Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Το Ευαγγέλιο του Απ. Παύλου ως θεολογική γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως



Το Ευαγγέλιο του Απ. Παύλου ως θεολογική γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως

Ιωάννης Καραβιδόπουλος
Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.


   Κατά το παρόν έτος, που είναι αφιερωμένο στον Απ. Παύλο, δικαίως οι σκέψεις μας στρέφονται προς τον μεγάλο Απόστολο που διέτρεξε την οικουμένη, ξεκινώντας από την Ανατολή και φθάνοντας «επί το τέρμα της Δύσεως», «κήρυξ γενόμενος εν τε τη ανατολή και εν τη δύσει…..δικαιοσύνην διδάξας όλον τον κόσμον» (κατά την Α΄ Κλήμεντος 5,5-7). Ο Απ. Παύλος διέτρεξε, σύμφωνα με κάποιον υπολογισμό, περίπου είκοσι χιλιάδες χιλιόμετρα, είτε πεζός είτε με τα μεταφορικά μέσα της εποχής του, για να μεταφέρει το μήνυμα της σωτηρίας «έως εσχάτου της γης».

 Κάποια εποχή στο παρελθόν οι θεολόγοι, αρεσκόμενοι σε σχηματοποιήσεις, συνέδεαν τον Απ. Πέτρο με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, τον Απ. Ιωάννη με την Ορθόδοξη και τον Απ. Παύλο με τους Διαμαρτυρόμενους. Πρόκειται για απλή σχηματοποίηση που δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα. Ο Απ. Παύλος δεν συνδέεται ιδιαίτερα με μία Ομολογία, αλλ’ είναι ο Θεολόγος όλων των Εκκλησιών του Χριστού, ο κατ’ εξοχήν Εκκλησιολόγος, ο Απόστολος που με τη Θεολογία του ενώνει ως γέφυρα σταθερή Ανατολή και Δύση (Χρησιμοποιώ βέβαια τους όρους αυτούς, Ανατολή και Δύση, όχι με πολιτική έννοια αλλά εκκλησιαστική).

          Οι επιστολές του, καθώς ανταλλάσσονταν μεταξύ των πρώτων κοινοτήτων[1],  συντελούσαν στο να μην είναι μεμονωμένη η κάθε νέα κοινότητα που ιδρυόταν από τον ίδιο ή τους συνεργάτες του, αλλά να βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τις άλλες κοινότητες. Για να μιλήσουμε με σύγχρονη ηλεκτρονική ορολογία, μεταξύ των νέων εκκλησιών υπήρχε ένα είδος Διαδικτύου (Internet) με «τροφοδότες» (Servers) τις μεγάλες πόλεις της Αυτοκρατορίας, - που ο Παύλος σύμφωνα με την ιεραποστολική του στρατηγική συνήθιζε να χρησιμοποιεί ως κέντρα της κηρυκτικής του δραστηριότητας και στις οποίες ιδρύονταν οι μεγάλες χριστιανικές κοινότητες, - και με «τερματικά» σε διάφορα μικρότερα μέρη του ελληνορωμαϊκού κόσμου[2]. Φυσικά οι ταχύτητες της διαδόσεως των πληροφοριών τότε ήταν πολύ μικρότερες των σημερινών. Αν ο Παύλος διέθετε τα σημερινά επικοινωνιακά μέσα, η διάδοση του Χριστιανικού Ευαγγελίου θα ήταν πολύ ταχύτερη. Αλλ’ η πρόνοια του Θεού διάλεξε «το πλήρωμα του χρόνου», κατά το οποίο ο παγκοσμιοποιημένος ελληνορωμαϊκός χώρος με ενιαία γλώσσα την ελληνική και με τα ευρέως διαδεδομένα πολιτισμικά αγαθά του ελληνισμού αποτέλεσε το εξωτερικό ιστορικό πλαίσιο για τη διάδοση του λόγου  του Θεού. Κι αν οι συνθήκες μετακινήσεων των αποστόλων ήταν αδύναμες, ήταν για να φανεί έτσι ότι η χάρις του Θεού «εν ασθενεία τελειούται» (Β΄Κορ.12,9), ότι δηλαδή το αποτέλεσμα του ιεραποστολικού θαύματος προέρχεται εκ της δυνάμεως του Θεού και όχι εκ της αδυναμίας των ανθρώπων.
         
