Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ







Σάβ­βα­το βρά­δυ, αρ­χές Σε­πτεμ­βρί­ου. Το βου­η­τό της πό­λης μο­νό­το­νο κι ε­κνευ­ρι­στι­κό.  Οι κα­λο­και­ρι­νές ά­δει­ες τε­λεί­ω­σαν κι ό­λοι γύ­ρι­σαν πί­σω. Συ­ζη­τή­σεις στα Α­θη­να­ϊ­κά μπαλ­κό­νια για τους τό­πους των δι­α­κο­πών, τις πα­ρα­λί­ες, τις «μπα­τα­ρί­ες που γέ­μι­σαν», τα χρή­μα­τα που ξο­δεύ­τη­καν. Κου­βέν­τες για ό­μορ­φα νη­σιά και ε­ξω­τι­κές πα­ρα­λί­ες, για τα­ξί­δια στο ε­ξω­τε­ρι­κό, για γα­στρο­νο­μι­κές παν­δαι­σί­ες, για εν­τυ­πω­σια­κά κλαμπ, για πο­λύ­ω­ρες οι­νο­πο­σί­ες, για ε­ρω­τι­κές «πε­ρι­πέ­τει­ες». Να κρα­τού­σε κι άλ­λο η κα­λο­και­ρι­νή σχό­λη, να εί­χα­με πολ­λά χρή­μα­τα και να μην δου­λεύ­α­με, να κερ­δί­ζα­με το λα­χεί­ο... Ε­πί­φα­ση ευ­τυ­χί­ας σε η­λι­ο­κα­μέ­να πρό­σω­πα, μα οι ψυ­χές βα­ρι­ές και δυ­σκο­λε­μέ­νες.  Κά­θε Σε­πτέμ­βριο η ί­δια πάν­τα θλί­ψη, η ί­δια πάν­τα α­παι­σι­ο­δο­ξί­α.

Έ­γι­νε η ζω­ή μας ε­πί­πε­δη και ρη­χή και χά­σα­με την ι­σορ­ρο­πί­α μας. Κά­να­με τις δι­α­κο­πές μας πα­ρω­δί­α α­να­ψυ­χής, με­τα­φέ­ρα­με την έν­τα­ση της με­γα­λού­πο­λης στην ε­ξο­χή, τις ί­δι­ες συ­νή­θει­ες, τον ί­διο τρό­πο δι­α­σκέ­δα­σης, τον ί­διο θό­ρυ­βο. Τυ­πο­ποι­ή­σα­με τα πάν­τα, το φα­γη­τό, τα ρού­χα, την μου­σι­κή. Μα­ζεύ­ου­με λε­φτά ό­λο τον χρό­νο για να ζή­σου­με λί­γο την ψευ­δαί­σθη­ση του πλού­του, να βρού­με χα­ρά στην θε­ρι­νή υ­περ­κα­τα­νά­λω­ση. Α­φού κα­τα­στρέ­ψα­με τις πό­λεις, «εκ­συγ­χρο­νί­σα­με» και την ε­παρ­χί­α με την ξι­πα­σιά του πρω­τευ­ου­σιά­νου. Κυ­ρι­εύ­τη­κε η κά­πο­τε πα­νέ­μορ­φη Ελ­λη­νι­κή ύ­παι­θρος α­πό κα­κο­γου­στιά, στα κτί­ρια, στις πα­ρα­λί­ες, στα μα­γα­ζιά. Γέ­μι­σε η ε­πι­κρά­τεια α­πό «βι­λί­τσες», αυ­θαί­ρε­τες και νό­μι­μες, α­κρι­βό­τε­ρες συ­νή­θως α­πό ό­τι ε­πι­τρέ­πει το οι­κο­νο­μι­κό ε­πί­πε­δο του κα­θε­νός μας. Α­τέ­λει­ω­τες ώ­ρες δου­λειάς και χρέ­η για πο­λυ­τε­λή σπί­τια που θα κα­τοι­κη­θούν έ­να μή­να τον χρό­νο. 
 
Κι ύ­στε­ρα ήρ­θε η κρί­ση κι ό­λα αυ­τά με­τρι­ά­στη­καν ή χά­θη­καν. Κι α­πό την υ­περ­κα­τα­νά­λω­ση πέ­σα­με στην στέ­ρη­ση. Πως να ζή­σεις αν δεν έ­χεις χρή­μα­τα να ξο­δέ­ψεις, τι άλ­λη α­ξί­α υ­πάρ­χει τά­χα στην ζω­ή, πέ­ρα α­πό την υ­γεί­α, α­να­ρω­τι­ούν­ται οι πε­ρισ­σό­τε­ροι. Πό­σοι υ­πο­ψι­ά­ζον­ται πλέ­ον πως πλα­στή­κα­με για κά­ποι­ον σκο­πό, πως δεν ήρ­θα­με σε τού­το τον κό­σμο μό­νο για να τρώ­με, να πί­νου­με και να ι­κα­νο­ποι­ού­με τις σω­μα­τι­κές μας α­νάγ­κες, μα για να γί­νου­με σο­φοί, Ά­γιοι, ό­μοι­οι με Ε­κεί­νον που μας δη­μι­ούρ­γη­σε. Πό­σοι α­φουγ­κρά­ζον­ται την πραγ­μα­τι­κή ο­μορ­φιά του κό­σμου, μέ­σα στην α­πο­χαύ­νω­ση των κά­θε λο­γής Survivor, της πό­λω­σης του δη­μο­σί­ου δι­α­λό­γου και της ει­κο­νι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας του δι­α­δι­κτύ­ου;

Α­ναγ­καί­ο το δι­ά­λειμ­μα στον άν­θρω­πο της σύγ­χρο­νης ε­πο­χής. Να δι­α­κο­πεί λί­γο ο έν­το­νος ρυθ­μός της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, να μα­ζευ­τεί η οι­κο­γέ­νεια που ε­λά­χι­στα βρί­σκε­ται μα­ζί πια, να χα­ρού­με την ξε­γνοια­σιά της θά­λασ­σας, το γα­λά­ζιο του ου­ρα­νού, τον κα­θα­ρό α­έ­ρα, τις κα­λο­και­ρι­νές βρα­δι­ές μα­κριά α­πό το νέ­φος της με­γα­λού­πο­λης. Ξε­χά­σα­με ό­μως πως δεν εί­ναι ο τό­πος, αλ­λ’ ο τρό­πος που ξε­κου­ρά­ζει την ψυ­χή. Λη­σμο­νή­σα­με πως «ε­κεί που εί­ναι ο θη­σαυ­ρός σου, ε­κεί θα εί­ναι και η καρ­διά σου». Κι η καρ­διά μας δο­σμέ­νη εί­ναι στην λα­τρεί­α του πλού­του, του εύ­κο­λου κέρ­δους, της πο­λυ­τέ­λειας, της ευ­δαι­μο­νί­ας, της α­λό­γι­στης ε­ρω­τι­κής ε­πι­θυ­μί­ας. Αυ­τά α­πο­ζη­τού­με και στις δι­α­κο­πές μας, αυ­τά α­πο­ζη­τού­με τά­χα να μας «ξε­κου­ρά­σουν».

Δύ­σκο­λο ό­μως να ξε­κου­ρα­στεί η ψυ­χή, ό­ταν δεν υ­πάρ­χει σκο­πός και λό­γος στην ζω­ή, δύ­σκο­λο να ει­ρη­νεύ­σει ό­ταν η α­στο­χί­α γί­νε­ται κα­νό­νας. Υ­περ­βή­κα­με το μέ­τρο και αλ­λο­τρι­ω­θή­κα­με. Χά­σα­με την α­πλό­τη­τά στον κα­θη­με­ρι­νό βί­ο, στις σχέ­σεις μας, στην ε­πι­κοι­νω­νί­α μας. Χω­ρίς πί­στη οι πε­ρισ­σό­τε­ροι, α­να­ζη­τού­με νό­η­μα στο α­σή­μαν­το, ψά­χνου­με την χα­ρά στο ε­φή­με­ρο. Μο­νό­δρο­μος οι ε­πι­λο­γές μας, παυ­σί­πο­να στην μο­να­ξιά μας, στην έλ­λει­ψη νο­ή­μα­τος.

Ευ­λο­γί­α οι δι­α­κο­πές ό­ταν γί­νουν πρό­τυ­πο ζω­ής, ό­ταν α­να­ζη­τή­σου­με την γα­λή­νη που λεί­πει α­πό την σύγ­χρο­νή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ό­ταν ψη­λα­φή­σου­με έ­ναν άλ­λο τρό­πο ζω­ής. Ο γέ­ρον­τας Πορ­φύ­ριος πρό­τει­νε σ’ ό­ποι­ον εί­χε βα­ριά την καρ­διά να πά­ει στην ύ­παι­θρο, να ε­πι­σκε­φτεί έ­να μο­να­στη­ρά­κι στην ε­ξο­χή, ν’ α­φή­σει την καρ­διά του να υ­μνή­σει τον Θε­ό. Κον­τά στην φύ­ση η δο­ξο­λο­γί­α βγαί­νει πιο εύ­κο­λα α­πό την ψυ­χή, θαυ­μά­ζει ο άν­θρω­πος τα έρ­γα του Θε­ού, την ο­μορ­φιά της πλά­σης. Ευ­και­ρί­α να ζή­σου­με λι­τά, χω­ρίς τα πε­ριτ­τά που συσ­σω­ρεύ­σα­με στην πό­λη, να προ­σπα­θή­σου­με (ε­πι­τέ­λους) να ε­πι­κοι­νω­νή­σου­με με τα α­γα­πη­μέ­να μας πρό­σω­πα, να στο­χα­στού­με πά­νω σ’ ό­λα αυ­τά που συ­νή­θως τον υ­πό­λοι­πο χρό­νο θέ­λου­με να ξε­χά­σου­με, να γνω­ρί­σου­με λί­γο τον ε­αυ­τό μας, να ο­μο­λο­γή­σου­με τις α­δυ­να­μί­ες μας, να α­να­ζη­τή­σου­με τον χα­μέ­νο χρό­νο, να με­λε­τή­σου­με, να προ­σευ­χη­θού­με, ν’ α­πο­ζη­τή­σου­με τον Χρι­στό που τό­σο λεί­πει α­πό την ζω­ή μας.

Σάβ­βα­το βρά­δυ, αρ­χές Σε­πτεμ­βρί­ου. Το βου­η­τό της πό­λης σκε­πά­ζει τα λό­για. Άλ­λο έ­να κα­λο­καί­ρι πέ­ρα­σε, άλ­λος έ­να φθι­νό­πω­ρο θα­’ρ­θει. Στα χεί­λη έρ­χε­ται η ι­κε­σί­α του Α­γί­ου Με­λω­δού: Ή­λι­ε ά­δυ­τε, ά­σβη­στε, α­κα­τά­λη­πτε, Ε­σύ που στους Μάρ­τυ­ρες λάμ­πεις, και την ψυ­χή μου κα­τα­φώ­τι­σε...


π. Χρι­στό­δου­λος Μπί­θας


Δεν υπάρχουν σχόλια: