Σάββατο, 2 Ιουνίου 2007

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΝΕΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Π. ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ, 26/11/2006.

ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΥΤΟ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΑΠΟ ΚΑΤΩ ΑΡΘΡΟ.

Νομίζουμε ότι είναι καιρός να θέσουμε στην εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία ορισμένα επώδυνα ζητήματα. Αν θεωρούμε ότι η Εκκλησία εικονίζει και προετοιμάζει την ερχόμενη Βασιλεία του Θεού, έναν καινούργιο κόσμο αγάπης, δικαιοσύνης και καταλλαγής με τον Θεό και τους συνανθρώπους, τότε στην Εκκλησία ανήκουν δυνάμει όλοι οι άνθρωποι: Ιουδαίοι και εθνικοί, δούλοι και ελεύθεροι, άνδρες και γυναίκες, υπερβαίνοντας έτσι εν Χριστώ τις κάθε λογής διαιρέσεις (φυλής, φύλου, θρησκείας, πολιτισμού, κοινωνικής τάξης, ιεραρχίας και αξιώματος) σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο. Αν θεωρούμε ότι η Εκκλησία είναι γένος πνευματικό, ενώ η αλήθεια της κείται πέρα και πάνω από τα επίγεια έθνη και τις επίγειες πατρίδες, τότε για τους χριστιανούς μία είναι η πατρίδα, η «επουράνια Ιερουσαλήμ», δηλαδή η πνευματική πατρίδα του κάθε ανθρώπου που νοσταλγεί τον Θεό σύμφωνα με τον Γρηγόριο τον Θεολόγο. Αν ακόμη σε στιγμές κρίσιμες και εξαιρετικές (Τουρκοκρατία) η Εκκλησία εκκένωσε εαυτήν εκτρεπόμενη της κυρίως αποστολής της και αναλαμβάνοντας τη σωτηρία του Ελληνισμού, της γλώσσας, της υπόστασής του και της πολιτικής του εκπροσώπησης, σήμερα και συντεταγμένη πολιτεία υπάρχει και η ιστορική συγκυρία δεν θυμίζει σε τίποτε εκείνη των αιώνων της Τουρκοκρατίας.

Το τίμημα που η Ορθόδοξη Εκκλησία πλήρωσε και εξακολουθεί να πληρώνει στον βωμό της σχέσης της με το έθνος είναι βαρύτατο. Σχετίζεται με την εγκατάλειψη της αρχής της τοπικής προς όφελος της εθνικής Εκκλησίας και με την πλήρη σχεδόν εθνικοποίησή της, με την υποχώρηση της καθολικότητας και οικουμενικότητας για χάρη της ιδιοπροσωπίας του Νέου Ελληνισμού, με την υιοθέτηση μιας εγκοσμιοκρατικής εσχατολογίας που κάνει περισσότερες αναφορές στην ανάσταση του έθνους και λιγότερες στον Σταυρό και στην Ανάσταση του Χριστού. Σχετίζεται ακόμη με την πνευματική αυτάρκεια και τον αυτοδικαιωτικό λόγο, με την προσκόλληση στο παρελθόν, τον κοινωνικό και πολιτισμικό αναχρονισμό, τον πειρασμό της αναδίπλωσης, του φονταμενταλισμού και του αντιευρωπαϊσμού, με μια λέξη με την αδυναμία μετοχής της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο.

Ετσι η Εκκλησία στην Ελλάδα σήμερα αδυνατεί να δει το έργο και την αποστολή της ξέχωρα από το σύνδρομο της ταύτισης με το έθνος. Φαίνεται να παραμένει μάλιστα ανυποψίαστη για το ότι η ταύτιση με την εθνική ιδεολογία τής επιβλήθηκε από το κράτος για την εξυπηρέτηση των δικών του σκοπών (Μεγάλη Ιδέα) που βαθμιαία έγιναν και δικοί της. Οσο μάλιστα το ελληνικό κράτος, ως αποτέλεσμα των ευρύτερων ανακατατάξεων που οφείλονται στην παγκοσμιοποίηση και στην πολυπολιτισμικότητα, απεθνικοποιείται σταδιακά τόσο η Εκκλησία της Ελλάδος κρατικοποιείται και επανεθνικοποιείται όλο και περισσότερο, νιώθοντας ανασφαλής και μετέωρη χωρίς την ειδική σχέση με το κράτος και την αποκλειστική σχέση με το έθνος. Μπορεί βέβαια η Εκκλησία να κερδίζει έτσι σε ακροατήριο και πολιτική επιρροή, είναι βέβαιο όμως ότι χάνει σε πνευματική ζωή και εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία. Στην προσπάθειά της μάλιστα να αντικρούσει την τεκμηριωμένη θεολογική κριτική για τα παραπάνω φαινόμενα, η ηγεσία της Εκκλησίας δεν διστάζει να εκδώσει, όπως πρόσφατα, «Συνοδική» εγκύκλιο («Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η αξία της πατρίδος») διακρινόμενη για πρωτοφανή απουσία και σύγχυση θεολογικών κριτηρίων.

Θα ήταν άραγε υπερβολή να ισχυριστούμε πως ό,τι αρνήθηκε ο Ιησούς Χριστός (περιορισμός στα στενά εθνικά πλαίσια, εθνική αποκλειστικότητα, εγκλωβισμός στον εγκοσμιοκρατικό μεσσιανισμό), τηρουμένων των αναλογιών, μοιάζει σήμερα να πραγματοποιείται από την επίσημη Εκκλησία; Πράγματι, τους πειρασμούς που απέκρουσε ο Χριστός είτε στην έρημο είτε αντιμετωπίζοντας τον Ιούδα και τους Ζηλωτές φαίνεται να αποδέχεται πλέον η θεσμική Εκκλησία. Με τη διαφορά ότι, αντί να μετατρέψει τις πέτρες σε ψωμιά, διοργανώνει συλλαλητήρια για την ελληνικότητα της Μακεδονίας και λαοσυνάξεις για τις ταυτότητες, ενώ τη θέση των ρωμαίων κατακτητών πήραν κατά σειρά οι Τούρκοι, οι Βούλγαροι, οι Γερμανοί, η Ευρωπαϊκή Ενωση, η Νέα Τάξη, το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ κτλ. Ο,τι αρνήθηκε ο Χριστός στον Ιούδα και στους Ζηλωτές, το να γίνει δηλαδή ο εθνικός απελευθερωτής του ιουδαϊκού λαού, περιορίζοντας έτσι την καθολικότητα και ευρυχωρία της χριστιανικής ελευθερίας, η δική μας Εκκλησία το αποδέχεται και το προβάλλει με υπερηφάνεια. Ο,τι δεν βρήκε τότε ο Ιούδας στο πρόσωπο του Ιησού και στην πνευματικής τάξεως μεσσιανικότητά του, το προσφέρει σήμερα απλόχερα η Εκκλησία με τη συνεχή ενασχόλησή της με τα εγκοσμιοκρατικού τύπου ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής, της συνέχειας του ελληνικού έθνους, της εθνικής ταυτότητας, του δημογραφικού προβλήματος ή των μαθητικών παρελάσεων κατά τις εθνικές εορτές, «διορθώνοντας» έτσι για λογαριασμό της το έργο του Χριστού επί της γης και επαληθεύοντας δυστυχώς για άλλη μία φορά τη διαχρονική ισχύ του μύθου του Μεγάλου Ιεροεξεταστή.

Η παρένθεση που άνοιξε το 1453 είναι μάλλον καιρός να κλείσει και η Εκκλησία να ξαναγυρίσει στην κυρίως αποστολή της, που είναι ο ευαγγελισμός και η μεταμόρφωση του κόσμου και του ανθρώπου. Στη δίψα του σημερινού ανθρώπου για ζωή η Εκκλησία μπορεί και οφείλει να απαντήσει με τη δική της πρόταση ζωής, με τα δικά της «ρήματα ζωής αιωνίου», και όχι με τη συνεχή επίκληση της προσφοράς της στους αγώνες του έθνους. Γι' αυτό και η υιοθέτηση ενός οικουμενικού εκκλησιαστικού λόγου, απαλλαγμένου από τις συνεχείς αναφορές στο έθνος και στα σχήματα της κωνσταντίνειας περιόδου, δεν είναι απλώς ένα αίτημα γνησιότητας και πιστότητας προς την ορθόδοξη παράδοση· είναι ταυτοχρόνως και μια απολύτως απαραίτητη και επείγουσα προϋπόθεση προκειμένου να εισέλθει η Εκκλησία μας στον αιώνα που ζούμε και να μη βρίσκει καταφύγιο σε προηγούμενες εποχές.

Ο κ. Παντελής Καλαϊτζίδης είναι υπεύθυνος προγράμματος της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος, πάρεδρος ε.θ. του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

Το ΒΗΜΑ, 26/11/2006