Σελίδες

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

ΤΟ ΑΛΑΣ ΤΗΣ ΓΗΣ (Όρθρος Μ. Παρασκευής)



Τούτη η μέ­ρα και ό­λη η Μεγάλη ε­βδο­μά­δα, δεν έ­χει νό­η­μα κα­νέ­να αν μεί­νει α­πλώς έ­να φολ­κλόρ που κά­νουμε ε­πει­δή το ί­διο έ­κα­ναν και οι πρό­γο­νοί μας. Έ­χει νό­η­μα μόνο αν ό­λα αυ­τά τα ο­ποί­α ψέλ­νου­με, α­κού­με και δι­α­βά­ζου­με α­φο­ρούν την ζω­ή μας. Αλ­λι­ώς εί­ναι σαν να βι­ώ­νου­με μια βα­θύ­τα­τη υ­πο­κρι­σί­α, ό­που ε­νώ α­κού­με ό­λη την ε­βδο­μά­δα ό­λα αυ­τά τα υ­πέ­ρο­χα λό­για, α­π' ό­που ξε­χω­ρί­ζει αυ­τό το "α­γα­πά­τε αλ­λή­λους" κι αυ­τό που α­κού­σα­με στην αρ­χή, ό­τι "απ΄ αυ­τό θα κα­τα­λα­βαί­νει ο κό­σμος αν εί­στε μα­θη­τές μου, αν α­γα­πά­τε αλ­λή­λους", εμείς άλλα κάνουμε. Αν αυ­τά τα λό­για δεν μι­λούν πια στην καρ­διά μας τό­τε εί­ναι μά­ται­η η πί­στη μας. Ας φά­με, ας πι­ού­με, αύριο πεθαίνουμε! Δεν υ­πάρ­χει κα­νέ­να μέλ­λον, κα­μί­α ελ­πί­δα. 

Αν θέ­λου­με να εί­μα­στε ει­λι­κρι­νείς με τον ε­αυ­τό μας θα πρέ­πει μάλ­λον να ταυ­τι­στού­με τού­τη τη βδο­μά­δα με τους γραμ­μα­τείς, τους Φα­ρι­σαί­ους, με τον Ι­ού­δα και με τον Πέ­τρο πά­νω στην ο­λι­γο­ψυ­χί­α του ό­πως την α­κού­σα­με λί­γο πριν. Κα­θη­με­ρι­νά Τον σταυ­ρώ­νου­με. Κα­θη­με­ρι­νά Τον προ­δί­δου­με. Κα­θη­με­ρι­νά Τον αρ­νού­με­θα. Κα­θη­με­ρι­νά ψελ­λί­ζου­με "δεν θα πά­ω ε­γώ με τον σταυ­ρό στο χέ­ρι". Κα­θη­με­ρι­νά μι­σού­με τους ε­χθρούς μας. Κα­θη­με­ρι­νά κα­τα­κρί­νου­με. Κα­θη­με­ρι­νά δεν συγ­χω­ρού­με. Κα­θη­με­ρι­νά δεν αυ­ξά­νου­με τα χα­ρί­σμα­τά μας προς ό­φε­λος των άλ­λων, αλ­λά μό­νο για να α­πο­κο­μί­σου­με κέρ­δος, δό­ξα, τι­μές, ι­σχύ, ε­ξου­σί­α. 

Αν έ­πρε­πε να α­να­ζη­τή­σου­με που βρι­σκό­μα­στε ε­μείς, που θα ή­μα­σταν αν ζού­σα­με ε­κεί­να τα χρό­νια, εί­ναι πο­λύ εύ­κο­λο να κα­τα­λά­βου­με ό­τι θα συν­τα­ζό­μα­σταν μ' αυ­τούς που έβρι­ζα­ν και κα­τη­γο­ρού­σαν. Θα φω­νά­ζα­με να σωθεί ο Βα­ραβ­βάς κι ό­χι ο Χρι­στός. Για­τί το φω­νά­ζου­με και στην ση­με­ρι­νή ε­πο­χή μια και έ­χου­με ε­πι­λέ­ξει τον ρό­λο του πλή­θους, του ό­χλου, αυ­τού που κραυ­γά­ζει, που φω­νά­ζει, που αρ­νεί­ται τις α­ξί­ες, που δεν το εν­δι­α­φέ­ρει κα­θό­λου αν ο Χρι­στός ήρ­θε, σταυ­ρώ­θη­κε, α­να­στή­θη­κε, α­γά­πη­σε, συγ­χώ­ρη­σε, αν κή­ρυ­ξε την Α­νά­στα­ση των νε­κρών. Αλ­λά ζού­με σαν να πρό­κει­ται να πε­θά­νου­με αύ­ριο και κοι­τά­με τι θα φά­με, τι θα αρ­πά­ξου­με, πως θα εκ­δι­κη­θού­με.

Η Ελ­λά­δα εί­ναι α­πό τις χώ­ρες που όπου γίνονται οι πιο πολλές μηνύσεις. Ο έ­νας κα­τη­γο­ρεί και μη­νύ­ει τον άλ­λο. Εί­ναι χώ­ρα που έ­χει τε­ρά­στια δι­α­φθο­ρά. Ό­λοι κα­τη­γο­ρού­με ε­κεί­νους που κλέ­βουν το δη­μό­σιο, αλ­λά ό­λοι μα­ζί το κλέ­ψα­με χρό­νια τώ­ρα συ­στη­μα­τι­κά, θε­ω­ρών­τας ό­τι αυ­τό το κρά­τος εί­ναι αν­τί­πα­λο. Λέ­με ό­τι χά­θη­καν οι α­ξί­ες, αλ­λά πι­θα­νώς ε­μείς οι ί­διοι δι­δά­σκου­με την έλ­λει­ψη των α­ξι­ών στα παι­διά μας. Λέ­με ό­τι φταί­νε οι με­γά­λοι και οι τρα­νοί της γης - και φταί­νε. Αλ­λά κι ε­μείς πα­ρι­στά­νου­με τους με­γά­λους και τρα­νούς. Στην οι­κο­γέ­νειά μας, στο πε­ρι­βάλ­λον μας, στο πα­νε­πι­στή­μιο, στο σχο­λεί­ο.

 Αυ­τό που θέ­λου­με να κά­νου­με εί­ναι να ε­ξου­σι­ά­σου­με, να χτυ­πή­σου­με, να ο­ρί­σου­με, να φα­νού­με δυ­να­τοί. Ε­τού­τος ο τό­πος ε­ξη­ράν­θη α­πό α­ξί­ες και ο­μορ­φιά. Ε­τού­τος ο πα­ρά­δει­σος που έ­δω­σε ο Θε­ός κα­τα­με­σής του Αι­γαί­ου έ­χει γί­νει α­πό ε­μάς έ­να οι­κό­πε­δο χω­ρίς α­ξί­ες. Μι­λά­με για πα­τρί­δα, αλ­λά την πα­τρί­δα δεν την α­γα­πά­με. Μι­λά­με για Θε­ό, αλ­λά τον Χρι­στό του ευ­αγ­γε­λί­ου δεν Τον βλέ­που­με. 

Ε­μείς, λοι­πόν, που λέ­με πως εί­μα­στε χρι­στια­νοί, που συ­να­ζό­μα­στε στις εκ­κλη­σί­ες την Μ. Ε­βδο­μά­δα, που σε χρό­νους δί­σε­κτους και δύ­σκο­λους εί­μα­στε α­νά­με­σα σε χι­λιά­δες ξέ­νους, σε χι­λιά­δες χι­λιά­δων μου­σουλ­μά­νους, σε ε­χθρούς που υ­πάρ­χουν γύ­ρω α­π' τα σύ­νο­ρά μας, σε μια ε­πο­χή που η εγ­κλη­μα­τι­κό­τη­τα πε­ρίσ­σε­ψε, σε μια ε­πο­χή που η α­νο­μί­α έ­χει κο­ρυ­φω­θεί, σε μια ε­πο­χή που εί­ναι εύ­κο­λο κα­νείς να χά­σει την πί­στη του και στον Χρι­στό και στην πα­τρί­δα και στα ι­δα­νι­κά, ε­μείς που μα­ζευ­ό­μα­στε στους να­ούς την Μ. Ε­βδο­μά­δα θα πρέ­πει να κοι­τά­ξου­με βα­θιά μέ­σα στην καρ­διά μας.
Μή­πως κι ε­μείς εί­μα­στε με αυ­τούς που φω­νά­ζουν υ­πέρ του Βα­ραβ­βά; Μή­πως κι ε­μείς αρ­νού­με­θα να εί­μα­στε σαν τον λη­στή πά­νω στον σταυ­ρό, σαν την πόρ­νη που έ­πλυ­νε με τα μαλ­λιά της τα πό­δια του Χρι­στού, σαν ε­κεί­νους που έ­στω και την τε­λευ­ταί­α στιγ­μή με­τα­νό­η­σαν και Τον α­κο­λού­θη­σαν κι έ­κλα­ψαν κά­τω α­πό τον σταυ­ρό; Μή­πως μπρο­στά στον σταυ­ρό δεν κά­νου­με τί­πο­τα άλ­λο πα­ρά υ­πο­κρι­τι­κά να κλαί­με, ό­χι γι' αυ­τό που δεν εί­μα­στε αλ­λά γι' αυ­τά που χά­σα­με; Εί­ναι με­γά­λο το ε­ρώ­τη­μα. 

Το νόημα της Μ. Εβδο­μά­δας δεν εί­ναι να κλαί­με για τον Χρι­στό που πέ­θα­νε στον σταυ­ρό. Ο Χρι­στός α­να­στή­θη­κε και κή­ρυ­ξε την α­νά­στα­ση των νε­κρών και μας κά­λε­σε σε ζω­ή αι­ώ­νιο και μας κά­λε­σε στην σο­φί­α και την α­γι­ό­τη­τα. Εί­ναι να κλαί­με για τον ε­αυ­τό μας που κα­θη­με­ρι­νά αρ­νού­με­θα τον Αναστημένο Κύριό μας. Εί­ναι να κλαί­με για­τί δεν παίρ­νου­με την α­πό­φα­ση να σταυ­ρω­θού­με για ν' α­να­στη­θού­με. Να σταυ­ρώ­σου­με δη­λα­δή τον ε­γω­ι­σμό μας για ν' α­γα­πή­σου­με τους άλ­λους και να νι­κή­σου­με τον πνευ­μα­τι­κό θά­να­το, που θα μας κά­νει με­τά τον θά­να­το τον σω­μα­τι­κό να τον βλέ­που­με με α­δι­α­φο­ρί­α. Εί­ναι γι' αυ­τό που δεν αι­σθα­νό­μα­στε αι­ώ­νιοι και γι' αυ­τό ζού­με πρό­σκαι­ρα. Εί­ναι γι' αυ­τό που δεν νι­ώ­θου­με την α­νά­στα­ση να κτυ­πά­ει στα φυλ­λο­κάρ­δια μας. Και γι' αυ­τό υ­πο­φέ­ρου­με. Εί­ναι γι' αυ­τό που χά­νου­με τό­σο εύ­κο­λα το η­θι­κό μας μπρο­στά σε μια οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση που στο κά­τω-κά­τω παί­ξα­με κι ε­μείς έ­να ρό­λο για να συμβεί.

Και ξε­χνά­με, θα το ξα­να­πώ, ό­τι οι πρό­γο­νοί μας, οι Μι­κρα­σιά­τες και οι Πόν­τιοι και οι πρό­σφυ­γες ήρ­θαν α­πό κα­τα­στρο­φές όπου εί­χαν δει τα μά­τια τους σφα­γές φρι­κτές. Κι ό­μως ήρ­θαν και ξα­να­δη­μι­ούρ­γη­σαν και ξα­να­έ­φτια­ξαν. Και χό­ρευ­αν στους κα­ταυ­λι­σμούς τους. Και προ­σκύ­να­γαν τον Χρι­στό και την Πα­να­γί­α για­τί εί­χαν πί­στη δυ­να­τή που τους κρα­τού­σε αι­ώ­νες σκλα­βω­μέ­νους μέ­σα στους Τούρ­κους. Κι ε­μείς, ε­λεύ­θε­ροι σή­με­ρα με πε­ρίσ­σευ­μα δη­μο­κρα­τί­ας, δεν κά­νου­με τί­πο­τα άλ­λο πα­ρά να καί­με τα σύμ­βο­λά μας και να τα αρ­νού­με­θα. 

Μην φω­νά­ζου­με και μην πα­ρα­πο­νι­ό­μα­στε που κά­ποι­α παι­διά α­γα­να­κτι­σμέ­να καί­νε την ση­μαί­α. Την κά­ψα­με ε­μείς πρώ­τα μέ­σα στην καρ­διά μας, α­πα­ξι­ώ­νον­τας την Ελ­λά­δα α­στα­μά­τη­τα. Μην πα­ρα­πο­νι­ό­μα­στε που κά­ποι­οι θέ­λουν να βγά­λουν τις ει­κό­νες και τον σταυ­ρό α­πό τα δη­μό­σια κτή­ρια. Τα ξε­κρε­μά­σα­με πρώ­τα ε­μείς α­π' τον λαι­μό μας, α­π' το νο­η­τό λαι­μό μας, α­π' την καρ­διά και το μυα­λό μας. Μην φω­νά­ζου­με για τις α­ξί­ες που χά­θη­καν για­τί ε­μείς τις α­ξί­ες δεν τις δι­α­δί­δου­με. Για­τί ξε­χά­σα­με ό­τι ό­λοι αυ­τοί που εί­ναι συ­νηγ­μέ­νοι κά­τω α­π' τον σταυ­ρό, οι μα­θη­τές Του, ό­ταν φω­τί­στη­καν με το Ά­γιο Πνεύ­μα ξε­χύ­θη­καν στην οι­κου­μέ­νη για να κη­ρύ­ξουν Χρι­στό ε­σταυ­ρω­μέ­νο και α­να­στη­μέ­νο. 

Κι ε­μείς κα­θό­μα­στε α­μή­χα­νοι και κοι­τά­με τα χρό­νια ν' αλ­λά­ζου­νε και φω­νά­ζου­με μό­νο σαν α­νό­η­τοι α­πό­μα­χοι, οι ο­ποί­οι χά­σαν την ελ­πί­δα τους, αν­τί να ξε­χυ­θού­με κι ε­μείς στους δρό­μους, ό­χι με τα δά­χτυ­λα ση­κω­μέ­να βρί­ζον­τας, αλ­λά με τις αγ­κα­λι­ές α­νοιγ­μέ­νες δι­ά­πλα­τα στον ο­ρί­ζον­τα, σταυ­ρω­μέ­νοι δη­λα­δή, ν' αγ­κα­λι­ά­σου­με τους αν­θρώ­πους, τους α­ναγ­κε­μέ­νους, τους φτω­χούς, ε­κεί­νους που έ­χουν χά­σει κά­θε η­θι­κό και να τους πού­με "ζει Κύ­ριος ο Θε­ός". Να το νι­ώ­σου­με ε­μείς για να το πού­με στους άλ­λους. Για­τί αλ­λι­ώς δεν έ­χει νό­η­μα που ερ­χό­μα­στε στην Εκ­κλη­σί­α την Μ. Ε­βδο­μά­δα. 

Κο­ρο­ϊ­δεύ­ου­με και τον ε­αυ­τό μας και τον Χρι­στό. Εί­ναι σαν να πα­ρα­κο­λου­θού­με μια πα­ρά­στα­ση. Αλ­λά ό­μως α­δερ­φοί μου αυ­τά δεν εί­ναι πα­ρά­στα­ση. Εί­ναι η α­νά­μνη­ση των γε­γο­νό­των της θεί­ας οι­κο­νο­μί­ας. Εί­ναι η α­νά­μνη­ση του ό­τι ο Χρι­στός ήρ­θε, σαρ­κώ­θη­κε, έ­γι­νε άν­θρω­πος, δί­δα­ξε έ­να λό­γο που τον έ­χου­με ξε­χά­σει και δεν τον α­κού­με και δεν τον δι­α­βά­ζου­με και δεν τον με­λε­τά­με και δεν τον λαμ­βά­νου­με υ­πό­ψη μας, ε­νώ α­φή­νου­με κα­τά τη διά­ρκεια της βδο­μά­δας να μας βομ­βαρ­δί­ζουν α­στα­μά­τη­τα οι τη­λε­ο­ρά­σεις και οι δη­μο­σι­ο­γρά­φοι και οι πο­λι­τι­κοί και οι δι­ά­φο­ροι, που οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό αυ­τούς λό­γο Χρι­στού, λό­γο Θε­ού, δεν έ­χουν κα­θό­λου μέ­σα τους. Και το ευ­αγ­γέ­λιο-τα καλά νέα- το '­χου­με α­φη­μέ­νο σε μια ά­κρη, σ'  έ­να σκο­νι­σμέ­νο ρά­φι, να το πι­ά­σου­με κά­πο­τε, να το θυ­μη­θού­με. Κι ό­μως το ξε­χνά­με. Ο λό­γος του Κυ­ρί­ου α­δυ­να­τεί μέ­σα μας και ξε­χνι­έ­ται. Και ο λό­γος ο άλ­λος του κό­σμου τού­του κο­ρυ­φώ­νε­ται μέ­σα μας και μας στρέ­φει προς το κα­κό. Μην κο­ρο­ϊ­δευ­ό­μα­στε. 

Οι και­ροί εί­ναι δύ­σκο­λοι. Οι και­ροί εί­ναι πά­ρα πο­λύ δύ­σκο­λοι, ό­χι για­τί ε­λα­φρύ­ναν οι τσέ­πες μας, αλ­λά για­τί ε­βα­ρύν­θη η καρ­διά μας και ξε­χά­σα­με και τα ή­θη μας και τα ι­δα­νι­κά μας και την πί­στη μας κι έ­τσι βρι­σκό­μα­στε ά­νυ­δροι σ' έ­να τό­πο που έ­δω­σε ο Θε­ός να έ­χουν γεν­νη­θεί ε­κα­τομ­μύ­ρια ά­γιοι και δί­και­οι και ή­ρω­ες. Κι ε­μείς τώ­ρα, α­νά­ξιοι α­πό­γο­νοι ό­λων αυ­τών των κα­τα­πλη­κτι­κών προ­γό­νων, φι­λο­σό­φων, η­ρώ­ων και α­γί­ων, στε­κό­μα­στε α­μή­χα­νοι και κοι­τά­με με φό­βο το μέλ­λον. Και ξε­χά­σα­με ό­τι οι άν­θρω­ποι που υ­πήρ­χαν πριν α­πό ε­μάς σε τού­το τον τό­πο ζού­σαν μέ­σα στην ψυ­χή τους, α­κό­μα και στους πιο φρι­κτούς και­ρούς της Τουρ­κο­κρα­τί­ας μ' ε­κεί­νη την προ­σευ­χή που έ­λε­γε "Κύ­ριος ποι­μαί­νει με και ου­δέν με υ­στε­ρή­σει" κι έ­λε­γαν πά­λι "Ει ο Θε­ός με­θ' η­μών ου­δείς κα­θ' η­μών". Κι έ­τσι, λοι­πόν, οι πρό­γο­νοί μας έ­γι­ναν μάρ­τυ­ρες και νε­ο­μάρ­τυ­ρες και ή­ρω­ες για­τί μπο­ρεί να ή­ταν πάμ­φτω­χοι, ξυ­πό­λυ­τοι και κα­τα­τρεγ­μέ­νοι, αλ­λά εί­χαν θάρ­ρος και πί­στη με­γά­λη. Αυ­τά που δεν δι­α­θέ­του­με ε­μείς. 

Α­δερ­φοί μου, μπρο­στά στον σταυ­ρό κα­θώς γο­να­τί­ζου­με ας α­να­ρω­τη­θού­με. Εί­μα­στε αυ­τό που νο­μί­ζου­με ό­τι εί­μα­στε ή μή­πως πε­ρι­ο­ρι­ζό­μα­στε α­πλώς να κα­τη­γο­ρού­με τους άλ­λους, τους πο­λι­τι­κούς, τους άρ­χον­τες, τους δυ­να­τούς της γης, αλ­λά κι ε­μείς α­κρι­βώς το ί­διο κά­νου­με στον μι­κρό­κο­σμό μας; Μή­πως κα­τη­γο­ρού­με τους άλ­λους για ά­δι­κους αλ­λά ά­δι­κοι εί­μα­στε; 

Μή­πως κα­τη­γο­ρού­με τους άλ­λους για σκλη­ρό­καρ­δους αλ­λά σκλη­ρό­καρ­δοι εί­μα­στε; Μή­πως κα­τη­γο­ρού­με τους άλ­λους ό­τι κα­τα­στρέ­φου­νε το οι­κο­σύ­στη­μα αλ­λά κι ε­μείς κα­τα­στρέ­φου­με και συμ­βο­λι­κά και πραγ­μα­τι­κά τον μι­κρό οι­κο­σύ­στη­μα του σπι­τιού μας, του ε­ξο­χι­κού μας, του χω­ριού μας; Μή­πως κα­τη­γο­ρού­με τους άλ­λους ό­τι εί­ναι βλά­σφη­μοι και κα­κοί αλ­λά κι ε­μείς την μι­κρο­κα­κί­α μας την έ­χου­με κι ό­λο τον και­ρό τον περ­νά­με με κου­τσομ­πο­λιά και ζηλοφθονίες κι α­νο­η­σί­ες κι ο χρό­νος χά­νε­ται και φεύ­γει κι ε­μείς ζού­με πε­θα­μέ­νοι πνευ­μα­τι­κά;

Κα­θώς προ­σκυ­νά­με τον σταυ­ρό ας α­να­ρω­τη­θού­με: Εί­μα­στε αν­τά­ξιοι αυ­τού που ο­νει­ρευ­τή­κα­με κά­πο­τε, όταν ή­μα­στε έ­φη­βοι και φτι­ά­χνα­με τον κό­σμο στο μυα­λό μας κι ο­νει­ρευ­ό­μα­σταν έ­να κα­λύ­τε­ρο κό­σμο; Ή μή­πως ε­πει­δή σκλήρυνε η καρ­διά μας έ­χου­με βο­λευ­τεί σε μια φρι­κτή ρου­τί­να, σε συμ­βι­βα­σμέ­νες σχέ­σεις; Μή­πως μας έ­χει φά­ει ο φό­βος του θα­νά­του; Μή­πως μας έ­χει φά­ει η α­πελ­πι­σί­α; Μή­πως ό­λα αυ­τά που λέ­με και σκε­φτό­μα­στε στον ξύ­πνιο και τον ύ­πνο μας εί­ναι α­κρι­βώς τα αν­τί­θε­τα α­π' ό­σα δι­α­βά­ζου­με στο ευ­αγ­γέ­λιο;

Α­δερ­φοί μου, ήρ­θε ο και­ρός της με­τα­νοί­ας για ό­λους μας. Ό,τι κι αν κά­να­με, ό,τι κι να υ­πήρ­ξα­με, ό­σο κι να κα­τα­να­λώ­σα­με, ό­σο κι αν α­δι­κή­σα­με, ό­σο κι αν προ­δώ­σα­με τον Χρι­στό. Ας γί­νου­με σαν τον λη­στή ε­κεί­νο που δί­πλα στον σταυ­ρό κέρ­δι­σε την βα­σι­λεί­α Του. Ο Χρι­στός ο ε­σταυ­ρω­μέ­νος που Τον αν­τι­κρί­ζου­με να ει­κο­νί­ζε­ται αυ­τή τη στιγ­μή μπρο­στά μας εί­ναι ο Θε­ός της α­γά­πης. Δεν εί­ναι έ­να είδωλο που βρί­σκε­ται  κρε­μα­σμέ­νο στον τοί­χο ή που Τον συ­ναν­τά­με καμμιά Κυ­ρια­κή στην εκ­κλη­σί­α. 

Μας κρα­τά­ει αγ­κα­λιά κα­θώς πη­γαί­νου­με στην δου­λειά μας, κα­θώς τσα­κω­νό­μα­στε, κα­θώς θυ­μώ­νου­με, κα­θώς λυ­πό­μα­στε. Ο Χρι­στός του ευ­αγ­γε­λί­ου θέ­λει ό­λοι να σω­θούν. Α­φή­νει τα 99 πρό­βα­τα και τρέ­χει πί­σω α­πό το έ­να. Δη­λα­δή ε­μάς. Δεν ήρ­θε να κα­λέ­σει τους τά­χα δι­καί­ους, αλ­λά τους α­μαρ­τω­λούς στην με­τά­νοι­α. Δη­λα­δή ε­μάς. Δεν ήρ­θε για να κρί­νει κα­νέ­να, αλ­λά ήρ­θε ε­βδο­μη­κον­τά­κις ε­πτά να συγ­χω­ρεί και το ί­διο πρέ­πει να κά­νου­με κι ε­μείς. 

Ας αλ­λά­ξου­με την ζω­ή μας, ας την μπο­λι­ά­σου­με με τον λό­γο Του, ας την μπο­λι­ά­σου­με με την χα­ρά Του. Ας ζή­σου­με την ζω­ή μας για­τί σή­με­ρα το βρά­δυ μπο­ρεί να πε­θά­νου­με. Κα­νείς δεν μας εγ­γυά­ται ό­τι θα ζή­σου­με αι­ώ­νια έ­τσι ό­πως συ­νή­θως σκε­φτό­μα­στε α­πω­θών­τας την ι­δέ­α του θα­νά­του. 

Α­δερ­φοί μου, η ζω­ή εί­ναι υ­πέ­ρο­χη ό­ταν εί­σαι κον­τά στον Χρι­στό. Α­δερ­φοί μου, ας προ­σκυ­νή­σου­με τα πό­δια Του κι ας α­φή­σου­με ε­κεί ό,τι βά­σα­νο, ό,τι στε­να­χώ­ρια, ό,τι θυ­μό, ό,τι μί­σος για τον α­δερ­φό μας έ­χου­με. Για να γί­νου­με πά­λι μα­θη­τές Του. Και αυ­τός ο λό­γος που α­κού­σα­με πριν λί­γο "α­πό αυ­τό θα κα­τα­λα­βαί­νει ο κό­σμος αν εί­στε μα­θη­τές μου, αν έ­χε­τε α­γά­πη με­τα­ξύ σας", ας γί­νει πρά­ξη. Πρώ­τ' α­π' ό­λα με­τα­ξύ η­μών των χρι­στια­νών. Για να ξα­να­γί­νου­με το ά­λας της γης που συν­τη­ρεί τον κό­σμο. Για να ξα­να­γί­νου­με ε­κεί­νοι που δί­νου­με αι­σι­ο­δο­ξί­α σ' έ­να κό­σμο α­πελ­πι­σί­ας. Για να ξα­να­γί­νου­με ε­κεί­νοι που θα δί­νου­με την χα­ρά μέ­σα σ' ό­λη αυ­τή την α­τέ­λει­ω­τη λύ­πη και ορ­γή που βα­σι­λεύ­ει γύ­ρω μας. Ο Θε­ός να μας φω­τί­ζει. Α­μήν!      

Απομαγνητοφώνηση Αναστασία Χ΄παύλου              

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Ο ΚΥΚΛΟΣ (Η Κασσιανή και η πόρνη)



 Ομιλία του π. Χριστόδουλου Μπίθα

Την Με­γά­λη Τε­τάρ­τη η Εκ­κλη­σί­α προ­βάλ­λει ως πρό­τυ­πο με­τα­νοί­ας  την α­μαρ­τω­λή γυ­ναί­κα που με­τα­νι­ω­μέ­νη ά­λει­ψε τα πό­δια του Κυ­ρί­ου με μύ­ρο, για­τί έ­δει­ξε με­γά­λη α­γά­πη και πί­στη στον Χριστό. Την η­μέ­ρα αυ­τή ψάλ­λε­ται το πε­ρί­φη­μο τρο­πά­ριο της υ­μνο­γρά­φου Ο­σί­ας Μο­να­χής Κασ­σια­νής.

Ο Αβ­βας Δω­ρό­θε­ος για να πε­ρι­γρά­ψει τις σχέ­σεις των αν­θρώ­πων με τον Θε­ό και τον πλη­σί­ον μάς λέ­ει: Φαν­τα­στεί­τε έ­να κύ­κλο  πά­νω στη γη, σαν έ­να σχή­μα στρογ­γυ­λό που χά­ρα­ξε κά­ποι­ος με δι­α­βή­τη α­π’ το κέν­τρο του κύ­κλου. Προ­σέξ­τε τώ­ρα. Υ­πο­θέ­στε ό­τι ο κύ­κλος αυ­τός εί­ναι ο κό­σμος και ό­τι το κέν­τρο του κύ­κλου εί­ναι ο Χρι­στός. Οι α­κτί­νες του κύ­κλου α­πό την πε­ρι­φέ­ρεια προς το κέν­τρο εί­ναι οι δρό­μοι για το Θε­ό, δη­λα­δή οι τρό­ποι ζω­ής των αν­θρώ­πων. Προ­χω­ρούν λοι­πόν οι πι­στοί προς το ε­σω­τε­ρι­κό του κύ­κλου ε­πι­θυ­μών­τας να πλη­σιά­σουν τον Θε­ό. Και ό­σο προ­χω­ρούν προς το κέν­τρο τό­σο πλη­σιά­ζουν και τον Θε­ό και με­τα­ξύ τους. 

Αυ­τή εί­ναι η φύ­ση της α­γά­πης. Ό­ταν εί­μα­στε έ­ξω α­πό τον κύ­κλο και δεν α­γα­πά­με τον Θε­ό, τό­τε εί­μα­στε και α­πο­μα­κρυ­σμέ­νοι ο κα­θέ­νας α­π’ τον πλη­σί­ον. Αυ­τό δη­λα­δή που συμ­βαί­νει στην κοι­νω­νί­α μας και σή­με­ρα και πάν­το­τε. Αν ό­μως α­γα­πή­σου­με πραγ­μα­τι­κά τον Θε­ό, τό­τε ό­σο πλη­σι­ά­ζου­με το Θε­ό με την α­γά­πη για Κεί­νον, τό­σο ε­νω­νό­μα­στε με την α­γά­πη για τον πλη­σί­ον, και ό­σο ε­νω­νό­μα­στε με τον πλη­σί­ον τό­σο ε­νω­νό­μα­στε και με το Θε­ό.

Ό­σο πλη­σι­ά­ζου­με προς το κέν­τρο, άν­θρω­ποι εν­τε­λώς δι­α­φο­ρε­τι­κοί με­τα­ξύ μας, εί­τε έ­χου­με ε­θνι­κές δι­α­φο­ρές, εί­τε τα­ξι­κές, εί­τε μορ­φω­τι­κές, εί­τε κοι­νω­νι­κές, γι­νό­μα­στε κοι­νω­νοί της α­γἀ­πης του Χρι­στού, μέ­το­χοι του σώ­μα­τος και αί­μα­τός του, α­κό­ρε­στοι κοι­νω­νοί του κοι­νού πο­τη­ρί­ου της α­γά­πης του.

Την ση­με­ρι­νή η­μέ­ρα μνη­μο­νεύ­ου­με και τι­μού­με δύ­ο παν­τε­λώς δι­α­φο­ρε­τι­κές πε­ρι­πτώ­σεις γυ­ναι­κών. Η πρώ­τη, προ­ερ­χό­ταν α­πό έ­να α­σή­μαν­το οι­κο­γε­νεια­κό πε­ρι­βάλ­λον. Με­γά­λω­σε προ­φα­νώς σε ά­θλι­ες συν­θή­κες και σε μια κοι­νω­νί­α υ­περ­συν­τη­ρη­τι­κή ε­κεί­νη βρέ­θη­κε να ζει στο πε­ρι­θώ­ριο, α­πό­κλη­ρος του κό­σμου, κα­τα­κά­θι δα­κτυ­λο­δει­κτού­με­νο, ι­έ­ρεια της η­δο­νής, άν­θρω­πος χω­ρίς μέλ­λον.

Η δεύ­τε­ρη, εί­χε ευ­γε­νι­κή κα­τα­γω­γή, ή­ταν πλού­σια, μορ­φω­μέ­νη και γε­μά­τη χα­ρί­σμα­τα: εί­χε κλί­ση στα γράμ­μα­τα σε μια ε­πο­χή που οι πε­ρισ­σό­τε­ρες γυ­ναί­κες ή­ταν α­μόρ­φω­τες, ή­ταν φύ­ση ποι­η­τι­κή, ε­τοι­μό­λο­γη και ευ­φυ­ής.

Η πρώ­τη, πόρ­νη σε έ­να κό­σμο θρη­σκευ­ο­μέ­νων, η δεύ­τε­ρη λο­γο­τέ­χνις σε έ­να κό­σμο αν­δρο­κρα­τού­με­νο. Τό­σο α­νό­μοι­ες με­τα­ξύ τους, τις χώ­ρι­ζε χά­ος τα­ξι­κό, μορ­φω­τι­κό, κοι­νω­νι­κό. Τίς έ­νω­σε ό­μως το γε­γο­νός ό­τι α­γά­πη­σαν πο­λύ.

Η πρώ­τη πόρ­νη ή­ταν και θα μπο­ρού­σε να ε­πι­δι­ώ­ξει να ’­χει πε­λά­τες πολ­λούς, ε­ρα­στές, χρή­μα­τα, μα προ­τί­μη­σε να πλύ­νει τα πό­δια του Χρι­στού με ά­ρω­μα πα­νά­κρι­βο και να γί­νει μα­θή­τριά Του.

Η δεύ­τε­ρη θα μπο­ρού­σε κυ­ρά ξα­κου­στή να γι­νό­ταν της με­γά­λης αυ­το­κρα­το­ρί­ας, μα ά­φη­σε τά πλού­τη και τις τι­μές και τα πα­λά­τια κι έ­γι­νε κυ­ρί­α στον νυμ­φώ­να του Χρι­στού, μα­θή­τριά Του κι αυ­τή, α­γί­α της Εκ­κλη­σί­ας που η μνή­μη της τι­μά­ται στις 7 Σε­πτεμ­βρί­ου.

Η ά­νω­νυ­μη πόρ­νη –μή­πως ή­ταν η Μα­ρί­α η α­δελ­φή του Λά­ζα­ρου που κι αυ­τή έ­πλυ­νε τα πό­δια του Ι­η­σού; Δεν ξέ­ρου­με- έ­μει­νε στην ι­στο­ρί­α ως πρό­τυ­πο με­τα­νοί­ας και α­γά­πης, έ­γι­νε μα­θή­τρια του Χρι­στού, Τον άγ­γι­ξε, Τον ά­κου­σε, Τον α­γά­πη­σε και η Εκ­κλη­σί­α της α­φι­έ­ρω­σε τον όρ­θρο της Με­γά­λης Τε­τάρ­της και έ­μει­νε ξα­κου­στή α­πό έ­να υ­πέ­ρο­χο τρο­πά­ριο που έ­γρα­ψε γι αυ­τήν η αρ­χόν­τισ­σα που έ­γι­νε α­γί­α…

…δη­λα­δή η Κασ­σια­νή ή Κασ(σ)ί­α, ή Ει­κα­σί­α, ή Ι­κα­σί­α, (υ­πάρ­χουν δι­α­φο­ρε­τι­κές εκ­δο­χές στα χει­ρό­γρα­φα που έ­χουν βρε­θεί με το υ­μνο­γρα­φι­κό της έρ­γο) η ο­ποί­α ά­φη­σε τα σα­λό­νια κι έ­γι­νε μο­να­χή κι η­γου­μέ­νη και ξε­δί­πλω­σε ό­λα τα χα­ρί­σμα­τα που της έ­δω­σε ο Θε­ός, κι έ­γι­νε α­γί­α και μί­α α­πό τους πρώ­τους με­σαι­ω­νι­κούς συν­θέ­τες, τα έρ­γα των ο­ποί­ων σώ­ζον­ται αλ­λά και μπο­ρούν να ερ­μη­νευ­τούν α­πό σύγ­χρο­νους ει­δι­κούς και μου­σι­κούς. Πε­ρί­που 50 α­πό τους ύ­μνους έ­χουν δι­α­σω­θεί και 23 α­πό αυ­τούς πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας. 

Το 843 ίδρυσε ένα κοινόβιο Μοναστήρι στα δυτικά της Κωνσταντινούπολης, κοντά στα τείχη της πόλης, του οποίου έγινε και η πρώτη ηγουμένη. Διατηρούσε στενή σχέση με τη γειτονική Ι. Μ. Στουδίου, που εκεἰνη την εποχἠ βρισκόταν σε πάρα πολύ μεγάλη ακμή και η οποία έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επανέκδοση βυζαντινών λειτουργικών βιβλίων τον 9ο και το 10ο αιώνα, με αποτέλεσμα τη διάσωση και των δικών της έργων.

Να συμπληρώσουμε εδώ, ότι εκτός από τα λειτουργικά ποιήματα η Κασσιανή συνέταξε μια σειρά από πνευματώδη ημιθρησκευτικά επιγράμματα, που τους έχει αποδοθεί ο χαρακτηρισμός Γνώμαι. Έχουν γραφεί στον βυζαντινό 12σύλλαβο και σ΄αυτές περιγράφονται ανθρώπινες ιδιότητες και χαρακτήρες. Σε αυτά εξυμνείται η φιλία, η εξυπνάδα, η διάκριση κ.λπ. ή καυτηριάζονται διάφορες ανθρώπινες αδυναμίες όπως η φιλαργυρία, η ανοησία, το ψεύδος κ.α. Πρόκειται κυρίως για "Γνωμικά", όπως για παράδειγμα το παρακάτω: «Απεχθάνομαι τον πλούσιο άντρα που γκρινιάζει σαν να ήταν φτωχός.» Πολύ επίκαιρο για την εποχή μας, για όλους μας. 

Τιμούμε, λοιπόν, τις δύο αυτές γυναίκες γιατί έφτασαν πάρα πολύ κοντά στο κέντρο του κύκλου. Δύο διαφορετικές ακτίνες, δύο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι, όπως εντελώς διαφορετικοί είμαστε κι εμείς μεταξύ μας, άνθρωποι που κάτω από άλλες συνθήκες μπορεί να μην είχανε καμία σχέση. Όμως γνωρίζουμε καλά, όσο ξεπερνάμε το στάδιο του απλού θρησκευομένου και προχωράμε προς την έννοια του μετανοούντος πιστού, όσο πλησιάζουμε προς το κέντρο, τόσο περισσότερο αισθανόμαστε αδερφοί, τόσο περισσότερο αισθανόμαστε να 'χουμε μια κοινή ματιά στον κόσμο, μια κοινή ελπίδα, μια κρυφή αγάπη, ένα όραμα. Τόσο περισσότερο αισθανόμαστε να νικάμε τον πνευματικό θάνατο και να ελπίζουμε για τον σωματικό.  

Αδελφοί,

Η διαφορά της πνευματικής από την θρησκευτική ζωή είναι ότι η πρώτη ενώνει, ενώ η δεύτερη χωρίζει. Η πρώτη απελευθερώνει τον άνθρωπο από τα πάθη του, ενώ η δεύτερη, μία θρησκεία χωρίς Θεό τον εγκλωβίζει στην αυτοδικαίωση και τον φανατισμό. Η πρώτη οδηγεί στην μετάνοια και την υπέρβαση, ενώ η δεύτερη στον εγκλωβισμό και την μιζέρια.

Ας φροντίσουμε, όσο μπορεί ο καθένας, να ενωθούμε μεταξύ μας. Γιατί όσο ενώνεται κανείς με τον πλησίον, τόσο ενώνεται και με το Θεό. Σε εποχές διχασμού και απαξίωσης ας ακολουθήσουμε το παράδειγμα της πόρνης που έγινε μαθήτρια του ίδιου του Χριστού και την αριστοκράτισσας που έγινε αγία. Ας πλύνουμε την αυτοδικαίωση μας στα πόδια του Χριστού κι ας αρωματιστούμε με την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ας ποθήσουμε να ενωθούμε όλοι στο κέντρο του κύκλου, στον Χριστό, τον λόγο του Θεού. Αμήν.


Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Α­δερ­φοί, να χαί­ρε­στε πάν­το­τε!



Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστόδουλου Μπίθα


Την Κυ­ρια­κή πριν το Πά­σχα και α­φού έ­χει γί­νει το θαύ­μα της α­να­στά­σε­ως τού Λα­ζά­ρου κι έ­χει α­κου­στεί πο­λύ στην Ι­ε­ρου­σα­λήμ, ο Ι­η­σούς Χρι­στός πα­ραγ­γέλ­νει στους μα­θη­τές Του να βρουν έ­να γα­ϊ­δου­ρά­κι και μ’ αυ­τό να μπει στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα.

Με την πράξη αυτή πα­ρα­πέμ­πει κα­τευ­θεί­αν στον προ­φή­τη Η­σα­ΐ­α, ό­ταν ε­κεί­νος α­ναγ­γέλ­λει ό­τι κά­πο­τε με αυ­τό τον τρό­πο, "επί πώλου όνου", ό­πως το α­κού­σα­με στο Ευ­αγ­γέ­λιο θα έρ­θει ο Μεσ­σί­ας-αυ­τός που θα σώ­σει τον Ισ­ρα­ήλ. Βε­βαί­ως, το ποιός θα ή­ταν ο Μεσ­σί­ας ή­ταν έ­να ζή­τη­μα αμ­φι­σβη­τού­με­νο που ο­δή­γη­σε τε­λι­κά και στην κα­τα­δί­κη του Χρι­στού α­πό τους Ε­βραί­ους, α­φού πε­ρί­με­ναν έ­ναν Μεσ­σί­α που θα εί­χε πο­λι­τι­κή ε­ξου­σί­α και ισχύ,  κι ό­χι αυ­τό το ο­ποί­ο ή­ταν ο Χρι­στός.

Ο Χρι­στός δεν μπή­κε στην πό­λη πά­νω σ’ έ­να υ­πέ­ρο­χο ά­λο­γο, ό­πως συ­νή­θως μπαί­νουν οι βα­σι­λιά­δες, οι πρίγ­κι­πες, οι πο­λε­μι­στές, αυ­τοί οι ο­ποί­οι προ­τάσ­σουν την ε­ξου­σί­α και την δύ­να­μή τους. Ο Χρι­στός μ’ αυ­τή την κί­νη­ση δη­λώ­νει ό­τι εκ­πλη­ρώ­νει την προ­φη­τεί­α και ταυ­τό­χρο­να χλευά­ζει τους ι­σχυ­ρούς της γης σε ό­λες τις ε­πο­χές. Κι ο λα­ός, ε­πει­δή γνω­ρί­ζει την προ­φη­τεί­α, ε­πει­δή έ­χει α­κού­σει για την α­νά­στα­ση του Λα­ζά­ρου, το θαύ­μα των πεν­τα­κι­σχι­λί­ων κι ό­λα τα άλ­λα θαύ­μα­τα, ο λα­ός αυ­τός που τό­σο εύ­κο­λα πα­ρα­σύ­ρε­ται, ό­πως πάν­τα, ό­πως και τώ­ρα, παίρ­νει τα βά­ι­α των φοι­νί­κων και αρ­χί­ζει και τα κου­νά­ει κα­θώς Ε­κεί­νος μπαί­νει στην πύ­λη πά­νω στο γα­ϊ­δου­ρά­κι. Για­τί το κά­νουν αυ­τό; 

Η τρίτη σπουδαιότερη γι­ορ­τή των Ε­βραί­ων μετά το Πάσχα και την Πεντηκοστή, είναι η γι­ορ­τή της Σκη­νο­πη­γί­ας. Σ’ αυ­τή την α­γρο­τι­κή και θρη­σκευ­τι­κή ε­ορ­τή, που­ τε­λεί­ται προς ευ­χα­ρι­στί­α για την συγ­κο­μι­δή των καρ­πών και προς α­νά­μνη­ση της κα­θο­δή­γη­σης του Ισ­ρα­ήλ α­πό τον Θε­ό στην Έ­ρη­μο του Σι­νά και την δι­α­μο­νή τους σε σκη­νές, ε­βγαι­ναν οι Ισ­ρα­η­λί­τες α­πό τά σπί­τια τους κι έ­με­ναν σε σκη­νές κατασκευασμένες από κλαδιά.  Την τε­λευ­ταί­α η­μέ­ρα της ε­ορ­τής, που ήταν αποκορύφωμα ό­λων των ε­ορ­τών του έ­τους και ε­κα­λεί­το η­με­ρα του '­με­γά­λου Ω­σαν­νά', γινό­ταν πα­νη­γυ­ρι­κή σύ­να­ξη του λα­ού και ε­ψάλ­λον­το δι­ά­φο­ροι ψαλ­μοί"
Κρα­τού­σαν τα βά­ι­α των φοι­νί­κων, ι­τι­ές και μυρ­τι­ές και έ­ψελ­ναν μεταξύ άλλων τον στί­χο α­πό τον ψαλ­μό 117 του Δαυ­ίδ, «ευ­λο­γη­μέ­νος ο ερ­χό­με­νος εν ο­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου», που αναφερόταν στον Μεσσία, ο ο­ποί­ος θα ε­λευ­θέ­ρω­νε το Ισ­ρα­ήλ α­πό τους συ­νε­χείς ε­ξευ­τε­λι­σμούς και τις αιχ­μα­λω­σί­ες και τις μα­ζι­κές ε­κτε­λέ­σεις που υ­φί­στα­το α­πό τους κά­θε λο­γής κα­τα­κτη­τές.

 Όταν, λοπόν, ο Κύ­ριος μπαί­νει στην Ι­ε­ρου­σα­λήμ, ο λα­ός γνω­ρί­ζει πο­λύ κα­λά αυ­τό τον ψαλ­μό, τον ψέλ­νει, κου­νά­ει τα βά­ι­α των φοι­νί­κων, ό­χι α­πλώς συμ­βο­λι­κά αλ­λά για να Του δεί­ξει ό­τι Τον α­να­γνω­ρί­ζει ως Μεσ­σί­α.

Στη ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή βλέ­που­με ό­λους τους πρω­τα­γω­νι­στές του θεί­ου δρά­μα­τος, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να και τους δι­α­φο­ρε­τι­κούς τύ­πους του αν­θρώ­που μέ­σα στην ι­στο­ρί­α, α­πό ε­κεί­νη την ε­πο­χή μέ­χρι και σή­με­ρα. Θα μπο­ρού­σα­με στους τύ­πους που θα πε­ρι­γρά­ψου­με εν τά­χει, να δού­με τους ε­αυ­τούς μας, την ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α, αλ­λά και τις κοι­νω­νί­ες ό­λου του κό­σμου.

Ο πρώ­τος τύ­πος που πρω­τα­γω­νι­στεί στη ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή και σε ό­λο το ευ­αγ­γέ­λιο εί­ναι οι Φα­ρι­σαί­οι και οι Γραμ­μα­τείς. Αυ­τοί, δη­λα­δή, που έ­χουν την πο­λι­τι­κή και ταυ­τό­χρο­να την θρη­σκευ­τι­κή ε­ξου­σί­α. Δυ­στυ­χώς πολ­λές φο­ρές οι άρ­χον­τες εί­ναι σκλη­ρό­καρ­δοι, αλ­λο­τι­ο­ω­μέ­νοι α­πό την ε­ξου­σί­α και την δό­ξα. Εί­ναι α­με­τα­κί­νη­τοι στις δι­κές τους α­πό­ψεις. Εί­ναι α­πο­κομ­μέ­νοι α­π’ τις α­νάγ­κες του λα­ού. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Φα­ρι­σαί­οι θρη­σκεύ­ουν με έ­να α­πό­λυ­τα νομικό και τυπολατρικό τρό­πο. Τέ­τοι­οι τύ­ποι αν­θρώ­πων υ­πάρ­χουν πάν­τα και θα υ­πάρ­χουν και στην θρη­σκευ­τι­κή και στην πο­λι­τι­κή ε­ξου­σί­α. Αν δυ­σκο­λευ­ό­μα­στε να βρού­με α­να­λο­γί­ες ας πά­με στο Ισ­λάμ για να βρού­με ε­κεί­νους τους σκλη­ρούς θρη­σκευ­τι­κούς άρ­χον­τες, στο Ι­ράν, στο Αφ­γα­νι­στάν κ.λπ. Αλλά δυστυχώς υπάρχουν και ανάμεσά μας.  

Στη συ­νέ­χεια έ­χου­με τον λα­ό. Τον λα­ό που εί­ναι ι­κα­νός σε ό­λες τις ε­πο­χές για το κα­λύ­τε­ρο και για το χει­ρό­τε­ρο. Εί­ναι ο λα­ός που μπο­ρεί να αν­γνω­ρί­σει και ν’ αγ­κα­λιά­σει τους ἀ­ξιους αν­θρώ­πους. Ό­μως μπο­ρεί να πα­ρα­συρ­θεί α­πό τον κά­θε λα­ϊ­κι­στή, τον κά­θε λα­ο­πλά­νο, τον κά­θε ε­πι­τή­δει­ο, τον κα­θέ­να που θα του τά­ξει ψω­μί και θαύ­μα, τον κα­θέ­να που θα του υ­πο­σχε­θεί ε­ξου­σί­α και δύ­να­μη. Ο λα­ός αυ­τός την Κυ­ρια­κή των Βα­ΐ­ων α­να­γνω­ρί­ζει τον Μεσ­σί­α. Μό­νο που α­να­γνω­ρί­ζει ε­κεί­νο τον Μεσ­σί­α που οι λα­οί θέ­λου­νε σε ό­λες τις ε­πο­χές. Κα­τη­γο­ρού­με τους Ε­βραί­ους σή­με­ρα ό­τι πε­ρι­μέ­νουν α­κό­μα αυ­τόν τον Μεσ­σί­α. Μα και οι λα­οί ό­λου του κό­σμου έ­να τέ­τοι­ο Μεσ­σί­α θα ή­θε­λαν. Κι αν δεν τον πε­ρι­μέ­νουν προ­σπα­θούν κά­θε τό­σο να τον ψη­φί­σου­νε ή τον α­πο­δέ­χον­ται ό­ταν εμ­φα­νί­ζε­ται στην μορ­φή ε­νός στυ­γνού δι­κτά­το­ρα. Που στην συ­νέ­χεια μπο­ρεί να τους αι­μα­το­κυ­λί­σει, να τους εγ­κλω­βί­σει και να τους α­πο­κοι­μί­σει.

 Ο λα­ός πε­ρι­μέ­νει τον Μεσ­σί­α που θα τον ε­λευ­θε­ρώ­σει κι έ­τσι την Κυ­ρια­κή ζη­τω­κραυ­γά­ζει και ε­πα­να­λαμ­βά­νει τους ψαλ­μι­κούς στί­χους. Ο ί­διος λα­ός, το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος του, με­τά α­πό 3-4 μέ­ρες θα ζη­τά­ει να ε­λευ­θε­ρώ­σουν έ­να λη­στή για­τί αι­σθά­νε­ται για μια α­κό­μη φο­ρά α­πο­γο­η­τευ­μέ­νος. Πού εί­ναι αυ­τός που θα δώ­σει δύ­να­μη και ε­ξου­σί­α; 

Τα άλ­λα πρό­σω­πα που πρω­τα­γω­νι­στούν στη ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή εί­ναι οι μα­θη­τές. Οι μα­θη­τές έ­χουν μια α­να­ζή­τη­ση. Δεν δι­στά­ζουν να α­πο­κο­πούν α­πό το κύ­ριο σώ­μα των άλ­λων θρη­σκευ­ο­μέ­νων. Δεν δι­στά­ζουν να γί­νουν και δα­κτυ­λο­δει­κτού­με­νοι α­πό την κοι­νω­νί­α τους. Πα­ρά­τη­σαν τις δου­λει­ές τους, τις οι­κο­γέ­νει­ές τους για να α­κο­λου­θή­σουν τον ξε­χω­ρι­στό δι­δά­σκα­λο. Δεν έ­χουν κα­τα­λά­βει ποι­ος εί­ναι. Ο­μο­λο­γούν ό­τι ο  Χρι­στός εί­ναι ο Μεσ­σί­ας αλ­λά ό­πως και οι άλ­λοι ό­λοι γύ­ρω τους πε­ρι­μέ­νουν τον Μεσ­σί­α που πε­ρί­με­ναν και οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Ε­βραί­οι. Ε­κεί­νον που θα κη­ρύ­ξει μια πο­λι­τι­κή ε­ξου­σί­α, τον Μεσ­σί­α ε­κεί­νο ο ο­ποί­ος διά του γέ­νους του Α­α­ρών θα εγ­κα­θι­δρύ­σει μια θε­ο­κρα­τι­κή ε­ξου­σί­α. Ο Χρι­στός δεν εί­ναι ού­τε ο έ­νας ού­τε ο άλ­λος. Εκ­πλη­ρώ­νει τις προ­φη­τεί­ες αλ­λά με τον τρό­πο που θέ­λει ο Θε­ός, την εμ­φά­νι­ση του Θε­ού της α­γά­πης που θα υ­πο­δεί­ξει στους αν­θρώ­πους πως α­κρι­βώς εί­ναι ο Θε­ός και τι πρέ­πει να πε­ρι­μέ­νουν α­πό Αυ­τόν. 

Οι μα­θη­τές δεν προ­δί­δουν -ε­κτός α­πό έ­να- τον Χρι­στό. Ό­μως ε­πει­δή δεν έ­χουν κα­τα­λά­βει ποι­ος εί­ναι, πα­ρό­λη την α­να­ζή­τη­σή τους, παρ΄ό­λη την δί­ψα τους την υ­παρ­ξια­κή, πα­ρό­λη την δι­α­φο­ρε­τι­κό­τη­τά τους, παρ΄ό­τι Τον ά­κου­γαν ε­πί τρί­α χρό­νια, κλεί­νον­ται στο υ­πε­ρώ­ο για τον φό­βο των Ι­ου­δαί­ων ό­ταν ο Κύ­ριος συλ­λαμ­βά­νε­ται και με­τά σταυ­ρώ­νε­ται. Εγ­κλω­βί­ζον­ται μέ­σα στην ο­λι­γο­πι­στί­α τους. Ό­πως πολ­λές φο­ρές συμ­βαί­νει και σ’ ε­μάς, τους αν­θρώ­πους που λέ­με ό­τι εί­μα­στε χρι­στια­νοί, αλ­λά εύ­κο­λα πα­ρα­συ­ρό­μα­στε, αρ­νού­μα­στε τον Χρι­στό, ο­λι­γο­ψυ­χού­με.

Υ­πάρ­χει και άλ­λο έ­να πρό­σω­πο στη ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή που α­να­δει­κνύ­ε­ται μ’ έ­να τρό­πο ξε­χω­ρι­στό αλ­λά και σκαν­δα­λώ­δη μέ­σα στην ι­στο­ρί­α. Οι πόρ­νες και οι τε­λώ­νες, λέ­ει ο Κύ­ριος, μας προ­ά­γουν στη Βα­σι­λεί­α των Ου­ρα­νών. Να λοι­πόν η Μα­ρί­α η α­δερ­φή του Λα­ζά­ρου. Μια γυ­ναί­κα η ο­ποί­α ί­σως ή­ταν πρώ­ην πόρ­νη (αν α­πο­δε­χτού­με ό­τι εί­ναι η ί­δια γυ­ναί­κα που έ­πλυ­νε τα πό­δια του Ι­η­σού στο κα­τά Λου­κάν).

Ε­κεί­νο που ξέ­ρου­με εί­ναι ό­τι η Μα­ρί­α α­γα­πού­σε τον Χρι­στό πά­ρα πο­λύ. Ό­χι μό­νο ε­πει­δή α­νά­στη­σε λί­γες μέ­ρες πριν τον α­δερ­φό της. Αλ­λά την βλέ­που­με να εί­ναι μί­α α­πό τις α­φο­σι­ω­μέ­νες μα­θή­τρι­ές Του. Ε­κεί­νη που ό­ταν έμ­παι­νε ο Χρι­στός στο σπί­τι για να συ­ζη­τή­σει με τους άλ­λους μα­θη­τές και να κη­ρύ­ξει δεν ξε­χνι­ό­τα­νε με τις δου­λει­ές ό­πως η Μάρ­θα, αλ­λά στε­κό­τα­νε δί­πλα στα πό­δια Του να α­κού­σει, να ρου­φή­ξει το κή­ρυγ­μά Του. Ε­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες, ε­κα­τομ­μύ­ρια γυ­ναί­κες μέ­σα στην ι­στο­ρί­α έ­κα­ναν το ί­διο. Και ε­ξα­κο­λου­θούν και το κά­νουν. 

Η Μα­ρί­α κά­νει κά­τι εν­τε­λώς προ­κλη­τι­κό. Και εί­ναι προ­κλη­τι­κό ό­χι μί­α, αλ­λά πολ­λές φο­ρές. Κά­θε συ­νε­τή γυ­ναί­κα στην κοι­νω­νί­α του Ισ­ρα­ήλ ό­φει­λε να έ­χει τα μαλ­λιά της δε­μέ­να. Τα έ­λυ­νε μό­νο μέ­σα στο σπί­τι της, ό­ταν ή­ταν μα­κριά α­πό τα βλέμ­μα­τα των ξέ­νων, μό­νο στην οι­κο­γέ­νειά της. Η Μα­ρί­α ε­λευ­θε­ρώ­νει τα μαλ­λιά της. Τα ε­λευ­θε­ρώ­νει για να δεί­ξει ό­τι μπρο­στά σε Αυ­τόν που α­γα­πά­ει δεν υ­πάρ­χει κα­νέ­να σχή­μα και κα­νέ­νας τύ­πος. Ού­τως ή άλ­λως η Μα­ρί­α α­κο­λου­θού­σε Ε­κεί­νον ο ο­ποί­ος κα­ταρ­γού­σε τους τύ­πους. Παίρ­νει τα μαλ­λιά της, λοι­πόν, μα­κριά, ξέ­πλε­κα κι έ­χει φέ­ρει κι έ­να πά­ρα πο­λύ α­κρι­βό ά­ρω­μα. 

Πλέ­νει τα πό­δια του Χρι­στού για­τί μπρο­στά σ‘ ό­λα αυ­τά που συμ­βαί­νουν ε­κεί­νη θέ­λει να εκ­φρά­σει την α­γά­πη της. Η γυ­ναι­κεί­α της δι­αί­σθη­ση της λέ­ει ό­τι ό­λα αυ­τά που ο Χρι­στός το­νί­ζει εί­ναι α­λή­θεια. Πη­γαί­νει για την θυ­σί­α. Πη­γαί­νει για την σφα­γή. Κι ε­κεί­νη την ώ­ρα δεν έ­χει τί­πο­τα άλ­λο για να εκ­φρά­σει την α­γά­πη της α­πό το να λύ­σει τα μαλ­λιά της (θα μπο­ρού­σε να το κά­νει και με μί­α πε­τσέ­τα) για να Του δεί­ξει ό­τι μπρο­στά Του κα­ταρ­γεί τα πάν­τα, ξα­να­γεν­νι­έ­ται, α­να­νε­ώ­νε­ται, α­να­και­νί­ζε­ται και στη συ­νέ­χεια δί­νει τις οι­κο­νο­μί­ες της σ’ έ­να πα­νά­κρι­βο ά­ρω­μα,  που κα­νο­νι­κά μια γυ­ναί­κα θα ‘βα­ζε α­πό αυ­τό μια στα­γο­νί­τσα, ό­λο στα πό­δια Του για να δεί­ξει την α­γά­πη της. 

Ο Ι­ού­δας αν­τι­δρά. Ό­λα αυ­τά εί­ναι πα­ρά­λο­γα για την δι­κή του λο­γι­κή. Και για­τί έ­χει μια τε­τρά­γω­νη λο­γι­κή και για­τί ό­πως μας πα­ρα­δί­δει το ευ­αγ­γέ­λιο ή­ταν πα­ρα­δό­πι­στος και για­τί, αν το συν­δυ­ά­σου­με με τις άλ­λες πε­ρι­κο­πές και οι άλ­λοι μα­θη­τές την ί­δια σκέ­ψη έ­κα­ναν, αυ­τός α­πλώς βγή­κε μπρο­στά. Η Μα­ρί­α κά­νει μια πρά­ξη ύ­ψι­στης α­γά­πης. Και οι μα­θη­τές με πρώ­το τον Ι­ού­δα α­παν­τούν με μια ξε­ρή λο­γι­κή. Ε­ξάλ­λου δεν έ­χουν κα­τα­λά­βει και πολ­λά για το τι πρό­κει­ται να συμ­βεί. Ας θυ­μη­θού­με ό­τι ο Πέ­τρος (το α­κού­σα­με 2-3 Κυ­ρια­κές πριν) ό­ταν ο Χρι­στός α­νήγ­γει­λε την θυ­σί­α Του, Τον πή­ρε πα­ρά­με­ρα να Τον ε­πι­τι­μή­σει και α­νάγ­κα­σε τον Κύ­ριο να του πει «ύ­πα­γε ο­πί­σω μου σα­τα­νά». 

Η Μα­ρί­α λοι­πόν, ως κεν­τρι­κό πρό­σω­πο της ση­με­ρι­νής πε­ρι­κο­πής μας δεί­χνει τον τρό­πο με τον ο­ποί­ο μπο­ρεί έ­νας άν­θρω­πος να προ­σεγ­γί­σει τον Χρι­στό. Ό­χι με τον τύ­πο και το νό­μο ό­πως οι Φα­ρι­σαί­οι. Ό­χι με τους εν­θου­σια­σμούς που έρ­χον­ται και φεύ­γουν ό­πως ο ό­χλος. Ό­χι με την α­να­ζή­τη­ση η ο­ποί­α ό­μως δεν φτά­νει στην πί­στη, ό­πως οι μα­θη­τές πριν την Πεν­τη­κο­στή. Αλ­λά με τον τρό­πο της Μα­ρί­ας. Μιας γυ­ναί­κας που ε­ξευ­τε­λί­στη­κε στην ζω­ή της, μιας γυ­ναί­κας που με­τα­νό­η­σε, μιας γυ­ναί­κας που εί­χε μια πά­ρα πο­λύ με­γά­λη α­να­ζή­τη­ση, γι’ αυ­τό έ­πε­φτε στα πό­δια Του για να Τον α­κού­σει, μιας γυ­ναί­κας η ο­ποί­α δεν δί­στα­ζε ό­λα της τα χρή­μα­τα να τα δώ­σει, τα πάν­τα γι’ Αυ­τόν που α­γα­πού­σε. Αυ­τός εί­ναι και ο μο­να­δι­κός τρό­πος της προ­σέγ­γι­σης του Χρι­στού. 

Δεν ση­μαί­νει ό­τι τα άλ­λα πρό­σω­πα εί­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­να. «Τα α­δύ­να­τα τοις αν­θρώ­ποις δυ­να­τά πα­ρά τω Θε­ώ». Και Φα­ρι­σαί­οι με­τα­νό­η­σαν. Κι α­π’ τον ό­χλο με­τά πολ­λοί έ­γι­ναν χρι­στια­νοί και α­πο­τέ­λε­σαν την πρώ­τη εκ­κλη­σί­α των Ι­ε­ρο­σο­λύ­μων. Και οι μα­θη­τές πή­ραν την χά­ρη του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος και δι­έ­δω­σαν το Ευ­αγ­γέ­λιο στα μή­κη και τα πλά­τη της γης. Και η Μα­ρί­α κι ό­λες οι Μα­ρί­ες του κό­σμου α­πό τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα γί­νον­ται α­γί­ες του Θε­ού, για­τί α­φο­σι­ώ­νον­ται και δί­νουν την α­γά­πη τους στον Κύ­ριο. 

Θα ή­θε­λα πριν τε­λει­ώ­σου­με να θυ­μη­θού­με κά­τι. Πριν α­πό δυ­ο χι­λιά­δες χρό­νια και με­τά, για με­ρι­κούς αι­ώ­νες υ­πήρ­ξε έ­νας λα­ός που θε­ω­ρού­σε ό­τι δι­α­δέ­χτη­κε τον Ισ­ρα­ήλ ως πε­ρι­ού­σιος λα­ός. Ο λα­ός του Θε­ού, οι χρι­στια­νοί. Για 3 αι­ώ­νες τους δί­ω­καν αλ­λά δεν υ­πο­χω­ρού­σαν. Γί­νον­ταν μάρ­τυ­ρες για την α­γά­πη του Χρι­στού. Στην συ­νέ­χεια, ό­ταν α­να­κη­ρύ­χτη­κε μια χρι­στι­α­νι­κή βα­σι­λεί­α, μα­ζι­κά προ­σχώ­ρη­σαν κι έ­γι­ναν χρι­στια­νοί χι­λιά­δες και­νού­ρια μέ­λη. Κι αυ­τός ο λα­ός που με τό­σο εν­θου­σια­σμό α­κο­λού­θη­σε τον λό­γο του Κυ­ρί­ου, σι­γά-σι­γά μα­ρά­ζω­σε. Α­κο­λου­θών­τας η­γέ­τες πλα­νε­μέ­νους και πλα­νώ­με­νος ο ί­διος αρ­νή­θη­κε τον Χρι­στό. Στο ό­νο­μά Του έ­κα­νε σταυ­ρο­φο­ρί­ες, έ­κα­νε πο­λέ­μους, έ­κα­νε α­δελ­φο­κτό­νους πο­λέ­μους. 

Υ­πήρ­ξε κι έ­νας λα­ός που ξε­χώ­ρι­σε α­νά­με­σα στους άλ­λους λα­ούς. Οι Έλ­λη­νες. Ή πιο σω­στά οι με­τέ­χον­τες του Ελ­λη­νι­σμού, για­τί δεν ή­ταν μό­νο Έλ­λη­νες. Αλ­λά σι­γά-σι­γά κι αυ­τοί, ε­νώ ε­πί αι­ώ­νες φώ­να­ζαν «ω­σαν­νά, ευ­λο­γη­μέ­νος ο ερ­χό­με­νος εν ο­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου», πέ­τα­ξαν τα βά­για τους και στρά­φη­καν προς τον ε­αυ­τό τους. Κι ό,τι ο Χρι­στός τους έ­λε­γε να μην το κά­νουν, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό αυ­τούς το κά­νουν. Πα­ρα­μέ­νουν κα­λοί. Πα­ρα­μέ­νουν έ­νας κα­λός λα­ός με πολ­λά χα­ρί­σμα­τα, αλ­λά τα βά­για του τα ‘χει πε­τά­ξει. Θα ‘θε­λε έ­να Μεσ­σί­α κι αυ­τός για να κυ­ρι­αρ­χή­σει. Για­τί νι­ώ­θει ε­ξευ­τε­λι­σμέ­νος α­πό τις ε­θνι­κές κα­τα­στρο­φές και τις τα­πει­νώ­σεις α­π’ τους γεί­το­νες. Ό­μως τα βά­για τα ‘χει πε­τά­ξει. Και αυ­τή εί­ναι μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

Την Κυ­ρια­κή των Βα­ΐ­ων ό­μως, ε­μείς, οι λε­γό­με­νοι ορ­θό­δο­ξοι χρι­στια­νοί που εκ­κλη­σι­α­ζό­μα­στε πιο συ­χνά ση­κώ­νου­με τα δι­κά μας βά­για. Α­να­γνω­ρί­ζου­με την α­δυ­να­μί­α μας και την ο­λι­γο­πι­στί­α μας. Σαν την Μα­ρί­α πο­θού­με να έρ­θει ο Χρι­στός στην ζω­ή μας ά­νευ ό­ρων. Αν­τί άλ­λων λό­γων θα ξα­να­δι­α­βά­σω μό­νο την πρώ­τη πα­ρά­γρα­φο α­πό την ε­πι­στο­λή του Α­πο­στό­λου Παύ­λου που α­κού­σα­με σή­με­ρα στα νέ­α Ελ­λη­νι­κά. Για να μην κο­ρο­ϊ­δευ­ό­μα­στε και να ξέ­ρου­με τι ζη­τά­ει ο Θε­ός α­πό ε­μάς και τι ο­φεί­λου­με να κά­νου­με. 

«Α­δερ­φοί, να χαί­ρε­στε πάν­το­τε με την χα­ρά που δί­δει η κοι­νω­νί­α με τον Κύ­ριο. Πά­λι θα πω, να χαί­ρε­στε πάν­τα. Η ε­πι­εί­κειά σας ας γί­νει γνω­στή και ας δι­δά­ξει ό­λους τους αν­θρώ­πους, πι­στούς και α­πί­στους. Ο Κύ­ριος εί­ναι κον­τά, έρ­χε­ται σύν­το­μα. Μην α­φή­νε­τε κα­θό­λου τον ε­αυ­τό σας να κα­τα­λη­φθεί α­πό μέ­ρι­μνες και άγ­χη. Αλ­λά για κά­θε πε­ρί­στα­ση τα αι­τή­μα­τά σας να τα α­πευ­θύ­νε­τε στον Θε­ό με προ­σευ­χή και δέ­η­ση, που να συ­νο­δεύ­ον­ται ΠΑΝΤΑ με ευ­χα­ρι­στί­α. Και η ει­ρή­νη που χα­ρί­ζει ο Θε­ός και εί­ναι α­σύλ­λη­πτη στο αν­θρώ­πι­νο μυα­λό θα δι­α­φυ­λά­ξει τις καρ­δι­ές και τις σκέ­ψεις σας διά του Ι­η­σού Χρι­στού».

 Α­μήν! Κα­λή Α­νά­στα­ση να έ­χου­με! 

Απομαγνητοφώνηση: Αναστασία Χ.

                                  

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

ΠΩΣ ΝΑ ΧΩΡΕΣΕΙ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ;




Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστόδουλου Μπίθα

Δε­κά­δες οι θε­ω­ρί­ες που προ­σπα­θούν να κα­ταρ­ρί­ψουν τα γε­γο­νό­τα της θεί­ας οι­κο­νο­μί­ας. Άλ­λοι τα ε­κλο­γι­κεύ­ουν και άλ­λοι τα αρ­νούν­ται εν­τε­λώς. Άλ­λοι μι­λούν για έ­να με­γά­λο δά­σκα­λο κι άλ­λοι μι­λούν για μια α­πά­τη των χρι­στια­νών μέ­σα στους αι­ώ­νες. Και να που φτά­σα­με ε­μείς ε­δώ στην αρ­χή του 21ου αι­ώ­να, τού­τη ε­δώ την η­μέ­ρα την θαυ­μα­στή που πάν­τα για την εκ­κλη­σί­α ή­ταν η­μέ­ρα χα­ράς και δο­ξο­λο­γί­ας, να '­χου­με έ­να λα­ό, ο ο­ποί­ος  αρ­νεί­ται τον Ευ­αγ­γε­λι­σμό ως έ­να πραγ­μα­τι­κό γε­γο­νός κι έ­να άλ­λο μέ­ρος του λα­ού δέ­χε­ται την ύ­παρ­ξη κά­ποι­ου Θε­ού αλ­λά δεν μπο­ρεί να δε­χτεί κα­νέ­να α­πό τα γε­γο­νό­τα της θεί­ας οι­κο­νο­μί­ας.

Βρι­σκό­μα­στε σε μια πε­ρί­ο­δο της ι­στο­ρί­ας σε τού­το ε­δώ τον τό­πο, ό­που η πνευ­μα­τι­κή κρί­ση εί­ναι μέ­γι­στη. Αυ­τή την κρί­ση μπο­ρού­με να την α­νι­χνεύ­σου­με και στα γε­γο­νό­τα της ση­με­ρι­νής η­μέ­ρας. Ο "ορ­θό­δο­ξος" λα­ός δεν έ­χει γε­μί­σει τις εκ­κλη­σί­ες. Έ­να μέ­ρος του κοι­μά­ται. Έ­να μι­κρό μό­νο μέ­ρος του θα πά­ει να πα­ρα­κο­λου­θή­σει μια εκ­δή­λω­ση που γί­νε­ται για να τι­μή­σου­με κά­ποι­ους ή­ρω­ες, που χω­ρίς αυ­τούς σή­με­ρα μπο­ρεί να ή­μα­σταν μια ε­παρ­χί­α του τρί­του κό­σμου α­φο­μοι­ω­μέ­νη α­πό το Ισ­λάμ. 

Ε­τού­τη ε­δώ την μέ­ρα έρ­χε­ται στο μυα­λό μας κά­τι: η Α' Ε­θνο­συ­νέ­λευ­ση της Ε­πι­δαύ­ρου που έ­γι­νε τον Δε­κέμ­βριο του '21, ό­ρι­σε ό­τι πο­λί­της αυ­τού του και­νού­ριου κρά­τους που θα γι­νό­ταν α­πό την ε­πα­νά­στα­ση μπο­ρεί να ή­ταν ο ο­ποι­οσ­δή­πο­τε ή­ταν χρι­στια­νός ορ­θό­δο­ξος. Έ­λε­γε πως «Ό­σοι αυ­τό­χθο­νες κά­τοι­κοι της Ε­πι­κρα­τεί­ας της Ελ­λά­δος πι­στεύ­ου­σιν εις Χρι­στόν, ει­σίν Έλ­λη­νες, και α­πο­λαμ­βά­νου­σι ά­νευ τι­νός δι­α­φο­ράς ό­λων των πο­λι­τι­κών δι­και­ω­μά­των».  Κρα­τού­σε, βλέ­πε­τε, α­κό­μα μέ­σα στα χρό­νια της σκλα­βιάς αυ­τή η αν­τί­λη­ψη της Α­να­το­λι­κής Ρω­μα­ϊ­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας, δη­λα­δή της χρι­στι­α­νι­κής αυ­τής αυ­το­κρα­το­ρί­ας που δεν έ­βλε­πε έ­θνη αλ­λά έ­βλε­πε χρι­στια­νούς, που μπο­ρού­σε να έ­χει και α­γί­ους και αυ­το­κρά­το­ρες α­πό ό­λα τα μέ­ρη της ε­πι­κρά­τειας, και Σύ­ρους και Αρ­μέ­νιους και ο­ποι­ον­δή­πο­τε. 

Ο λα­ός ξε­κα­θά­ρι­σε μέ­σα στο σκο­τά­δι του ό­τι έ­τσι ό­πως ή­ταν το ό­ρα­μα αυ­τής της αυ­το­κρα­το­ρί­ας, που ε­πί χί­λια και τό­σα χρό­νια ή­ταν οι­κου­με­νι­κή, έ­τσι θα ή­ταν και αυ­τό το κρά­τος το και­νού­ριο που θα έ­βγαι­νε α­πό την ε­πα­νά­στα­ση. Θα έ­νω­νε τους πάν­τες, ό­λους ό­σους α­γω­νί­ζον­ταν για ε­λευ­θε­ρί­α. Ε­ξάλ­λου γνω­ρί­ζου­με κα­λά ό­τι την ε­πα­νά­στα­ση δεν την κά­ναν μό­νο Έλ­λη­νες. Ξέ­ρου­με πο­λύ κα­λά ό­τι οι Σου­λι­ώ­τες ή­ταν Αρ­βα­νί­τες, ξέ­ρου­με ό­τι κι ό­λοι οι βαλ­κα­νι­κοί λα­οί ξε­ση­κώ­θη­καν σι­γά - σι­γά και ό­λοι κα­τ' αρ­χάς εί­χαν αυ­τό το ό­ρα­μα: να α­να­συν­τα­χθούν κρά­τη, τα ο­ποί­α να έ­χουν αυ­τό το κοι­νό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό. Αυ­τό το ο­ποί­ο τους έ­νω­νε στα χρό­νια της σκλα­βιάς: Η πί­στη. Συ­νε­πώς, στα και­νού­ρια κρά­τη το πιο ση­μαν­τι­κό πο­λι­τι­σμι­κό στοι­χεί­ο ή­ταν το χρι­στια­νός ορ­θό­δο­ξος, α­νε­ξαρ­τή­τως γέ­νους και φυ­λής. 

180 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, α­φού κα­τα­φέ­ρα­με να α­φαι­ρέ­σου­με α­πό την ταυ­τό­τη­τά μας αυ­τό το πο­λι­τι­στι­κό στοι­χεί­ο, ε­μείς οι ί­διοι έ­χου­με αρ­νη­θεί σε με­γά­λο βαθ­μό τον Θε­ό. Μπο­ρεί να κα­τη­γο­ρού­με και να δεί­χνου­με με το δά­χτυ­λο τους πο­λι­τι­κούς, μα ε­πει­δή τώ­ρα δεν μι­λά­με πο­λι­τι­κά αλ­λά λέ­με την α­λή­θεια και μι­λά­με πνευ­μα­τι­κά, θα πρέ­πει να α­πο­δε­χτού­με ό­τι κα­τά τον λα­ό βα­δί­ζουν κι οι άρ­χον­τες και ο λα­ός αρ­νή­θη­κε την ορ­θό­δο­ξη πί­στη. Ό­σο και αν ψά­χνου­με να βρού­με τις ευ­θύ­νες των κλη­ρι­κών και των μο­να­χών και των ε­πι­σκό­πων (πάν­τα θα υ­πάρ­χουν, σ' έ­να κό­σμο α­μαρ­τω­λό ζού­με), το γε­γο­νός εί­ναι ό­τι το με­γά­λο μέ­ρος του λα­ού α­πο­στά­τη­σε. Για­τί α­πο­στα­σί­α εί­ναι να λες "εί­μαι ορ­θό­δο­ξος, πι­στεύ­ω σ' έ­να Θε­ό" αλ­λά να μην πι­στεύ­εις στην α­νά­στα­ση καί να μην δέ­χε­σαι τον Ι­η­σού Χρι­στό.

Αυ­τό το βλέ­που­με στους νέ­ους αν­θρώ­πους. Η άρ­νη­ση κι η αμ­φι­βο­λί­α εί­ναι πολ­λές φο­ρές δι­και­ο­λο­γη­μέ­να, α­φού οι νέ­οι άν­θρω­ποι δεν μα­θαί­νουν α­πό τα σπί­τια τους σχε­δόν τί­πο­τα για την χρι­στι­α­νι­κή πα­ρά­δο­ση. Πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο δε α­π' το σχο­λεί­ο, που ό­σο α­κό­μα και­ρό μέ­νουν α­κό­μα οι ει­κό­νες κρε­μα­σμέ­νες στους τοί­χους, αυ­τές μό­νο δεί­χνουν ό­τι εί­ναι ορ­θό­δο­ξα τα σχο­λεί­α. Ε­κτός βέ­βαι­α α­πό τις πε­ρι­πτώ­σεις που κά­ποι­οι φω­τι­σμέ­νοι δά­σκα­λοι, δα­σκά­λες, κα­θη­γη­τές, δι­ευ­θυν­τές προ­σπα­θούν να δι­α­δώ­σουν τον λό­γο του Θε­ού. Αν πά­με πα­ρα­πέ­ρα στα μέ­σα ε­νη­μέ­ρω­σης, στον η­λε­κτρο­νι­κό και γρα­πτό τύ­πο μό­νο ορ­θό­δο­ξη δεν θα μπο­ρού­σα­με να πού­με την χώ­ρα. Ε­ξάλ­λου γνω­ρί­ζου­με ό­τι κι έ­να μέ­ρος η­μών των χρι­στια­νών πε­ρισ­σό­τε­ρο μι­λά­ει για τα ε­θνι­κά πα­ρά για το ευ­αγ­γέ­λιο. 

Ε­τού­τη δω, λοι­πόν, την η­μέ­ρα, που έ­τσι θε­σπί­στη­κε να γι­ορ­τά­ζε­ται μα­ζί με τον Ευ­αγ­γε­λι­σμό της Θε­ο­τό­κου συμ­βο­λι­κά και η μέ­ρα της ε­θνε­γέρ­σε­ως, ως της αρ­χής δη­λα­δή μιας πο­ρεί­ας που θα ο­δη­γού­σε τον ελ­λη­νι­κό λα­ό και τον λα­ό των Βαλ­κα­νί­ων α­πό την μαύ­ρη σκλα­βιά στην ε­λευ­θε­ρί­α και την δυ­να­τό­τη­τά του να δι­α­τη­ρεί την πί­στη του και να μι­λά­ει την γλώσ­σα του, μια τέ­τοι­α μέ­ρα πρέ­πει να κοι­τα­χτού­με ό­λοι στον πνευ­μα­τι­κό μας κα­θρέ­φτη. Ο και­ρός του ε­φη­συ­χα­σμού πέ­ρα­σε. Πέ­ρα­σε μα­ζί κι ο και­ρός της η­θι­κο­λο­γί­ας, ό­που κά­ποι­οι α­πό μας ση­κώ­να­με το δά­χτυ­λο και λέ­γα­με "κοί­τα­ξε πως χά­λα­σε ο κό­σμος" ή  "κοί­τα­ξε πως φταί­νε οι άλ­λοι". 

Να κοι­τα­χτού­με στον κα­θρέ­φτη και να πού­με: Κοί­τα­ξε πως φταί­ξα­με ε­μείς. Κοί­τα­ξε πως πά­ψα­με να εί­μα­στε οι α­πό­στο­λοι του Χρι­στού και ή­μα­σταν α­πλώς πα­θη­τι­κοί η­θι­κο­λό­γοι που πη­γαι­νο­ερ­χό­μα­σταν στις εκ­κλη­σι­ές. Κοί­τα­ξε που τώ­ρα που έρ­χε­ται η ώ­ρα της δυ­σκο­λί­ας, η ώ­ρα της δο­κι­μα­σί­ας, πολ­λοί α­πό ε­μάς εί­μα­στε α­νέ­τοι­μοι και πε­ρι­ο­ρι­ζό­μα­στε μό­νο στο να α­να­στε­νά­ζου­με και πολ­λές φο­ρές να λέ­με ό,τι λέ­νε και οι άλ­λοι γύ­ρω μας, τα ί­δια και τα ί­δια, δη­λα­δή: «Χά­λα­σε ο κό­σμος, χά­λα­σε η κοι­νω­νί­α, χά­λα­σε η Ελ­λά­δα»,  ξε­χνών­τας ό­τι το ό­ρα­μα των χρι­στια­νών α­πό την η­μέ­ρα της Πεν­τη­κο­στής, δεν ή­ταν μια νέ­α Ελ­λά­δα ή μια δη­μο­κρα­τι­κή Ελ­λά­δα, αλ­λά το ό­ρα­μα ή­ταν η Βα­σι­λεί­α των ου­ρα­νών.

 Κα­θώς υ­πο­χώ­ρη­σε μέ­σα στις καρ­δι­ές και των ί­δι­ων των χρι­στια­νών τον αι­ώ­να που πέ­ρα­σε το ό­ρα­μα για την Βα­σι­λεί­α των ου­ρα­νών, έ­μει­ναν τα ε­πί­γεια ο­ρά­μα­τα. Και τα ε­πί­γεια ο­ρά­μα­τα, εί­τε το θέ­λου­με εί­τε ό­χι, α­φε­νός μεν πο­τέ δεν πραγ­μα­το­ποι­ούν­ται, α­φε­τέ­ρου πο­τέ δεν μπο­ρούν να γε­μί­σουν την ψυ­χή του αν­θρώ­που. 

Μια τέ­τοι­α μέ­ρα, κα­λού­με­θα ό­χι α­πλώς να γι­ορ­τά­σου­με αλ­λά να δο­κι­μα­στού­με στην πί­στη μας (για­τί αν ή­μα­σταν πραγ­μα­τι­κά άν­θρω­ποι πί­στης θα ή­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κή η ζω­ή μας). Μια τέ­τοι­α μέ­ρα α­κού­με για πολ­λο­στή φο­ρά ό­τι έ­νας άγ­γε­λος βρέ­θη­κε μπρο­στά σε μια γυ­ναί­κα και της έ­φε­ρε αυ­τό το υ­περ­φυ­σι­κά θαυ­μα­στό μαν­τά­το. Κι ε­κεί­νη ε­λεύ­θε­ρα α­πο­δέ­χτη­κε ό­τι θα γεν­νή­σει τον Θε­ό. Σ' ό­λη της την ζω­ή πο­ρευ­ό­τα­νε μ'  αυ­τή την πά­ρα πο­λύ με­γά­λη, σχε­δόν α­νυ­πέρ­βλη­τη λο­γι­κά δο­κι­μα­σί­α, την ο­ποί­α ό­μως έ­φε­ρε εις πέ­ρας. 

Κι αν δε­χτού­με ό­τι α­πό την μή­τρα της γεν­νή­θη­κε α­σπό­ρως ο Χρι­στός ως άν­θρω­πος, σαρ­κώ­θη­κε ο Θε­ός· αν δε­χτού­με ό­τι όν­τως ή­τα­νε ο Λό­γος, ο τρό­πος δη­λα­δή που βρή­κε η Α­γί­α Τριά­δα να έρ­θει να μι­λή­σει στους αν­θρώ­πους· αν δε­χτού­με ό­τι ό­λα ό­σα εί­πε δεν ή­ταν ω­ραί­α λο­γά­κια για να τα λέ­με και να τα θυ­μό­μα­στε κα­μιά φο­ρά τον μή­να· αν δε­χτού­με ό­τι ό­λα αυ­τά πε­ρι­γρά­φουν τον τρό­πο της σω­τη­ρί­ας μας ε­δώ και τώ­ρα, σή­με­ρα· αν δε­χτού­με ό­τι κά­θε φρά­ση του ευ­αγ­γε­λί­ου εί­ναι και μια κα­τεύ­θυν­ση ζω­ής (για να την ζή­σεις, ό­χι να την συ­ζη­τάς) · αν δε­χτού­με ό­τι ο Ι­η­σούς Χρι­στός ζει α­νά­με­σά μας· αν δε­χτού­με ό­τι αυ­τή την στιγ­μή που μι­λά­με εί­ναι ε­δώ, μας κρα­τά­ει αγ­κα­λιά ό­λους, ως παν­τα­χού πα­ρών και τα πάν­τα πλη­ρών, σκύ­βει πά­νω α­πό την α­δυ­να­μί­α μας, συγ­κα­τα­νεύ­ει στον πό­νο μας, αγ­κα­λιά­ζει την α­πι­στί­α μας, ελ­πί­ζει την α­νά­στα­σή μας την πνευ­μα­τι­κή· αν δε­χτού­με ό­τι ό­λα αυ­τά δεν εί­ναι για κά­ποι­ους άλ­λους, για κά­ποι­ους που εί­ναι ε­κλεγ­μέ­νοι εκ κοι­λί­ας μη­τρός κι έ­χουν έ­να προ­ο­ρι­σμό α­πό­λυ­το να πά­νε ε­κεί· αν δε­χτού­με ό­τι σταυ­ρώ­θη­κε για τον κα­θέ­να α­πό ε­μάς, α­νε­ξαρ­τή­τως ε­άν αυ­τή τη στιγ­μή που μι­λά­με μπο­ρεί να εί­ναι κά­ποι­ος στα έ­σχα­τα της α­πό­γνω­σής του ή στο α­πό­γει­ο της ε­πί­γειας χα­ράς του· αν δε­χτού­με ό­τι εί­ναι Ε­κεί­νος ο ο­ποί­ος θα εί­ναι μα­ζί μας κά­θε ώ­ρα και κά­θε στιγ­μή της ζω­ής μας· αν δε­χτού­με ό­τι εί­ναι φί­λος μας και α­δερ­φός μας και προ­στά­της μας· αν δε­χτού­με ό­τι κά­θε φο­ρά που Ε­κεί­νον θα ε­πι­κα­λε­στού­με ό­χι για να πά­ρου­με υ­λι­κές α­πο­λα­βές ή για να συ­ναλ­λα­χθού­με μα­ζί Του, αλ­λά για να Του ζη­τή­σου­με την α­γά­πη Του να την δώ­σει κι έ­τσι να την αν­τα­πο­δώ­σου­με κι ε­μείς· αν δε­χτού­με ό­τι ο Ευ­αγ­γε­λι­σμός της Θε­ο­τό­κου εί­ναι μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τό­τε α­δερ­φοί μου δεν έ­χου­με πα­ρά σή­με­ρα, βγαί­νον­τας α­πό το να­ό αυ­τό να πλημ­μυ­ρί­σει η καρ­διά μας με με­γά­λη δο­ξο­λο­γί­α. 

Να πλημ­μυ­ρί­σει η ψυχή μας δο­ξο­λο­γί­α που εί­μα­στε ζων­τα­νοί, που εί­μα­στε χρι­στια­νοί, που έ­χου­με ελ­πί­δα. Να βγού­με α­πό το να­ό ό­χι πε­ρι­μέ­νον­τας να α­κού­σου­με τι ει­πώ­θη­κε στις ει­δή­σεις για την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, αλ­λά για να ξε­χυ­θού­με στους δρό­μους ευ­χα­ρι­στών­τας τον Θ­ε­ό πάν­των έ­νε­κεν. Να προ­σευ­χη­θού­με γι'  αυ­τούς τους α­δερ­φούς μας, οι ο­ποί­οι χω­ρίς πί­στη και ελ­πί­δα θέ­λουν να κα­τα­στρέ­ψουν και να ι­σο­πε­δώ­σουν, αλ­λά και για ε­κεί­νους τους άλ­λους που έ­χουν την ψευ­δαί­σθη­ση ό­τι με τα πο­λι­τι­κά ο­ρά­μα­τα θ' αλ­λά­ξει η κοι­νω­νί­α χω­ρίς Χρι­στό. Να βγού­με α­πό το να­ό πε­ρι­μέ­νον­τας την Βα­σι­λεί­α των ου­ρα­νών, ί­σως και σή­με­ρα το βρά­δυ, αύ­ριο το βρά­δυ, έ­τσι ό­πως την πε­ρί­με­ναν οι πρώ­τοι χρι­στια­νοί. Κι ό­ταν το σκε­φτόν­του­σαν δεν τρο­μά­ζαν αλ­λά χαι­ρόν­του­σαν και α­δη­μο­νού­σαν, να έρ­θει ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ η Βα­σι­λεί­α των ου­ρα­νών, να πά­με στην μα­κα­ρι­ό­τη­τα, να ζή­σου­με αυ­τά που μας υ­πο­σχέ­θη­κε ο Θε­ός. Αν δε­χτού­με ό­λα αυ­τά, τό­τε αυ­τή η ει­ρή­νη που λεί­πει α­πό τού­τον ε­δώ τον κό­σμο, στην καρ­διά μας θα εί­ναι. 

Η έν­νοι­α της ει­ρή­νης έ­τσι ό­πως πε­ρι­γρά­φε­ται α­πό την γλώσ­σα της Γρα­φής δεν ση­μαί­νει την παύ­ση του πο­λέ­μου. Η λέ­ξη "σα­λώμ" στα ε­βρα­ϊ­κά, ί­δια λέ­ξη που χρη­σι­μο­ποί­η­σε και ο Χρι­στός, ση­μαί­νει αρ­τι­ό­τη­τα, πλη­ρό­τη­τα, ση­μαί­νει α­λη­θι­νή ε­σω­τε­ρι­κή ει­ρή­νη, γα­λή­νη και α­σφά­λεια. Η λέ­ξη αυ­τή, που ο Χρι­στός έ­λε­γε σε ο­ποι­ον­δή­πο­τε συ­ναν­τού­σε, η λέ­ξη αυ­τή που την λέ­με σε κά­θε α­κο­λου­θί­α, την ει­ρή­νη που ευ­χό­μα­στε ο έ­νας στον άλ­λο. Αυ­τή την λέ­ξη να ευ­χη­θού­με.

Μια τέ­τοι­α η­μέ­ρα εί­ναι α­δερ­φοί μου μέ­ρα πρό­κλη­σης. Εί­ναι μέ­ρα μνή­μης και πρό­κλη­σης. Μνή­μης για ό­λα αυ­τά που γί­να­νε. Αλ­λά και πρό­κλη­σης για να α­να­λο­γι­στού­με που βρι­σκό­μα­στε, που πα­τά­με και που πη­γαί­νου­με. Οι και­ροί εί­ναι δύ­σκο­λοι. Ό­μως ε­μείς ο­φεί­λου­με α­πέ­ναν­τι σ' ε­κεί­νους τους προ­η­γού­με­νους που τα '­χά­σαν ό­λα και την ζω­ή τους α­κό­μη, αλ­λά και στους ε­πό­με­νους, στά παι­δά­κια που τώ­ρα μας κοι­τούν α­πο­ρη­μέ­να ε­δώ κα­θι­σμέ­να μπρο­στά στα σκα­λά­κια του τέμ­πλου, ο­φεί­λου­με κά­τι. 

Ο­φεί­λου­με να δι­α­δώ­σου­με το ευ­αγ­γέ­λιο του Χρι­στού, ως μο­να­δι­κή ελ­πί­δα για τον κό­σμο. Ο­φεί­λου­με να καλ­λι­ερ­γή­σου­με α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο την πί­στη μας. Συμ­με­τέ­χον­τας στα μυ­στή­ρια της Εκ­κλη­σί­ας, στην ε­ξο­μο­λό­γη­ση, στην Θεί­α Κοι­νω­νί­α. Ο­φεί­λου­με να γί­νου­με με­λε­τη­τές της Α­γί­ας Γρα­φής. Με την ε­πί­γνω­ση ό­τι δεν θα '­ναι που δι­α­βά­ζου­με, αλ­λά θα '­ναι που ζού­με. Ο­φεί­λου­με να ξα­νοι­χτού­με στον κό­σμο με α­γά­πη. Ο κό­σμος εί­ναι πο­λύ φο­βι­σμέ­νος. Το ο­φεί­λου­με ε­ξάλ­λου και στον ε­αυ­τό μας. Για­τί αν δεν α­γα­πή­σου­με τον ε­αυ­τό μας, κα­νέ­να δεν μπο­ρού­με να α­γα­πή­σου­με. 

Ε­τού­τη την η­μέ­ρα, που σύμ­φω­να με την πα­ρά­δο­ση της εκ­κλη­σί­ας την ζων­τα­νή, την πα­ρά­δο­ση των α­γί­ων, των δι­καί­ων, των μαρ­τύ­ρων, των ο­σί­ων, των ο­μο­λο­γη­τών, των εγ­κρα­τευ­τών, των πα­τέ­ρων, των δι­δα­σκά­λων έ­γι­νε ο Ευ­αγ­γε­λι­σμός της Θε­ο­τό­κου, ε­τού­τη την η­μέ­ρα ο­φεί­λου­με αυ­τή την πρό­κλη­ση την πνευ­μα­τι­κή να την πά­με πα­ρα­πέ­ρα και η εμ­πι­στο­σύ­νη μας στην χά­ρη του Θε­ού να αυ­ξη­θεί. Να α­φή­σου­με τον ε­αυ­τό μας, την λο­γι­κή μας να συν­τρι­βεί λί­γο. 

Ποι­ος α­πό ε­μάς τα προ­η­γού­με­να χρό­νια δεν υ­πήρ­ξε έ­στω και λί­γο κα­τα­να­λω­τής; Ποι­ος α­πό ε­μάς τα προ­η­γού­με­να χρό­νια δεν πί­στε­ψε στα πο­λι­τι­κά μεσ­σι­α­νι­κά ο­ρά­μα­τα; Ποι­ος α­πό ε­μάς τα προ­η­γού­με­να χρό­νια δεν βυ­θί­στη­κε σε α­μαρ­τί­ες και πά­θη που μας έ­βγα­ζαν α­πό το κέν­τρο, την ου­σί­α της ζω­ής; Ποι­ος α­πό ε­μάς δεν πέ­ρα­σε πε­ρι­ό­δους α­κη­δί­ας, θλί­ψης με­γά­λης, που ή­ταν σαν να λέ­γα­με στον Θε­ό "δεν με νοιά­ζει που υ­πάρ­χω, ας μην γεν­νι­ό­μουν"; Ποι­ος α­πό ε­μάς δεν έ­πε­σε σε κε­νο­δο­ξί­α, ού­τως ώ­στε να βλέ­πει τον α­δελ­φό του και να τον θε­ω­ρεί α­σή­μαν­το; Ποι­ος α­πό ε­μάς ή­ταν α­να­μάρ­τη­τος; Ας α­φή­σου­με την ψυ­χή και το νου να συν­τρι­βεί. Να κα­τα­λά­βου­με τον λά­θος δρό­μο που πή­ρα­με. Ό­χι μό­νο ως έ­θνος, αλ­λά ως πρό­σω­πα κυ­ρί­ως. Για να μπο­ρέ­σου­με να ελ­πί­σου­με την πνευ­μα­τι­κή μας α­να­γέν­νη­ση. 

Με την ευ­χή και την ελ­πί­δα του χρό­νου τέ­τοι­α μέ­ρα να '­χου­με πε­ρισ­σό­τε­ρη πί­στη, πε­ρισ­σό­τε­ρη δύ­να­μη, πε­ρισ­σό­τε­ρη χα­ρά, πε­ρισ­σό­τε­ρη δο­ξο­λο­γί­α, πε­ρισ­σό­τε­ρη ευ­λο­γί­α, πε­ρισ­σό­τε­ρη συγ­χώ­ρη­ση, πε­ρισ­σό­τε­ρη δύ­να­μη και να εί­μα­στε πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό­στο­λοι του Χρι­στού, θα κά­νου­με τώ­ρα την δο­ξο­λο­γί­α για την 25η Μαρ­τί­ου, για να θυ­μη­θού­με να μνη­μο­νεύ­σου­με και να ευ­χα­ρι­στή­σου­με ε­κεί­νους, που τους ξέ­ρου­με πά­ρα πο­λύ κα­λά, αλ­λά φρον­τί­ζου­με συ­νε­χώς να τους ξε­χνά­με. Α­μήν!  

Απομαγνητοφώνηση: Αναστασία Χ.

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΕΙ...

 Συνέχεια από το ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΤΟΠΟΣ


Απομαγνητοφωνημένη* ομιλία του π. Χριστοδούλου Μπίθα

"Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν". Το πρώτο που χρειάζεται για να είναι κανείς πραγματικός χριστιανός είναι να γίνει ελεύθερος άνθρωπος. "Όστις θέλει". Δεν είναι δυνατόν να είναι κανείς χριστιανός με το ζόρι, επειδή τον απειλούν, επειδή τον πιέζουν, επειδή συναλλάσσονται μαζί του, επειδή του προσφέρουν χρήματα, επειδή τον απειλούν με την τιμωρία της κολάσεως, επειδή του υπόσχονται ότι αν είναι κοντά στον Θεό τότε θα 'ναι και εκείνος καλά, επειδή έχει την ψευδαίσθηση ότι αν κάνει ακολουθίες και προσευχές τότε θα έχει μια ιδιαίτερη εύνοια του Θεού. Όχι. Αυτά δεν είναι αποτελέσματα ελευθερίας, αλλά συναλλαγής και φόβου. 

"Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν", σημαίνει ότι ο Χριστός απευθύνεται στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Και ελεύθερη βούληση δεν αποκτούμε με τα λόγια και τις θεωρίες, αλλά όταν πράττουμε, όταν ζούμε πραγματικά εν Χριστώ. Το να αποκτήσει κανείς ελεύθερη βούληση σημαίνει αγώνα, αγώνα φοβερό. Με τι; Μα με την φιλαυτία. Αυτό που σήμερα λέμε εγωκεντρισμό. Την αγάπη όσων έχουμε, όσων κατέχουμε, όσων είμαστε ή μάλλον όσων νομίζουμε ότι είμαστε. Το να είναι χριστιανός κανείς σημαίνει ότι πρέπει να απελευθερώσει τον εαυτό του από τον προκαθορισμό της φύσης. Δύσκολο θα μου πείτε. Ναι, είναι δύσκολο. Όμως πολύ πιο δύσκολη είναι η ζωή που ζούμε. Πνιγμένη μέσα στον φόβο, στον φόβο για το αύριο, στις ενοχές και τις στενοχώριες για το χθες, πνιγμένη στην ανασφάλεια του σήμερα. 

"Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν", σημαίνει ότι πρέπει να απελευθερώσω την βούλησή μου, για να ποθήσω την υπέρβαση, την σοφία, την αγιότητα. Τι θα πει να υπερβώ τον προκαθορισμό της φύσης και να γίνω πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος; Ας πούμε μερικά παραδείγματα. Ακούσαμε τα τελευταία χρόνια πολλές φορές να λέγεται από ανθρώπους που έχουν ολιγοπιστία ή που έχουν θεοποιήσει την επιστήμη ότι όλα τα καθορίζει το DΝΑ, ότι όλα προκαθορίζονται, ότι όλα είναι δεδομένα. Βλέπουμε ένα παιδί ας πούμε να είναι νευρικό και λέμε "ε, τι να κάνει, έτσι θα είναι επειδή ήταν η μάνα του". Βλέπουμε έναν άνθρωπο να έχει ιδιαιτερότητες και λέμε "τι να κάνει ο κακομοίρης, αυτό του 'δώσαν από την οικογένειά του". Το πρώτο αυτό. 

Επίσης, είναι πάρα πολλά τα τραύματα που κληρονομούμε από τους κατά τ' άλλα καλούς γονείς μας, μια κι εκείνοι ως παιδαγωγοί μαθητευόμενοι μάγοι είναι, αμαρτωλοί άνθρωποι είναι και παρ' όλες τις καλές προθέσεις κάνουν διαρκώς λάθη. Πολλά τα τραύματα που αποκτούμε, αλλά και συχνά στραβή η διαπαιδαγώγηση. Δεν αναφέρομαι στο αν κάποιος είναι ευγενικός ή έχει καλούς τρόπους, αλλά για έναν τρόπο που οδηγεί τον άνθρωπο στο ψεύδος. Ένα τρόπο διαπαιδαγώγησης που είναι στενά ατομικός. Ένα τρόπο που καθώς μεγαλώνουμε μας κάνει να κοιτάμε μόνο τον εαυτό μας και κανέναν άλλο. Μην το αναλύουμε πολύ. Αν κοιτάξουμε την ελληνική κοινωνία σήμερα, θα δούμε ποιο είναι το αποτέλεσμα της διαπαιδαγώγησης που πήραμε και το οποίο συνήθως το προβάλλουμε ψευδώς πάνω στο κράτος, αγνοώντας ότι είναι η οικογένεια που πάσχει πάνω απ' όλα, και η κοινωνία ακολουθεί. 
Όταν λέμε "προκαθορισμό της φύσης" εννοούμε τα πάθη μας. Εννοούμε όλες αυτές τις ενορμήσεις, τις ορμές που έχουμε μέσα μας, που μας τις έδωσε ο Θεός να τις χρησιμοποιήσουμε ως φορά προς το αγαθό κι εμείς τις έχουμε διαστρέψει, στην οργή, στην κατάκριση, στο μίσος, στην ζηλοφθονία, στην ανάγκη να αποκτήσουμε όλο και περισσότερα, στην ευθιξία μας και σ' όλα αυτά τα οποία μας χωρίζουν από τον Θεό και από τον συνάνθρωπο. Όταν μιλάμε, λοιπόν, για προκαθορισμό της φύσης μιλάμε στην ουσία για το ίδιο το πρόβλημα της πτώσης του ανθρώπου, το οποίο το βλέπουμε στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους, να παρουσιάζεται με συνεχείς πολέμους, με εκατομμύρια νεκρούς, με συνεχή αδικία, ως αποτέλεσμα της πεπτωκυίας φύσης μας.

Και να θυμίσουμε κάτι ακόμα, γιατί ξεχνιόμαστε και λησμονούμε τι έχουν πει οι παλιότεροι. Κι όλο ζούμε με ψευδαισθήσεις ότι τάχα θα πετύχουμε τώρα την δημοκρατία, τώρα την ελευθερία και δεν καταλαβαίνουμε ότι είναι η ανθρώπινη φύση που πάσχει, αυτό μας είπε ο Χριστός. Ήταν τον 3ο αιώνα π. Χ., στο τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, ύστερα από αυτή την φοβερή κατάντια των Ελλήνων, μετά από 27 χρόνια, τόσες σφαγές, τόση καταστροφή, που ο Θουκυδίδης είπε ότι αυτά θα ξανασυμβούν αν δεν αλλάξει η φύση του ανθρώπου. Προφητικά μίλαγε εκείνος που είχε ζήσει τον πόλεμο στο πετσί του.  
 
Ήρθε ο Ιησούς Χριστός να μας το τονίσει αυτό. Αυτό που είχαν ψελλίσει οι φιλόσοφοι. Αυτό που έλεγαν και βροντοφώναζαν οι προφήτες και γι' αυτό τους σκότωναν. Ήρθε ο Χριστός να μας το πει. Αν δεν αλλάξει η φύση του ανθρώπου, τότε δεν πρόκειται να γίνει τίποτα. Η ιστορία θα επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Και κάποια νέα γενιά θα ελπίσει ψευδώς ότι κάτι καινούριο θα πετύχει. Και πάλι όλοι θα ποτίζονται με απελπισία και κάθε τόσο με αίμα, αίμα αδελφικό πολλές φορές.
Επειδή απομακρυνθήκαμε από το Ευαγγέλιο και τον Λόγο Του τα ξεχάσαμε όλα αυτά. Και νομίσαμε ότι με θεωρίες και επαναστάσεις θα αλλάξουμε τον κόσμο. Και τον βυθίσαμε σε ακόμη περισσότερο σκοτάδι. Και τελικά και τον Ίδιο τον αρνηθήκαμε. 

"Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν", σημαίνει ότι παίρνω την απόφαση ελεύθερα να γίνω ελεύθερος άνθρωπος. Σε έναν κόσμο που έχουν όλα παρερμηνευτεί και νομίζουμε ότι η ελευθερία είναι να μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Πως ελευθερία είναι να μπορούμε να παραβιάζουμε τον χώρο του άλλου. Ότι ελευθερία είναι να ζουμε εις βάρος του άλλου. Ότι ελευθερία είναι να μπορουμε να είμαστε μόνοι μας, ενώ θα 'πρεπε να είμαστε αδελφοί όλοι. 

"Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν". Γι' αυτό η εκκλησία, επειδή θέλει να βοηθήσει τον άνθρωπο να πορευτεί από την πτώση στον ανακαινισμό, βαφτίζει τα μέλη της. Με το βάπτισμα δεν είναι ότι σταματάμε να κάνουμε το κακό. Αλλά είναι ότι, καθώς ο άνθρωπος στο όνομα της Αγίας Τριάδος, του Αγίου Πνεύματος βαπτίζεται στον Χριστό, τουλάχιστον αυτό που κουβαλάει στην φύση του εξαγιάζεται. Από κει και πέρα είναι το πώς θα ζήσουμε, ώστε να μπορέσουμε την χάρη του Αγίου Πνεύματος να την ζούμε συνεχώς. Αυτό όμως δεν γίνεται ιδεολογικά, αλλά κάνοντας Ζωή  τον λόγο Του και το Παράδειγμά Του. "Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν". Δεν λέει, όποιος πάει στην εκκλησία. "Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν". Δηλαδή ν' ακολουθήσει τα χνάρια μου, τα βήματά μου, να ζήσει τον λόγο μου. 

"Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν". Να αρνηθεί τον εαυτό του. Τι θα πει αυτό; Το λέει και λίγο πιο κάτω το χωρίο. Για να κερδίσεις την ζωή σου πρέπει να την χάσεις. Για να κερδίσεις την πραγματική ζωή πρέπει να χάσεις την ζωή σου έτσι όπως τώρα την αντιλαμβάνεσαι. Για να κερδίσεις την όντως ζωή, για να μάθεις δηλαδή να έχεις πνευματικά μάτια κι αυτιά θα πρέπει να πορευτείς μ' έναν τρόπο διαφορετικό από τον πεπερασμένο τρόπο του θρησκευτικού ανθρώπου: Πάω, λέω δυο προσευχές, γυρνάω σπίτι μου και κάνω ό,τι κι όλοι οι άλλοι άνθρωποι. Αρρωσταίνω, παρακαλώ, γίνομαι καλά, ευχαριστώ και τέλος. 
"Απαρνησάσθω εαυτόν" σημαίνει ένα ανελέητο πόλεμο. Όχι με αυτό που κάνουμε συνήθως οι άνθρωποι, προς τους άλλους. Αλλά με τα πάθη μας, τον εγωκεντρισμό μας, με την φιλαυτία μας, την πηγή όλων των αμαρτιών μας. "Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν". Καταλαβαίνει δηλαδή, πως αν δεν αναγεννηθεί «εξ' ύδατος και πνεύματος» δεν πρόκειται να γίνει τίποτα. 

"Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρό αυτού". Τι θα πει να σηκώσουμε τον σταυρό; Στα χείλη των περισσότερων από εμάς, αυτή η έκφραση "σηκώνω τον σταυρό μου" έχει συνήθως μια παθητική έννοια. Περνάει κάποιος μια αρρώστια, "ε, τι να κάνει ο κακομοίρης, σηκώνει τον σταυρό του". Κάποιος περνάει μια μεγάλη δοκιμασία, λέμε "σήκωσε σταυρό αυτός". Ναι, κατά τα ανθρώπινα μέτρα σωστό είναι. Αλλά όταν ο Χριστός λέει να σηκώσουμε τον σταυρό μας δεν εννοεί αυτό. Αυτό υπήρχε. Οι άνθρωποι καλοί ήταν και πριν έρθει. Κι εκείνοι σήκωναν τον σταυρό τους. Κι εκείνοι άντεχαν αρρώστιες. Κι εκείνοι άντεχαν δοκιμασίες τεράστιες, για να θυμηθούμε τον Ιώβ κι όλους τους άλλους. 

Το "σηκώνω τον σταυρό μου", είναι δυναμική έννοια. Δεν είναι μια θρησκευτική κατάσταση. Δεν είναι κακομοιριά. Σημαίνει ότι κάνω αυτόν τον αγώνα που προείπαμε. Και καθώς απελευθερώνεται η βούλησή μου και καθώς αντιμετωπίζω τις δυσκολίες του κόσμου τούτου κάνοντας υπομονή και κόβοντας το θέλημά μου, αρχίζω και ανακαλύπτω το θέλημα του Θεού στην ζωή μου. Γιατί τον σταυρό ένας χριστιανός δεν τον κουβαλάει μόνο όταν αρρωσταίνει, όταν περνάει μια δοκιμασία, όταν έχει κρίση η χώρα του. Ένας χριστιανός τον κουβαλάει τον σταυρό κάθε μέρα. Τον σταυρό της πάλης με τον εγωισμό του. Τον σταυρό της πάλης με την κακία του. Τον σταυρό της πάλης με ο,τιδήποτε τον χωρίζει απ' τον συνάνθρωπο και τον Θεό. Κι έτσι όταν έρθει η ώρα της αρρώστιας, την σταυρική πορεία την ξέρει, την ζει ήδη. Και ζούμε σταυρική πορεία γιατί ελπίζουμε στην ανάσταση. 

Δεν σταματάει η ελπίδα μας στον σταυρό. Όπως εἰπαμε, ο Χριστός λίγο πριν έχει πει στον Πέτρο ότι θα πάθει, αλλά σε τρεις μέρες θα αναστηθεί. Και εμας μας καλεί στην ζωή αυτή όπου βασιλεύει η φθορά και ο θάνατος, να Τον ακολουθήσουμε για να αναστηθουμε πνευματικά και να περάσουμε στην αιώνια ζωή. 

Το «ακολουθήτω μοι» σημαίνει να ζήσουμε κατά τον τρόπο που Εκείνος μας υποδεικνύει μέσα απ' το ευαγγέλιό Του. Το να Τον ακολουθήσουμε σημαίνει να μπορέσουμε να κάνουμε ζωή μας το ευαγγέλιο και χώρα μας την εκκλησία. Το ευαγγέλιο δεν είναι ένα βιβλίο που άμα το διαβάσουμε και το μάθουμε καλά σωθήκαμε. Το ευαγγέλιο δεν υπακούει σε μια προτροπή που λέει "ερευνάτε τας γραφάς". Είναι πάρα πολύ καλό να το κάνουμε και πρέπει να το κάνουμε. Αλλά σ' εκείνη την προτροπή του "έρχου και ίδε", που λέει ο Φίλιππος στο Ναθαναήλ. Έλα να δεις. Έλα να ζήσεις. Έλα να ψηλαφήσεις την όντως ζωή. Βεβαίως πρέπει να το μάθουμε και να το 'χουμε στο νου μας (που δεν το ΄χουμε οι περισσότεροι). Αλλά πρέπει να το ζήσουμε, να το κάνουμε ζωή μας, αγάπη μας, βιβλίο μας, ευαγγέλιό μας. Είναι τα καλά νέα της εκκλησίας. Τα καλά νέα που φέρνει ο Χριστός. 

Αυτά τα καλά νέα αδερφοί μου υπάρχουν και σήμερα, δεν σταματούν να υπάρχουν. Εμείς βυθιστήκαμε στην απιστία και την ολιγοπιστία και με το παραμικρό που μας συμβαίνει στην προσωπική μας ζωή ή στην χώρα μας εμείς το βάζουμε κάτω και μοιάζουμε με τρομαγμένα ανθρωπάκια που επαναλαμβάνουν μηχανικά ό,τι λένε οι τηλεοράσεις. Μοιάζουμε καρικατούρες εκείνων των πρώτων χριστιανών. Ας το παραδεχτούμε. Είναι μια αρχή αυτή. Γιατί αν δεν παραδεχόμαστε ούτε αυτό, τότε νομίζω ότι μάταια πάμε και ερχόμαστε. Κοροϊδευόμαστε. 

Η φράση του Κυρίου που υψώνει η εκκλησία σήμερα μαζί με τον σταυρό "όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι" είναι μια φράση γεμάτη αισιοδοξία και ελπίδα. Γιατί; Πρώτ' απ' όλα γιατί υπάρχει ζωντανή μαρτυρία των αγίων. Μας κοιτούν κάθε φορά που μπαίνουμε σ' ένα ναό. Και στα μάτια και τα πρόσωπά τους, έτσι όπως τα αποτυπώνει η ορθόδοξη αγιογραφία, βρίσκεται η ελπίδα της Βασιλείας των Ουρανών. Γι' αυτό τους ζωγραφίζουμε έτσι κι όχι παχουλούς και εύρωστους, νέους και νέες. Αλλά με τέτοιες μορφές που παραπέμπουν στην Βασιλεία των ουρανών. 

Σύμβολο οι εικόνες. Προσκυνούμε όχι την εικόνα αλλά τον άγιο. Του αποδίδουμε τιμή γι' αυτό που ήταν. Αποδίδουμε τιμή στην ζωή του. Και ξέρουμε ότι ο μοναδικός τρόπος ένας άγιος να πρεσβεύει για εμάς είναι να αγαπήσουμε με τον τρόπο που αγάπησε κι εκείνος το ευαγγέλιο. Δεν είναι ούτε ξόανο, ούτε είδωλο, ούτε τίποτα τέτοιο. Είναι ένας άνθρωπος σαν κι εμάς, που όμως ακολούθησε αυτή την εντολή. Με τον ίδιο τρόπο, σύμβολο είναι και το ευαγγέλιο. Δεν είναι ότι άμα πιστέψεις στα λόγια αυτά ή τα μάθεις απέξω θα σωθείς. Είναι ότι τα λόγια αυτά είναι σύμβολο ενός τρόπου ζωής, που έζησε το σώμα της εκκλησίας, της θριαμβεύουσας και της στρατευομένης, όσων σήμερα είναι αγωνιζόμενοι χριστιανοί. 

Η κλήση είναι σαφής. Στην μέση της Μ. Τεσσαρακοστής μας θυμίζει η εκκλησία: Δεν σας βάζουμε να νηστεύετε επειδή άμα το κάνετε αυτό θα τα πάτε καλά με τον Θεό. Ούτε για να έχετε καλή υγεία. Ούτε γιατί θα σας επιβραβεύσει κάποιος. Κανείς δεν θα μας επιβραβεύσει αν νηστεύουμε. 

Εμείς παλεύουμε ενάντια σε δυνάμεις και εξουσίες. Ενάντια στην αμαρτία που κουβαλάμε. Παλεύουμε την κακία μας, αλλά και την απελπισία μας σε ένα κόσμο που είναι βυθισμένος στο σκοτάδι απ' την μια άκρη του μέχρι την άλλη. Παλεύουμε να ορθώσουμε ένα "δόξα τω Θεώ". 

Σ' ένα τόπο, που παρότι είναι βαμμένος με το αίμα τόσων ηρώων, αλλά πάνω απ' όλα με το αίμα τόσων αγίων, εμείς κάνουμε σαν φοβισμένα παιδάκια. Παλεύουμε αυτό το "δόξα τω Θεώ" να γίνει τρόπος ζωής για να το μεταδώσουμε και στους άλλους. Παλεύουμε να θυμηθούμε ότι η εκκλησία μας είναι αποστολική. Και να μην περιοριζόμαστε να μιλάμε μόνο για την πατρίδα μας, που είναι καλό γιατί ο χριστιανός είναι πατριώτης, ποτέ όμως εθνικιστής. Αλλά να θυμηθούμε ότι κληθήκαμε για να διαδώσουμε το ευαγγέλιο, τα καλά νέα, την αγάπη του Χριστού, την ελπίδα στον κόσμο. Σ' έναν κόσμο που έχει περάσει πολύ πιο άσχημες στιγμές απ' αυτές που περνάμε τώρα. Αλλά, βλέπετε, κάθε γενιά τα δικά της κοιτάει και δεν μαθαίνει απ' τον καημό των προηγουμένων. Γι' αυτό λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας ότι η λήθη είναι το μεγαλύτερο αμάρτημα. Διαρκώς ξεχνάμε το παρελθόν και την ιστορία μας και συμπεριφερόμαστε λες και όλα ξεκίνησαν από χθες. 

Την ημέρα αυτή λοιπόν, την Γ' Κυριακή των Νηστειών, ο σταυρός υψώνεται όχι για να λυπηθούμε, αλλά για να χαρούμε. Να θυμηθούμε. Να επαναπροσδιορίσουμε την πορεία που ξεκινήσαμε τρεις βδομάδες πριν. Κι όσοι δεν ξεκίνησαν μέχρι τώρα να ξεκινήσουν αύριο, να ξεκινήσουν σήμερα, να θυμηθούν το καίριο, την ουσία, να κοιτάξουν τον πνευματικό τους καθρέφτη και να δουν πόσο πολύ έχουμε ξεφύγει από αυτό που κάποτε ονειρευτήκαμε όταν ήμασταν νέοι. Από αυτό που οραματιστήκαμε κάποτε, όταν μπαίναμε στην εκκλησία μ' ένα πόθο διαφορετικό. Πόσο  ξεχάστήκαμε, πόσο  θάψαμε τα ιδανικά μας βυθισμένοι στις μέριμνες του βίου. 

Με την ελπίδα ότι αυτή η Σαρακοστή για πολλούς από εμάς θα είναι αρχή μετανοίας, ας πούμε ότι πλέον μπορούμε να ευχόμαστε καλή Ανάσταση αδερφοί μου. Αμήν!

* Απομαγνητοφώνηση Αναστασία Χ.