Ο Παύλος και η θεολογία του μελετήθηκε κατά κόρον στη Δύση, πράγμα που μαρτυρείται από το πλήθος των επιστημονικών εργασιών σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Αλλά και η ορθόδοξη Ανατολή δεν υστέρησε. Ιδιαίτερα στον ελληνικό χώρο, που ο ομιλητής είναι φυσικό να γνωρίζει καλύτερα, η βιβλική βιβλιογραφική άνθηση στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα με αιχμή τις Παύλειες μελέτες δείχνει το μεγάλο ενδιαφέρον των Ελλήνων Θεολόγων για την κορυφαία αυτή μορφή του Χριστιανισμού. Ίσως διερωτηθεί κανείς πού οφείλεται αυτή η εντυπωσιακή αύξηση του ενδιαφέροντος. Στο ερώτημα αυτό θα μπορούσαν να δώσουν απάντηση οι ακόλουθες σκέψεις: 

Όλοι οι τομείς της θεολογικής επιστήμης προσήλκυσαν την προσοχή των Ελλήνων ερευνητών μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Εκείνη όμως η περιοχή που κυριάρχησε στην έρευνα, και ιδιαίτερα την βιβλική έρευνα, είναι η μελέτη των επιστολών του Απ. Παύλου. Εάν το εκφράσω αυτό με στατιστικά δεδομένα, τα οποία στηρίζονται σε προσωπική έρευνα[3], το 35% της βιβλικής θεολογικής παραγωγής (και ειδικότερα της Καινοδιαθηκικής) καλύπτεται από μελέτες που έχουν ως αντικείμενο και περιεχόμενο τις επιστολές και τη Θεολογία του Απ. Παύλου. Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς, πού οφείλεται αυτή η προτίμηση. Μπορούμε να οδηγηθούμε σε κάποια ικανοποιητική απάντηση, εάν λάβουμε υπόψη τα ακόλουθα δεδομένα: 

α) Ο Απόστολος αυτός είναι ως γνωστόν ο ιδρυτής της Εκκλησίας στην  Ελλάδα (Φίλιπποι, Θεσσαλο­νίκη, Βέροια, Αθήνα, Κόρινθος, Νικόπολη, Ρόδος, Κρήτη)[4] και ως εκ τούτου είναι φυσικό να στρέφεται η ελληνική θεολογική έρευνα γύρω από το έργο και τις επιστολές του. Άλλωστε, το 1950 γιορτάστηκε στην Αθήνα η επέτειος των 1900 ετών από την ίδρυση της Εκκλησίας στην Ελλάδα με διάφορες ομιλίες, εκδηλώσεις και την έκδοση Πανηγυρικών τόμων[5]. Έτσι, συν τοις άλλοις δόθηκε και από το επετειακό αυτό γεγονός ένα κίνητρο για ευρύτερη μελέτη του έργου του.  

Και β) η μορφή του Απ. Παύλου προβλήθηκε παντοιοτρόπως από τις διάφορες χριστιανικές οργανώσεις στην Ελλάδα, οι οποίες, όσο κι αν δεν είχαν στέρεες θεολογικές βάσεις - όπως συνήθως επικρίνονται - , στα  χρόνια μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πνευματική ανασυγκρότηση της χώρας. 

[Για να συνειδητοποιήσει κανείς την έκταση - αλλά και ποιότητα - των Παύλειων σπουδών στο β΄ μισό του 20ού αιώνα αρκεί να κάνει μια σύγκριση με τις αντίστοιχες σπουδές στο α΄ μισό του αιώνα (μιλώ πάντοτε για την μεταπολεμική Ελλάδα), όπως απηχούνται στο βιβλίο του Ν. Λούβαρι, Εισαγωγή εις τας περί Παύλον σπουδάς, 1η έκδοση 1919, 2η έκδοση 1960. Στον Πρόλογο της 1ης εκδόσεως ο Ν. Λούβαρις, αφού παραθέτει τη γνώμη του διακεκριμένου γερμανού φιλολόγου Wilamowitz «ότι τρείς άνδρες δύνανται να εξάρωσι και ενισχύσωσι ό,τι πλείστον το φρόνημα των ανθρώπων ο Πλάτων, ο Γκαίτε και ο Παύλος», προλαμβάνει την δικαιολογημένη έκπληξη του Έλληνα αναγνώστη για τη φράση αυτή, δεδομένου ότι ο Έλληνας δεν γνωρίζει ως ώφειλε τον Παύλο. Τούτο το αποδίδει στο ό,τι η «θρησκευτική ημών αγωγή είναι πάντη πλημμελής» και συνεχίζει: «ούτω και του μεγάλου αποστόλου γνώσιν τινά κεκτήμεθα μόνον δια των επ’ εκκλησίας αναγινωσκομένων περικοπών εκ των επιστολών αυτού». Αυτά λοιπόν το 1919.
          Η κατάσταση όμως άλλαξε δραματικά στη δεύτερη πεντηκονταετία του 20ού αιώνα, ειδικά στις Παύλειες σπουδές.]
        
          Ο Απ. Παύλος από την αρχή του ιεραποστολικού και ευαγγελιστικού έργου του επιτέλεσε έργο γεφυρώσεως δύο πολιτισμών και πιο συγκεκριμένα του εβραϊκού και του ελληνικού. Ανατεθραμμένος παρά τους πόδας Γαμαλιήλ με πλούσια γνώση της Παλαιάς Διαθήκης και της ραββινικής παραδόσεως και επιχειρηματολογίας αλλά και με ελληνική παιδεία από την πατρίδα του την Ταρσό της Κιλικίας έφερε τους δύο κόσμους και πολιτισμούς όχι σε μία σύγκρουση (για την οποία γίνεται πολύς λόγος σήμερα εξ αφορμής του γνωστού βιβλίου του Samuel Hundigton, The Clash of Civilizations, 1996) αλλά σε δημιουργική ώσμωση και δυναμική συνεργασία. Η έλλειψη αφηρημένων εννοιών της εβραϊκής του προπαιδείας, που ήξερε να εκφράζει κυρίως το χειροπιαστό και συγκεκριμένο, επενδύθηκε από τον Παύλο με την ορολογία και τις αφηρημένες έννοιες της ελληνικής φιλοσοφικής σκέψεως και έτσι οι αλήθειες του χριστιανικού Ευαγγελίου μεταφυτεύθηκαν από την Παλαιστίνη στον ελληνικό κόσμο και από εκεί με το πέρασμα των αιώνων στην Ευρώπη. Εβραϊκή Ανατολή και Ελληνική Δύση έδωσαν στην ανθρωπότητα ένα καινούργιο πολιτισμό, τον χριστιανικό, που γονιμοποίησε τη σκέψη των ανθρώπων, ενέπνευσε τους καλλιτέχνες στην περιοχή της Αρχιτεκτονικής, της Ζωγραφικής, της Μουσικής και στις λοιπές πολιτιστικές εκφάνσεις και μορφοποίησε αυτό που ονομάζουμε Δυτικό πολιτισμό, που στη βάση του είναι χριστιανικός πολιτισμός.

          Από πού όμως άντλησε ο Παύλος την ελληνική παιδεία; Βέβαια, όπως γνωρίζετε, η Ταρσός της Κιλικίας ήταν γνωστό κέντρο ελληνικής παιδείας, στο οποίο αναζητούσαν και προσλάμβαναν παιδαγωγούς και δασκάλους για το παλάτι της Ρώμης, και το οποίο κέντρο ήταν τόπος συναντήσεως πολλών περιπλανώμενων φιλοσόφων. Άρα το «ανατεθραμμένος εν τη πόλει ταύτη» (Πράξ. 22,3), που ο Λουκάς στις Πράξεις βάζει στο στόμα του ίδιου του Παύλου, και οι ευρύτατα διαδεδομένες στον ελληνορωμαϊκό χώρο ελληνικές ιδέες με τις οποίες ήλθε ασφαλώς σε επαφή ο ανήσυχος Απόστολος εξηγούν τις πολλές παροιμιώδεις φράσεις που είτε ο ίδιος στις επιστολές του αναφέρει είτε ο Λουκάς στις Πράξεις παραθέτει στους λόγους του. 

          Η διαμάχη των Δυτικών ερμηνευτών στις αρχές και τα μέσα του 20ού αιώνα εάν για να κατανοήσουμε τη θεολογία του Παύλου είναι απαραίτητη μόνο η ιουδαϊκή προπαιδεία του ή μόνο οι ελληνικές προϋποθέσεις του χαρακτηρίζονται ασφαλώς από μονομέρεια. Ο Παύλος χρησιμοποιεί και τις δύο παραδόσεις για το ευαγγελιστικό έργο του.

          Όπως επίσης μονομερής και άκρως εσφαλμένη είναι και η άποψη ορισμένων θεολόγων της ίδιας εποχής ότι ο Παύλος είναι ο πραγματικός ιδρυτής του Χριστιανισμού, ο Παύλος που ο ίδιος διακηρύττει ότι είναι διάκονος του ευαγγελίου Ιησού Χριστού (Β΄ Κορ. 3,6. 11,23. Εφ 3,7. Κολ 1,23. 1,25), «λειτουργός Χριστού εις τα έθνη» (Ρωμ.11,16), «εις υπακοήν πίστεως εν πάσιν τοις έθνεσιν» (Ρωμ. 1,5).

Η σύγχρονη βιβλιογραφία είναι τόσο πλούσια επί των θεμάτων αυτών, ώστε δεν χρειάζεται να αναφέρω περισσότερα. Μία μόνο λεπτομέρεια θα επισημάνω από τη διήγηση του Λουκά στις Πράξεις των Αποστόλων (19,9-10), η οποία μας πληροφορεί ότι ο Παύλος επί διετίαν στην Έφεσο δίδασκε καθημερινά στη σχολή κάποιου Τυράννου, και μάλιστα καθώς προσθέτει ο ελληνο-λατινικός κώδικας του Βέζα (5ος-6ος αι.), «από ώρας ε’  έως δεκάτης»,  (από τις 11 π.μ. ως τις 4μ.μ.), δηλ. για αρκετό χρονικό διάστημα της ημέρας. Βέβαια, δεν έχουμε πληροφορίες για τον Τύραννο, μπορούμε ωστόσο να υποθέσουμε, κρίνοντας από το όνομα, ότι πρόκειται για Έλληνα ρήτορα ή εν πάση περιπτώσει για ένα από τα ελληνικής παιδείας άτομα που αφθονούσαν στην Έφεσο και η σχολή του ενδεχομένως ήταν κέντρο ελληνικής σκέψεως. Ίσως, πέραν των άλλων ευκαιριών, και εκεί ο Παύλος να ήλθε σε επαφή με Έλληνες λογίους. 

Εκείνο που γνωρίζουμε είναι ότι πολλοί ελληνικοί όροι  μεταστοιχειώθηκαν από τον Παύλο και πήραν νέο περιεχόμενο και σήμερα πολιτογραφήθηκαν στο παγκόσμιο λεξιλόγιο με το νέο τους χριστιανικό νόημα. Ως παράδειγμα, μεταξύ των πολλών, αναφέρω τους όρους ευαγγέλιο, εκκλησία, απολύτρωση, απόστολος, βάπτισμα, επίσκοπος, διάκονος, ταπείνωση, σοφία κ.ά.
Για παράδειγμα μόνο αναφέρω την εννοιολογική διαφοροποίηση που υφίστανται από τον Παύλο και τη χριστιανική θεολογία γενικότερα οι όροι "ταπείνωση" - "ταπεινοφροσύνη" - "ταπεινός", οι οποίοι μεταφέρονται από το κοινωνικό επίπεδο στο θεολογικό και πνευματικό. Ο "ταπεινός" στην αρχαία ελληνική γραμματεία είναι ο κοινωνικά ασήμαντος, χωρίς υπόληψη και δύναμη, ο έχων δουλικό φρόνημα, ο κατώτερος, γενικά ο δούλος (Σπάνιες οι εξαιρέσεις, όπου το επίθετο αυτό και οι συναφείς όροι έχουν θετική έννοια, ιδίως στον Πλάτωνα και τον Αισχύλο). Για πρώτη φορά φορτίζεται με θετικό περιεχόμενο η "ταπεινοφροσύνη" και οι συναφείς λέξεις (ταπεινούσθαι, ταπεινός, ταπείνωση) στην Καινή Διαθήκη, όπου δηλώνουν την απαλλαγή του ανθρώπου από την εγωκεντρική έπαρση και παράλληλα την εμπιστοσύνη του στα χέρια του Θεού, καθώς και το θυσιαστικό άνοιγμα προς το συνάνθρωπο, κατά το πρότυπο της θυσίας του Χριστού. Στο θέμα αυτό δεν είναι νοητή καμία διαφοροποίηση Δυτικών και Ανατολικών θεολόγων.

Και μετά πάροδον πολλών αιώνων από την εποχή του αρχικού κηρύγματος του Παύλου πάλι οι Παύλειοι όροι «δικαίωσις» και «δικαιοσύνη» του Θεού, κατά τους χρόνους της Θρησκευτικής Μεταρρυθμίσεως – παρμένοι επίσης από το Ελληνικό λεξιλόγιο- γίνονται αφορμή σοβαρών θεολογικών ζυμώσεων και προαγωγής της θεολογίας. Και μπορεί μεν οι περί δικαιώσεως συζητήσεις να μη γεφύρωσαν Ανατολή και Δύση, ούτε καν τις Δυτικές Εκκλησίες μεταξύ τους, αλλά στάθηκαν αφορμή θεολογικού διαλόγου μέχρι σήμερα σε ένα κλίμα αμοιβαίας κατανοήσεως. Ελπίδα και ευχή μας είναι ο θεολογικός διάλογος που προωθείται και καλλιεργείται από το σεπτό Οικουμενικό Πατριαρχείο να συνεχιστεί και να αποδώσει αγλαούς καρπούς. 

Οι σπουδές νέων ορθοδόξων βιβλικών θεολόγων στη Δύση, όπου μελετήθηκε σε πληθώρα συγγραφών ο Απ. Παύλος, και από την άλλη μεριά το ζωηρό ενδιαφέρον των Δυτικών ερευνητών για τους αρχαίους Εκκλησιαστικούς ερμηνευτές του Παύλου στην Ανατολή – όπως είναι π.χ. ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος -  και βέβαια και το ενδιαφέρον τους για τους νεότερους και συγχρόνους Ορθοδόξους, αποτελούν ευοίωνα σημεία θεολογικής γεφυρώσεως Ανατολής και Δύσεως. 

Ο χρόνος δεν μας επιτρέπει να αναφερθούμε στη θεματολογία που απασχολεί σήμερα δυτικούς και ανατολικούς μελετητές του Παύλου. Με κάθε δυνατή συντομία και ενδεικτικά μόνο μνημονεύουμε τα ακόλουθα σημεία: 

α) Το Εκκλησιολογικό ζήτημα βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των θεολογικών συζητήσεων Ανατολής και Δύσεως στα πλαίσια της Οικουμενικής κινήσεως, όπου τα πολλά συνέδρια και οι επιτροπές διαλόγου επέτυχαν, αν όχι μια τελική προσέγγιση, τουλάχιστον μια καλύτερη αμοιβαία γνωριμία. 

β) Το Εσχατολογικό πρόβλημα, που στις μέρες μας πήρε διαστάσεις οι οποίες εκτείνονται πέρα από τη θεολογία και στις φυσικές και κοσμολογικές επιστήμες, όπου συζητείται ο τρόπος του τέλους  του κόσμου, και που δεν είναι δυνατό να αναφερθούμε εδώ χωρίς να αδικήσουμε το σημαντικό αυτό θέμα. 

γ) Το Οικολογικό πρόβλημα, που θέτει ο Παύλος στην προς Ρωμαίου επιστολή του (κεφ. 8)

δ) Το Σωτηριολογικό μήνυμα του Ευαγγελίου του Παύλου, στο οποίο κυριαρχεί η οικουμενική διάσταση, με τις λεξούλες πας-πάσα-παν-πάντες που αφθονούν στις επιστολές του. Ακόμη και κατά τις Ποιμαντικές επιστολές, όπου είναι εμφανής η Παύλεια θεολογία, «ο θεός θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄ Τιμ. 2,4). 

Και ε) το Ανθρωπολογικό θέμα. Ας μου επιτραπεί μόνο στα δύο τελευταία να αναφερθώ λίγο εκτενέστερα.

Σχετικά με τη Σωτηριολογία είναι γνωστό ότι με ένα ευρύτατο φάσμα από ποικίλους όρους και πολλές εικόνες η βιβλική γλώσσα διατύπωσε τους στόχους της λυτρωτικής οικονομίας του Θεού που εκτείνονται από τη σωτηρία του μεμονωμένου ανθρώπου από καθημερινές ασθένειες (Ματθ 9, 21 κ. παρ. Μάρκ 5, 23. Λουκ 8, 36 κ.ά.π), από σοβαρό κίνδυνο τρικυμίας (Πράξ 27, 20), από φυλακή (Φιλ 1, 19), μέχρι τη σωτηρία όλου του λαού από τη δουλεία της Αιγύπτου κ.ά.π., κι ακόμη - όπερ και σπουδαιότερο - μέχρι την εσχατολογική σωτηρία ανθρώπου και κτίσεως.

   Το Ευαγγέλιο που κηρύττει ο Παύλος χαρακτηρίζεται στην προς Εφεσίους ως ΄΄το ευαγγέλιον της σωτηρίας΄΄ (Εφ 1, 13), ο ίδιος δε ο Παύλος λέγει στην προς Ρωμαίους ότι το ευαγγέλιον είναι ΄΄δύναμις Θεού εις σωτηρίαν παντί τω πιστεύοντι, Ιουδαίω τε πρώτον και Έλληνι΄΄ (Ρωμ. 1,16)[6]. Στην Αντιόχεια της Πισιδίας θα τονίσει ο Απόστολος ότι έχει την εντολή του Κυρίου, εκφρασμένη με λόγια του προφήτη Ησαΐα (49,6), ΄΄του είναι σε εις σωτηρίαν έως εσχάτου της γης΄΄ (Πράξ. 13,47), και ως εκ τούτου δεν παύει από του να καταγγέλλει παντού ΄΄οδόν σωτηρίας΄΄ (Πράξ. 16,17), σωτηρίας που πραγματοποιείται με το αίμα του σταυρού του Χριστού. 

Με την αναφορά στο αίμα του σταυρού επιτρέψτε μου δι΄ολίγων να αναφερθώ στον θαυμάσιο και περιεκτικό Χριστολογικό ύμνο της προς Κολασσαείς επιστολής (1,15-20), όπου υμνείται ο Χριστός, ο υιός της αγάπης του Θεού, ΄΄εν ω (Υιώ) έχομεν την απολύτρωσιν, την άφεσιν των αμαρτιών΄΄ (Κολ. 1,14). Εκείνο που εντυπωσιάζει ιδιαίτερα σ’ αυτόν τον ύμνο είναι η συνεχώς επαναλαμβανόμενη λέξη ΄΄τα πάντα΄΄, σε διάφορες γραμματικές μορφές: ‘πάσης κτίσεως’, ‘εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα’, ‘τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται’, ‘προ πάντων’, ‘τα πάντα εν αυτώ συνέστηκεν’, ‘εν πάσιν αυτός πρωτεύων’, ‘παν το πλήρωμα’, ‘αποκαταλλάξαι τα πάντα’. Οκτώ αναφορές των πάντων μέσα σε πέντε στίχους δεν μπορούν να μείνουν απαρατήρητες, πράγμα που επιβεβαιώνει τη σχετική παρατήρηση που κάναμε προ ολίγου για τη δυναμική των λέξεων πας-πάσα-παν στις επιστολές του Παύλου.

Ας επεκτείνουμε τη δυναμική αυτών των λέξεων στο θέμα μας. Η εν Χριστώ λυτρωτική πράξη του Θεού, που στην Β΄προς Κορινθίους (5,19) χαρακτηρίζει ο Παύλος ως «καταλλαγή», αφορά πάντας τους ανθρώπους. Είναι χαρακτηριστικό της Παύλειας Θεολογίας η συνύπαρξη οριστικής εγκλίσεως και προστακτικής. Έτσι, ενώ στην Β΄Κορ. 5,18 διακηρύσσει σε οριστική έγκλιση ότι «τα πάντα εκ του Θεού του καταλλάξαντος ημάς εαυτώ δια Χριστού», δυο στίχους παρακάτω παρακαλεί «δεόμεθα υπέρ Χριστού, καταλλάγητε τω Θεώ» (5,20).

Ο σταυρός και η ανάσταση του Χριστού, που είναι η καρδιά του Παύλειου Ευαγγελίου, επέφερε την καταλλαγή του ανθρώπου με τον Θεό. Η κάθετη αυτή θεώρηση, ζητάει ο Παύλος να έχει και οριζόντιες συνέπειες και προεκτάσεις. Οι ερευνητές του Παύλειου Ευαγγελίου και πιστοί είτε της Ανατολικής είτε της Δυτικής Εκκλησίας είναι διάκονοι του «λόγου της καταλλαγής» (Β΄Κορ. 5,19), και μάρτυρες ενώπιον όλου του κόσμου ότι η καταλλαγή και συμφιλίωση είναι ζωντανή πραγματικότητα μέσα στο Σώμα του Χριστού.   

Τέλος, στο ανθρωπολογικό πεδίο, είναι πολύ σημαντικό επίτευγμα ο σεβασμός του ανθρώπινου προσώπου, ο σεβασμός του άλλου, όποιος και αν είναι αυτός ο άλλος, είτε ανήκει στο δικό μας δόγμα είτε όχι, είτε ανήκει στη δική μας θρησκεία είτε όχι. Ο σεβασμός του ανθρώπινου προσώπου υπογραμμίστηκε τόσο από  τους Ανατολικούς πατέρες της Εκκλησίας όσο και από τους Δυτικούς πατέρες που ερμήνευσαν τον Παύλο. Λέγοντας σεβασμός του ανθρώπινου προσώπου συμπεριλαμβάνουμε βέβαια την εν Χριστώ ελευθερία που διακηρύττει ο μεγάλος Απόστολος, την ισότητα ανδρών και γυναικών (με το επαναστατικό για την εποχή του «ουκ ένι άρσεν και θήλυ»), την αναγνώριση των δικαιωμάτων των εργαζομένων εκ μέρους των εργοδοτών, την αποδοχή του ξένου και μετανάστη που ζει στις πατρίδες μας, το σεβασμό της προσωπικότητας του παιδιού κ.ά.π. Σχετικά με την αποδοχή του ξένου και μετανάστη ας μου επιτραπεί να παραθέσω μια φράση από πρόσφατη συνέντευξη του Οικουμενικού Πατριάρχου στις Βρυξέλλες : «Η συνύπαρξη ανθρώπων, διαφόρων θρησκευτικών πεποιθήσεων και πολιτισμικών καταβολών, είναι αμοιβαίος εμπλουτισμός».

Το σημείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την εποχή μας. Στην εποχή μας που σε πολλούς χώρους υποχωρεί η διάθεση πολλών ανθρώπων για συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας, ή σε άλλους επικρατεί ένα αντιθρησκευτικό και αντιεκκλησιαστικό πνεύμα και σε άλλους υπάρχει μισαλλόδοξη και φανατική διάθεση, ο τονισμός της αξίας του ανθρώπου, του κάθε ανθρώπου αποτελεί προσφορά του Παύλειου Ευαγγελίου που γεφυρώνει Ανατολή και Δύση, ενοποιεί τον κόσμο μας και δίνει έρεισμα σε πολλούς κλονισμένους ανθρώπους να σταθούν στερεότερα στα πόδια τους. Στα πλαίσια αυτών των σκέψεων, δεν βρίσκει καμιά δικαίωση η φονταμενταλιστική τοποθέτηση ορισμένων θεολόγων ή η απομονωτική διάθεση ορισμένων ευσεβών κύκλων που αποκλείουν όλους τους άλλους από τη σωτηρία πλην του εαυτού τους και των «δικών» τους. Ο φανατισμός αυτός είναι καρκίνωμα που σκοτώνει την αλήθεια, γιατί οι φανατικοί δεν υπηρετούν την αλήθεια, αλλά βάζουν την αλήθεια να τους υπηρετεί, δεν θυσιάζονται οι ίδιοι για την αλήθεια αλλά εναγκαλίζονται ασφυκτικά την αλήθεια μέχρι αυτή να πνιγεί υπηρετώντας τη δική τους επικράτηση. 

Αν, για να χρησιμοποιήσω την παραστατική εικόνα του Oscar Cullmann, κατά την οποία Εκκλησία και κόσμος είναι δυο ομόκεντροι κύκλοι με κοινό κέντρο τον Χριστό και αν ο κόσμος αποτελεί τον ευρύτερο κύκλο, τότε χρέος και αποστολή της Εκκλησιάς (δηλ. του στενότερου κύκλου) είναι να κάνει γνωστό τον Χριστό ως  κέντρο της ζωής σε ολόκληρο τον κόσμο, δηλαδή να διακονήσει τον κόσμο δια της ιεραποστολής. 

Έτσι η προσευχή τόσο της Ανατολικής όσο και της Δυτικής Εκκλησίας, το γνωστό ΄΄Κύριε ελέησον΄΄, αποκτά το πλήρες νόημά του στην εκτενέστερη μορφή του: ΄΄Κύριε ελέησον ημάς και τον κόσμο σου άπαντα΄΄.


* * *
Θα τελειώσω με τη γνωστή διήγηση των Πράξεων των Αποστόλων (στα κεφ. 27-28) για την δια θαλάσσης μετάβαση του Αποστόλου από τα παράλια της Παλαιστίνης στη Ρώμη, από την Ανατολή στη Δύση. Εν μέσω τρικυμιών, ανέμων, κακοκαιριών και ενός μεγάλου ναυαγίου στη Νήσο Μελίτη, ο Παύλος φθάνει στη Ρώμη. Ιστορικά οι τρικυμίες και τα ναυάγια χαρακτηρίζουν τη σχέση των δυο κόσμων, Ανατολής και Δύσεως. Η διήγηση των Πράξεων όμως μας αφήνει τη γλυκιά και παρήγορη γεύση για το σήμερα και για το μέλλον, ότι ο Παύλος έφθασε τελικά στη Ρώμη, την καρδιά της Αυτοκρατορίας, όπου διέμεινε επί διετίαν «κηρύσσων την βασιλείαν του Θεού και διδάσκων τα περί του Κυρίου Ιησού Χριστού μετά πάσης παρρησίας ακωλύτως» (Πράξ. 28,31).   
Σήμερα ορισμένοι Έλληνες θεολόγοι αρέσκονται, ή μάλλον παθιάζονται να ομιλούν εναντίον της Δύσεως, εναντίον της Δυτικής Θεολογίας, αφήνοντας να εννοηθεί η υπεροχή της Ανατολής. Αυτοί δεν βλέπουν γέφυρες, απεναντίας τις γκρεμίζουν. Δεν βλέπουν τα κοινά σημεία των δύο κόσμων, αλλ’  αρέσκονται να μεγαλοποιούν τις όποιες διαφορές νοοτροπίας και διδασκαλίας. Ο Απ. Παύλος, ο μεγάλος γεφυροποιός, είναι αυστηρός κριτής τους. Είναι ακόμη περισσότερο ο ενωτικός κρίκος, ο θεολόγος της ενότητας, ο θεολόγος της ελπίδας και του σεβασμού του ανθρώπου Ανατολικού και Δυτικού.


[1] Βλ. Κολ 4,16 «και όταν αναγνωσθή παρ’ υμίν η επιστολή, ποιήσατε ίνα και εν τη Λαοδικέων αναγνωσθή, και την εκ Λαοδικείας, ίνα και υμείς αναγνώτε».
[2] Βλ.R.Bauckham (ed.), The Gospels for All Christians. Rethinking the Gospel Audienses, 1998, 49-79. Το ερώτημα που εξετάζει ο R. Bauckham στο άρθρο του ”What if Paul traveled East rather than West’ (Biblical Interpretation, 2000, 171-184), αν και πολύ ενδιαφέρον, βρίσκει την απάντησή του στην προτίμηση του Παύλου για τα μεγάλα κέντρα του Ελληνορωμαϊκού κόσμου, όπως τουλάχιστον γνωρίζουμε από τις Πράξεις των Αποστόλων.
[3] Ι. Καραβιδόπουλου, Ελληνική Βιβλική Βιβλιογραφία του 20ου αιώνα (1900-1995), Θεσσαλονίκη 1997, στη σειρά Βιβλική Βιβλιοθήκη αρ. 10.
[4] Και πολλά άλλα μέρη της Ελλάδος που δεν αναφέρονται στις Πράξεις των Αποστόλων διεκδικούν με τοπικές παραδόσεις το πέρασμα και κήρυγμα του Παύλου σ’ αυτά. Η διατριβή του H.Warnecke, Die tatsächliche Romfahrt des Apostels Paulus, α’ έκδ. 1987, με ισχυρά επιχειρήματα υποστηρίζει την άποψη ότι η νήσος Μελίτη των Πράξ. 28,1 είναι η Κεφαλληνία, στην οποία και κήρυξε το Ευαγγέλιο ο Απόστολος.
[5] Πανηγυρικός τόμος εορτασμού της 1900ης επετείου της ελεύσεως του Αποστόλου Παύλου στην Ελλάδα. (Επιμέλεια καθ. Α. Αλιβιζάτου), Αθήνα 1951. Και επίσης Paulus - Hellas - Oikumene (An Ecumenical Symposium), Athens 1951.
[6] Για το θέμα της παγκοσμιότητας της σωτηρίας ως βιβλική πηγή του Παύλου αναγνωρίζει ο ερμηνευτής της Τυβίγγης Otfried Hofius τα κεφάλαια 40-55 του Δευτεροησαα , όπου τονίζεται ότι η σωτήρια ενέργεια του Θεού εκτείνεται σε ολόκληρο τον κόσμο, βλ. το άρθρο του «Παύλος- Ιεραπόστολος και Θεολόγος», Δελτίο Βιβλικών Μελετών  1994, Ιαν-Ιούλ., 69-84, ιδιαίτερα 80 εξ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: