Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Πᾶ­σα πνο­ή αἰ­νε­σά­τω τόν Κύ­ριον...


Εἰ­ρή­νης Ζα­μά­νη

Τό κα­λο­και­ρι­νό ἀ­γέ­ρι ἀ­νε­παί­σθη­το ἀ­κό­μη πρίν με­γα­λώ­σει σέ μελ­τέ­μι φέρ­νει μυ­ρω­δι­ές ἀ­πό πε­πό­νι, ρο­δά­κι­νο, στα­φύ­λι καί ἰ­ώ­διο. Εἶ­ναι τό ἴ­διο πού φου­σκώ­νει τό καρ­πού­ζι, τό «χειμω­νι­κό» ὅ­πως τό ἔ­λε­γε ἡ για­γιά Τρι­σεύ­γε­νη, πού δέ­νει μέ­ρα μέ τήν μέ­ρα τρί­ζον­τας. Οἱ ντο­μα­τι­ές νά στη­λώ­νον­ται ὄ­χι ἀ­πό σύρ­μα­τα ἀλ­λά ἀ­πό κου­ρε­λά­κια μέ δύ­να­μη καί τρυ­φε­ρά­δα, ὅ­μοι­α κα­θώς ὁρ­μή­νευ­ε ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος νά με­γα­λώ­νου­με τά παι­διά μας.



Οἱ πευ­κο­βε­λό­νες στρω­μέ­νες κα­τα­γῆς, ἄ­ο­πλες, κά­ναν τό χρέ­ος τους νά παι­χνι­δί­σουν μέ τόν ἥ­λιο. Τό πεῦ­κο θά στε­γά­σει τήν συ­ναυ­λί­α τῶν τζι­τζι­κι­ῶν, θά κά­νει κά­λε­σμα στήν Δι­ε­θνῆ τῆς ἀ­νε­με­λιᾶς καί θά μυ­ρώ­σει τόν ἀ­έ­ρα γεν­ναι­ό­δω­ρα.



Θυ­μά­ρι, μέν­τα, ρί­γα­νη τό ἔ­πα­θλο στό κυ­νῆ­γι θη­σαυ­ροῦ τῆς ἄ­νυ­δρης γῆς γιά τό ἀ­σκη­μέ­νο μά­τι. Τά λου­μι­νά­κια πε­ρι­μέ­νουν ν’ ἀ­να­λω­θοῦν μέ τήν τα­πει­νή τους φλό­γα ἀν­τί­δω­ρο στόν οὐ­ρα­νό. Τό κα­λαμ­πό­κι με­στώ­νει συ­νο­μή­λι­κο μέ τόν ξά­δελ­φό του, τό στά­ρι, καί με­τροῦν τό μπό­ι τους στήν πα­ρα­στά­δα τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα. Ἰ­ού­νης-θε­ρι­στής, Ἰ­ού­λης-ἁ­λω­νά­ρης.



Μά πῶς τό­σο εἰ­ρη­νι­κά ἡ ἐ­πέ­λα­ση τῶν ἀ­κρί­δων; Ἀ­κρο­βο­λί­στη­καν σέ καί­ρι­ες θέ­σεις, στρα­τός μιᾶς πε­ρι­ο­δι­κῆς κα­το­χῆς πού δέν χρει­ά­ζε­ται νά βρεῖ ἀν­τί­στα­ση. Μιά ἄλ­λη πιό πει­θαρ­χη­μέ­νη στρα­τιά, αὐ­τή τῶν μυρ­μηγ­κι­ῶν, πη­γαι­νο­έρ­χε­ται φου­ρι­ό­ζα στό μέ­τω­πο τῆς ἐρ­γα­σί­ας. Ἄν εἶ­χαν χρό­νο, θά θύ­μω­ναν μέ τά ρέμ­πε­λα τζι­τζί­κια ἀλ­λά ποῦ και­ρός γιά συ­ναι­σθη­μα­τι­κές ἐ­κρή­ξεις!



Θέ­ρος, ἔ­ρως, τρύ­γος…ἡ ζω­ή κά­νει πρό­πο­ση στά ρῶ τοῦ ἔ­ρω­τα…κα­λο­καί­ρι…


Κο­χύ­λι πού κουρ­σεύ­τη­κε ἀ­π’ τόν βυ­θό, γιά νά γί­νει χά­ρι­σμα, ἀ­στε­ρί­ας πού θά συν­τρο­φεύ­ει τό χει­μῶ­να, πέ­τρα πού ζω­γρα­φί­στη­κε καί ξε­χά­στη­κε ἀλ­λά πρό­λα­βε νά χα­ρί­σει τό ξάφ­νια­σμα καί τήν χα­ρά τῆς ἐ­φή­με­ρης δη­μι­ουρ­γί­ας της.



Ποι­ό χέ­ρι θά ρί­ξει βό­τσα­λο-ψα­ρά­κι στό νε­ρό, ποι­ό βλέμ­μα θά προ­λά­βει ἕ­ναν ἀ­πρό­σμε­νο στρό­βι­λο ἐ­κεῖ πού τό λι­ο­πύ­ρι ἔ­χει βα­σί­λει­ο καί ποι­ό θά ξε­κου­ρα­στεῖ σέ ἀ­σβε­στω­μέ­νη αὐ­λί­τσα πού σα­ρώ­θη­κε μέ αὐ­το­σχέ­δια σκού­πα-θά­μνο; Ποι­ά ψυ­χή θά συ­ναν­τή­σει τήν ἀ­πε­ραν­το­σύ­νη τοῦ νυ­χτε­ρι­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ καί θά ση­κω­θεῖ στίς μύ­τες τῆς ὕ­παρ­ξής της;


Μα­κά­ριο τό αὐ­τί πού θά  τα­λαν­τω­θεῖ -τό βρά­δυ στό πα­ρα­δο­σια­κό πα­νη­γύ­ρι- στόν ἦ­χο ἑ­νός κλα­ρί­νου ἤ ἑ­νός βι­ο­λιοῦ κι ἑ­νός λα­ού­του. Ἡ ψυ­χή νή­στε­ψε μέ σε­μνό­τη­τα, ἄ­να­ψε τό κε­ρά­κι της μ’ εὐ­λά­βεια στό γε­λα­στό ξω­κλή­σι καί οἱ ἅ­γιοι τῆς ψι­θύ­ρι­σαν ἀ­π’ τό εἰ­κό­νι­σμα: «σάν τήν ἄ­σκη­ση τῆς ἀ­γά­πης ἄλ­λη δέν εἶ­ναι…νά ζεῖς σάν νά πρό­κει­ται νά πε­θά­νεις…ἴ­σκιος ὀ­νεί­ρου ἡ ζω­ή μά καί ἡ ὕ­λη ἀ­να­πέμ­πει τήν δι­κή της δο­ξο­λο­γί­α». Ὑ­πο­ψι­ά­ζε­ται ἡ ψυ­χή ποι­ό ὕ­δωρ δρό­σι­σε τίς ἀ­σκη­τι­κές μορ­φές καί ποι­ός ἔ­ρω­τας φλό­γι­σε τήν νι­ό­τη ὥς τήν ἁ­γι­ό­τη­τα: ρο­δό­χρους στήν πιό κα­λή της ὥ­ρα ἡ Ἁγία Μα­ρί­να, ὁ­μή­λι­κη τῆς Ἁγίας Μαρκέλλας, ὁρί­στη­κε τό θέ­ρος, τήν ἐ­πο­χή πού κα­τα­φά­σκει τήν ζω­ή, νά συ­νε­ορ­τά­ζουν. Δέν θέ­λουν ἐ­πι­ση­μό­τη­τες, τούς ἀρ­κεῖ νά φτά­νουν οἱ φι­λέ­ορ­τοι μέ τα­πει­νό­τη­τα καί κα­θα­ρό­τη­τα στό σπι­τι­κό τους, ἀ­φοῦ ξα­πο­στά­σουν στό χα­μη­λό πε­ζού­λι.


Πῶς νά ξι­πα­στεῖ ἡ ψυ­χή κι ἄς παίρ­νει τά ψη­λώ­μα­τα ν’ ἀν­τα­μώ­σει αὐ­τόν πού κα­τα­δέ­χτη­κε νά τρα­φεῖ ἀ­πό ἕ­να κο­ρά­κι, ἀ­φοῦ πρῶ­τα μ’ ἕ­να του αἴ­τη­μα εἶ­δε νά κλει­δώ­νει τό πο­τι­στῆ­ρι τῆς βρο­χῆς καί μ’ ἕ­ναν του λό­γο νά ξε­κλει­δώ­νει; Ὁ προ­φή­της Ἠ­λί­ας πύ­ρι­νος στήν πί­στη καί σάν ὑ­πε­ραι­ω­νό­βιος παπ­πούς κα­λω­σο­ρί­ζει στό πλού­σιο φτω­χι­κό του γε­λα­στούς ἡ­λι­ο­κα­μέ­νους πε­ζο­πό­ρους.



Καί ποι­ά με­γα­λύ­τε­ρη δο­ξο­λο­γί­α πα­ρά αὐ­τή πού κά­νει γι­ορ­τή τήν κοί­μη­ση, πού ἕ­ναν ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμό τόν κά­νει πα­νή­γυ­ρη, πού μέ πρό­σχα­ρες καμ­πά­νες δι­α­λα­λεῖ «…ἐν τῇ κοι­μή­σει τόν κό­σμον οὐ κα­τέ­λι­πες, Θε­ο­τό­κε»; Πο­τέ πιό πολ­λές μαυ­ροντυ­μέ­νες γυ­ναῖ­κες δέν ἀν­τάλ­λα­ξαν τίς πιό θερ­μές τους πα­ρα­κλή­σεις μέ τά μαῦ­ρα τῆς ψυ­χῆς τους. Ἡ Με­γα­λό­χα­ρη εἶ­ναι ἡ Κυ­ρά τῶν ἀμ­πε­λι­ῶν, δέ­ε­ται στόν Γιό Της, τήν ἄμ­πε­λο τήν ἀ­λη­θι­νή, γιά μᾶς πού ἀ­φυ­δα­τω­νό­μα­στε στό καῦ­μα τῆς προ­σω­πι­κῆς μας ἀ­στο­χί­ας.




Λύ­νει τήν μπό­λια Της καί μᾶς φι­λεύ­ει σῦ­κα καί νε­ρό τῆς πη­γῆς καί τήν Ἐλ­πί­δα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: