Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

ΤΟ ΑΛΑΣ ΤΗΣ ΓΗΣ (Όρθρος Μ. Παρασκευής)



Τούτη η μέ­ρα και ό­λη η Μεγάλη ε­βδο­μά­δα, δεν έ­χει νό­η­μα κα­νέ­να αν μεί­νει α­πλώς έ­να φολ­κλόρ που κά­νουμε ε­πει­δή το ί­διο έ­κα­ναν και οι πρό­γο­νοί μας. Έ­χει νό­η­μα μόνο αν ό­λα αυ­τά τα ο­ποί­α ψέλ­νου­με, α­κού­με και δι­α­βά­ζου­με α­φο­ρούν την ζω­ή μας. Αλ­λι­ώς εί­ναι σαν να βι­ώ­νου­με μια βα­θύ­τα­τη υ­πο­κρι­σί­α, ό­που ε­νώ α­κού­με ό­λη την ε­βδο­μά­δα ό­λα αυ­τά τα υ­πέ­ρο­χα λό­για, α­π' ό­που ξε­χω­ρί­ζει αυ­τό το "α­γα­πά­τε αλ­λή­λους" κι αυ­τό που α­κού­σα­με στην αρ­χή, ό­τι "απ΄ αυ­τό θα κα­τα­λα­βαί­νει ο κό­σμος αν εί­στε μα­θη­τές μου, αν α­γα­πά­τε αλ­λή­λους", εμείς άλλα κάνουμε. Αν αυ­τά τα λό­για δεν μι­λούν πια στην καρ­διά μας τό­τε εί­ναι μά­ται­η η πί­στη μας. Ας φά­με, ας πι­ού­με, αύριο πεθαίνουμε! Δεν υ­πάρ­χει κα­νέ­να μέλ­λον, κα­μί­α ελ­πί­δα. 

Αν θέ­λου­με να εί­μα­στε ει­λι­κρι­νείς με τον ε­αυ­τό μας θα πρέ­πει μάλ­λον να ταυ­τι­στού­με τού­τη τη βδο­μά­δα με τους γραμ­μα­τείς, τους Φα­ρι­σαί­ους, με τον Ι­ού­δα και με τον Πέ­τρο πά­νω στην ο­λι­γο­ψυ­χί­α του ό­πως την α­κού­σα­με λί­γο πριν. Κα­θη­με­ρι­νά Τον σταυ­ρώ­νου­με. Κα­θη­με­ρι­νά Τον προ­δί­δου­με. Κα­θη­με­ρι­νά Τον αρ­νού­με­θα. Κα­θη­με­ρι­νά ψελ­λί­ζου­με "δεν θα πά­ω ε­γώ με τον σταυ­ρό στο χέ­ρι". Κα­θη­με­ρι­νά μι­σού­με τους ε­χθρούς μας. Κα­θη­με­ρι­νά κα­τα­κρί­νου­με. Κα­θη­με­ρι­νά δεν συγ­χω­ρού­με. Κα­θη­με­ρι­νά δεν αυ­ξά­νου­με τα χα­ρί­σμα­τά μας προς ό­φε­λος των άλ­λων, αλ­λά μό­νο για να α­πο­κο­μί­σου­με κέρ­δος, δό­ξα, τι­μές, ι­σχύ, ε­ξου­σί­α. 

Αν έ­πρε­πε να α­να­ζη­τή­σου­με που βρι­σκό­μα­στε ε­μείς, που θα ή­μα­σταν αν ζού­σα­με ε­κεί­να τα χρό­νια, εί­ναι πο­λύ εύ­κο­λο να κα­τα­λά­βου­με ό­τι θα συν­τα­ζό­μα­σταν μ' αυ­τούς που έβρι­ζα­ν και κα­τη­γο­ρού­σαν. Θα φω­νά­ζα­με να σωθεί ο Βα­ραβ­βάς κι ό­χι ο Χρι­στός. Για­τί το φω­νά­ζου­με και στην ση­με­ρι­νή ε­πο­χή μια και έ­χου­με ε­πι­λέ­ξει τον ρό­λο του πλή­θους, του ό­χλου, αυ­τού που κραυ­γά­ζει, που φω­νά­ζει, που αρ­νεί­ται τις α­ξί­ες, που δεν το εν­δι­α­φέ­ρει κα­θό­λου αν ο Χρι­στός ήρ­θε, σταυ­ρώ­θη­κε, α­να­στή­θη­κε, α­γά­πη­σε, συγ­χώ­ρη­σε, αν κή­ρυ­ξε την Α­νά­στα­ση των νε­κρών. Αλ­λά ζού­με σαν να πρό­κει­ται να πε­θά­νου­με αύ­ριο και κοι­τά­με τι θα φά­με, τι θα αρ­πά­ξου­με, πως θα εκ­δι­κη­θού­με.

Η Ελ­λά­δα εί­ναι α­πό τις χώ­ρες που όπου γίνονται οι πιο πολλές μηνύσεις. Ο έ­νας κα­τη­γο­ρεί και μη­νύ­ει τον άλ­λο. Εί­ναι χώ­ρα που έ­χει τε­ρά­στια δι­α­φθο­ρά. Ό­λοι κα­τη­γο­ρού­με ε­κεί­νους που κλέ­βουν το δη­μό­σιο, αλ­λά ό­λοι μα­ζί το κλέ­ψα­με χρό­νια τώ­ρα συ­στη­μα­τι­κά, θε­ω­ρών­τας ό­τι αυ­τό το κρά­τος εί­ναι αν­τί­πα­λο. Λέ­με ό­τι χά­θη­καν οι α­ξί­ες, αλ­λά πι­θα­νώς ε­μείς οι ί­διοι δι­δά­σκου­με την έλ­λει­ψη των α­ξι­ών στα παι­διά μας. Λέ­με ό­τι φταί­νε οι με­γά­λοι και οι τρα­νοί της γης - και φταί­νε. Αλ­λά κι ε­μείς πα­ρι­στά­νου­με τους με­γά­λους και τρα­νούς. Στην οι­κο­γέ­νειά μας, στο πε­ρι­βάλ­λον μας, στο πα­νε­πι­στή­μιο, στο σχο­λεί­ο.

 Αυ­τό που θέ­λου­με να κά­νου­με εί­ναι να ε­ξου­σι­ά­σου­με, να χτυ­πή­σου­με, να ο­ρί­σου­με, να φα­νού­με δυ­να­τοί. Ε­τού­τος ο τό­πος ε­ξη­ράν­θη α­πό α­ξί­ες και ο­μορ­φιά. Ε­τού­τος ο πα­ρά­δει­σος που έ­δω­σε ο Θε­ός κα­τα­με­σής του Αι­γαί­ου έ­χει γί­νει α­πό ε­μάς έ­να οι­κό­πε­δο χω­ρίς α­ξί­ες. Μι­λά­με για πα­τρί­δα, αλ­λά την πα­τρί­δα δεν την α­γα­πά­με. Μι­λά­με για Θε­ό, αλ­λά τον Χρι­στό του ευ­αγ­γε­λί­ου δεν Τον βλέ­που­με. 

Ε­μείς, λοι­πόν, που λέ­με πως εί­μα­στε χρι­στια­νοί, που συ­να­ζό­μα­στε στις εκ­κλη­σί­ες την Μ. Ε­βδο­μά­δα, που σε χρό­νους δί­σε­κτους και δύ­σκο­λους εί­μα­στε α­νά­με­σα σε χι­λιά­δες ξέ­νους, σε χι­λιά­δες χι­λιά­δων μου­σουλ­μά­νους, σε ε­χθρούς που υ­πάρ­χουν γύ­ρω α­π' τα σύ­νο­ρά μας, σε μια ε­πο­χή που η εγ­κλη­μα­τι­κό­τη­τα πε­ρίσ­σε­ψε, σε μια ε­πο­χή που η α­νο­μί­α έ­χει κο­ρυ­φω­θεί, σε μια ε­πο­χή που εί­ναι εύ­κο­λο κα­νείς να χά­σει την πί­στη του και στον Χρι­στό και στην πα­τρί­δα και στα ι­δα­νι­κά, ε­μείς που μα­ζευ­ό­μα­στε στους να­ούς την Μ. Ε­βδο­μά­δα θα πρέ­πει να κοι­τά­ξου­με βα­θιά μέ­σα στην καρ­διά μας.
Μή­πως κι ε­μείς εί­μα­στε με αυ­τούς που φω­νά­ζουν υ­πέρ του Βα­ραβ­βά; Μή­πως κι ε­μείς αρ­νού­με­θα να εί­μα­στε σαν τον λη­στή πά­νω στον σταυ­ρό, σαν την πόρ­νη που έ­πλυ­νε με τα μαλ­λιά της τα πό­δια του Χρι­στού, σαν ε­κεί­νους που έ­στω και την τε­λευ­ταί­α στιγ­μή με­τα­νό­η­σαν και Τον α­κο­λού­θη­σαν κι έ­κλα­ψαν κά­τω α­πό τον σταυ­ρό; Μή­πως μπρο­στά στον σταυ­ρό δεν κά­νου­με τί­πο­τα άλ­λο πα­ρά υ­πο­κρι­τι­κά να κλαί­με, ό­χι γι' αυ­τό που δεν εί­μα­στε αλ­λά γι' αυ­τά που χά­σα­με; Εί­ναι με­γά­λο το ε­ρώ­τη­μα. 

Το νόημα της Μ. Εβδο­μά­δας δεν εί­ναι να κλαί­με για τον Χρι­στό που πέ­θα­νε στον σταυ­ρό. Ο Χρι­στός α­να­στή­θη­κε και κή­ρυ­ξε την α­νά­στα­ση των νε­κρών και μας κά­λε­σε σε ζω­ή αι­ώ­νιο και μας κά­λε­σε στην σο­φί­α και την α­γι­ό­τη­τα. Εί­ναι να κλαί­με για τον ε­αυ­τό μας που κα­θη­με­ρι­νά αρ­νού­με­θα τον Αναστημένο Κύριό μας. Εί­ναι να κλαί­με για­τί δεν παίρ­νου­με την α­πό­φα­ση να σταυ­ρω­θού­με για ν' α­να­στη­θού­με. Να σταυ­ρώ­σου­με δη­λα­δή τον ε­γω­ι­σμό μας για ν' α­γα­πή­σου­με τους άλ­λους και να νι­κή­σου­με τον πνευ­μα­τι­κό θά­να­το, που θα μας κά­νει με­τά τον θά­να­το τον σω­μα­τι­κό να τον βλέ­που­με με α­δι­α­φο­ρί­α. Εί­ναι γι' αυ­τό που δεν αι­σθα­νό­μα­στε αι­ώ­νιοι και γι' αυ­τό ζού­με πρό­σκαι­ρα. Εί­ναι γι' αυ­τό που δεν νι­ώ­θου­με την α­νά­στα­ση να κτυ­πά­ει στα φυλ­λο­κάρ­δια μας. Και γι' αυ­τό υ­πο­φέ­ρου­με. Εί­ναι γι' αυ­τό που χά­νου­με τό­σο εύ­κο­λα το η­θι­κό μας μπρο­στά σε μια οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση που στο κά­τω-κά­τω παί­ξα­με κι ε­μείς έ­να ρό­λο για να συμβεί.

Και ξε­χνά­με, θα το ξα­να­πώ, ό­τι οι πρό­γο­νοί μας, οι Μι­κρα­σιά­τες και οι Πόν­τιοι και οι πρό­σφυ­γες ήρ­θαν α­πό κα­τα­στρο­φές όπου εί­χαν δει τα μά­τια τους σφα­γές φρι­κτές. Κι ό­μως ήρ­θαν και ξα­να­δη­μι­ούρ­γη­σαν και ξα­να­έ­φτια­ξαν. Και χό­ρευ­αν στους κα­ταυ­λι­σμούς τους. Και προ­σκύ­να­γαν τον Χρι­στό και την Πα­να­γί­α για­τί εί­χαν πί­στη δυ­να­τή που τους κρα­τού­σε αι­ώ­νες σκλα­βω­μέ­νους μέ­σα στους Τούρ­κους. Κι ε­μείς, ε­λεύ­θε­ροι σή­με­ρα με πε­ρίσ­σευ­μα δη­μο­κρα­τί­ας, δεν κά­νου­με τί­πο­τα άλ­λο πα­ρά να καί­με τα σύμ­βο­λά μας και να τα αρ­νού­με­θα. 

Μην φω­νά­ζου­με και μην πα­ρα­πο­νι­ό­μα­στε που κά­ποι­α παι­διά α­γα­να­κτι­σμέ­να καί­νε την ση­μαί­α. Την κά­ψα­με ε­μείς πρώ­τα μέ­σα στην καρ­διά μας, α­πα­ξι­ώ­νον­τας την Ελ­λά­δα α­στα­μά­τη­τα. Μην πα­ρα­πο­νι­ό­μα­στε που κά­ποι­οι θέ­λουν να βγά­λουν τις ει­κό­νες και τον σταυ­ρό α­πό τα δη­μό­σια κτή­ρια. Τα ξε­κρε­μά­σα­με πρώ­τα ε­μείς α­π' τον λαι­μό μας, α­π' το νο­η­τό λαι­μό μας, α­π' την καρ­διά και το μυα­λό μας. Μην φω­νά­ζου­με για τις α­ξί­ες που χά­θη­καν για­τί ε­μείς τις α­ξί­ες δεν τις δι­α­δί­δου­με. Για­τί ξε­χά­σα­με ό­τι ό­λοι αυ­τοί που εί­ναι συ­νηγ­μέ­νοι κά­τω α­π' τον σταυ­ρό, οι μα­θη­τές Του, ό­ταν φω­τί­στη­καν με το Ά­γιο Πνεύ­μα ξε­χύ­θη­καν στην οι­κου­μέ­νη για να κη­ρύ­ξουν Χρι­στό ε­σταυ­ρω­μέ­νο και α­να­στη­μέ­νο. 

Κι ε­μείς κα­θό­μα­στε α­μή­χα­νοι και κοι­τά­με τα χρό­νια ν' αλ­λά­ζου­νε και φω­νά­ζου­με μό­νο σαν α­νό­η­τοι α­πό­μα­χοι, οι ο­ποί­οι χά­σαν την ελ­πί­δα τους, αν­τί να ξε­χυ­θού­με κι ε­μείς στους δρό­μους, ό­χι με τα δά­χτυ­λα ση­κω­μέ­να βρί­ζον­τας, αλ­λά με τις αγ­κα­λι­ές α­νοιγ­μέ­νες δι­ά­πλα­τα στον ο­ρί­ζον­τα, σταυ­ρω­μέ­νοι δη­λα­δή, ν' αγ­κα­λι­ά­σου­με τους αν­θρώ­πους, τους α­ναγ­κε­μέ­νους, τους φτω­χούς, ε­κεί­νους που έ­χουν χά­σει κά­θε η­θι­κό και να τους πού­με "ζει Κύ­ριος ο Θε­ός". Να το νι­ώ­σου­με ε­μείς για να το πού­με στους άλ­λους. Για­τί αλ­λι­ώς δεν έ­χει νό­η­μα που ερ­χό­μα­στε στην Εκ­κλη­σί­α την Μ. Ε­βδο­μά­δα. 

Κο­ρο­ϊ­δεύ­ου­με και τον ε­αυ­τό μας και τον Χρι­στό. Εί­ναι σαν να πα­ρα­κο­λου­θού­με μια πα­ρά­στα­ση. Αλ­λά ό­μως α­δερ­φοί μου αυ­τά δεν εί­ναι πα­ρά­στα­ση. Εί­ναι η α­νά­μνη­ση των γε­γο­νό­των της θεί­ας οι­κο­νο­μί­ας. Εί­ναι η α­νά­μνη­ση του ό­τι ο Χρι­στός ήρ­θε, σαρ­κώ­θη­κε, έ­γι­νε άν­θρω­πος, δί­δα­ξε έ­να λό­γο που τον έ­χου­με ξε­χά­σει και δεν τον α­κού­με και δεν τον δι­α­βά­ζου­με και δεν τον με­λε­τά­με και δεν τον λαμ­βά­νου­με υ­πό­ψη μας, ε­νώ α­φή­νου­με κα­τά τη διά­ρκεια της βδο­μά­δας να μας βομ­βαρ­δί­ζουν α­στα­μά­τη­τα οι τη­λε­ο­ρά­σεις και οι δη­μο­σι­ο­γρά­φοι και οι πο­λι­τι­κοί και οι δι­ά­φο­ροι, που οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό αυ­τούς λό­γο Χρι­στού, λό­γο Θε­ού, δεν έ­χουν κα­θό­λου μέ­σα τους. Και το ευ­αγ­γέ­λιο-τα καλά νέα- το '­χου­με α­φη­μέ­νο σε μια ά­κρη, σ'  έ­να σκο­νι­σμέ­νο ρά­φι, να το πι­ά­σου­με κά­πο­τε, να το θυ­μη­θού­με. Κι ό­μως το ξε­χνά­με. Ο λό­γος του Κυ­ρί­ου α­δυ­να­τεί μέ­σα μας και ξε­χνι­έ­ται. Και ο λό­γος ο άλ­λος του κό­σμου τού­του κο­ρυ­φώ­νε­ται μέ­σα μας και μας στρέ­φει προς το κα­κό. Μην κο­ρο­ϊ­δευ­ό­μα­στε. 

Οι και­ροί εί­ναι δύ­σκο­λοι. Οι και­ροί εί­ναι πά­ρα πο­λύ δύ­σκο­λοι, ό­χι για­τί ε­λα­φρύ­ναν οι τσέ­πες μας, αλ­λά για­τί ε­βα­ρύν­θη η καρ­διά μας και ξε­χά­σα­με και τα ή­θη μας και τα ι­δα­νι­κά μας και την πί­στη μας κι έ­τσι βρι­σκό­μα­στε ά­νυ­δροι σ' έ­να τό­πο που έ­δω­σε ο Θε­ός να έ­χουν γεν­νη­θεί ε­κα­τομ­μύ­ρια ά­γιοι και δί­και­οι και ή­ρω­ες. Κι ε­μείς τώ­ρα, α­νά­ξιοι α­πό­γο­νοι ό­λων αυ­τών των κα­τα­πλη­κτι­κών προ­γό­νων, φι­λο­σό­φων, η­ρώ­ων και α­γί­ων, στε­κό­μα­στε α­μή­χα­νοι και κοι­τά­με με φό­βο το μέλ­λον. Και ξε­χά­σα­με ό­τι οι άν­θρω­ποι που υ­πήρ­χαν πριν α­πό ε­μάς σε τού­το τον τό­πο ζού­σαν μέ­σα στην ψυ­χή τους, α­κό­μα και στους πιο φρι­κτούς και­ρούς της Τουρ­κο­κρα­τί­ας μ' ε­κεί­νη την προ­σευ­χή που έ­λε­γε "Κύ­ριος ποι­μαί­νει με και ου­δέν με υ­στε­ρή­σει" κι έ­λε­γαν πά­λι "Ει ο Θε­ός με­θ' η­μών ου­δείς κα­θ' η­μών". Κι έ­τσι, λοι­πόν, οι πρό­γο­νοί μας έ­γι­ναν μάρ­τυ­ρες και νε­ο­μάρ­τυ­ρες και ή­ρω­ες για­τί μπο­ρεί να ή­ταν πάμ­φτω­χοι, ξυ­πό­λυ­τοι και κα­τα­τρεγ­μέ­νοι, αλ­λά εί­χαν θάρ­ρος και πί­στη με­γά­λη. Αυ­τά που δεν δι­α­θέ­του­με ε­μείς. 

Α­δερ­φοί μου, μπρο­στά στον σταυ­ρό κα­θώς γο­να­τί­ζου­με ας α­να­ρω­τη­θού­με. Εί­μα­στε αυ­τό που νο­μί­ζου­με ό­τι εί­μα­στε ή μή­πως πε­ρι­ο­ρι­ζό­μα­στε α­πλώς να κα­τη­γο­ρού­με τους άλ­λους, τους πο­λι­τι­κούς, τους άρ­χον­τες, τους δυ­να­τούς της γης, αλ­λά κι ε­μείς α­κρι­βώς το ί­διο κά­νου­με στον μι­κρό­κο­σμό μας; Μή­πως κα­τη­γο­ρού­με τους άλ­λους για ά­δι­κους αλ­λά ά­δι­κοι εί­μα­στε; 

Μή­πως κα­τη­γο­ρού­με τους άλ­λους για σκλη­ρό­καρ­δους αλ­λά σκλη­ρό­καρ­δοι εί­μα­στε; Μή­πως κα­τη­γο­ρού­με τους άλ­λους ό­τι κα­τα­στρέ­φου­νε το οι­κο­σύ­στη­μα αλ­λά κι ε­μείς κα­τα­στρέ­φου­με και συμ­βο­λι­κά και πραγ­μα­τι­κά τον μι­κρό οι­κο­σύ­στη­μα του σπι­τιού μας, του ε­ξο­χι­κού μας, του χω­ριού μας; Μή­πως κα­τη­γο­ρού­με τους άλ­λους ό­τι εί­ναι βλά­σφη­μοι και κα­κοί αλ­λά κι ε­μείς την μι­κρο­κα­κί­α μας την έ­χου­με κι ό­λο τον και­ρό τον περ­νά­με με κου­τσομ­πο­λιά και ζηλοφθονίες κι α­νο­η­σί­ες κι ο χρό­νος χά­νε­ται και φεύ­γει κι ε­μείς ζού­με πε­θα­μέ­νοι πνευ­μα­τι­κά;

Κα­θώς προ­σκυ­νά­με τον σταυ­ρό ας α­να­ρω­τη­θού­με: Εί­μα­στε αν­τά­ξιοι αυ­τού που ο­νει­ρευ­τή­κα­με κά­πο­τε, όταν ή­μα­στε έ­φη­βοι και φτι­ά­χνα­με τον κό­σμο στο μυα­λό μας κι ο­νει­ρευ­ό­μα­σταν έ­να κα­λύ­τε­ρο κό­σμο; Ή μή­πως ε­πει­δή σκλήρυνε η καρ­διά μας έ­χου­με βο­λευ­τεί σε μια φρι­κτή ρου­τί­να, σε συμ­βι­βα­σμέ­νες σχέ­σεις; Μή­πως μας έ­χει φά­ει ο φό­βος του θα­νά­του; Μή­πως μας έ­χει φά­ει η α­πελ­πι­σί­α; Μή­πως ό­λα αυ­τά που λέ­με και σκε­φτό­μα­στε στον ξύ­πνιο και τον ύ­πνο μας εί­ναι α­κρι­βώς τα αν­τί­θε­τα α­π' ό­σα δι­α­βά­ζου­με στο ευ­αγ­γέ­λιο;

Α­δερ­φοί μου, ήρ­θε ο και­ρός της με­τα­νοί­ας για ό­λους μας. Ό,τι κι αν κά­να­με, ό,τι κι να υ­πήρ­ξα­με, ό­σο κι να κα­τα­να­λώ­σα­με, ό­σο κι αν α­δι­κή­σα­με, ό­σο κι αν προ­δώ­σα­με τον Χρι­στό. Ας γί­νου­με σαν τον λη­στή ε­κεί­νο που δί­πλα στον σταυ­ρό κέρ­δι­σε την βα­σι­λεί­α Του. Ο Χρι­στός ο ε­σταυ­ρω­μέ­νος που Τον αν­τι­κρί­ζου­με να ει­κο­νί­ζε­ται αυ­τή τη στιγ­μή μπρο­στά μας εί­ναι ο Θε­ός της α­γά­πης. Δεν εί­ναι έ­να είδωλο που βρί­σκε­ται  κρε­μα­σμέ­νο στον τοί­χο ή που Τον συ­ναν­τά­με καμμιά Κυ­ρια­κή στην εκ­κλη­σί­α. 

Μας κρα­τά­ει αγ­κα­λιά κα­θώς πη­γαί­νου­με στην δου­λειά μας, κα­θώς τσα­κω­νό­μα­στε, κα­θώς θυ­μώ­νου­με, κα­θώς λυ­πό­μα­στε. Ο Χρι­στός του ευ­αγ­γε­λί­ου θέ­λει ό­λοι να σω­θούν. Α­φή­νει τα 99 πρό­βα­τα και τρέ­χει πί­σω α­πό το έ­να. Δη­λα­δή ε­μάς. Δεν ήρ­θε να κα­λέ­σει τους τά­χα δι­καί­ους, αλ­λά τους α­μαρ­τω­λούς στην με­τά­νοι­α. Δη­λα­δή ε­μάς. Δεν ήρ­θε για να κρί­νει κα­νέ­να, αλ­λά ήρ­θε ε­βδο­μη­κον­τά­κις ε­πτά να συγ­χω­ρεί και το ί­διο πρέ­πει να κά­νου­με κι ε­μείς. 

Ας αλ­λά­ξου­με την ζω­ή μας, ας την μπο­λι­ά­σου­με με τον λό­γο Του, ας την μπο­λι­ά­σου­με με την χα­ρά Του. Ας ζή­σου­με την ζω­ή μας για­τί σή­με­ρα το βρά­δυ μπο­ρεί να πε­θά­νου­με. Κα­νείς δεν μας εγ­γυά­ται ό­τι θα ζή­σου­με αι­ώ­νια έ­τσι ό­πως συ­νή­θως σκε­φτό­μα­στε α­πω­θών­τας την ι­δέ­α του θα­νά­του. 

Α­δερ­φοί μου, η ζω­ή εί­ναι υ­πέ­ρο­χη ό­ταν εί­σαι κον­τά στον Χρι­στό. Α­δερ­φοί μου, ας προ­σκυ­νή­σου­με τα πό­δια Του κι ας α­φή­σου­με ε­κεί ό,τι βά­σα­νο, ό,τι στε­να­χώ­ρια, ό,τι θυ­μό, ό,τι μί­σος για τον α­δερ­φό μας έ­χου­με. Για να γί­νου­με πά­λι μα­θη­τές Του. Και αυ­τός ο λό­γος που α­κού­σα­με πριν λί­γο "α­πό αυ­τό θα κα­τα­λα­βαί­νει ο κό­σμος αν εί­στε μα­θη­τές μου, αν έ­χε­τε α­γά­πη με­τα­ξύ σας", ας γί­νει πρά­ξη. Πρώ­τ' α­π' ό­λα με­τα­ξύ η­μών των χρι­στια­νών. Για να ξα­να­γί­νου­με το ά­λας της γης που συν­τη­ρεί τον κό­σμο. Για να ξα­να­γί­νου­με ε­κεί­νοι που δί­νου­με αι­σι­ο­δο­ξί­α σ' έ­να κό­σμο α­πελ­πι­σί­ας. Για να ξα­να­γί­νου­με ε­κεί­νοι που θα δί­νου­με την χα­ρά μέ­σα σ' ό­λη αυ­τή την α­τέ­λει­ω­τη λύ­πη και ορ­γή που βα­σι­λεύ­ει γύ­ρω μας. Ο Θε­ός να μας φω­τί­ζει. Α­μήν!      

Απομαγνητοφώνηση Αναστασία Χ΄παύλου              

Δεν υπάρχουν σχόλια: