Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Ορ­θό­δο­ξη αυ­το­γνω­σί­α





π. Χριστ­ό­δου­λος Μπί­θας

(Κείμενο από το περιοδικό "Αρχαγγέλων Λόγος", Φθινόπωρο 2014)


Η λέ­ξη "αυ­το­γνω­σί­α", α­κού­γε­ται πο­λύ με­τα­ξύ των νέ­ων αν­θρώ­πων τις τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες, και ι­δί­ως α­πό ό­σους έ­χουν υ­παρ­ξια­κές α­να­ζη­τή­σεις. Α­πό την δε­κα­ε­τί­α του ε­ξήν­τα σε ό­λη την Δύ­ση, η έν­νοι­α της "αυ­το­γνω­σί­ας" δι­α­δό­θη­κε ευ­ρύ­τα­τα μέ­σω των α­να­το­λι­κών θρη­σκει­ών που κα­τέ­κλυ­σαν τον δυ­τι­κό κό­σμο. Χι­λιά­δες νέ­οι που δεν έ­βρι­σκαν α­παν­τή­σεις στο νο­μι­κό πνεύ­μα των δυ­τι­κών εκ­κλη­σι­ών, στρά­φη­καν τό­τε σε δι­ά­φο­ρες αι­ρέ­σεις και πα­ρα­θρη­σκεί­ες για να α­να­κα­λύ­ψουν τον ε­αυ­τό τους. Τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια, μά­λι­στα, με την ε­ξέ­λι­ξη της ψυ­χο­λο­γί­ας, λέ­ξεις ό­πως αυ­το­γνω­σί­α, αυ­το­ε­ξέ­τα­ση, αυ­το­α­νά­λυ­ση κλπ, μπή­καν για τα κα­λά στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά μας.


Σή­με­ρα, ό­ταν α­πευ­θυν­θού­με σε έ­να νέ­ο άν­θρω­πο και τον ρω­τή­σου­με που πρέ­πει να στρα­φεί για να βο­η­θη­θεί να γνω­ρί­σει τον ε­αυ­τό του, θα μας α­παν­τή­σει σε με­γά­λο πο­σο­στό στην ψυ­χα­νά­λυ­ση η την ψυ­χο­λο­γί­α. Αν τους ρω­τή­σου­με για το κα­τά πό­σον στην Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α μπο­ρεί να βρουν α­παν­τή­σεις σχε­τι­κά με την αυ­το­γνω­σί­α, θα α­παν­τή­σουν με παρ­ρη­σί­α ό­τι δεν ι­σχύ­ει κά­τι τέ­τοι­ο, έ­νω άλ­λοι θα πουν ό­τι στην Εκ­κλη­σί­α μό­νο α­πα­γο­ρεύ­σεις μπο­ρείς να α­κού­σεις! Πα­ρό­μοι­ες α­παν­τή­σεις θα πά­ρου­με α­πό πολ­λούς συ­ναν­θρώ­πους μας ό­λων των η­λι­κι­ών. Μια προ­σω­πι­κή έ­ρευ­να που κά­να­με τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια μας ε­πι­βε­βαί­ω­σε αυ­τή την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Πολ­λοί α­πό ό­σους λέ­νε ό­τι πι­στεύ­ουν, α­παν­τούν στην ε­ρώ­τη­ση αυ­τή λέ­γον­τας πως στην Εκ­κλη­σί­α πη­γαί­νουν για να γί­νουν κα­λύ­τε­ροι άν­θρω­ποι, η να "η­ρε­μή­σουν", ε­νώ έ­να πο­σο­στό θρη­σκευ­ο­μέ­νων ι­σχυ­ρί­ζε­ται πως αρ­κεί η τή­ρη­ση των εν­το­λών και δεν χρει­ά­ζε­ται τί­πο­τε άλ­λο. Ό­λοι αυ­τοί οι α­δελ­φοί μας, α­γνο­ούν αλ­λά α­γνο­ούν πως η λέ­ξη "με­τά­νοι­α" στην ο­ποί­α μας κα­λεί ο Χρι­στός και οι Α­πό­στο­λοι, προ­ϋ­πο­θέ­τει την ε­πί­γνω­ση της α­μαρ­τί­ας μας, για­τί δι­α­φο­ρε­τι­κά δεν μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει με­τά­νοι­α, δη­λα­δή με­τα­στρο­φή του νου μας. Δυ­στυ­χώς, ο υ­πο­βι­βα­σμός της ε­ξο­μο­λό­γη­σης σε μια τυ­πι­κή η νο­μι­κή δι­α­δι­κα­σί­α για πολ­λούς Ορ­θο­δό­ξους, τις τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες με­τα­τρέ­πει το μυ­στή­ριο α­πό "Μυ­στή­ριο της με­τα­νοί­ας" που προ­α­παι­τεί πνευ­μα­τι­κή αυ­το­ε­ξέ­τα­ση σε μια α­πλο­ϊ­κή ε­ξα­γό­ρευ­ση πρά­ξε­ων χω­ρίς εμ­βά­θυν­ση και συ­σκο­τί­ζει την πνευ­μα­τι­κή πο­ρεί­α. 


Λέ­ει ο Κύ­ριος: " Για­τί βλέ­πεις την αγ­κί­δα που εί­ναι μέ­σα στο μά­τι του α­δελ­φού σου, ε­νώ το δο­κά­ρι μέ­σα στο δι­κό σου μά­τι δεν το πα­ρα­τη­ρείς;  Η πως θα πεις στον α­δελ­φό σου: “Ά­φη­σε να βγά­λω την αγ­κί­δα α­πό το μά­τι σου”, ε­νώ, το δο­κά­ρι εί­ναι μέ­σα στο μά­τι το δι­κό σου;  Υ­πο­κρι­τή, βγά­λε πρώ­τα α­πό το μά­τι το δι­κό σου το δο­κά­ρι, και τό­τε θα δεις κα­θα­ρά, για να βγά­λεις την αγ­κί­δα α­πό το μά­τι του α­δελ­φού σου" (Ματθ. 7,3-5). Με α­πό­λυ­τα σα­φή τρό­πο ο Χρι­στός μας κα­λεί να ε­ξε­τά­σου­με τον ε­αυ­τό μας για να δού­με την δι­κή μας α­στο­χί­α και να πά­ψου­με να α­σχο­λού­με­θα με τους άλ­λους. Στο πε­ρί­φη­μο πε­ρι­στα­τι­κό με τον λι­θο­βο­λι­σμό, θα κα­λέ­σει τους πα­ρευ­ρι­σκο­μέ­νους ζη­λω­τές Ε­βραί­ους σε πε­ρί­σκε­ψη: "ο α­να­μάρ­τη­τος υ­μών πρώ­τος βα­λέ­τω λί­θον ε­π' αυ­τήν" (Ι­ω­άν. 8,7). 


Η κλή­ση του Χρι­στού εί­ναι κλή­ση ε­λευ­θε­ρί­ας. Μας κα­λεί να α­πο­ζη­τή­σου­με ε­λεύ­θε­ρα και συ­νει­δη­τά την α­παλ­λα­γή α­πό την α­μαρ­τί­α μας, την ο­ποί­α ό­μως πρώ­τα πρέ­πει να κα­τα­νο­ή­σου­με. Να δι­ψά­σου­με για υ­πέρ­βα­ση, για σχέ­ση με τον Θε­ό, να α­πο­κα­τα­στή­σου­με την προ­αί­ρε­ση μας για σω­τη­ρί­α που έ­χει α­μαυ­ρω­θεί α­πό την πτώ­ση: "Μα­κά­ριοι οι πει­νών­τες και δι­ψών­τες την δι­και­ο­σύ­νην, ό­τι αυ­τοί χορ­τα­σθή­σον­ται"  (Ματθ. 5,1-12). Μα­κά­ριοι εί­ναι, λέ­ει, ό­σοι α­να­ζη­τή­σουν με πό­θο την σχέ­ση που ζω­ο­ποι­εί, την σχέ­ση με τον Λό­γο Του, την ε­φαρ­μο­γή στην πρά­ξη του θε­λή­μα­τός Του. "Γνω­ρί­στε την α­λή­θεια, και η α­λή­θεια θα σας ε­λευ­θε­ρώ­σει"  (Ι­ω. 8, 32), μας λέ­ει κα­λών­τας μας σε μα­θη­τεί­α ζω­ής, μα πά­νω α­π' ό­λα σε μια α­να­ζή­τη­ση του ποι­οί πραγ­μα­τι­κά εί­μα­στε. Η α­λή­θεια δεν κα­τα­νο­εί­ται με φι­λο­σο­φι­κό στο­χα­σμό, αλ­λά με το να κα­τα­νο­ή­σου­με ποι­οί εί­μα­στε, τι κρύ­βε­ται πί­σω α­πό τις πρά­ξεις και τους λο­γι­σμούς μας, τις έ­πι­θυ­μι­ες και τους φό­βους μας, τις έ­νο­χες και τις α­να­σφά­λει­ές μας. Ποι­ά εί­ναι η αι­τί­α των πα­θών μας, ποι­ός εί­ναι αυ­τός ο ά­γνω­στος με τον ο­ποί­ο συγ­κα­τοι­κού­με στο ί­διο σαρ­κί­ο! Α­πό μι­κρά παι­διά κα­τα­σκευ­ά­ζου­με έ­να προ­σω­πεί­ο πί­σω α­πό το ο­ποί­ο κρυ­βό­μα­στε, μα­θαί­νου­με να α­πω­θού­με ό­τι μας θλί­βει και μας ε­νο­χλεί. Το πε­ρι­βάλ­λον μας, οι γο­νείς μας, η κοι­νω­νί­α, μας κα­θο­δη­γούν στο να κα­τα­σκευ­ά­σου­με έ­να ψευ­δή ε­αυ­τό, έ­τσι που στα­δια­κά δεν ξέ­ρου­με ποι­οί εί­μα­στε, ποι­ά εί­ναι η αι­τά της συμ­πε­ρι­φο­ράς μας, της ορ­γής, της λύ­πης μας, της α­να­σφά­λειά μας. Κα­θώς με­γα­λώ­νου­με και οι δι­α­ψεύ­σεις έρ­χον­ται η μί­α με­τά την άλ­λη, κα­τα­λα­βαί­νου­με πως δεν μπο­ρού­με να ά­γα­πή­σου­με, πως φο­βό­μα­στε τον θά­να­το και την φθο­ρά, πως υ­πο­φέ­ρου­με α­πό μο­να­ξιά, φό­βο, έλ­λει­ψη νο­ή­μα­τος.


Σε ό­λη την Ορ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση το θέ­μα της αυ­το­γνω­σί­ας που θα ο­δη­γή­σει τον άν­θρω­πο σε με­τά­νοι­α, εί­ναι κε­φα­λαι­ώ­δες και γί­νε­ται βα­σι­κό θέ­μα προ­βλη­μα­τι­σμού και κα­τά­θε­σης εμ­πει­ρί­ας α­πό Α­γί­ους και Πα­τέ­ρες. Οι Καπ­πα­δό­κες Πα­τέ­ρες ε­πι­ση­μαί­νουν πό­σο ση­μαν­τι­κό εί­ναι να γνω­ρί­σου­με τον ε­αυ­τό μας: «Το δυ­σκο­λο­τε­ρο α­πό ό­λα εί­ναι να γνω­ρί­σει κα­νείς κα­λά τον ε­αυ­τό του", λέ­ει ο Μέ­γας Βα­σί­λει­ος. "Για­τί ό­χι μό­νο το μά­τι μας που βλέ­πει τα έ­ξω α­πό τον άν­θρω­πο δεν εί­ναι κα­τάλ­λη­λο να βλέ­πει τον ε­αυ­τό μας, αλ­λά και αυ­τός ο νους μας, που βλέ­πει με πολ­λή α­κρί­βεια και γρή­γο­ρα το ξέ­νο α­μάρ­τη­μα, εί­ναι βρα­δυ­κί­νη­τος στο να αν­τι­λη­φθεί τα δι­κά μας ε­λατ­τώ­μα­τα». 


Ο Ά­γιος Γρη­γό­ριος ο Θε­ο­λό­γος συμ­πλη­ρώ­νει με τον ποι­η­τι­κό του τρό­πο: «Έ­χεις ψυ­χή μου δου­λειά, και μά­λι­στα, αν θέ­λεις, με­γά­λη. Ε­ξέ­τα­σε τον ε­αυ­τό σου ποι­ά εί­σαι και που εί­σαι στραμ­μέ­νη, α­πό που ήλ­θες και που πρέ­πει να πα­ρου­σια­στείς,αν η ζω­ή εί­ναι αυ­τό που ζεις η κά­τι το κα­λύ­τε­ρο…Έ­χεις ψυ­χή μου, δου­λειά. Μην κου­ρα­στείς α­πό τον κό­πο». 


Και ο Ά­γιος Γρη­γό­ριος Νύσ­σης το­νί­ζει ει­ρω­νευ­ό­με­νος την αν­θρώ­πι­νη α­δυ­να­μί­α: «Εί­ναι πιο εύ­κο­λο να γνωσ­ρί­σου­με τον ου­ρα­νό, πα­ρά τους ε­αυ­τούς μας".


Οι α­σκη­τές της ε­ρή­μου εγ­κα­τα­λεί­πουν τον κό­σμο και α­πο­σύ­ρον­ται στην η­συ­χια για να εν­νο­ή­σουν την α­μαρ­τί­α τους και να με­τα­νο­ή­σουν. Ο Ό­σιος Νεί­λος ο Α­σκη­τής ε­πι­ση­μαί­νει την δυ­σκο­λί­α του πνευ­μα­τι­κού αυ­τού α­γώ­να:  «Γνώ­ρι­σε τον ε­αυ­τό σου πριν α­πό ό­λα, δι­ό­τι τί­πο­τα δεν εί­ναι δυ­σκο­λο­τε­ρο α­πό το να γνω­ρί­σεις τον ε­αυ­τό σου, τί­πο­τα ε­πι­πο­νό­τε­ρο, τί­πο­τα κο­πι­α­στι­κό­τε­ρο. Ό­ταν ό­μως γνω­ρί­σεις τον αυ­τό σου, τό­τε θα μπο­ρέ­σεις να γνω­ρί­σεις και το Θε­ό και να ε­ξε­τά­σεις με το λο­γι­σμό τα κτί­σμα­τα, ό­πως ται­ριά­ζει». Τον Θε­ό και την α­λή­θεια για τα κτί­σμα­τα γνω­ρί­ζου­με μό­νο α­φού φτά­σου­με σε πνευ­μα­τι­κή αυ­το­γνω­σί­α, α­φού τα πά­θη μας εμ­πο­δί­ζουν να δού­με κα­θα­ρά την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. «Το να γνω­ρί­σει κά­ποι­ος τον ε­αυ­τό του εί­ναι το τέ­λος της ερ­γα­σί­ας των α­ρε­τών». λέ­ει ο ό­σιος Νι­κή­τας ο Στη­θά­τος, α­φού καμ­μί­α α­ρε­τή δεν μπο­ρεί να μας ο­δη­γή­σει στον Θε­ό αν δεν γνω­ρί­ζου­με την α­σθέ­νειά μας.


Εν­νο­εί­ται, βέ­βαι­α, πως η πνευ­μα­τι­κή αυ­το­ε­ξέ­τα­ση δεν γί­νε­ται με κά­ποι­ου εί­δους ψυ­χο­λο­γι­κή τε­χνι­κή, ού­τε εί­ναι θε­ω­ρη­τι­κή. Προ­ϋ­πο­θέ­τει την ε­ξέ­τα­ση του ε­αυ­τού μας με γνώ­μο­να τον λό­γο του Θε­ού. Ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ο Ευ­αγ­γε­λι­κός Λό­γος μας α­πο­κα­λύ­πτε­ται, τό­σο μπο­ρού­με να ε­ξε­τά­ζου­με τον ε­αυ­τό μας σε βά­θος και τό­τε μας α­πο­κα­λύ­πτε­ται χά­ρι­τι Θε­ού η α­στο­χί­α μας. Για πα­ρά­δειγ­μα, ό­σο κα­τα­λα­βαί­νω ό­τι η φρά­ση του Κυ­ρί­ου "Μην κρί­νεις ί­να μην κρι­θείς", δεν εί­ναι μια η­θι­κή προ­τρο­πή η έ­να σο­φό α­πό­φθεγ­μα, αλ­λά ό­λο­κλη­ρη στά­ση ζω­ής, τό­σο με­γα­λώ­νει η ε­πι­θυ­μί­α μου να κά­νω ζω­ή μου την α­πο­κά­λυ­ψη αυ­τή. Κα­τα­λα­βαί­νω, ό­τι μπο­ρεί η α­λή­θεια που δί­δα­ξε ο Χρι­στός να α­πο­κα­λύ­φθη­κε μια φο­ρά στην ι­στο­ρί­α, ό­μως ε­γώ κα­λού­μαι αυ­τή την α­λή­θεια να την α­να­κα­λύ­ψω προ­σω­πι­κά, βι­ω­μα­τι­κά. Και θα την α­να­κα­λύ­ψω μό­νο αν εν­νο­ή­σω την τυ­φλό­τη­τά μου, την α­μαρ­τί­α μου και συν­τρι­βώ για την α­στο­χί­α μου. Για τον λό­γο αυ­τό, η α­ρε­τή της αυ­το­μεμ­ψί­ας θε­ω­ρεί­ται α­πό τους Πα­τέ­ρες α­πα­ραί­τη­τη στην πο­ρεί­α προς την αυ­το­γνω­σί­α. «Αυ­τός ο μο­να­δι­κός δρό­μος που προ­τεί­νει ο Ό­σιος, δεν εί­ναι τί­πο­τε άλ­λο πα­ρά η βι­ω­μα­τι­κή κα­τα­νό­η­ση της Ευ­αγ­γε­λι­κής ρή­σης πε­ρί δο­κού και αγ­κί­δας που εί­πε ο Κύ­ριος. «Ό­σον α­φο­ρά την αυ­το­μεμ­ψί­α", λέ­ει ο Μέ­γας Αν­τώ­νιος, "αύ­τη εί­ναι η με­γά­λη ερ­γα­σί­α του αν­θρώ­που, για να κα­τα­νο­ή­σει το σφάλ­μα του ε­νώ­πιόν του Θε­ού». Ρώ­τη­σαν τον αβ­βά του ό­ρους της Νι­τρί­ας: «Τι το πιο πο­λύ βρή­κες σ’ αυ­τόν τον δρό­μο (=της η­συ­χα­στι­κής ζω­ής), πά­τερ;». Α­πο­κρί­θη­κε ο γέ­ρον­τας: «Το να αι­τι­ώ­μαι (κα­τη­γο­ρώ) και να μέμ­φο­μαι τον ε­αυ­τό μου πάν­το­τε». Του λέ­ει ο Αβ­βάς Θε­ό­φι­λος: «Άλ­λος δρό­μος α­πό αυ­τόν δεν υ­πάρ­χει». Η αυ­το­μεμ­ψί­α, που εί­ναι δω­ρε­ά του Πνεύ­μα­τος, μας ο­δη­γεί στην κα­τα­νό­η­ση των σφαλ­μά­των μας, μας α­πο­κα­λύ­πτει τα μύ­χια της ψυ­χής μας, α­φού παύ­ου­με να ζη­τά­με ευ­θύ­νες α­πό τους άλ­λους και ε­ρευ­νού­με τα αί­τια μό­νο σε ε­μάς.


Αυ­τός ο πνευ­μα­τι­κός α­γώ­νας εί­ναι ε­πί­πο­νος, μα­κρύς, κο­πι­α­στι­κός. Εί­ναι δύ­σκο­λο να πα­ρα­δε­χτού­με πό­σο ξα­στο­χή­σα­με, να κα­τα­λά­βου­με πό­σο μα­κριά εί­μα­στε α­πό την  α­λή­θεια που ε­λευ­θε­ρώ­νει τη ψυ­χή, α­πό την α­γά­πη, α­πό την δυ­να­τό­τη­τα να ζού­με κά­θε στιγ­μή με χα­ρά και ευ­χα­ρι­στί­α, ό­πως οι Ά­γιοι. «Κα­νείς δεν εί­ναι τό­σο πο­λύ ε­χθρός του αν­θρώ­που, ό­σο ο ί­διος στον ε­αυ­τό του» έ­λε­γε ο ό­σιος Μάρ­κος ο Α­σκη­τής που εί­χε κα­τα­νο­ή­σει σε βά­θος τον Ευ­αγ­γε­λι­κό λό­γο. 


«Ας προ­σπα­θή­σου­με να γνω­ρί­σου­με κα­λά τον ε­αυ­τό μας, να γνω­ρί­σου­με κα­λά τα τραύ­μα­τα της ψυ­χής μας· για­τί τό­τε μό­νον θα μπο­ρέ­σου­με να χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τα κα­τάλ­λη­λα για τη θε­ρα­πεί­α φάρ­μα­κα. Για­τί ε­κεί­νος που α­γνο­εί την αρ­ρώ­στια του, δε θα λά­βει κα­νέ­να μέ­τρο για τη θε­ρα­πεί­α της», λέ­ει ο Ά­γιος Ι­ω­άν­νης ο Χρυ­σό­στο­μος. Κά­θε πνευ­μα­τι­κή προ­σπά­θεια χω­ρίς γνώ­ση του ε­αυ­τού μας α­πο­βαί­νει ά­καρ­πη, μπο­ρεί μά­λι­στα να ο­δη­γή­σει σε έ­παρ­ση με­γά­λη, α­φού ό­τι κά­νου­με θα εί­ναι ε­ξω­τε­ρι­κό και δεν θα θε­ρα­πεύ­ει την ψυ­χή μας. Με το πα­ρά­δειγ­μα του Φα­ρι­σαί­ου στην γνω­στή πα­ρα­βο­λή, αυ­τό μας ε­πι­ση­μαί­νει ο Κύ­ριος. Η ε­φαρ­μο­γή των εν­το­λών χω­ρίς την αυ­το­μεμ­ψί­α του Τε­λώ­νη ο­δη­γεί σε πτώ­ση και τε­λι­κά σε α­πι­στί­α η φα­να­τι­σμό. Ο αβ­βάς Ποι­μήν λέ­ει σχε­τι­κά, "πως και ό­λες τις α­ρε­τές να α­πο­κτή­σει ο άν­θρω­πος, χω­ρίς την αυ­το­μεμ­ψί­α, εί­ναι σε δύ­σκο­λη θέ­ση». Να πά­ρει δη­λα­δή την ευ­θύ­νη των πρά­ξε­ών του, να α­να­ρω­τη­θεί για το φταί­ξι­μό του πί­σω α­πό κά­θε πει­ρα­σμό και δι­α­φο­ρά με το πλη­σί­ον. Μό­νο έ­τσι θα φτά­σει να δει την α­σθέ­νειά του.


Εί­ναι με­γά­λο και σπου­δαί­ο το θέ­μα της πνευ­μα­τι­κής αυ­το­γνω­σί­ας και εί­ναι δύ­σκο­λο να το α­να­λύ­σου­με σε έ­να μι­κρό άρ­θρο. Ας προ­βλη­μα­τι­στού­με ό­μως και ας α­να­ζη­τή­σου­με ε­κεί­νους που θα μας κα­θο­δη­γή­σουν στο να κα­τα­λά­βου­με πό­σο με­γά­λη ση­μα­σί­α έ­χει για την πνευ­μα­τι­κή μας προ­κο­πή. Τα πα­τε­ρι­κά κεί­με­να εί­ναι γε­μά­τα α­πό αν­τί­στοι­χα χω­ρί­α, πολ­λές φο­ρές ό­μως δεν το κα­τα­λα­βαί­νου­με α­φού α­φ' ε­νός έ­χου­με μια ε­πι­φα­νεια­κή θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα και α­φ'­ε­τέ­ρου έ­χου­με συ­νη­θί­σει μό­νο μί­α ψυ­χο­λο­γι­κού τύ­που ό­ρο­λο­για σχε­τι­κά με την αυ­το­γνω­σί­α.


Ό­σοι λέ­με πως πι­στεύ­ου­με στον Χρι­στό, ας α­να­ζη­τή­σου­με τα νά­μα­τα της πα­ρά­δο­σής μας κι ας προ­χω­ρή­σου­με ε­πι­τέ­λους στα ου­σι­ώ­δη. Κα­λά και σπου­δαί­α εί­ναι ό­σα λέ­νε οι ε­πι­στή­μες για την αυ­το­γνω­σί­α, χρή­σι­μα για να κα­τα­λά­βου­με τις δι­α­τα­ρα­χές της αν­θρώ­πι­νης προ­σω­πι­κό­τη­τας, ω­φέ­λι­μα α­κό­μα και για να εν­νο­ή­σου­με αρ­κε­τά πράγ­μα­τα για τον ε­αυ­τό μας, τα τραύ­μα­τά μας, τις ελ­λεί­ψεις μας, τις α­πω­θή­σεις μας. Ό­μως ό­λα αυ­τά α­κό­μα κι αν τα α­σκή­σου­με με ε­πι­μο­νή (που ε­λά­χι­στοί το κά­νουν κι αυ­τό), κά­που έ­χουν έ­να τέ­λος. Ε­μείς στην Εκ­κλη­σί­α μι­λά­με για μια αυ­το­γνω­σί­α, που ο­δη­γεί στην Θε­ο­γνω­σί­α. Μι­λά­με για αυ­το­μεμ­ψί­α που ο­δη­γεί στην α­νά­λη­ψη της προ­σω­πι­κής ευ­θύ­νης. Μι­λά­με για με­τά­νοι­α που ο­δη­γεί στην ε­λευ­θε­ρί­α, στην πί­στη, την α­γά­πη, την ελ­πί­δα. Και ό­λα αυ­τά εί­ναι δω­ρε­ές του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ό­χι δι­κά μας κα­τορ­θώ­μα­τα. "Αι­τεί­τε, και δο­θή­σε­ται υ­μίν, ζη­τεί­τε, και ευ­ρή­σε­τε, κρού­ε­τε, και α­νοι­γή­σε­ται υ­μίν" (Ματθ. 7, 7), λέ­ει ο Κύ­ριος. Ας α­κού­σου­με την κλή­ση του κι ας αρ­χί­σου­με ε­πι­τέ­λους να ε­ξε­τά­ζου­με τον ε­αυ­τό μας για να μας α­πο­κα­λυ­φθεί η α­σθέ­νειά μας και να α­πο­ζη­τή­σου­με την θε­ρα­πεί­α μας. Α­μήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: