Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

ΕΝΟΡΙΑ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ


Η Ορθόδοξη εμπειρία στον Δυτικό κόσμο
Επισκόπoυ Διοκλείας Κάλλιστου Ware
Η Ενορία κατέχει σήμερα στην Ορθόδοξη Εκκλησία μια σημασία πολύ μεγαλύτερη απ' όση κατείχε σε οποιαδήποτε άλλη εποχή στη διάρκεια των δεκαέξι τελευταίων αιώνων. Ποτέ άλλοτε, από την εποχή της μεταστροφής στο Χριστιανισμό του Μεγάλου Κωνσταντίνου, δεν είχε το τοπικό Ευχαριστιακό κέντρο τόση μεγάλη σπουδαιότητα στη ζωή της Ορθοδοξίας, όση έχει σήμερα. 
Ποιο είναι το νόημα της υπάρξεως της Εκκλησίας; Ποιος είναι ο μοναδικός και χαρακτηριστικός της ρόλος τον όποιο κανείς άλλος και τίποτε άλλο δεν μπορεί να εκπληρώσει; Τι είναι εκείνο που πετυχαίνει η Εκκλησία και που δεν μπορούν να το πετύχουν ούτε οι εθνικές συναθροίσεις ούτε οι λέσχες νεότητος ούτε τα σπίτια στοργής; 
Η απάντηση δεν είναι παρά μόνο μία: η Εκκλησία υπάρχει για να μας φέρει σωτηρία εν Χριστώ Ιησού • να μας φέρει σωτηρία όχι με κάποιο αφηρημένο ή θεωρητικό τρόπο - αφού η Εκκλησία δεν αποτελεί ένα οποιοδήποτε φιλοσοφικό σύστημα η ιδεολογία - αλλά με συγκεκριμένη και ορατή μορφή, δια της τελέσεως της Θείας Λειτουργίας. Ιδού ο μοναδικός και χαρακτηριστικός ρόλος της Εκκλησίας, αυτό που μόνο Εκείνη μπορεί να επιτελέσει: να προσφέρει τη θεία Ευχαριστία. Η Θεία Ευχαριστία είναι που δημιουργεί την Εκκλησία. Η ενότης της Εκκλησίας δεν επιβάλλεται έξωθεν με την ισχύ ή τη βία, αλλά πραγματοποιείται έσωθεν με την τέλεση της Κοινωνίας με το Σώμα και Αίμα του Χριστού. Η Εκκλησία δεν είναι κάποιο κοινωνιολογικό κατασκεύασμα αλλά ένας ευχαριστιακός οργανισμός ο οποίος αποκτά οντότητα την ώρα που επικαλείται το Άγιο Πνεύμα να ενεργήσει πάνω στα τίμια δώρα. Αυτή η ευχαριστιακή φύση της Εκκλησίας έχει προσδιοριστεί με ιδιαίτερη σαφήνεια από τον Άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας λίγα χρόνια μετά τον θάνατο των Αποστόλων. 
Η Θεία Λειτουργία, όμως, είναι κάτι που συντελείται μόνον εν τόπω. Μολονότι η Ευχαριστία είναι μία και απαράλλαχτη σ' όλο τον κόσμο, δια μέσου του χρόνου, η Θεία Λειτουργία δεν μπορεί να υπάρξει ως συγκεκριμένη και ζώσα πραγματικότητα παρά μόνον μέσω μιας ιδιαίτερης ιερουργίας σε ορισμένο τόπο και χρόνο. Με άλλα λόγια, η Θεία Ευχαριστία - που είναι η πεμπτουσία της Εκκλησίας - βρίσκει την ορατή πραγμάτωση της μόνον εν τη έννοια της τοπικής ενορίας ή της τοπικής Μονής. Όταν λοιπόν κάνουμε λόγο για την Εκκλησία ως ευχαριστιακό οργανισμό, μιλούμε για την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας κάθε Κυριακή σε κάθε ενορία. Η Ενορία είναι το βασικό ευχαριστιακό «κύτταρο» χωρίς το όποιο δεν υπάρχει Εκκλησία. Επιπλέον σε κάθε τέλεση της Ευχαριστίας παρών είναι ο όλος Χριστός, κι όχι απλώς ένα μικρό τμήμα Του έτσι ώστε η τοπική ενορία, όταν τελεί τα θεία Μυστήρια, δεν αποτελεί μια μικρή μονάδα μέσα σ' ένα μεγαλύτερο σύνολο, αλλά εκφράζει κατά τρόπο ορατό την Μία Καθολική Εκκλησία στην ολότητα της. 
Πέραν από την τοπική ενορία που συναθροίζεται στην Θεία Λειτουργία, κάθε τι που εμείς οι Χριστιανοί λέμε για το Σώμα του Χριστού, την Τριαδική Βασιλεία του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, για την προσφορά της Εκκλησίας στην κοινωνική δικαιοσύνη, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και τη μεταμόρφωση της Κοινωνίας από μια απρόσωπη αιχμαλωσία σε ελεύθερη κοινωνία προσώπων, ό,τι κι αν λέμε, δεν αποτελεί στην καλύτερη περίπτωση, παρά μόνο μια αφηρημένη έννοια, το πολύ ένα αφελή ιδεαλισμό και συναισθηματικό ουτοπισμό. Μόνον μέσα στην Ενορία υπάρχει δυναμική απόδειξη, ιστορική πραγμάτωση, αληθινή ελπίδα. Όπως ορθά έχει λεχθεί, μόνο η ζωή της Ενορίας μπορεί να δώσει ιερατική διάσταση στην πολιτική, προφητικό πνεύμα στην επιστήμη, ανθρώπινο πρόσωπο στις οικονομικές σχέσεις και μυστηριακό χαρακτήρα στον ερωτά. Εν τούτοις κάθε φορά που εξετάζουμε τη συγκεκριμένη ζωή των Ορθοδόξων Ενοριών μας σήμερα, είτε στην Ελλάδα είτε σ' αυτό που συχνά αποκαλείται «διασπορά», πόση οδυνηρή έκπληξη δεν νιώθουμε από το τεράστιο κενό που χωρίζει τη θεωρία από την πράξη; 
Ο ευχαριστιακός χαρακτήρας της Εκκλησίας στον κόσμο και μαζί της η εκκλησιολογική σημασία της τοπικής ενορίας, από τον τέταρτο αιώνα και εντεύθεν έχει χάσει σταδιακά όλο και περισσότερο την καθαρότητα της εξ αιτίας των στενών δεσμών μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, Εκκλησίας και Έθνους. Στον κόσμο του Βυζαντίου, δεν τονιζόταν τόσο ο τοπικός ευχαριστιακός χαρακτήρας της Εκκλησίας αλλά μάλλον η εκτεινόμενη στα πέρατα της Γης παγκοσμιότητα της. Πολύ πιο ξεκάθαρα στα Σλαβικά Ορθόδοξα Βασίλεια και στον Ελληνικό κόσμο της Τουρκοκρατίας, η Εκκλησία εκλαμβανόταν από πολιτιστική και μορφωτική σκοπιά, όλο και περισσότερο ως η συνδετική δύναμη που εξασφάλιζε ένα αίσθημα εθνικής ταυτότητας. Ελάχιστα προβαλλόταν η Ενορία ως το τοπικό ευχαριστιακό κέντρο, μολονότι ήταν σ' αυτό το επίπεδο της Ενορίας που η ζωή της Εκκλησίας συνέχιζε να συντηρείται.
Οι μεταβαλλόμενες συνθήκες της εποχής μας μάς οδήγησαν σε ριζική επανεκτίμηση. Σ' όλον τον Ορθόδοξο κόσμο του εικοστού αιώνα η παραδοσιακή συμμαχία μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας έχει προοδευτικά διαβρωθεί και σε πολλές χώρες απότομα διακοπεί. Η εξάπλωση της εκκοσμικεύσεως σημαίνει ότι στο μέλλον κάποιος θα είναι Ορθόδοξος όχι διότι γεννήθηκε από Έλληνες, Σέρβους ή Ρώσους γονείς, αλλά διότι ελεύθερα επέλεξε να είναι Ορθόδοξος μέσα από μια εσωτερική κίνηση πνευματικής ομολογίας. Χάνουμε τα παραδοσιακά μέλη της Εκκλησίας, ενώ στη σύγχρονη εκκοσμικευμένη Πολιτεία ο μορφωτικός και πολιτιστικός ρόλος της Εκκλησίας σπρώχνεται αναπόφευκτα στο περιθώριο. Βεβαίως κάτι τέτοιο δεν πρέπει να το δούμε σαν τραγωδία αλλά μάλλον ως πρόκληση και ακόμη ως ευλογία. Ωθούμεθα πίσω στα στοιχειώδη, στο ένα και μοναδικό που είναι ουσιώδες, πίσω στο «ενός δε εστί χρεία» (Λουκά 10,42) και αυτό το ένα και ουσιώδες είναι η τέλεση της θείας Ευχαριστίας. 
Απ' όλα όσα είπαμε, προκύπτει ότι η τοπική ενορία ανακτά στις μέρες μας την κεντρική της σημασία. Σήμερα, όπως κατά τους πρώτους τρεις αιώνες της Χριστιανικής Ιστορίας, η ζωή μας πρέπει να είναι άρρηκτα δεμένη με την Κυριακάτικη τέλεση της Θείας Λειτουργίας, στον τοπικό ενοριακό μας ναό. Η ζωτικότητα της Εκκλησίας στο μέλλον θα εξαρτηθεί από την ζωντάνια των ενοριών μας. Θα χρειαστεί να στηριχτούμε στις δικές μας δυνάμεις. Η Ιεραρχία της Εκκλησίας δεν θα μπορεί πλέον να στραφεί στους πολιτικούς για βοήθεια, οικονομική ή άλλη, ενώ ο παπάς της ενορίας δεν θα μπορεί πια να περιμένει από το δάσκαλο του τοπικού σχολείου ή τον τοπικό αστυφύλακα να προωθήσουν το έργο του.
Η Ορθόδοξη ζωή στην Δύση έχει συνειδητοποιήσει αυτές τις εξελίξεις μέσα από ιδιαίτερα συγκλονιστικές εμπειρίες. Αποτελούμε μία ελάχιστη μειονότητα σ' ένα ξένο περιβάλλον. Μολονότι απολαμβάνουμε θρησκευτική ελευθερία, η Εκκλησία μας δεν είναι δυνατόν να περιμένει προνομιακή μεταχείριση στο εκπαιδευτικό σύστημα των χωρών όπου ζούμε • δεν παίρνουμε καμιά οικονομική ενίσχυση από κυβερνήσεις, εκτός από την Δυτική Γερμανία, τη Φιλανδία και τις Σκανδιναβικές χώρες όπου το Λουθηρανικό σύστημα της «εκκλησιαστικής φορολογίας» ισχύει ακόμη. Προκειμένου να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας στην Ορθόδοξη πίστη, πρέπει να ενεργήσουμε μόνοι μας, μέσα από την εργασία της τοπικής ενορίας. Για να χτίσουμε Ορθόδοξους ναούς και να μισθοδοτήσουμε μόνιμους ιερείς, η οικονομική βοήθεια πρέπει να προέλθει αποκλειστικά από τις τοπικές μας κοινότητες. Από οικονομική πλευρά η επιβίωση της Ορθοδοξίας στη Δύση εξαρτάται από τα κέρματα που οι πιστοί θα ρίξουν κάθε Κυριακή στο δίσκο την ώρα της Θείας Λειτουργίας. Αν δεν εξασφαλίσουμε μια δυναμική ενοριακή ζωή, η Ορθοδοξία στη Δύση δεν έχει μέλλον. Μετά από πενήντα ή εκατό χρόνια απλούστατα θα εξαφανιστούμε. 
Κι ερχόμαστε τώρα να εξετάσουμε τι είδους Ορθόδοξες ενορίες έχουμε στη Δύση. Η πρώτη γενεά του Ορθόδοξου μετανάστη ίδρυσε ενορίες που διέθεταν, για λόγους προφανείς, ισχυρό εθνικό χαρακτήρα. Η τοπική ενορία ήταν ο κύριος και συχνά ο μόνος συνδετικός κρίκος που απομένει με την Μητέρα Πατρίδα και έτσι οι ενορίτες θέλησαν μια τοπική εκκλησία η όποια στον τρόπο της λατρείας και στις άλλες δραστηριότητες της θα αναπαρήγαγε όσο πιο πιστά γινόταν τα σχήματα που τους ήταν οικεία από την παιδική τους ηλικία. Κάθε προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί, παραδείγματος χάριν, η γλώσσα της χώρας στην οποία ζούσαν - Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά κ.τ.λ.- θεωρούνταν συνήθως ως απειλή και κατεπολεμιόταν με πείσμα.
Όλα αυτά εύκολα κατανοούνται. Άλλα με τον ερχομό της δεύτερης και τρίτης γενεάς Ορθοδόξων της Δύσεως μια νέα πραγματικότητα εμφανίζεται. Οι ενορίες εκείνες που αρνήθηκαν να κάνουν οποιαδήποτε χρήση της τοπικής γλώσσας στις Λειτουργίες τους και έμειναν ανυποχώρητες στον πολιτισμό και τα ήθη της χώρας στην οποία ανήκουν, τείνουν να μαραζώσουν. Μόλις οι νέοι τους φθάσουν την «ηλικία της επαναστάσεως», απλούστατα σκορπίζουν, αφού δεν βρίσκουν τίποτε στην λατρεία της ενορίας που να 'χει σχέση με την καθημερινή ζωή τους, κι έτσι απομένει ένα εκκλησίασμα ηλικιωμένων . Οι ενορίες αντιθέτως που αποδέχθηκαν την ανάγκη προσαρμογής και αλλαγής, έγιναν συχνότατα πολύ πιο γνήσια ευχαριστιακές: όχι πλέον μία εθνική λέσχη αλλά μία αληθινή λειτουργική σύναξις - ο λαός του Θεού συναθροισμένος γύρω από την Άγια Τράπεζα. Ορατό σημείο αυτής της εξελίξεως υπήρξε η αναβίωση της συχνής Θείας Μεταλήψεως σε παλιές Ορθόδοξες ενορίες στη Δύση. Εκείνο που έχει συμβεί σε τέτοιες κοινότητες είναι απλούστατα η ανακάλυψη τον αληθινού νοήματος της ενορίας. Προφανώς η εξέλιξη αυτή δεν παρατηρείται παντού. Πολλές ενορίες ενώ αποδέχονται κάποιο μέτρο προσαρμογής στις δυτικές συνήθειες, συνεχίζουν να ρίχνουν μεγαλύτερο βάρος σε εθνικές αξίες και σε κοινωνικές δραστηριότητες μάλλον παρά στην Ευχαριστία. 
Η εμπειρία της Ορθόδοξης κοινότητας της Οξφόρδης έχει ακολουθήσει ένα κάπως ασυνήθιστο σχήμα. Συμβιώνουν εδώ, η μια δίπλα στην άλλη, δύο ορθόδοξες ενορίες, μια ελληνική (που υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο) και μια ρωσική (που υπάγεται στο Πατριαρχείο Μόσχας). Η κάθε ενορία έχει τον ιερέα της και το δικό της εκκλησιαστικό συμβούλιο. Όμως οι δύο ενορίες μοιράζονται ίσοις όροις τον ίδιο ναό, που χτίστηκε το 1973 με την κοινή προσπάθεια και των δύο. Έτσι κάθε Κυριακή λατρεύουμε όλοι μαζί συγχρόνως, ψάλλοντας μία Θεία Λειτουργία για τους πιστούς και των δύο κοινοτήτων. Υπάρχουν, όπως είναι φυσικό, δυσκολίες. Μνημονεύουμε π.χ. δύο επισκόπους στις ακολουθίες μας, τηρούμε δύο διαφορετικά ημερολόγια (αφού το ρωσικό ήμισυ της κοινότητος μας ακολουθεί το παλαιό ημερολόγιο), και χρησιμοποιούμε σε κάθε ακολουθία όχι λιγότερες από τρεις γλώσσες, Ελληνικά, Σλα βονικά και Αγγλικά. Καθ' όσο γνωρίζω πουθενά άλλου στη Μεγάλη Βρετανία δεν υπάρχει ακριβώς όμοιο παράδειγμα μ' αυτό της Οξφόρδης. 
Από την άποψη του Κανονικού Δικαίου οι λύσεις στις όποιες καταλήξαμε στην Οξφόρδη περιέχουν ορισμένες προφανείς ανωμαλίες: Πως π.χ., είναι δυνατόν να μνημονεύονται δύο ανεξάρτητοι επίσκοποι, στην ίδια θεία Λειτουργία; Εμείς στην Οξφόρδη δεν διεκδικούμε να λύσουμε από μόνοι μας τα κανονικά προβλήματα που δημιουργούνται στη δυτική Ορθοδοξία. Όμως, όντας αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουμε συγκεκριμένες ποιμαντικές ανάγκες της τοπικής μας κοινότητας, επράξαμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε για να προσφέρουμε μια λειτουργική λύση που να ενθαρρύνει την επιβίωση και την ανάπτυξη της τοπικής Ορθοδοξίας. 
Μολονότι κανονικά αποτελούμε δύο ξεχωριστές ενορίες, στην πράξη είμαστε μόνο μία λατρευτική κοινότητα. Εάν λοιπόν ο όρος «ενορία» είναι να προσδιοριστεί με βάση όχι το κανονικό δίκαιο αλλά την Ευχαριστία, τότε πνευματικά και λειτουργικά εμείς, οι Ορθόδοξοι της Οξφόρδης αποτελούμε μια ξεχωριστή τοπική ενορία. 
Έπ' ουδενί λόγω δεν επιδιώκω να εμφανίσω ως ιδανική τη ζωή μας στην Εκκλησία της Άγιας Τριάδας και Ευαγγελισμού της Οξφόρδης. Εάν χρειάστηκε ο Σωτήρας μας να προσευχηθεί στο Μυστικό Δείπνο για την ενότητα των μαθητών του (Ιω άν. 17), αυτό έγινε διότι ακριβώς εγνώριζε πόσο δύσκολο είναι για τους ανθρώπους να μείνουν ενωμένοι σε ένα πεπτωκότα κόσμο • και αυτό το γνωρίζουμε πολύ καλά εμείς στην Οξφόρδη, από προσωπική πείρα. Δεν υπάρχει πραγματική ενότητα παρά μόνο μέσω του Σταυρού. Κι η ενότητα αύτη απαιτεί από τον καθένα μας ατέλειωτη γενναιοδωρία, μυστηριακή κένωση, θυσία. Στην ευχαριστιακή κοινότητα, όπως ακριβώς και στην ένωση του γάμου η ενότητα των μελών πρέπει να επανεπιβεβαιώνεται και να επαναλαμβάνεται. Όταν οι Έλληνες και οι Ρώσοι της Οξφόρδης αποφάσισαν να συνεργαστούν ήταν αρχικά για λόγους πρακτικούς. Και οι δύο κοινότητες είναι ολιγάριθμες και φαινόταν αμφίβολο αν καμία απ' αυτές θα επιβίωνε στην απομόνωση. Υπήρχε όμως η βέβαια ελπίδα, ότι δια της συνεργασίας θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε μια ζωντανή Ορθόδοξη παρουσία στην πόλη και στο Πανεπιστήμιο. Στην πορεία της αμοιβαίας συνεργασίας μας, όμως, χρειάστηκε να υπερβούμε τις καθαρά πρακτικές ανάγκες και να επανεκτιμήσουμε τις βασικές προτεραιότητες. Χρειάστηκε να αναρωτηθούμε ποιο είναι το θεμελιώδες νόημα της ενορίας; «Όπου γαρ εστίν ο θησαυρός υμών, εκεί εσταί και η καρδία ύμων» (Ματθ. 6,21). Που λοιπόν βρίσκεται ο «θησαυρός» μας ως Ορθοδόξων που ζούμε στη Δύση; 
Εάν η ενορία είναι πάνω απ' όλα μια εθνική συνάθροιση με μόνο λόγο υπάρξεως την διατήρηση ορισμένων πολιτιστικών άξιων, τότε οι Ορθόδοξοι της Οξφόρδης θα χρειαστεί να συντηρήσουν δύο διαφορετικές κοινότητες, που θα εκκλησιάζονται και θα λατρεύουν χωριστά. Εάν όμως η Ενορία υφίσταται κυρίως για την τέλεση της Ευχαριστίας και εάν στην Ευχαριστία «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην... πάντες γαρ... εις ... εν Χριστώ Ιησού» (Γαλάτες 3,28), τότε δίκιο δεν έχουμε να επιμένουμε πάνω απ' όλα στην τέλεση μιας κοινής θείας Λειτουργίας κάθε Κυριακή απ' όλους εμάς τους Ορθοδόξους, ανεξαρτήτως εθνικής προελεύσεως, ελληνικής, ρωσικής ή αγγλικής; Μόνον έτσι μπορούμε να δώσουμε μαρτυρία για το αληθινό νόημα της ενοριακής ζωής. 
Περισσότερο από μια φορά τα τελευταία δεκαεπτά χρόνια έχουν προκύψει προβλήματα που απείλησαν να διασπάσουν την ενότητα μας ως λατρευτικής κοινότητας. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι παρόμοια προβλήματα θα εμφανιστούν και εις το μέλλον. Άλλα κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε το ενδεχόμενο της διασπάσεως, συνειδητοποιούμε εκ νέου την υπέρτατη σπουδαιότητα της λειτουργικής μας ενότητας. Στην Θεία Λειτουργία έχουμε βρει τον κοινό δεσμό που μας συνέχει ανεξαρτήτως γλώσσας, εθνικής ταυτότητας ή εκκλησιαστικής «δικαιοδοσίας ». (Πόσο δίκιο δεν έχει ο Αλέξανδρος Σολζενίτσιν να μέμφεται αυτή τη λέξη «δικαιοδοσία» που τόσο συχνά χρησιμοποιείται από τους Ορθοδόξους της Δύσης, χωρίς εν τούτοις να συναντάται πουθενά στο Ευαγγέλιο!) Μελετώντας τη διδασκαλία του Άγιου Ιγνατίου Αντιοχείας, που απευθύνεται στους Χριστιανούς της εποχής του, και τονίζει ότι πρέπει όλοι να συναντώνται σε μια Ευχαριστία, να συναθροίζονται γύρω από μία Τράπεζα και να πίνουν από ένα Ποτήριο, γνωρίζουμε ότι οι φλογεροί αυτοί λόγοι του ισχύουν το ίδιο και για μας τους Ορθόδοξους της Οξφόρδης. 
Στην περιγραφή που κάνει για τη ζωή της πρώτης χριστιανικής «ενορίας» -της κοινότητας της Ιερουσαλήμ των ήμερων που ακολούθησαν την Πεντηκοστή - ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας λέει: «ήσαν δε προσκαρτερούντες τη διδαχή των αποστόλων, και τη κοινωνία και τη κλάσει τον άρτου και ταίς προ σευχαίς • πάντες δε οι πιστεύοντες ήσαν επί το αυτό και είχον άπαντα κοινά» (Λουκά 2, 42, 44). 
Αυτός ακριβώς είναι και ο σκοπός κάθε ενορίας σήμερα, είτε βρίσκεται στην Ελλάδα είτε στην αλλοδαπή: τα μέλη της εκφράζουν την ενότητα τους εν Χριστώ Ιησού δια της από κοινού κλάσεως του Άρτου στη θεία Ευχαριστία. Όλες οι άλλες δραστηριότητες της ενορίας, κοινωνικές, πολιτιστικές ή φιλανθρωπικές πηγάζουν από την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και είναι υπάλληλες σ' αυτήν. Η Ευχαριστία είναι ένα συνεχές θαύμα μας λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης. Παράλληλα με τη Μονή, η ενορία αποτελεί ακριβώς το σχήμα από το οποίο και σε κάθε συγκεκριμένο τόπο, τούτο το «συνεχές θαύμα» μαρτυρείται με ζωντανή παρουσία. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: