαιρούσε τη στοιχειώδη αξιοπρέπεια του φύλου της; Λες κι οι νεκροί νοιάζονται να ’ναι αξιοπρεπείς! Ήταν γιατί ξεχείλισε το ποτήρι της αηδίας που ένιωθα μέσα μου για τις κτηνωδίες που αντίκριζα κάθε μέρα; Φαντάζομαι πως απάντηση δεν υπάρχει, όχι τουλάχιστον αρκετά λογική για ν’ αντέχει στην κριτική του μη-εμπόλεμου. Έκανα χρόνια να ξαναφάω σταφύλι. Για εβδομάδες είχα στα μάτια μου εναλλασσόμενες, σαν οπτικό εφφέ ταινίας τρόμου, τις εικόνες του σταφυλιού, των υγρών της νεκρής μήτρας, της νεκρής μήτρας, των σταφυλιών, και πάλι απ’ την αρχή.

Κι όμως, εκείνο το ίδιο βράδυ του φόνου κοιμήθηκα βαθιά.

Το πρωί μίσησα τον εαυτό μου για την αναισθησία μου. Πώς μπόρεσα; Θυμήθηκα τότε την παροιμία που λέει: “Να μη δώσει ο Θεός στον άνθρωπο όσα μπορεί ν’ αντέξει” και για πρώτη φορά πίστεψα στην αλήθεια της. Την είχαν βιάσει πρώτα; Ναι, φαντάζομαι ότι έτσι είναι. Εκείνη η άλλη γυναίκα, που ’λεγε ο Νετζατίν πως τη βιάσανε μπροστά στη μάνα και το παιδί της, ήταν στο Τύμπου. Δεν ήμουν εκεί, δεν ήμουν αυτόπτης μάρτυρας. Ο Νετζατίν έκλαιγε καθώς μου το περιέγραφε. Υπηρετούσε είκοσι χρόνια στο στρατό, μόνιμος υπαξιωματικός, είχε γυναίκα και παιδιά. Δεν το χωρούσε ο νους του πως το ’χαν κάνει. Ήτανε αξιωματικοί συνάδελφοί του. Πίναν καφέ μαζί και κάναν χοντροκομμένες πλάκες. Είχε κολλήσει το μυαλό του στο περιστατικό. Σαν χαλασμένος δίσκος γραμμοφώνου. Κάθε φορά που μ’ έβρισκε, έπιανε να μου το διηγείται ξανά και ξανά. Πρόσθετε νέες λεπτομέρειες σε κάθε αφήγηση, λες και φοβόταν μην του διαφύγει τίποτε. Τη βιάζανε δύο, ο ένας από μπρος κι ο άλλος από πίσω. Κι εκείνη σφάδαζε. Από πόνο. Λες και μπορούσε να σφαδάζει απ’ την ηδονή! Μπροστά στη μάνα της και στο παιδί της. Ακούς! Τρεις γενιές κακοποιημένες».

Οι δολοφονίες που έκανε ο τουρκικός στρατός στη διάρκεια της δεύτερης επίθεσης (2ος Αττίλας) στην Κύπρο ήταν πάρα πολλές.

Ο Κιουτσούκ δίνει μια εικόνα αυτής της σφαγής όπως την έζησε, συμμετέχοντας στις επιχειρήσεις του τουρκικού στρατού, ενώ παράλληλα διατυπώνει την άποψη ότι «συναντώντας τόσους πολλούς νεκρούς Ελληνοκύπριους, θα πρέπει πλέον να ψάχνουν για τα οστά των αγνοουμένων, παρά για τους ίδιους».

«Για τις μαζικές εκτελέσεις, υπήρξα αυτόπτης μάρτυρας σε μια απ’ αυτές. Φαντάσου έναν τοίχο. Έναν τοίχο φρεσκοασβεστωμένο, εκτυφλωτικά λευκό κάτω απ’ το σκληρό φως του μεσημεριού, που καταπίνει κάθε σκιά. Κόντρα στον τοίχο, αραδιασμένοι άνδρες, οι πιο πολλοί ώριμης ηλικίας, ηλιοκαμένοι, με σκούρα ρούχα, που από μακριά φάνταζαν τεράστιοι λεκέδες στην αψεγάδιαστη λευκότητα της πέτρας. Ήμουν στο τζιπ, περαστικός από εκεί. Σταμάτησα ένα λεπτό για να κοιτάξω καλύτερα, σαν να μην πίστευα σ’ αυτό που έβλεπα, σ’ αυτό που καταλάβαινα πως το απόσπασμα απέναντι ήταν έτοιμο να κάνει. Ανάμεσα στους άνδρες ξεχώρισα κάποια παιδιά αμούστακα ακόμα. Ύστερα, απροσδόκητα, το πρόσωπο ενός άνδρα παγίδεψε το βλέμμα μου.

Πρόσωπο ερημωμένο από ελπίδα, τοπίο σεληνιακό. Τα μάτια του δυο σχισμές και μέσα τους λεπίδι η γνώση. Το ’βλεπα, ήξερε! Ήξερε πως πεθαίνει. Κρατούσε ίσιο το σώμα του. Ήταν ψηλός και μυώδης. Φορούσε μπλε πουκάμισο. Τα μάτια του δεν τα ’δα καθαρά τι χρώμα είχαν. Είδα μόνο την απελπισία να φωσφορίζει στους βολβούς του, που γύριζαν τρελά μέσα στις σάρκινες θήκες τους. Έμοιαζε κιόλας φευγάτος από κει. Δεν ξέρω αν έλπιζε ακόμα στον “από μηχανής Θεό”. Έτσι δεν έλεγαν οι δικοί σας κλασικοί; Ένα μπλε πουκάμισο στημένο στον τοίχο, που ιδρώνει απ’ τη ζέστη και το φόβο του θανάτου, μπορεί, πού ξέρεις, να ελπίζει ως την ύστατη στιγμή. Έβαλα μπρος κι απομακρύνθηκα. Στα εκατόν πενήντα μέτρα περίπου, οι ριπές με πρόλαβαν.

Πριν προλάβω να το σκάσω απ’ το χώρο. Επαναλαμβανόμενες σαν εφιάλτης. Δε γύρισα να κοιτάξω. Το πρόσωπο του άνδρα μ’ ακολούθησε, σφηνωμένο στον αμφιβληστροειδή μου, ημέρες πολλές, μέχρι που σβήστηκε από φρέσκια, πιότερο νωπή φρίκη. Ήθελα να ελπίζω, μου ’γινε σχεδόν εμμονή, πως οι ριπές που άκουσα δεν είχαν σχέση με τον τοίχο, με τους ανθρώπους εκεί πέρα. Ήθελα να μην έχω παραστεί στη σκηνή. Ήθελα να ’μουν αλλού. Ήταν πάρα πολλοί για να ’ναι ο θάνατός τους πραγματικότητα. “Πόσοι θάνατοι χρειάζονται μέχρι να καταλάβει κανείς πόσοι άνθρωποι έχουν σκοτωθεί;”, ρωτούσε ο Ντύλαν το ’70. Εγώ, πάντως, δεν ξέρω ν’ απαντήσω...

... Με είχαν στείλει να περισυλλέξω ένα κανόνι που είχε πάθει βλάβη κι είχε μείνει σε κάποιο σημείο του δρόμου. Η διαδικασία αυτή λέγεται στη γλώσσα του στρατού περισυλλογή. Νομίζω ότι είχα πάει μαζί με τον αρχιλοχία τον Νετζατίν, το μάγο των αυτοκινούμενων οβιδοβόλων. Θυμάμαι ότι περάσαμε μέσα από ένα πολύ φτωχό χωριό. Υπήρχαν παντού πτώματα που βρίσκονταν ήδη σε αποσύνθεση και μύριζαν φρικτά. Τα μόνα ζωντανά όντα που συναντούσαμε ήταν οι μύγες. Κοπάδια ολόκληρα, σμήνη, πάνω στα πτώματα. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική και το θέαμα μόνο, χωρίς τη βρώμα, θα έπρεπε να μας είχε τρέψει σε φυγή. Όμως πεινούσαμε. Έπρεπε να βρούμε επειγόντως κάτι να φάμε. Η πείνα, βλέπεις, και το αίσθημα αυτοσυντήρησης ήταν πιο δυνατό από τη φρίκη και την αηδία που νιώθαμε.

Ας γυρίσουμε, όμως, πάλι στο ανοικτό νεκροταφείο που σου ’λεγα πριν. Εγώ, μαζί μ’ ένα λοχία, μπήκα σ’ ένα σπίτι. Ανακαλύψαμε μερικά κομμάτια χαλούμι, κυπριακό τυρί. Τα πήραμε και βγήκαμε έξω. Σε δευτερόλεπτα οι μύγες άφησαν τα πτώματα και πέσαν στο τυρί μας. Κόβαμε με το χέρι ένα κομμάτι και ως να φτάσει στο στόμα μας άλλαζε χρώμα. Γινόταν μαύρο...».

«Ο τουρκικός στρατός επιβίωσε στο κυπριακό έδαφος από την πρώτη μέρα της εισβολής μέχρι το τέλος του Αυγούστου με τις λεηλασίες. Ο ανεφοδιασμός δε λειτούργησε ποτέ. Σιτιζόμασταν με τ’ αποθέματα που είχαν εγκαταλείψει στα σπίτια τους οι Ελληνοκύπριοι και με όσα μας έδιναν οι Τουρκοκύπριοι».

Ο Δρ. Κιουτσούκ, μέσα από την αφήγησή του, υποστηρίζει πως τις ομαδικές εκτελέσεις τις έκανε ο τουρκικός στρατός και τις δολοφονίες οι Τουρκοκύπριοι.

«Μίλησα για τους νεκρούς Ελληνοκύπριους που είδα στην πορεία μας μέσα απ’ την κυπριακή ύπαιθρο. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν ζωντανοί αγνοούμενοι... Η παράδοση της διεξαγωγής του πολέμου στην Τουρκία είναι πολύ ισχυρή. Προσπαθούσα να πείσω τους στρατιώτες μου να μη σκοτώνουν αιχμαλώτους, με το επιχείρημα ότι θα μπορούσαμε να τους ανταλλάξουμε με δικούς μας. Είχαμε τόσους πολλούς Έλληνες αιχμαλώτους. Τους έβλεπα στοιβαγμένους κατά δεκάδες μέσα στα λεωφορεία. Άκουγα ότι τους πηγαίναν στις φυλακές στα Άδανα και στο Ισκεντερούν. Ήξερα ότι αυτό δε συμβάδιζε με την τουρκική πρακτική. Εδώ ο Εβρέν, το ’80, όταν άρχισαν οι δολοφονίες των αριστερών, απευθυνόταν αφελέστατα στο λαό και ρωτούσε: “Τι θέλετε να τους κάνω; Να τους βάλω φυλακή για να τους ταΐζω;”. Πόσο μάλλον τους αιχμαλώτους. Εγώ προσωπικά έσωσα πολλούς. Τους άφηνα ελεύθερους να φύγουν. Έρχεται στο νου μου ο Γιώργος. Ήταν μια άγρια τίγρις. Νόμιζα ότι θα μας σκοτώσει. Έφυγε, γλίτωσε. Ομαδικές εκτελέσεις έγιναν από τον τουρκικό στρατό. Όμως, να ξέρεις, τις περισσότερες δολοφονίες τις διέπραξαν οι Τουρκοκύπριοι, οι γνωστοί mukavement mucahit (μουκαβεμέτ μουτζαχίντ). Όταν άρχισε ο πόλεμος, τους συμπεριέλαβαν σε κανονικές μονάδες. Ήταν όμως δειλοί και από τις πρώτες μέρες δραπέτευσαν. Οι μουτζαχίντ ανήκαν στην παραστρατιωτική δύναμη που λειτουργούσε μέσα στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, τη γνωστή Οργάνωση Τουρκικής Αντίστασης (ΤΜΤ). Διατηρούσαν στενές σχέσεις με τον αντίστοιχο μηχανισμό που είχε στήσει το ΝΑΤΟ στην Τουρκία, αυτόν που στη Δύση είναι γνωστός ως Gladio και, στην Ελλάδα, αν δεν κάνω λάθος, ως Κόκκινη Προβιά. Αρχηγός τους ήταν ο σημερινός πρόεδρος της “Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου”, ο Ντενκτάς. Αυτός υπήρξε, πράγματι, εγκληματίας πολέμου και όχι ο Κάρατζιτς».

Ποτέ δεν θα πεθάνουνε όσοι πέθαναν σήμερα. Και της σκλαβιάς τα σίδερα, θα σπάσουν κάποια μέρα, και θ’ ακουστούν ελεύθερα, τραγούδια πέρα ως πέρα, στο ελληνικό νησί...

Κωστής Χριστοδούλου


Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

Ἡ ζωή ὡς Θεία Εὐχαριστία


 Οἱ σύγ­χρο­νοι Ἅ­γιοι δέν ἔ­λε­γαν τί­πο­τε δι­α­φο­ρε­τι­κό ἀ­πό αὐ­τό πού μᾶς δι­α­σώ­ζει σύσ­σω­μη ἡ Πα­τε­ρι­κή πα­ρά­δο­ση μέ­σα ἀ­πό τίς ζω­ές καί τούς λό­γους ὅ­σων ἀ­κο­λού­θη­σαν ἐ­π' ἐλ­πί­δι Ἀ­να­στά­σε­ως τόν Εὐ­αγ­γε­λι­κό Λό­γο. Ζω­ή δί­χως εὐ­χα­ρι­στί­α ση­μαί­νει βί­ο ἀ­νώ­φε­λο, ἀ­χά­ρι­στο, χω­ρίς ἐλ­πί­δα, χω­ρίς Χρι­στό. "Πάν­το­τε χαί­ρε­τε, ἀ­δι­α­λεί­πτως προ­σεύ­χε­σθε, ἐν παν­τί εὐ­χα­ρι­στεῖ­τε", μᾶς πα­ραγ­γέ­λλει ὁ Ἀ­πό­στο­λος τῶν Ἐ­θνῶν Παῦ­λος, πε­ρι­γρά­φον­τας τόν τρό­πο τῆς ζω­ῆς τῆς πρώ­της Χρι­στι­α­νι­κῆς κοι­νό­τη­τας, πού ζοῦ­σε στόν παλ­μό τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τοῦ Χρι­στοῦ.


Ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α πού ἀ­πο­τε­λεῖ τό κέν­τρο ὅ­λης τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης λα­τρεί­ας κο­ρυ­φώ­νε­ται μέ τήν Κοι­νω­νί­α τῶν Ἀ­χράν­των Μυ­στη­ρί­ων πού ἀ­πο­κα­λεῖ­ται Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α. Λί­γο πρίν, στήν εὐ­χή τῆς Ἁ­γί­ας Ἀ­να­φο­ρᾶς διά τοῦ στό­ματος τοῦ ἱ­ε­ρέ­α, ὁ­μο­λο­γοῦ­με ἀ­πό τά βά­θη τῆς ὕ­παρ­ξής μας τήν δο­ξο­λο­γί­α γιά τήν ζω­ή πού μᾶς χα­ρί­στη­κε, γιά τήν πί­στη καί τήν ἐλ­πί­δα πού μᾶς δό­θη­κε: «Ἄ­ξιον καί δί­και­ον Σέ ὑ­μνεῖν, Σέ εὐ­λο­γεῖν, Σέ αἰ­νεῖν, Σοῖ εὐ­χα­ρι­στεῖν, Σέ προ­σκυ­νεῖν». Μέ τόν αἶ­νο αὐ­τό κα­τα­θέ­του­με στόν πα­τέ­ρα μας ὅ­λη μας τήν ὕ­παρ­ξη, τήν εὐ­γνω­μο­σύ­νη μας. Καί συ­νε­χί­ζου­με: "Γιά ὅ­λα αὐ­τά, Ἐ­σέ­να εὐ­χα­ρι­στοῦ­με, τόν Πα­τέ­ρα καί τόν μο­νο­γε­νῆ σου Υἱ­ό καί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα· γιά ὅλ’ αὐ­τά, ὅ­σα ξέ­ρου­με κι ὅ­σα δέν ξέ­ρου­με, γιά ὅ­σες βλέ­που­με κι ὅ­σες δέν βλέ­πο­υμε εὐ­ερ­γε­σί­ες, πού ἔ­κα­μες σέ μᾶς".


Καί ὁ λα­ός ἀ­παν­τᾶ, πά­λι δο­ξο­λο­γι­κά: "Ἅ­γιος, Ἅ­γιος, Ἅ­γιος εἶ­σαι Κύ­ρι­ε τῶν Δυ­νά­με­ων· γε­μά­τος ὁ οὐ­ρα­νός καί ἡ γῆ ἀ­πό τήν δό­ξα σου. Σῶ­σε μας, ὕ­ψι­στε Θε­έ· εὐ­λο­γη­μέ­νος ὁ ἐρ­χό­με­νος στό ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου. Σῶ­σε μας, ὕ­ψι­στε Θε­έ".
Αὐ­τή ἡ αἴ­σθη­ση τῆς εὐ­γνω­μο­σύ­νης καί ἡ δο­ξο­λο­γί­α στόν Θε­ό εἶ­ναι τό κέν­τρο τῆς πί­στης μας, τό πε­ρι­ε­χό­με­νο γιά τήν ἐλ­πί­δα μας. Τί­πο­τε δι­κό μας δέν ἔ­χου­με. Αὐ­τός μᾶς δη­μι­ούρ­γη­σε ἐκ τοῦ μή ὄν­τος, μᾶς ἀ­γα­πᾶ πα­ρ' ὅ­λη τήν ἀ­στο­χί­α μας, μᾶς συγ­χω­ρεῖ πα­ρ' ὅ­λα τά ἀ­στα­μά­τη­τα λά­θη μας.

Κι ὅ­σο νοι­ώ­θου­με μυ­στι­κά αὐ­τήν τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ διά τῆς χά­ρι­τος τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος στήν ζω­ή μας, θέ­λου­με νά κά­νου­με πρά­ξη τήν εὐ­χή πού ἔ­χου­με ἀκού­σει λί­γο νω­ρί­τε­ρα στήν Με­γά­λη Συ­να­πτή:"ἑ­αυ­τούς καί ἀλ­λή­λους καί πᾶ­σαν τήν ζω­ήν ἡ­μῶν Χρι­στῷ τῷ Θε­ῷ πα­ρα­θώ­με­θα". Ἄς ἀ­φή­σου­με ὁ κα­θέ­νας μας κι ὅ­λοι μα­ζί τόν ἑ­αυ­τό μας κι ὅ­λη μας τήν ζω­ή στόν Θε­ό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Μό­νο ἔ­τσι κα­νείς προ­γεύ­ε­ται τήν χα­ρά τῆς Βα­σι­λεί­ας. Νά ἀ­φή­σου­με στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ τήν ζω­ή μας, νά εὐ­χα­ρι­στοῦ­με γιά τά πάν­τα, νά συ­ναι­σθαν­θοῦ­με ὅ­τι ἡ δο­ξο­λο­γί­α ὡς τρό­πος ὑ­παρ­ξια­κός, ἔμ­πρα­κτος, εἶ­ναι ἡ μό­νη ἀ­λη­θι­νή πί­στη καί ἀ­πο­τε­λεῖ τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή ἐ­πί­κλη­ση τῆς χά­ρι­τος τοῦ Πα­να­γί­ου Πνεύ­μα­τος. 

Ἡ ἀ­χα­ρι­στί­α, ἡ γκρί­νια, ἡ μεμ­ψι­μοι­ρί­α, μᾶς κά­νουν νά ξε­χνᾶ­με στήν οὐ­σί­α τόν Θε­ό, μᾶς στρέ­φει στό σκο­τά­δι, μᾶς κά­νει νά μοι­ά­ζου­με μέ κα­κο­μα­θη­μέ­να παι­διά πού ξέ­χα­σαν τόν δω­ρη­τή κι ἔ­τσι δέν μπο­ροῦν πλέ­ον νά χα­ροῦν οὔ­τε τό δῶ­ρο, κα­θώς λέ­ει ὁ Ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος.

Ὅ­ποι­ος γνω­ρί­ζει τόν Κύ­ριο ὅ­πως πράγ­μα­τι εἶ­ναι, ὡς Θε­ό Ἀ­γά­πης καί εὐ­σπλαγ­χνί­ας, καί πι­στεύ­ει σ’ Αὐ­τόν μέ τήν ἐμ­πι­στο­σύ­νη τοῦ μι­κροῦ παι­διοῦ στόν πα­τέ­ρα Του, ἐμ­πι­στεύ­ε­ται τήν ζω­ή του καί ἐ­πι­θυ­μεῖ τήν ἴ­δια ἀ­γά­πη καί εὐ­σπλαγ­χνί­α νά τήν με­τα­δί­δει στόν πλη­σί­ον, ἀ­φοῦ δω­ρε­άν τήν ἔ­λα­βε καί δω­ρε­άν θέ­λει νά τήν δώ­σει (Μτθ. 10, 8). Ζεῖ καί εὐ­χα­ρι­στεῖ, ἀ­να­πνέ­ει καί δο­ξο­λο­γεῖ καί πάν­τα αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι δέν μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι ἄ­ξιος τῆς εὐ­ερ­γε­σί­ας τοῦ Θε­οῦ ἀ­φοῦ δια­ρκῶς πέ­φτει καί κά­νει λά­θη, μά κα­θώς ση­κώ­νε­ται καί πά­λι, θέ­λει κι ἄλ­λο νά ζεῖ τήν κά­θε μέ­ρα δο­ξο­λο­γών­τας, εὐ­ερ­γε­τών­τας, ἀ­γα­πών­τας, με­τα­νο­ών­τας.

Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ λό­γος πού ἡ Θεί­α με­τά­λη­ψη λέ­γε­ται Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α, αὐ­τός εἶ­ναι ὁ λό­γος πού δέν μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­ξει Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη δί­χως Εὐ­χα­ρι­στί­α. Τρῶ­με τήν σάρ­κα Του καί πί­νου­με τό αἷ­μα Του για­τί Ἐκεῖ­νος μᾶς τό ζή­τη­σε καί για­τί θέ­λου­με νά γί­νου­με ἕ­να μα­ζί Του, νά γί­νει ἡ ζω­ή Του, ζω­ή μας.


Ψάλ­λου­με πρίν τόν κα­θα­για­σμό τῶν Θεί­ων Δώ­ρων τό "Σέ ὑ­μνοῦ­μεν, σέ εὐ­λο­γοῦ­μεν, σοί εὐ­χα­ρι­στοῦ­μεν, Κύ­ρι­ε, καί δε­ό­με­θά σου, (Ἐ­σύ εἶ­σαι) ὁ Θε­ός ἡ­μῶν". Τό λέ­με αὐ­τό για­τί κα­τα­λα­βαί­νου­με ὅ­τι ἡ Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α εἶ­ναι τό κέν­τρο ὅ­λης τῆς ζω­ῆς μας. Ἔ­τσι ὀ­φεί­λου­με νά ζοῦ­με κά­θε στιγ­μή τῆς ζω­ῆς μας, στήν χα­ρά καί τήν λύ­πη, στήν δο­κι­μα­σί­α καί στόν πει­ρα­σμό. Ζοῦ­με δο­ξο­λο­γών­τας τήν Χαρ­μο­λύ­πη. Χαι­ρό­μα­στε εύ­χα­ρι­στών­τας ἔμ­πρα­κτα καἰ συ­νά­μα λυ­πό­μα­στε γιά τίς ἁ­μαρ­τί­ες μας. Πα­ρα­κα­λοῦ­με καί εὐ­χό­μα­στε, δο­ξο­λο­γοῦ­με καί χαι­ρό­μα­στε.

Κι ἀ­φοῦ κοι­νω­νή­σου­με τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα Του, ἐ­πι­θυ­μῶν­τας νά εἶ­ναι κά­θε στιγ­μή τῆς ζω­ῆς μας σάν κι αὐ­τή, ἀ­φοῦ ἡ Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α εἶ­ναι - καί πρέ­πει νά εἶ­ναι - τό ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τῆς ἑ­βδο­μά­δας μας, δο­ξο­λο­γοῦ­με καί πά­λι διά τοῦ στό­μα­τος τοῦ ἱ­ε­ρέ­α: "Σέ εὐ­χα­ρι­στοῦ­με, φι­λάν­θρω­πε Δέ­σπο­τα, εὐ­ερ­γέ­τη τῶν ψυ­χῶν μας, για­τί καί σή­με­ρα μᾶς ἀ­ξί­ω­σες νά με­τα­λά­βου­με τά ἐ­που­ρά­νια καί ἀ­θά­να­τα μυ­στή­ριά Σου. Κά­με ἴ­σιο καί σω­στό τόν δρό­μο μας, στή­ρι­ξέ μας ὅ­λους μέ­σα στόν φό­βο Σου, φρού­ρη­σε τήν ζω­ή μας, στε­ρέ­ω­σε τά βή­μα­τά μας· μέ τίς εὐ­χές καί τίς ἱ­κε­σί­ες τῆς ἔν­δο­ξης Θε­ο­τό­κου καί ἀ­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας κι ὅ­λων τῶν Ἁ­γί­ων Σου. Για­τί Ἐσύ εἶ­σαι ὁ ἁ­για­σμός μας κι Ἐσέ­να δο­ξά­ζου­με, τόν Πα­τέ­ρα καί τόν Υἱ­ό καί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, τώ­ρα καί πάν­τα καί στούς ἀ­τε­λεύ­τη­τους αἰ­ῶ­νες". (Εὐ­χή πρίν τήν ἀ­πό­λυ­ση).




Ἄς εἶ­ναι ἔ­τσι ἡ ζω­ή μας, ἀ­δελ­φοί μου, κον­τά στόν Χρι­στό, δο­ξο­λο­γι­κή κι εύ­χα­ρι­στια­κή. Ἀ­μήν.

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Κυριακή των αγίων Πατέρων

 του Ιωάννη Καραβιδόπουλου, Ομότ. Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.


Σήμερα Κυριακή των αγίων 318 Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, που συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ., η Εκκλησία μας διαβάζει ως ευαγγελικό ανάγνωσμα ένα τμήμα της Αρχιερατικής Προσευχής, που ο Ιησούς  απηύθυνε προς τον Θεό Πατέρα λίγο πριν από το πάθος του και τη διασώζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης (Ιωάν, 17, 1-13), και ως αποστολικό ανάγνωσμα ένα τμήμα από τον Αποχαιρετιστήριο λόγο του Απ. Παύλου προς τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Εφέσου (Πράξ. 20, 16-18 και 28-36). Το αποστολικό αυτό ανάγνωσμα με το οποίο θα ασχοληθούμε εδώ είναι σε μετάφραση το εξής:
 «Εκείνες τις μέρες ο Παύλος αποφάσισε να παρακάμψει την  Έφεσο, για να μη χρονοτριβήσει στην επαρχία της Ασίας· βιαζόταν να είναι στα Ιεροσόλυμα, αν του ήταν δυνατό, την ημέρα της Πεντηκοστής. Από τη Μίλητο ο Παύλος έστειλε στην Έφεσο και κάλεσε τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας. 'Οταν ήρθαν και τον συνάντησαν τους είπε: ‘Προσέχετε, λοιπόν, τον εαυτό σας και όλο το ποίμνιο, στο οποίο το Πνεύμα το 'Αγιο σας έθεσε επισκόπους για να ποιμαίνετε την εκκλησία του Κυρίου και Θεού, που την έκανε δική του με το αίμα του. Εγώ το ξέρω ότι μετά την αναχώρησή μου θα εισβάλουν σ' εσάς λύκοι άγριοι, που δε θα λυπηθούν το ποίμνιο. Ακόμα και από ανάμεσά σας θα βγουν πρόσωπα που θα διδάσκουν πλάνες για να παρασύρουν τους πιστούς με το μέρος τους. Γι' αυτό να αγρυπνείτε, και να θυμάστε ότι τρία χρόνια συνέχεια δεν έπαψα νύχτα και μέρα να νουθετώ με δάκρυα τον καθένα σας. Τώρα, αδερφοί, σας εμπιστεύομαι στον Θεό και στο κήρυγμα που σας αποκάλυψε η χάρη του. Αυτός μπορεί να σας κάνει ώριμους στην πίστη και να σας δώσει την επουράνια ζωή μαζί με όλους όσοι είναι δικοί του. Ασήμι ή χρυσάφι ή ιματισμό από κανένα δεν ζήτησα. Εσείς οι ίδιοι ξέρετε ότι για τις ανάγκες τις δικές μου και των συνοδών μου δούλεψαν αυτά εδώ τα χέρια. Με κάθε τρόπο σάς έδωσα το παράδειγμα, ότι πρέπει να εργάζεστε έτσι σκληρά, για να μπορείτε να βοηθάτε αυτούς που έχουν ανάγκη. Να θυμάστε τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού, που είπε: ‘καλύτερο είναι να δίνεις παρά να παίρνεις’. Αφού είπε αυτά τα λόγια, γονάτισε αυτός κι όλοι εκείνοι και προσευχήθηκε».


Η σκέψη του μεγάλου Αποστόλου καθώς πορεύεται προς την Ιερουσαλήμ, όπου θα συλληφθεί και θα φυλακισθεί, είναι στραμμένη προς την Εκκλησία, την οποία δια του αίματός του θεμελίωσε ο Χριστός και εμπιστεύθηκε εν συνεχεία στους αποστόλους του και δι’ αυτών στους διαφόρων βαθμών ηγέτες (επισκόπους, πρεσβυτέρους, διακόνους) να την καθοδηγούν και να την προφυλάγουν ως ποιμένες από τους λύκους, δηλ. τους αιρετικούς που την απειλούν σε κάθε εποχή. Με την ευκαιρία αυτή ας δούμε πώς αντιλαμβάνεται ο Απ. Παύλος την Εκκλησία και κυρίως ας αναλύσουμε μερικά από τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα.

1.  Πρώτα-πρώτα η Εκκλησία, όπως συνάγεται από τις επιστολές του Απ. Παύλου, είναι ένα οργανικό σύνολο, ένα σώμα με κεφαλή τον Χριστό και μέλη όλους τους χριστιανούς. Αυτό το οργανικό σύνολο δεν προέρχεται από την εξέλιξη ανθρώπινων παραγόντων και  ενδοκοσμικών συνθηκών, ούτε στηρίζεται στις ασθενικές δυνάμεις των ανθρώπων που την αποτελούν ή αυτών ειδικότερα που την διοικούν, αλλ’ είναι αποτέλεσμα και δωρεά της αγάπης του Θεού προς τον κόσμο. Μέσα στο χάος και τις διασπαστικές δυνάμεις του προχριστιανικού κόσμου ο Θεός προσφέρει δια του Ιησού Χριστού τη δυνατότητα συνενώσεως των ανθρώπων σε ένα  σώμα, συγκεντρώνει τους εχθρικά διακειμένους μεταξύ των ανθρώπους (π.χ. Ιουδαίους και εθνικούς) σε μια νέα κοινωνία αγάπης και ειρήνης. Η ενότητα λοιπόν αποτελεί βασικό γνώρισμα της Εκκλησίας που μαρτυρεί την εκ Θεού προέλευσή της. Μια διασπασμένη Εκκλησία με διαιρέσεις και σχίσματα μας δημιουργεί την υποψία ότι εγκατέλειψε τον Θεό και δέχτηκε την επίδραση των καταλυτικών δυνάμεων του κόσμου.


2. Ο Ιησούς γνωρίζει πολύ καλά και προλέγει στους μαθητές του την εχθρική στάση του κόσμου έναντι της Εκκλησίας. Εάν καταδιώχθηκε και σταυρώθηκε ο ίδιος ο ιδρυτής της, δεν είναι δυνατόν να έχουν καλύτερη τύχη όσοι πιστεύουν σ΄ αυτόν. «Να θυμάστε το λόγο που σας είπα: δεν υπάρχει δούλος ανώτερος από τον κύριό του. Αν εμένα καταδίωξαν, θα καταδιώξουν κι εσάς· αν εφάρμοσαν τα λόγια μου, θα εφαρμόσουν και τα δικά σας». (Ιωάν, 15, 20). Το ίδιο προβλέπει και ο Απ. Παύλος στον Αποχαιρετιστήριο λόγο του που παραθέσαμε παραπάνω. Μιλάει μάλιστα για λύκους, εννοώντας τους πάσης φύσεως αιρετικούς, οι οποίοι προέρχονται μέσα από τα σπλάχνα της Εκκλησίας. Όπως όμως ο σταυρός αποτελεί τη «δόξα» του Χριστού, έτσι αποτελεί και τη «δόξα» των μαθητών του, και εν συνεχεία των πιστών του. Εάν η Εκκλησία αισθάνεται ασφάλεια μέσα στον κόσμο, εξουσία, πλούτη και δύναμη και δεν γνωρίζει σταυρό, πάθος και μαρτύριο, τότε δεν είναι η ίδια με αυτήν που ίδρυσε ο Χριστός. Ο Θεός προστατεύει την Εκκλησία μέσα στις θλίψεις και τις ταραχές του κόσμου, μόνο εάν αυτή μένει πιστή στον ιδρυτή και Κύριό της.


3. Τέλος, η διδασκαλία του Παύλου περί της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού έχει μεγάλο ενδιαφέρον για την εποχή μας. Σε αντίθεση με την επικρατούσα σήμερα ατομοκρατία, υπογραμμίζει την κοινωνική προοπτική της χριστιανικής θεωρήσεως του ανθρώπου, σύμφωνα με την οποία ο χριστιανός δεν αποτελεί μεμονωμένη ύπαρξη στον κόσμο, αλλά βρίσκεται σε σχέση επικοινωνίας με τους άλλους αδελφούς. Επίσης, η σχέση του με τον Θεό επιβεβαιώνεται και απηχείται στη σχέση του με τους άλλους ανθρώπους, και δεν εννοούμε μόνο με τα άλλα μέλη της Εκκλησίας αλλά με όλους τους άλλους ανθρώπους, οι οποίοι είναι δυνάμει μέλη της Εκκλησίας και μπορούν να γίνουν και ενεργεί μέλη με την κατάλληλη συμπεριφορά των συνειδητών μελών της. Πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι η συμμετοχή των πιστών στο σώμα του Χριστού με την ιδιότητα του μέλους δεν είναι κατάσταση στατική και οριστική αλλά δυναμική, σημαίνει δηλ. την αρχή μιας πορείας με τέρμα τη βασιλεία του Θεού και η πορεία αυτή συνεπάγεται συνεχή προσπάθεια και επαγρύπνηση. Γι’ αυτό και ο ιερός Χρυσόστομος κρούει τον κώδωνα και χαρακτηριστικά υπενθυμίζει: «Μ τοίνυν θαρρμεν τι γεγόναμεν παξ το σώματος».  

Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

Η Θεία Ανάληψη



Του Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου

Σαράντα ημέρες μετά την Ανάστασή Του ο Χριστός αναλήφθηκε στους ουρανούςόπου ήταν προηγουμένωςκατά τον λόγο του Ιδίου προς τους Μαθητάς.
Γιατί σαράντα μέρες;
Ο Χριστόςκατά την ανθρώπινη φύση Τουέλαβε τρεις γεννήσειςαπό την Παρθένο Μαρίααπό το Βάπτισμα και από την ΑνάστασηΚαι στις τρεις γεννήσεις ονομάστηκε Πρωτότοκος.
Από την πρώτη είναι πρωτότοκος εν «πολλοίς αδελφοίς» κατά την κοινωνία της σαρκόςαπό την δεύτερη της καινής κτίσεως και κατά την Τρίτηπρωτότοκος τωννεκρών.
Σαράντα μέρες μετά από τις τρεις αυτές γεννήσεις ακολούθησε ένα σημαντικό γεγονός.
Σαράντα μέρες μετά τη γέννηση προσφέρθηκε στον Ναό και έχουμε την εορτή της Υπαπαντής.
Σαράντα μέρες μετά την Βάπτισή Του στον Ιορδάνη ποταμό νίκησε τον διάβολο στους τρεις εκείνους πειρασμούς.
Σαράντα μέρες μετά την Ανάστασή Του ανέβηκε στους Ουρανούς και προσέφερε στον Πατέρα Του την απαρχή της δικής μας φύσεως.
Θα μπορούσε να γίνει η Ανάληψη αμέσως μετά την ΑνάστασηΔεν το έκανε όμως για να στερεώσει την Πίστη των Μαθητών Του με τις συνεχείς εμφανίσεις Του καιτα θαύματαΓια να μην φανεί ότι η Ανάσταση ήταν φαντασίαΤέλος τους κατέστησε όλους θεατές της Αναλήψεώς Του.
Με την Ανάσταση έχουμε τη νίκη εναντίον του Θανάτουμε την Ανάληψη την άνοδο της ανθρωπίνης φύσεως στον θρόνο του ΘεούΜε την Ανάληψη βλέπουμε την τελειότητακαι το πλήρωμα της θείας Οικονομίας.
Οι Μαθητές είδαν το τέλος της Ανάστασηςαφού δεν είδε κανείς τον Χριστό την ώρα που εξερχόταν από το ΜνημείοΑντίθεταείδαν την αρχή της Ανάληψηςδηλαδήτον είδαν να αναλαμβάνεται στους ουρανούς.
Πρώτα γεννιόμαστε κατά Χριστόνέπειτα πάσχουμε μαζί με τον Χριστόστη συνέχεια νικούμε το κράτος του διαβόλου και ανασταινόμαστεΤέλος μπορούμε να ζήσουμετη θέωση.
Ο ΆγΓρηγόριος ο Παλαμάς λέει ότι η Ανάσταση συνδέεται με όλους τους ανθρώπουςενώ η Ανάληψη μόνο με τους Αγίους.
Όλοι θα αναστηθούν κατά την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού και δίκαιοι και αμαρτωλοίαλλά δεν θα αναληφθούν όλοιΜόνο οι δίκαιοι θα αρπαγούνμέσα σε νεφέλες για να προϋπαντήσουν τον Χριστό ερχόμενο από τους Ουρανούς.
Υπήρχαν πολλές αναστάσεις προ Χριστούαλλά κανείς δεν πήγε στον Ουρανό.
Ο Προφήτης Ηλίας πήγε «ως τον ουρανόν». Αυτό σημαίνει μια μετάθεση που τον ανύψωσε από την γηαλλά δεν τον εξήγαγε έξω από αυτήνΕπίσης όσοι αναστήθηκανκαι επέστρεψαν στη γηπάλι μετά από λίγο πέθανανΌμως ο Χριστός αναστήθηκε και ο θάνατος δεν έχει κυριαρχία επάνω ΤουΑφού αναλήφθηκε στους ουρανούς,
κάθε ύψωμα είναι κατώτερο από Αυτόν.
Η μετάσταση του Προφήτου Ηλίαδείχνει πως περίπου θα έφευγαν οι άνθρωποιεάν δεν είχε αμαρτήσει ο Αδάμ και δεν είχε εισέλθει στην κτίση ο θάνατος.

Δεν ευλόγησε τους Μαθητές Του και στη συνέχεια ανερχόταν στον ουρανόαλλά άρχισε να τους ευλογεί και ευλογώντας τους Μαθητές ανερχόταν στον ουρανόδίνονταςσε αυτούς δύναμη για την κατόρθωση της εργασίας των εντολώντηρώντας αυτό που τους είπε «ιδού εγώ μεθ΄υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας τουαιώνος».
Τούτο είναι αλήθεια διότι ο Χριστός είναι ο Βασιλεύς και ο Κύριος του ουρανού και της Γηςείναι εκείνος που στέλνει τη Χάρη και ευλογία στους ανθρώπουςείναιο μόνος ευλογητόςο Οποίος δια της ευλογίας Τουενισχύει και καθιστά τους αξίους της ευλογίας ευλογημένους.



Μετά την Ανάληψη παρατηρούμε μερικά ενδιαφέροντα σημεία.
Πρώτονοι Μαθητές έφυγαν από το όρος των Ελαιών με μεγάλη χαράκαίτοι στερήθηκαν τον ΧριστόΧάρηκαν υπερβολικά γιατί απέκτησαν τη βεβαιότητα ότι θαλάβουν το Πνεύμα το Άγιονκαι ότι θα γίνουν μέλη του Σώματός Του.
Δεύτερονμεταξύ Αναλήψεως και Πεντηκοστής παρεμβάλλεται περίοδος προσευχήςδεήσεως και ησυχίαςτόσο σωματικής όσο και ψυχικήςΔεν μπορεί κανείς ναμεθέξει του Αγίου Πνεύματος αν δεν βρίσκεται σε κατάσταση προσευχής και εσωτερικής νήψεως.
Τρίτονοι Μαθητές βρίσκονται σε μια διαρκή σύναξηπροσκαρτερούνέχοντας στο μέσον την Παναγίατην Μητέρα του ΧριστούΑυτό δείχνει την αξία της λατρείας της Εκκλησίαςαφού στο κέντρο της υπάρχει το πιο αγαπητό πρόσωπο στον Χριστό και στους Χριστιανούςδηλαδή η ΠαναγίαΗ Θεοτόκος δεν διεκδίκησε καμιά εξουσία και καμιά διακονία στην Εκκλησίααλλά ήταν στο κέντρο της λατρείαςο πιο πολύτιμος θησαυρός που είχε και έχει η Εκκλησία.
Τέταρτονπρέπει πάντοτε να υπακούμε στις εντολές του Χριστούγιατί έχουν καλή και άγια κατάληξη.
Η Ανάληψη του Χριστού είναι το κόσμημα όλων των Δεσποτικών εορτώνη τελείωση όλων όσων έκανε ο Χριστός για μαςμε το έργο της θείας Οικονομίας.