Σελίδες

Σάββατο 2 Ιουνίου 2007

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΝΕΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Π. ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ, 26/11/2006.

ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΥΤΟ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΑΠΟ ΚΑΤΩ ΑΡΘΡΟ.

Νομίζουμε ότι είναι καιρός να θέσουμε στην εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία ορισμένα επώδυνα ζητήματα. Αν θεωρούμε ότι η Εκκλησία εικονίζει και προετοιμάζει την ερχόμενη Βασιλεία του Θεού, έναν καινούργιο κόσμο αγάπης, δικαιοσύνης και καταλλαγής με τον Θεό και τους συνανθρώπους, τότε στην Εκκλησία ανήκουν δυνάμει όλοι οι άνθρωποι: Ιουδαίοι και εθνικοί, δούλοι και ελεύθεροι, άνδρες και γυναίκες, υπερβαίνοντας έτσι εν Χριστώ τις κάθε λογής διαιρέσεις (φυλής, φύλου, θρησκείας, πολιτισμού, κοινωνικής τάξης, ιεραρχίας και αξιώματος) σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο. Αν θεωρούμε ότι η Εκκλησία είναι γένος πνευματικό, ενώ η αλήθεια της κείται πέρα και πάνω από τα επίγεια έθνη και τις επίγειες πατρίδες, τότε για τους χριστιανούς μία είναι η πατρίδα, η «επουράνια Ιερουσαλήμ», δηλαδή η πνευματική πατρίδα του κάθε ανθρώπου που νοσταλγεί τον Θεό σύμφωνα με τον Γρηγόριο τον Θεολόγο. Αν ακόμη σε στιγμές κρίσιμες και εξαιρετικές (Τουρκοκρατία) η Εκκλησία εκκένωσε εαυτήν εκτρεπόμενη της κυρίως αποστολής της και αναλαμβάνοντας τη σωτηρία του Ελληνισμού, της γλώσσας, της υπόστασής του και της πολιτικής του εκπροσώπησης, σήμερα και συντεταγμένη πολιτεία υπάρχει και η ιστορική συγκυρία δεν θυμίζει σε τίποτε εκείνη των αιώνων της Τουρκοκρατίας.

Το τίμημα που η Ορθόδοξη Εκκλησία πλήρωσε και εξακολουθεί να πληρώνει στον βωμό της σχέσης της με το έθνος είναι βαρύτατο. Σχετίζεται με την εγκατάλειψη της αρχής της τοπικής προς όφελος της εθνικής Εκκλησίας και με την πλήρη σχεδόν εθνικοποίησή της, με την υποχώρηση της καθολικότητας και οικουμενικότητας για χάρη της ιδιοπροσωπίας του Νέου Ελληνισμού, με την υιοθέτηση μιας εγκοσμιοκρατικής εσχατολογίας που κάνει περισσότερες αναφορές στην ανάσταση του έθνους και λιγότερες στον Σταυρό και στην Ανάσταση του Χριστού. Σχετίζεται ακόμη με την πνευματική αυτάρκεια και τον αυτοδικαιωτικό λόγο, με την προσκόλληση στο παρελθόν, τον κοινωνικό και πολιτισμικό αναχρονισμό, τον πειρασμό της αναδίπλωσης, του φονταμενταλισμού και του αντιευρωπαϊσμού, με μια λέξη με την αδυναμία μετοχής της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο.

Ετσι η Εκκλησία στην Ελλάδα σήμερα αδυνατεί να δει το έργο και την αποστολή της ξέχωρα από το σύνδρομο της ταύτισης με το έθνος. Φαίνεται να παραμένει μάλιστα ανυποψίαστη για το ότι η ταύτιση με την εθνική ιδεολογία τής επιβλήθηκε από το κράτος για την εξυπηρέτηση των δικών του σκοπών (Μεγάλη Ιδέα) που βαθμιαία έγιναν και δικοί της. Οσο μάλιστα το ελληνικό κράτος, ως αποτέλεσμα των ευρύτερων ανακατατάξεων που οφείλονται στην παγκοσμιοποίηση και στην πολυπολιτισμικότητα, απεθνικοποιείται σταδιακά τόσο η Εκκλησία της Ελλάδος κρατικοποιείται και επανεθνικοποιείται όλο και περισσότερο, νιώθοντας ανασφαλής και μετέωρη χωρίς την ειδική σχέση με το κράτος και την αποκλειστική σχέση με το έθνος. Μπορεί βέβαια η Εκκλησία να κερδίζει έτσι σε ακροατήριο και πολιτική επιρροή, είναι βέβαιο όμως ότι χάνει σε πνευματική ζωή και εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία. Στην προσπάθειά της μάλιστα να αντικρούσει την τεκμηριωμένη θεολογική κριτική για τα παραπάνω φαινόμενα, η ηγεσία της Εκκλησίας δεν διστάζει να εκδώσει, όπως πρόσφατα, «Συνοδική» εγκύκλιο («Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η αξία της πατρίδος») διακρινόμενη για πρωτοφανή απουσία και σύγχυση θεολογικών κριτηρίων.

Θα ήταν άραγε υπερβολή να ισχυριστούμε πως ό,τι αρνήθηκε ο Ιησούς Χριστός (περιορισμός στα στενά εθνικά πλαίσια, εθνική αποκλειστικότητα, εγκλωβισμός στον εγκοσμιοκρατικό μεσσιανισμό), τηρουμένων των αναλογιών, μοιάζει σήμερα να πραγματοποιείται από την επίσημη Εκκλησία; Πράγματι, τους πειρασμούς που απέκρουσε ο Χριστός είτε στην έρημο είτε αντιμετωπίζοντας τον Ιούδα και τους Ζηλωτές φαίνεται να αποδέχεται πλέον η θεσμική Εκκλησία. Με τη διαφορά ότι, αντί να μετατρέψει τις πέτρες σε ψωμιά, διοργανώνει συλλαλητήρια για την ελληνικότητα της Μακεδονίας και λαοσυνάξεις για τις ταυτότητες, ενώ τη θέση των ρωμαίων κατακτητών πήραν κατά σειρά οι Τούρκοι, οι Βούλγαροι, οι Γερμανοί, η Ευρωπαϊκή Ενωση, η Νέα Τάξη, το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ κτλ. Ο,τι αρνήθηκε ο Χριστός στον Ιούδα και στους Ζηλωτές, το να γίνει δηλαδή ο εθνικός απελευθερωτής του ιουδαϊκού λαού, περιορίζοντας έτσι την καθολικότητα και ευρυχωρία της χριστιανικής ελευθερίας, η δική μας Εκκλησία το αποδέχεται και το προβάλλει με υπερηφάνεια. Ο,τι δεν βρήκε τότε ο Ιούδας στο πρόσωπο του Ιησού και στην πνευματικής τάξεως μεσσιανικότητά του, το προσφέρει σήμερα απλόχερα η Εκκλησία με τη συνεχή ενασχόλησή της με τα εγκοσμιοκρατικού τύπου ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής, της συνέχειας του ελληνικού έθνους, της εθνικής ταυτότητας, του δημογραφικού προβλήματος ή των μαθητικών παρελάσεων κατά τις εθνικές εορτές, «διορθώνοντας» έτσι για λογαριασμό της το έργο του Χριστού επί της γης και επαληθεύοντας δυστυχώς για άλλη μία φορά τη διαχρονική ισχύ του μύθου του Μεγάλου Ιεροεξεταστή.

Η παρένθεση που άνοιξε το 1453 είναι μάλλον καιρός να κλείσει και η Εκκλησία να ξαναγυρίσει στην κυρίως αποστολή της, που είναι ο ευαγγελισμός και η μεταμόρφωση του κόσμου και του ανθρώπου. Στη δίψα του σημερινού ανθρώπου για ζωή η Εκκλησία μπορεί και οφείλει να απαντήσει με τη δική της πρόταση ζωής, με τα δικά της «ρήματα ζωής αιωνίου», και όχι με τη συνεχή επίκληση της προσφοράς της στους αγώνες του έθνους. Γι' αυτό και η υιοθέτηση ενός οικουμενικού εκκλησιαστικού λόγου, απαλλαγμένου από τις συνεχείς αναφορές στο έθνος και στα σχήματα της κωνσταντίνειας περιόδου, δεν είναι απλώς ένα αίτημα γνησιότητας και πιστότητας προς την ορθόδοξη παράδοση· είναι ταυτοχρόνως και μια απολύτως απαραίτητη και επείγουσα προϋπόθεση προκειμένου να εισέλθει η Εκκλησία μας στον αιώνα που ζούμε και να μη βρίσκει καταφύγιο σε προηγούμενες εποχές.

Ο κ. Παντελής Καλαϊτζίδης είναι υπεύθυνος προγράμματος της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος, πάρεδρος ε.θ. του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

Το ΒΗΜΑ, 26/11/2006

ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑ

Ερμηνείες και παρερμηνείες

Τοῦ Ἀρχιμ. Μάρκου Βασιλάκη,
Α΄ Γραμματέως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
Θεολόγου - Φιλολόγου

(Ἀπάντηση στό πιό πάνω ἄρθρο)

Στήν ἐφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» τῆς Κυριακῆς 26ης Νοεμβρίου 2006 δημοσιεύθηκε ἄρθρο τοῦ κ. Παντελῆ Καλαϊτζίδη, Θεολόγου καί Παρέδρου ἐπί θητείᾳ τοῦ Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου, ὑπό τόν τίτλο: «Ζητεῖται νέος ἐκκλησιαστικός λόγος». Στό κείμενο αὐτό ὁ ἀρθρογράφος ἐκφράζει τήν ἄποψη ὅτι «τό τίμημα πού ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πλήρωσε καί ἐξακολουθεῖ νά πληρώνει στό βωμό τῆς σχέσης της μέ τό ἔθνος εἶναι βαρύτατο. Σχετίζεται μέ τήν ἐγκατάλειψη τῆς ἀρχῆς τῆς τοπικῆς πρός ὄφελος τῆς ἐθνικῆς Ἐκκλησίας καί μέ τήν πλήρη σχεδόν ἐθνικοποίησή της, μέ τήν ὑποχώρηση τῆς καθολικότητας καί οἰκουμενικότητας γιά χάρη τῆς ἰδιοπροσωπίας τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, μέ τήν υἱοθέτηση μιᾶς ἐγκοσμιοκρατικῆς ἐσχατολογίας πού κάνει περισσότερες ἀναφορές στήν ἀνάσταση τοῦ ἔθνους καί λιγότερες στόν Σταυρό καί στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ...».

Νομίζω ὅτι ὁ ἀρθρογράφος ἀγνοεῖ ἐνδεχομένως αὐτό πού γίνεται σαφές ἀπό τήν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατερικῶν κειμένων, ὅτι δηλαδή στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί Παράδοση ἡ οἰκουμενικότητα δέν καταργεῖ τήν ἐθνική συνείδηση καί οἱ πανανθρώπινες ἀξίες συμπορεύονται θαυμάσια μέ τόν ὑγιῆ πατριωτισμό. Στό Δευτερονόμιο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης διαβάζουμε ὅτι «ὅτε διεμέριζεν ὁ Ὕψιστος ἔθνη, ὡς διέσπειρεν υἱούς Ἀδάμ, ἔστησεν ὅρια ἐθνῶν κατά ἀριθμόν ἀγγέλων Θεοῦ» , δηλαδή διδασκόμαστε ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἔθνους καί τῆς πατρίδος εἶναι ἐντεταγμένη μέσα στό σχέδιο τῆς Θείας Προνοίας καί δέν ἐμφανίζεται ὡς σύμπτωμα τῆς ἁμαρτωλότητος τοῦ ἀνθρώπου. Τό ἴδιο μᾶς βεβαιώνει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἀπό τόν Ἄρειο Πάγο τῶν Ἀθηνῶν διακηρύσσει ὅτι ὁ Θεός ὅρισε «τάς ὁροθεσίας», δηλαδή τά σύνορα τῆς κατοικίας τῶν ἐθνῶν. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ καθηγητής Εὐ. Θεοδώρου ἡ περίφημη ρήση τοῦ Παύλου ὅτι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδέ Ἕλλην» δέν ὑποδηλώνει κατάργηση τῶν ἐθνικῶν ἰδιατεροτήτων ἐπί γῆς, ὅπως τό «οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ» δέν αἴρει τήν μεταξύ τῶν φύλων ἐπίγεια διαφοροποίηση. Καί οἱ δύο αὐτές ρήσεις ἀναφέρονται στήν σχέση μέ τόν Θεό καί στήν δυνατότητα σωτηρίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων.


Σέ πανηγυρική συνεδρίαση τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν τό 1963 ὁ καθηγητής τῆς Θεολογίας ἀείμνηστος Δημήτριος Μπαλάνος ἔδωσε τήν ἀκόλουθη ἀπάντηση στό ζήτημα : «Ἡ Ἐκκλησία μας ἀπεριφράστως ἦταν, εἶναι καί θά εἶναι ἐθνική Ἐκκλησία καί τοῦτο πρός δόξαν της... Ὁ ἐθνικός χαρακτήρ τῆς Ἐκκλησίας μας οὐδόλως παραβλάπτει τόν ὑπερκόσμιον χαρακτῆρα αὐτῆς. Τῷ ὄντι ἡ Ἐκκλησία ὡς ὑπερκόσμιον, ἀόρατον καί πνευματικῆς φύσεως καθίδρυμα, εἶναι ὑπεράνω πάσης ἐπιγείου σχέσεως, συνεπῶς καί ὑπεράνω ἐθνικῶν διακρίσεων. Ἀλλά καί κατά τήν ὀρθόδοξον διδασκαλίαν, ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μόνον ἀόρατον καί ὑπερκόσμιον, ἀλλά καί ὁρατόν καί ἐγκόσμιον καθίδρυμα, καί ὡς τοιοῦτο δέν δύναται νά ἀδιαφορήσει πρός τά κυριώτερα καί εὐγενέστερα ἀνθρώπινα συναισθήματα, ὁποῖα εἶναι ἡ ἀγάπη καί ἡ προσήλωσις πρός τούς ἐπιγείους δεσμούς τῆς οἰκογενείας, τῆς πατρίδος καί τοῦ ἔθνους, οὐδέ δύναται νά μή λάβῃ θέσιν ἔναντι αὐτῶν.... Ἡ πρός τήν ἐπίγειον πατρίδα ἀγάπη οὐδόλως παρεμποδίζει τόν πρός τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ κοινόν χριστιανικόν πόθον. Τοὐναντίον διά καταλλήλου διαπαιδαγωγήσεως ἡ πρός τήν πατρίδα ἀγάπη θά ἠδύνατο νά ἀναγάγῃ εἰς τήν ἔννοιαν τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ, χρησιμεύουσα ὡς προπαίδεια καί ἀναβαθμός εἰς αὐτήν».

Ὑποκρύπτει μονοφυσιτικές τάσεις ἡ παρασιώπηση τῆς θεανθρωπίνης δομῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία κατά τήν Ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός Ἐφεσίους εἶναι πρόσληψη καί «ἀνακεφαλαίωσις» ὄχι μόνον τῶν οὐρανίων ἀλλά καί τῶν ἐπιγείων. Στό πνεῦμα αὐτό ἐντάσσεται ἡ ἐντολή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου «τήν ἐνεγκοῦσαν πατρίδα ἴσα γονεῦσιν τιμᾶν» , τήν ὁποία ἀπέδωσε μέ ἐκλαϊκευμένο τρόπο ὁ μακαριστός Ἁγιορείτης Γέρων Παΐσιος λέγοντας: «Καί ἡ πατρίδα εἶναι μία μεγάλη οἰκογένεια». Ὅταν λοιπόν ἡ Ἐκκλησία ἀγωνίζεται ὑπέρ τῆς ἐλευθερίας καί τῆς πολιτιστικῆς ταυτότητος τοῦ ἔθνους μας δέν σημαίνει ὅτι ὑποτιμᾶ ἤ μισεῖ τά ἄλλα ἔθνη, ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἀγάπη πρός τούς γονεῖς μας δέν σημαίνει ὅτι μισοῦμε τούς γονεῖς τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.

Ἐπί Τουρκοκρατίας ἡ Ἐκκλησία δέν περιορίσθηκε στόν Ἐθναρχικό της ρόλο, ἀλλά προέβαλλε συγχρόνως τό οἰκουμενικό σωτηριολογικό νόημα τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ὅπως ἀποδεικνύουν τά πολλά σωζόμενα κηρύγματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καθώς καί πολλά δημώδη ἄσματα , ὅπως π.χ. τοπικά κάλλαντα. Ἀλλά καί σέ ἄλλες δύσκολες γιά τόν λαό μας στιγμές ἡ Ἐκκλησία μας συνεδύασε τήν πατριωτική της δράση μέ τήν διακονία καί τήν κοινωνική προσφορά πρός κάθε συνάνθρωπο, ἀσχέτως φυλῆς ἤ θρησκείας. Θυμίζουμε τήν περίοδο τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου καί τῆς Κατοχῆς ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός καί ἄλλοι Μητροπολίτες καί ἁπλοί κληρικοί ἀφ’ ἑνός μέν χαλύβδωναν τήν διάθεση τῶν Ἑλλήνων γιά πανεθνική Ἀντίσταση, ἀφ ἑτέρου δέ βοηθοῦσαν τούς Ἑβραίους συμπολίτες μας νά κρυφτοῦν καί μεριμνοῦσαν γιά τήν ἀνακούφιση τῶν πεινώντων, τῶν ὀρφανῶν καί τῶν πασχόντων. Σέ ἀντίθεση μέ τά ὅσα ἰσχυρίζεται ὀ κ. Καλαϊτζίδης ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει ὡς ἐπίκεντρο τῆς διδασκαλίας της τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, γι’ αὐτό ἄλλωστε ἀγωνίζεται ὑπέρ τοῦ Ὀρθοδόξου ὁμολογιακοῦ χαρακτῆρος τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν καί κατά τῆς μετατροπῆς του σέ θρησκειολογικό. Ἄν εἰλικρινά ὁ κ. Καλαϊτζίδης ἐνδιαφέρεται νά ἀκοῦν οἱ νέοι μας λόγο περί Σταυροῦ καί Ἀναστάσεως ἄς συνταχθεῖ καί αὐτός στήν προσπάθεια τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νά μή μετατραπεῖ τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν σέ ἕνα συνονθύλευμα ξερῶν ἐγκυκλοπαιδικῶν γνώσεων χωρίς Χριστοκεντρικό καί ἠθοπλαστικό περιεχόμενο.

Οἱ Τοπικές Ἐκκλησίες πού αἰσθητοποιοῦν τό Ὅλο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, σέ πολλές ἀπό τίς σημερινές περιπτώσεις ταυτίζονται πρός τίς Ἐθνικές Ἐκκλησίες πού μέ ἐσχατολογική αὐτοσυνειδησία ἐντός τῶν εὐχαριστηριακῶν πλαισίων, προβάλλουν τόσο πρωτογενῶς τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ὅσο καί δευτερογενῶς τίς ἐπίγειες τοπικές γεωφυσικές, οἰκολογικές, ἱστορικές καί πολιτιστικές τους συναρτήσεις, ἐφ’ ὅσον αὐτές δέν παρεμποδίζουν τόν πρωτογενῆ σκοπό τους.

Γι’ αὐτό, ὅπως δέν ἐπιτρέπεται ἡ σωβινιστική πατριδοκαπηλεία, κατά παρόμοιο τρόπο εἶναι ἀπαράδεκτη ἡ ὀρθοδοξοκαπηλεία, ἡ ὁποία πολύ συχνά μέ τή μονοφυσιτική νοοτροπία παραθεωρεῖ τό γεγονός ὅτι ἡ θεανθρώπινη ὀρθοδοξία ἐγκλιματίζει στό πνευματικό οἰκολογικό περιβάλλον της καί αὐτή τήν χοϊκή φύση καί ἐνοφθαλμίζει στήν πνευματική της βιόσφαιρα τά ἑκάστοτε καί ἑκασταχοῦ ὁμόλογα ἤ ὁμοιογενῆ ἱστορικά, ἐθνικά καί πολιτιστικά στοιχεῖα, τά ὁποῖα ἀναχωνεύονται στό πυρακτωμένο καμίνι της, δέχονται τίς ἀνταύγειες τοῦ Θαβωρείου φωτός καί μέ αὐτό τόν τρόπο μεταμορφώνονται σέ ἐκλεκτά ἐπίγεια σκεύη τοῦ οὐρανίου θησαυροῦ της.

Αὐτό συνέβη στόν πανθομολογούμενο ὕψιστο βαθμό μέ τίς διαλεκτικές σχέσεις Χριστιανισμοῦ καί Ἑλληνισμοῦ, ἔτσι ὥστε νά δικαιολογεῖ τήν χρήση τῆς ἐκφράσεως «ἑλληνορθόδοξα ἰδεώδη». Ὅταν καί διακεκριμένοι Σλάβοι Θεολόγοι χρησιμοποιοῦν τήν ἔκφραση «ἑλληνική Ὀρθοδοξία», δέν πρέπει ἐμεῖς νά διστάζουμε νά χρησιμοποιοῦμε, φυσικά χωρίς ἔπαρση τήν ἔκφραση αὐτή.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καταδικάζει τόν ρατσισμό, τόν σωβινισμό καί τόν πολεμοχαρῆ ἐθνικισμό. Ἀποδέχεται, ὅμως, τόν πατριωτισμό καί τήν ἀνάγκη κάθε ἔθνους νά ζῆ μέ εἰρήνη, ἐλευθερία, ἐθνική ἀξιοπρέπεια. Ὁ ἀγώνας της ὑπέρ τῆς ἐθνικῆς γλωσσικῆς καί πολιτιστικῆς μας ἰδιοπροσωπίας δέν ἔχει ὡς ὑπόβαθρο τήν ἐθνική ἀλαζονεία, ἀλλά τήν δημοκρατική ἀρχή, τήν ὁποία ἀποδέχεται καί ἡ Εὐρωπαϊκή Ἕνωση, περί τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἐθνικῆς ταυτότητος κάθε λαοῦ. Γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὁ ἀκραῖος ἐθνικισμός πού ὀρθώνει τείχη μεταξύ τῶν λαῶν εἶναι ἐξ ἴσου καταδικαστέος ὅπως καί ὁ ἄπατρις διεθνισμός πού θέλει νά ἰσοπεδώσει τήν ἐθνική ἰδιαιτερότητα κάθε λαοῦ.

Ἡ οἰκουμενικότητα τῆς Χριστιανικῆς διδασκαλίας δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τήν ἰσοπέδωση τῶν πολιτισμῶν πού ἐπιζητοῦν οἱ ὀπαδοί τῆς ὑλιστικῆς παγκοσμιοποιήσεως. Ἄν θέλουμε νά ἀναζητήσουμε τόν «νέο ἐκκλησιαστικό λόγο» θά πρέπει νά εἴμαστε βέβαιοι ὅτι αὐτός ὁ λόγος θά εἶναι πράγματι Ὀρθόδοξος καί ἐκκλησιαστικός καί ὄχι βασισμένος σέ ἐφήμερα φιλοσοφικά ρεύματα καί σέ πολιτικά ἰδεολογήματα.

(Δημοσιεύτηκε στην Ἰστοσελίδα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος)

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2007

ΕΘΝΟΣ – ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ

... ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΦΡΟΝΗΜΑ

Πρωτοπρ. Γεωργίου Μεταλληνού, Καθηγητού Πανεπιστημίου


1. Με το κείμενο αυτό θα προσπαθήσω να δώσω απάντηση στο ερώτημα: Γιατί η Ορθοδοξία -«καθ' ό Ορθοδοξία», φυσικά- δεν μπορεί να είναι εθνικιστική.

Δεν θα επιχειρηθεί, βέβαια, εδώ αποσαφήνιση των όρων: έθνος, εθνισμός, πατριωτισμός, εθνικισμός. Διότι, παρά τη συχνή κακοποίηση τους, στην καθημερινή χρήση, λίγο ή πολύ έχουν περιεχόμενο κοινά αποδεκτό. Έτσι, οι όροι πατριωτισμός και φιλοπατρία εκφράζουν κάτι σαφές και, όπως πιστεύω, καθολικά δεκτό· την αγάπη προς την πατρίδα, ως τόπο της στενότερης ή ευρύτερης καταγωγής, κάτι πού καταφάσκει και η ορθόδοξη παράδοση δια στόματος του αγίου Γρηγορίου του θεολόγου (4ος αι.): «Μητέρα τιμάν των οσίων (=είναι ιερό να τιμά κανείς τη μητέρα του)· μήτηρ δε άλλη μεν άλλου, κοινή δε πάντων (μήτηρ) πατρίς» (Επιστ. 37). Το μόνο, πού πρέπει να δηλωθεί, είναι η σαφής διαφοροποίηση στο κείμενο αυτό των ορών «εθνισμός» και «εθνικισμός», διότι ο μεν πρώτος ταυτίζεται με τον «πατριωτισμό», ο δεύτερος όμως κρύβει τη νόσο του μισαλλόδοξου φανατισμού, με όλες τις ευνόητες ταυτίσεις και προεκτάσεις.

2. Η στάση απέναντι στο «έθνος» και στην «πατρίδα» στο χώρο των κατά παράδοση ορθοδόξων λαών είναι μεν ενσωματωμένη σ' αυτό, πού δηλώνει εκκλησιαστικά ο όρος «ορθόδοξο φρόνημα» (πρβλ. Ρωμ. 7,27), ως το περιεχόμενο της συνειδήσεως τους, προϋποθέτει, όμως, τη χριστιανική νοηματοδότηση του όρου «έθνος», ήδη στην αρχή της εμφανίσεως της Εκκλησίας στην ιστορική σκηνή, ως σώματος και κοινωνίας. 'Έτσι, «έθνη» αποκαλούνται στην Καινή Διαθήκη, όπως και στη σύγχρονη της εβραϊκή κοινωνία, οι ειδωλολάτρες - εθνικοί, οι μη Ιουδαίοι και μη χριστιανοί. Αυτό εννοεί π.χ. ο Χριστός στην «επί του όρους» ομιλία, λέγοντας: «πάντα γαρ ταύτα τα έθνη επιζητεί» (Ματθ. 6,32). Την ίδια έννοια έχει και ο λόγος για «έλληνες» στο Ιωάν. 12, 20. Πρόκειται για «εθνικούς» (ειδωλολάτρες) προσηλύτους (Π. Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σ. 448/9). Αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί για τους σημερινούς εθνικιστές, οι όποιοι, στηριζόμενοι σε ανεπιστημονικές μυθοπλασίες, βλέπουν στο χωρίο αυτό πράγματα άσχετα προς την ιστορική αλήθεια.

Ο Χριστός παραδόθηκε στα «έθνη» (=εθνικούς) (Ματθ. 20, 19). Η εντολή του, όμως, μετά την ανάσταση του είναι «πορευθέντες, μαθητεύσατε (=κάμετε μαθητές - χριστιανούς) πάντα τα έθνη» (=λαούς) (Ματθ. 28, 19). Σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις ο όρος «έθνος» (ή «έθνη») έχει κυρίως πνευματική - θρησκευτική και όχι φυλετική σημασία. Σημαντικό, όμως, είναι, ότι ήδη στην Κ.Δ. χρησιμοποιείται ο όρος «έθνος», πάλι με πνευματική έννοια, αλλά για να δηλώσει το σώμα των πιστών, το «λαό του Θεού», το «έθνος άγιον» (Α' Πέτρ. 2, 9). «Έθνος άγιον» και «λαός του Θεού» ταυτίζονται νοηματικά και σημαίνουν το «σώμα Χριστού», την Εκκλησία, με υπόβαθρο καθαρά α-φυλετικό.

Έτσι, οδηγούμεθα στο Γαλ. 3, 27 ε., όπου ορίζεται από τον Απ. Παύλο, ότι οι βαπτισμένοι «εις Χριστόν» (=όσοι «πέθαναν» και αναγεννήθηκαν στο σώμα του Χριστού) έχουν ντυθεί τον Χριστό και, έτσι, «ουκ ένι Ιουδαίος ή Έλλην». Μέσα στην Εκκλησία δεν υπάρχουν πια διαφορές (φυλετικές - ταξικές), αφού η ιδιότητα του μέλους της Εκκλησίας ενώνει, ενώ οι όποιες άλλες ιδιότητες χωρίζουν. Όλα αυτά όμως (όπως και στο Κολ. 3, 11) σε πλαίσια καθαρά υπερεθνικά και αφυλετικά. Οι πιστοί είναι ίσοι ενώπιον του Θεού, ο Οποίος εξ άλλου δεν είναι «προσωπολήπτης», αφού «εν παντί έθνει ο φοβούμενος αυτόν και εργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτός αυτώ εστίν» (Πράξ. 10,34). Η πέτρεια έννοια «έθνος άγιον» ταυτίζεται με τον παύλειο όρο «λαός Θεού» (π.χ. Β' Κορ. 6, 16: «...και έσομαι αυτών θεός και αυτοί έσονται μοι λαός». Πρβλ. Α' Πέτρ. 2, 9: «Υμείς δε γένος εκλεκτόν..., οί ποτέ ου λαός, νυν δε λαός Θεού», όπου υπεισέρχεται και ο όρος «γένος», δηλωτικός της νέας –πνευματικής καταγωγής από το «δεύτερο Αδάμ» και γενάρχη της νέας ανθρωπότητας, τον Ιησού Χριστό). Όλ' αυτά τα χωρία, πού ενδεικτικά αναφέρθηκαν, σχετίζονται με το νέο έθνος - γένος - λαό, το «σώμα» του Χριστού, πού δεν υποκαθιστά τις οποιεσδήποτε ανθρώπινες και ιστορικές σχέσεις, αφού ανάγει σε μια νέα όχι μόνο ενδοϊστορική, αλλά συνάμα και υπεριστορική πραγματικότητα, σε ένα νέο Θεανθρώπινο κόσμο, πού ενώνει τους λαούς της γης σε μια ενότητα, θεμελιωμένη στην άκτιστη «θεία Βασιλεία» (χάρη). Ο χαρακτηρισμός των χριστιανών το 6' αιώνα «τρίτον γένος» (genus tertium) ενσαρκώνει τη νέα αυτή συνείδηση και την υπέρβαση των φυλετικών διαιρέσεων, αφού οι «αναγεννημένοι» μέσα από την πνευματική «κοιλία» της Εκκλησίας, το βαπτιστήριο (ή την κολυμβήθρα), κληρονομούν από τον Χριστό μια νέα-διαφορετική φύση, πού καταργεί την «πεσούσα» φύση του παλαιού Αδάμ.

Αυτά είναι τα θεμέλια της χριστιανικής ανθρωπολογίας, πού ενεργοποιούνται με την ενσωμάτωση του ανθρώπου στην Εκκλησία. Οι ιστορικές - ενδοκοσμικές σχέσεις δεν αναιρούνται, αλλά υπερβαίνονται και ιεραρχούνται. Ο Βαρνάβας, έτσι, και ως απόστολος και συνεργάτης του Παύλου, χαρακτηρίζεται «κύπριος τω γένει» (Πράξ. 4,36), ο ίδιος δε ο Παύλος δεν αποποιείται την καταγωγή του (Γαλ. 1,13 ε.), αφού ο θεός των Χριστιανών, ο «πατήρ» του Ιησού Χριστού (Α΄ Ιωάν. 2, 23), «εποίησεν εξ ενός αίματος πάν έθνος ανθρώπων κατοικείν επί παντός προσώπου της γης, ορίσας... τας οροθεσίας της κατοικίας αυτών» (Πράξ. 17, 25 ε.). Με αυτά δηλώνεται η ενότητα του ανθρωπίνου γένους λόγω της κοινής ΟΛΩΝ καταγωγής («εξ ενός» αίματος ή ανθρώπου) και άρα το αβάσιμο και αντιχριστιανικό του φυλετισμού. Οι διαμορφωμένες ιστορικά -και μέσα στη δυναμική της πτώσεως- «εθνότητες» και οι οποιεσδήποτε ανάμεσα τους διαφορές - διακρίσεις δεν προέρχονται από τον ένα και δημιουργό θεό, αλλά από την αμαρτία. Αυτό εκφράζει ως πανορθόδοξο βίωμα το «κοντάκιο» της Πεντηκοστής: «Ότε καταβάς τας γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν έθνη ο 'Ύψιστος· ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμεν, εις ενότητα πάντας εκάλεσε...». Αντιπαρατίθενται σ' αυτό το γεγονός της Βαβέλ (Γεν. κεφ. 11) και της Πεντηκοστής (Πράξ. 2, 1 ε.). Στο πνεύμα της Πεντηκοστής (Πράξ. 2,1 έ.) ζει η Εκκλησία, στην αυθεντική της έκφραση, ως Ορθοδοξία.

Ο όρος «έθνος», μαζί με τα συνώνυμα του, αποφορτίζεται εκκλησιαστικά από το παλαιό νόημα του και αναφορτίζεται (=ενέργεια πού χαρακτηρίζει όλη τη θεολογική γλώσσα του Χριστιανισμού) με έννοια πνευματική - πολιτιστική, στα όρια της νέας υπαρξιακής και υπαρκτικής γεννήσεως των Χριστιανών (βλ. Ιωάν. 1,13: «οί εκ Θεού εγεννήθησαν»). Αυτή η νέα συνείδηση και πραγματικότητα εκφράζεται στην Αποκάλυψη (κεφ. 5, 9-10): «...Άξιος ει λαβείν το βιβλίον και ανοίξαι τας σφραγίδας αυτού, ότι εσφάγης και ηγόρασας τω Θεώ ημάς εν τω αίματί σου εκ πάσης φυλής και γλώσσης και λαού και έθνους». Η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, είναι ο νέος κόσμος, η νέα «εν Χριστώ» κοινωνία.

3. Ιστορική πραγμάτωση της νέας αυτής συνειδήσεως υπήρξε η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης (Ρωμανία / Βυζάντιο). Το «Βυζάντιο», παρ' όλες τις ανθρώπινες ατέλειες και αμαρτίες, νοείται ως μία «Μεγάλη Εκκλησία», μέσα στην οποία προσκομίζεται συνεχώς η ανθρώπινη αμαρτία - αποτυχία, για να μεταμορφωθεί, με τη μετάνοια και την άκτιστη χάρη, σε ζωή εν Χριστώ. Βυζαντινολόγοι, όπως ο Στ. Ράνσιμαν (Βυζαντινή θεοκρατία, Αθήνα 1982) μπόρεσαν να δουν έτσι το «Βυζάντιο», ερμηνεύοντας το «εκ των ένδον» και όχι με τα φραγκολατινικά κριτήρια της αλλοτριωμένης χριστιανικότητας και ελληνικότητας. Στο Χριστιανικό Κράτος της Ρωμανίας συνεχίζεται πληθυσμιακά η δομή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας: ένας μεγάλος αριθμός λαοτήτων συνθέτει την αυτοκρατορία, ή, αν θέλουμε, κοινοπολιτεία, συνιστώντας εκ των πραγμάτων μία τρισύνθετη ενότητα: πολιτιστική (παρά τις τοπικές ιδιαιτερότητες), κρατική και πνευματική. Ο ελληνιστικός πολιτισμός, ο ρωμαϊκός κρατικός φορέας και η νέα συνείδηση, η Ορθοδοξία, συνθέτουν το «Γένος των Ρωμαίων», δηλαδή των Ορθοδόξων πολιτών της Νέας Ρώμης. Κατά κάποιο τρόπο, η Ρωμαίικη Αυτοκρατορία γίνεται το «πανδοχείο» της ιστορίας (βλ. Λουκ. 10, 24), ενσαρκώνοντας τον αναμενόμενο νέο κόσμο, στα όρια της θεανθρωπότητας. Αυτό είναι βέβαια αισθητό, όπου σώζεται το ορθόδοξο - πατερικό φρόνημα.

Όλες οι λαότητες της αυτοκρατορίας θα συνδέονται με την κοινή πίστη (ως φρόνημα), σε μια νέα συγγένεια, την εν Χριστώ παγγένεια των Ρωμαίων, με σημείο αναφοράς όχι την Παλαιά, αλλά τη Νέα Ρώμη - Κωνσταντινούπολη. Τα «εθνικά» ονόματα δεν διέκριναν τις λαότητες διαιρετικά, αλλά υποδήλωναν τις επαρχίες (αυτό σημαίνει ο όρος «έθνος» στον 34ο αποστολικό κανόνα) και τις γλωσσικές ομάδες. (Η Ρωμανία ποτέ δεν επεδίωξε γλωσσική ομοιομορφία). Η Ορθοδοξία ήταν ο πανενωτικός σύνδεσμος των Ρωμαίων. Και αυτό βιωνόταν εντονότερα, οπού η σχέση με την «πατερικότητα» ήταν ισχυρότερη. Γι' αυτό και το «εθνικό» όνομα «ρωμαίος» ταυτίσθηκε με το περιεχόμενο της νέας «εθνικής» συνειδήσεως, δηλαδή την πίστη. Ρωμαίος (δηλαδή Νεο-Ρωμαίος ή Ρωμηός) σημαίνει ορθόδοξος. Η μακραίωνη διαπάλη μεταξύ Φραγκο-γερμανικού κόσμου και Ρωμαίικης Ανατολής επικεντρώθηκε γι' αυτό στη διεκδίκηση από τους Δυτικούς του ονόματος «ρωμαίος», ταυτόσημου με το «ορθόδοξος», ενώ στη Χριστιανική Ανατολή προσέδωσαν τα ονόματα «Γραικία» και «Γραικός», δηλωτικά όχι του «ελληνισμού» και της «ελληνικότητας», όπως αφελώς θέλουν κάποιοι να πιστεύουν. 'Απλά σημαίνουν: «χώρα των μη (γνησίων) Ρωμαίων και αποσχισθέντων αιρετικών». Βέβαια, αυτά όλα μας τα ξεκαθάρισε με την πρωτοπορειακή επιστημονική ερευνά του ο π. Ι. Ρωμανίδης, αλλά είναι ανάγκη να αναρριπίζονται, διότι δεν έχουν συνειδητοποιηθεί ακόμη από πολλούς ή απορρίπτονται ασυζητητί από τους ευρωπαΐζοντες.

Οι λαοί της Ρωμανίας / Βυζαντίου, ανάλογα με το βαθμό ορθοδοξοποιήσεώς τους, υπερβαίνοντας το κριτήριο της καταγωγής, εντάσσονταν σε μια άλλη ενότητα, στο εκκλησιαστικό σώμα. Η εκκλησιαστική δε ενότητα επιβίωσε αδιατάρακτα στις σχέσεις των Ορθοδόξων ως το 19ο αιώνα και την έξαρση των εθνι(κι)σμών. Όταν η πατριαρχική εγκύκλιος του 1848 ονομάζει το «λαό» (δηλ. σύνολο το ορθόδοξο εκκλησιαστικό σώμα) «φύλακα» της Ορθοδοξίας, εκφράζει αυτή τη συνεχιζόμενη πραγματικότητα της Ρωμανίας, την υπερφυλετική ενότητα με βάση την πίστη. Αυτή την ενότητα διασπούσε (και διασπά) η αίρεση (κάθε αίρεση) ως νόθευση και, γι' αυτό, απόρριψη της Ορθοδοξίας. Η απόρριψη δε της Ορθοδοξίας είχε ως συνέπεια την ανάπτυξη αντεθνικού ρόλου, όπως συνέβη λ.χ. με τους λεγόμενους «μονοφυσίτες» στα ανατολικά και νότια σύνορα της αυτοκρατορίας ή με τους Βογομίλους στη Βαλκανική (συνεννοήσεις με Νορμανδούς) κλπ.

Πρέπει δε εδώ να λεχθεί, ότι τα σπέρματα του νεωτέρου εθνικισμού απαντούν στις αρχαίες αιρέσεις και στην αιρετίζουσα διανόηση με την αναίρεση εκ μέρους των της ορθόδοξης καθολικότητας. Έτσι, χωρίς κανένα δισταγμό οι άγιοι Πατέρες αναφέρονταν -και αναφέρονται- στους αγίους του προφητικού Ιουδαϊσμού (Ησαΐα, Μωυσή, Δαβίδ). Ο Έλληνας - καπαδόκης Γρηγόριος Νύσσης θα προβάλλει λ. χ. τον Μωυσή ως πρότυπο θεουμένου. Οι άγιοι Εφραίμ και Ισαάκ, καύχημα της Ορθοδοξίας, ήσαν Σύροι, όπως σήμερα ως σέμνωμα της Ορθοδοξίας θεωρούμε και μεις, οι «εκ καταγωγής» Έλληνες, τον άγιο Σεραφείμ του Σαρώφ ή τον άγιο Σάββα τον Σέρβο. Οι αιρετικοί, όμως, (π.χ. οι Αρειανοί), προετοιμάζοντας την εμφάνιση του αυτοκράτορα Ιουλιανού, θα στρέφονται «μονιστικά» στους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, ταυτιζόμενοι κατά κάποιο τρόπο με τους σημερινούς εθνικιστές - αρχαιολάτρες, πού απορρίπτουν την Παλαιά Διαθήκη ως «εβραϊκό» (!) βιβλίο και τους Αγίους της (Προφήτες) ως «εβραίους». Η Π.Δ., όμως, αγία Γραφή ημών των Χριστιανών, οι Προφήτες άγιοι της πίστεως μας, ισόκυροι με τους Αποστόλους και τους Πατέρες μας, οι δε άγιοι Μακκαβαίοι παίδες μαζί με την αγία μητέρα τους Σολομονή και το δάσκαλο τους Ελεάζαρο τιμώνται ως άγιοι της Ορθοδοξίας την 1η Αυγούστου, διότι τα κριτήρια της Ορθοδοξίας ακριβώς δεν είναι εθνικιστικά, αλλά υπερεθνικά.

Η αίρεση πάντα θα αρνείται την καθολικότητα και, συνεπώς, και την υπερεθνικότητα, κινούμενη σε πλαίσια σαφώς φυλετικά και εθνικιστικά. Αυτό είναι ευδιάκριτο στην πορεία της «χριστιανικής» Ευρώπης και του δυτικού κόσμου ευρύτερα. Η αλλοτρίωση στην πίστη, μετά την εκφράγκευσή της, θα έχει στο χώρο της εθνικής συνειδήσεως σοβαρότατες συνέπειες. Ο όρος «έθνος» θα αποβεί στη Δύση φυλετική κατηγορία (nation - gens). Τι άλλο εκφράζει η «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του γερμανικού έθνους»; Ο Φραγκογερμανικός ρατσισμός, μάλιστα, θα έχει ως βάση το σώμα των «ευγενών», με την τάξη των οποίων θα ταυτισθεί τελικά το «έθνος» (αυτή την έννοια έχει ο όρος «έθνος - nation» στο Λούθηρο). Αναστροφή της πυραμίδας θα γίνει στη Γαλλική Επανάσταση (1789) -στην αρχή της βέβαια- όπου κατά τον Αββά Sieyes ο όρος «nation» ταυτίζεται με την «τρίτη τάξη», χωρίς όμως αλλαγή νοοτροπίας.

4. Η Ορθόδοξη καθολικότητα είναι η μήτρα, στην οποία κυοφορείται η υπερεθνικότητα. Ο μεγάλος ρωμηός πολιτικός του 19ου αιώνα, ο ληξουριώτης ριζοσπάστης Γεώργιος Τυπάλδος - Ιακωβάτος (1813-1882), συνήθιζε να λέγει: «Είμεθα πρώτα Χριστιανοί (ορθόδοξοι) και μετά Έλληνες», αποκρούοντας το εθνικιστικό σύνθημα των Βενετσιάνων κατακτητών και του νησιού του: «semo prima Veneziani e poi Christiani». Το υπερεθνικό, όμως, στην Ορθοδοξία δεν αναιρεί το εθνικό. Δεν είναι «ανεθνική» η ορθόδοξη πίστη. Δεν καταργεί το εθνικό στοιχείο, αλλά και δεν το αφήνει να λειτουργεί διασπαστικά. Όπου και όταν είναι ακμαίο το ορθόδοξο φρόνημα, εκεί βιώνεται η οικουμενικότητα και ρωμαίικη παναδελφότητα· όπου όμως επικρατεί η ενδοκοσμική προοπτική και εσχατολογία, εκεί κατισχύει η εθνικότητα ως φυλετισμός.

Η διαχρονικότητα αυτής της ορθόδοξης συνείδησης επιβεβαιώνεται από δύο κείμενα, που απέχουν μεταξύ τους 16 αιώνες, την Προς Διόγνητο Επιστολή (β' αι.) και τις Διδαχές του αγίου Κοσμά του Αιτωλού (ιη' αι.). Στο πρώτο κείμενο ορίζεται, ότι οι Χριστιανοί «πατρίδας οικούσιν ιδίας, αλλ' ως πάροικοι· μετέχουσι πάντων ως πολίται, και πάνθ' υπομένουσιν ως ξένοι- πάσα ξένη πατρίς εστίν αυτών και πάσα πατρίς ξένη». Δεν παύουν, δηλαδή, να είναι «πολίτες» (και πατριώτες), αλλά δεν δένονται με την προσωρινότητα του κόσμου. Αυτό το πνεύμα εκφράζει και ο Πατροκοσμάς: «η πατρίδα μου η ψεύτικη, η γήινη και ματαία, είναι από του Αγίου Άρτης και από την επαρχίαν Αποκούρου... Ημείς, Χριστιανοί μου, δεν έχομεν εδώ πατρίδα. Δια τούτο και ο θεός μας έβαλεν τον νουν εις το επάνω μέρος, δια να στοχαζώμεθα πάντοτε την ουράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας». 'Έτσι σκέπτονται οι αυθεντικά ορθόδοξοι, δηλ. οι Άγιοι. Η σκέψη δε αυτή δεν είναι προφανώς εθνικιστική, αλλά ούτε και διεθνιστική. Διότι, όπως ελέχθη, δεν καταργείται ο εθνισμός και η εθνότητα, αλλά ιεραρχείται στο «πραγματικό», που είναι το αιώνιο. Και κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τον Πατροκοσμά για «εθνική μειοδοσία»!

Η Εκκλησία, ως εν Χριστώ κοινωνία, με τη λατρεία της κυρίως, διασώζει, εις πείσμα της πολιτικής και διπλωματίας, την ενότητα και οικουμενικότητα της Ρωμανίας / Βυζαντίου, με ενωτικό σύνδεσμο την ορθόδοξη πίστη. Γι' αυτό και παραμένει η Εκκλησία, ως σώμα, «το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο» (Νικ. Γιόργκα). Η Ρωμαίικη αυτοκρατορία συνεχίζεται με ένα άλλο τρόπο υπάρξεως μέσα στην Εκκλησία και μαζί η υπερεθνικότητα και υπερφυλετικότητά της. Μόνο, όταν αποδυναμώνεται η εσωτερική σχέση με την ορθόδοξη παράδοση, τότε ανατρέπονται αυτές οι ισορροπίες.

5. Έχει, όμως, ιδιαίτερη σημασία το γεγονός, ότι ο «φυλετισμός» (ρατσιστικός εθνικισμός) καταδικάσθηκε συνοδικά στην Κωνσταντινούπολη το 1872, με αφορμή τις πρώτες εκρηκτικές εκφάνσεις του εθνικισμού στη Βαλκανική, το πραξικοπηματικό Ελλαδικό αυτοκέφαλο (1833) και τη Βουλγαρική Εξαρχία (1870). Πρέπει δε να λεχθεί στη συνάφεια αυτή, ότι εμείς οι Έλληνες, κινούμενοι στο σύνδρομο του εξευρωπαϊσμού, καταλύσαμε πρώτοι την υπερεθνική παράδοση της Ρωμηοσύνης, οι πολιτικές δε Ηγεσίες των ορθοδόξων εθνών της Βαλκανικής ακολουθούν με σχολαστική ακρίβεια όλες τις πολιτειοκρατικές αυθαιρεσίες του ελλαδικού χώρου, χρησιμοποιώντας τες μόνιμα ως προηγούμενο. Και αυτό πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, όταν διαμαρτυρόμενα για συμπεριφορές, όπως αυτή του Μπερίσα, έναντι του ελληνικού στοιχείου της Αλβανίας...

Η Σύνοδος του 1872 αντιμετώπισε τον εθνοφυλετισμό (εθνικισμό) ως αίρεση. Βέβαια, αναφέρεται στο «βουλγαρικόν ζήτημα», διότι το «ελλαδικόν» είχε «λυθεί» το 1850. Ο φυλετισμός χαρακτηρίζεται ασυμβίβαστος με την Ορθοδοξία, ως προβολή της φυλής και του έθνους εις βάρος της πίστεως, με συνέπεια τη διάσπαση της ενότητας της Εκκλησίας. Το κείμενο είναι σαφές: καταδικάζει τις φυλετικές διακρίσεις και εθνικές έριδες και τις διχοστασίες, πού αναιρούν την «ενότητα της πίστεως». Ο φυλετισμός (εθνικισμός) καταδικάζεται ως «καινή δόξα», «ξένος» προς την ορθόδοξη παράδοση και «νεωτερική λύμη». Η Εκκλησία -υποστηρίζεται- δεν μπορεί να γίνει ποτέ «εθνική», δηλαδή «φυλετική». Και αυτό, πράγματι, ήταν το καίριο πρόβλημα για τη βαλκανική πραγματικότητα το 19ο αιώνα, όταν, με την επίδραση της Γαλλικής Επανάστασης και των ευρωπαϊκών εθνικισμών, η αναφορά δεν ήταν πια στην «εν Ελλάδι», στην «εν Βουλγαρία» ή στην «εν Σερβία» Ορθοδοξία, αλλά στην «ελληνική» (όχι: ελλαδική), στη βουλγαρική και στη σερβική Ορθοδοξία. Η Ορθοδοξία, έτσι, από παράγων ενότητας και συνοχής, γίνεται δύναμη διασπάσεως, διότι φιλτράρεται με τις εθνικιστικές ιδέες, πού υποτάσσουν την καθολικότητα της πίστεως στην εθνικιστική - φυλετική ιδέα. Το λεγόμενο «μακεδονικό» ή, καλύτερα, «σκοπιανό» και το «βορειοηπειρωτικό» συναρτώνται με τον εθνικισμό της Βαλκανικής, που περιθωριοποιεί την πίστη ή την υποτάσσει στις εθνικιστικές σκοπιμότητες. Είναι επίκαιρος εδώ κα'ι πάλι ο λόγος του Γ. Ιακωβάτου: «Οι Αλβανοί της Ηπείρου (όταν είναι) ορθόδοξοι, είναι 'Έλληνες· άμα εισεχώρησεν ο όφις του παπισμού εις την Αλβανίαν, και το ήμισυ αυτής εγένετο παπικόν, δεν είναι 'Έλληνες»! Και σ' άλλο σημείο: «Άνευ θρησκείας (εννοεί: ορθοδοξίας), Φράγκοι, Αλβανοί, Βλάχοι. Μετά θρησκείας ομογενείς» (δηλ. του ιδίου γένους, ορθόδοξοι και Έλληνες). Έχει μεγάλη σημασία, ότι τη συνοδική απόφαση του 1872 υπέγραψαν και πρώην Οικουμενικοί Πατριάρχες, αλλά και οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας Σωφρόνιος και Αντιοχείας Ιερόθεος και ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Σωφρόνιος. Οπότε το κείμενο έλαβε πανορθόδοξη σημασία.

6. Από τις προϋποθέσεις αυτές προσδιορίζεται η δυναμική, πού μπορεί να αναπτύξει η Ορθοδοξία στη σημερινή κρίση του ευρωπαϊκού και βαλκανικού χώρου. Η Ορθοδοξία, όμως, προϋποθέτει ορθοδόξους, πατερικό δηλαδή φρόνημα και καθολικότητα σκέψης. Η ορθοδοξολογία είναι εύκολη, ακόμη και για πολιτικούς, πού την αγνοούν ή την απορρίπτουν με την πολιτική ή και τη βιωτή τους. Η Ορθοδοξία, όμως, μόνο μέσα στην εν Χριστώ ελευθερία μπορεί να λειτουργήσει και να αποβεί ευεργετική στα ορθόδοξα έθνη. Η υπογραφή της Ορθοδοξίας σε οποιαδήποτε πολιτική την αποδυναμώνει, πολύ δε περισσότερο η ταύτιση της με οποιαδήποτε πολιτική ή ιδεολογία. Διότι η Ορθοδοξία ιδεολογικοποιούμενη αποορθοδοξοποιείται. Η Ορθοδοξία είναι Χριστοκεντρικό φρόνημα και συνείδηση, που ενσαρκώνεται σε τρόπο ζωής, και μόνο μέσα στα όρια αυτά της αγιοπνευματικής εμπειρίας μπορεί να παραμείνει δύναμη ενοποιητική και να αναπτύξει την ενωτική δυναμική της.

Αυτήν ακριβώς την παράδοση ενσαρκώνει -και σήμερα- ο τόσο σκανδαλιστικός, για όσους έχασαν την επαφή με την ορθόδοξη παράδοση, λόγος του Σεβασμιωτάτου Επισκόπου Μπάτσκας και Νοβισάντ και Καθηγητού Πανεπιστημίου Ειρηναίου (Μπούλοβιτς): «Εγώ Σέρβος γεννήθηκα και Έλληνας θα πεθάνω». Οι ολιγότερο ευρωπαϊκά εξελιγμένοι ή προσανατολισμένοι ορθόδοξοι αδελφοί μας στα Βαλκάνια και οι Ρωμαιορθόδοξοι (ρουμ-ορτοντόξ) της Εγγύς και Μέσης Ανατολής συνεχίζουν να ζουν συνειδησιακά στην πανενότητα του ρωμαίικου - ορθοδόξου Γένους. Έτσι, ενώ οι πολιτικές επιλογές των ηγεσιών τους ενίοτε λειτουργούν διασπαστικά, η ρωμαίικη - ορθόδοξη συνείδηση δημιουργεί ενότητα υπερεθνική, με τη συνεχή αδελφοποίηση όλων των Ορθοδόξων μέσα στο Κυριακό Σώμα, την Εκκλησία.

Μέσα στην Εκκλησία και δια της Ορθοδοξίας ζουν η Ρωμανία και η ενότητα της. Γύρω από την Αγία Τράπεζα και με τη συμμετοχή στην Ευχαριστιακή σύναξη και σύνολη τη ζωή της Εκκλησίας πραγματώνεται η υπερεθνική ενότητά μας στα όρια της «κατά Θεόν πατρίδος». Ο λόγος του Σεβασμ. Ειρηναίου δηλώνει, πάνω απ' όλα, την αρμονική και ισόρροπη σύνδεση εθνικότητας και υπερεθνικότηταςυπερεθνότητας), μέσα στην αγιοπνευματική ζωή και σχέση και όχι απλά στις «ορθοδοξολογίες» και τις προτάσεις για «ορθόδοξα τόξα» των ορθοδοξολογούντων και, Ίσως, αγνοούντων παντάπασι την Ορθοδοξία ως ζωή «εν Χριστώ» και εν «Αγίω Πνεύματι». Χωρίς πατερικό φρόνημα και εμπειρία, κάθε λόγος για την Ορθοδοξία είναι απλή πολιτική και γι' αυτό δεν πείθει τους Ορθοδόξους.

Μέσα στην αγιοπνευματική ατμόσφαιρα της Ορθοδοξίας, ο Σέρβος, πράγματι, είναι 'Έλληνας και ο Έλληνας Σέρβος, αλλά και Αφρικανός και Ασιάτης και Αμερικανός και Ευρωπαίος. Στην τραγωδία της τέως Γιουγκοσλαβίας ο Έλληνας Ορθόδοξος δεν συμπάσχει με τους Σέρβους, διότι παραδοσιακά και αυτοί είναι ορθόδοξοι, αλλά διότι (και όταν...) είναι «εν δικαίω», αγωνιζόμενοι για την ιστορική ύπαρξη και συνέχεια τους. Το ίδιο, δεν συμπαριστάμεθα μόνο στους Βορειοηπειρώτες, επειδή είναι Έλληνες, αλλά σ' όλους τους Αλβανούς Ορθοδόξους, διότι αδικούνται. Η ορθόδοξη συνείδηση είναι, εξ άλλου, υπέρ των μουσουλμάνων, όταν και αυτοί αδικούνται και καταπιέζονται. Αν δεν ενεργεί έτσι η ορθόδοξη συνείδηση, δεν μπορεί να είναι ορθόδοξη. Γι' αυτό δεν μπορούν να υπάρξουν ποτέ συμπαγή και μονοδιάστατα «ορθόδοξα τόξα», όπως τα θέλουν οι πολιτικοί, ενεργούντες κατά κανόνα με κοσμικό πνεύμα και προϋποθέσεις. Σε τελευταία ανάλυση, πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι δεν υπάρχουν σήμερα «ορθόδοξοι λαοί» ή «ορθόδοξες κυβερνήσεις», πού μπορούν να ενεργούν καθολικά «ορθοδόξως», αλλά μόνο ορθόδοξα πρόσωπα στους λαούς και ίσως και σε κυβερνήσεις, και μόνο αυτά μπορούν να ενεργήσουν ορθόδοξα. Όπως, όμως, η χωρίς ορθόδοξους προϋποθέσεις ορθοδοξολογία αποβαίνει επιβλαβής για την Ορθοδοξία, το ίδιο και η θρησκειοποίηση της Ορθοδοξίας, συμπορευόμενη σε μας τους νεο-έλληνες με την αρχαιοπληξία και ελληνομανία, βοηθεί την ανάπτυξη του εθνικισμού - ρατσισμού, οδηγώντας στην απορθοδοξοποίηση του λαού μας.

Όπως, όμως, αποδεικνύουν τα πράγματα, δεν εργάζονται μόνο οι αρχαιόπληκτοι εθνικιστές εναντίον του αληθινού πατριωτισμού - εθνισμού, αλλά και πολλοί αθεράπευτα ευρωπαϊστές. Ενώ όλο το 19ο και 20ό αιώνα η Ευρώπη καλλιεργούσε την εθνι(κιστι)κή υστερία στα Βαλκάνια, για να μπορεί να έχει εύχρηστα προτεκτοράτα, σήμερα, μέσα στην προοπτική της Ενωμένης Ευρώπης, χρησιμοποιώντας ως όργανα κάποιους κονδυλοφόρους του δημοσιογραφικού, αλλά και του επιστημονικού χώρου, επιδιώκει να αμβλύνει, ώσπου να το νεκρώσει, το εθνικό-πατριωτικό φρόνημα, ενώ κύκλοι της εμμένουν πεισματικά στον εθνικισμό - ρατσισμό τους. Είναι ανάγκη, συνεπώς, να συνειδητοποιήσουν και οι Έλληνες «εθνικιστές», ότι με την τακτική τους συμπλέουν, τελικά, με τον ευρωπαϊκό εθνικισμό - ρατσισμό, δολοφονώντας τον αυθεντικό πατριωτισμό, πού θεμελιώνεται μόνο στην άδολη φιλανθρωπία της Ορθοδοξίας των Αγίων μας. Παράλληλα, όμως, βλάπτουν και την υπερεθνική ρωμαίικη ενότητα του Ελληνισμού με την υποτίμηση της Ορθοδοξίας ή την «εθνικοποίηση» της, δηλαδή τη διαστρέβλωση της κατ' εξοχήν ενοποιητικής μας δύναμης στους δύσκολους καιρούς μας. Τελικά ο με αυτή την έννοια «εθνικισμός» δεν αποβαίνει αρνητική δύναμη μόνο για την πίστη και παράδοση μας, αλλά και για το ίδιο το Έθνος, το όποιο διατείνεται ότι θέλει να προφυλάξει.

Σάββατο 19 Μαΐου 2007

Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ: Tο άγνωστο ελληνικό ολοκαύτωμα

Η γενοκτονία των Ποντίων ( 1916 – 1923 ) με 353.000 νεκρούς αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη γενοκτονία του αιώνα μας.

Η γενοκτονία ως όρος διαμορφώθηκε κυρίως στη δίκη της Νυρεμβέργης το 1945, όπου δικάστηκε η ηγεσία των ναζιστών εγκληματιών του πολέμου. Συγκεκριμένα ο όρος σημαίνει τη μεθοδική εξολόθρευση, ολική ή μερική, μιας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας. Πρόκειται για ένα πρωτογενές έγκλημα, το οποίο δεν έχει συνάρτηση με πολεμικές συγκρούσεις. Ο γενοκτόνος δεν εξοντώνει μια ομάδα για κάτι που έκανε, αλλά για κάτι που είναι. Στην περίπτωση των Ελλήνων του Πόντου, επειδή ήταν Έλληνες και Χριστιανοί.

Πως και πότε διαπράχθηκε η γενοκτονία;

Ο ποντιακός ελληνισμός, από την πτώση της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας ( 1461 ) γνώρισε συνεχείς διωγμούς, σφαγές, ξεριζωμούς και προσπάθειες για το βίαιο εξισλαμισμό και εκτουρκισμό του, με αποκορύφωμα τη συστηματική και μεθοδευμένη εξόντωση – γενοκτονία του αιώνα μας.

Επτά χρόνια μετά την άλωση της Πόλης, οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Τραπεζούντα. Η οθωμανική κατάκτηση του μικρασιατικού Πόντου μπορεί να διαριθεί σε τρεις περιόδους.

· Η πρώτη αρχίζει με την άλωση της Τραπεζούντας το 1461 και λήγει στα μέσα του 17ου αιώνα. Την περίοδο αυτή οι Τούρκοι κρατούν μάλλον ουδέτερη στάση κατά των Ελλήνων του Πόντου.

· Η δεύτερη αρχίζει στα μέσα του 17ου αιώνα και λήγει με το τέλος του πρώτου ρωσοτουρκικού πολέμου. Χαρακτηρίζεται με τη θρησκευτική βία κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Κατά την περίοδο αυτή πραγματοποιούνται οι ομαδικοί εξισλαμισμοί των ελληνικών πληθυσμών.

· Η τελευταία περίοδος, που τελειώνει το 1922 υποδιαιρείται σε δύο υποπεριόδους. Η πρώτη αρχίζει με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774. Χαρακτηρίζεται από τη συστηματική προσπάθεια των τοπικών αρχών να μην εφαρμόζουν προς όφελος των χριστιανώντους φιλελεύθερους νόμους. H δεύτερη υποπερίοδος αρχίζει το 1908 και χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη του τουρκικού εθνικισμού.

Από τους βαλκανικούς πολέμους και από τους επίσημους συμβούλους, των Γερμανών, οι Νεότουρκοι διδάχθηκαν ότι μονάχα με την εξαφάνιση των Ελλήνων και Αρμενίων θα έκαναν πατρίδα τους τη Μικρά Ασία. Οι διάφορες μορφές βίας δεν αρκούσαν για να φέρουν τον εκτουρκισμό.

Η απόφαση για την εξόντωσή τους πάρθηκε από τους Νεότουρκους το 1911, εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και ολοκληρώθηκε από το Μούσταφα Κεμάλ ( 1919 – 1923 ).

Το Νεοτουρκικό Κομιτάτο « Ένωση και Πρόοδος » ιδρύθηκε το 1889. Στο συνέδριο τους, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1911 πάρθηκε η απόφαση, ότι η Μικρά Ασία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα. Η απόφαση αυτή καταδίκασε σε θάνατο διάφορες εθνότητες.

Οι Τούρκοι στον Πόντο άρχισαν με την επιστράτευση όλων από 15 έως 45 ετών και την αποστολή τους σε Τάγματα Εργασίας. Παράλληλα αμφισβήτησαν το δικαίωμα των Ελλήνων να ασκούν ελεύθερα τα επαγγέλματά τους και επί πλέον απαγόρευσαν τους μουσουλμάνους να εργάζονται επαγγελματικά με τους Έλληνες με την ποινή της τιμωρίας από τις στρατιωτικές Αρχές.

Κατ΄ αρχάς οι άτακτες ορδές των Τούρκων επιτίθονταν στα απομονωμένα ελληνικά χωριά κλέβοντας, φονεύοντας, αρπάζοντας νέα κορίτσια, κακοποιώντας και καίγοντάς τα.

Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου.

Η εφαρμογή αυτής της πολιτικής ανάγκασε χιλιάδες Έλληνες των παραλίων της Μικρασίας να εγκαταλείψουν τις προαιώνιες εστίες τους και να μετοικήσουν με πολυήμερες εξοντωτικές πορείες.

Σύμφωνα με μια έκθεση της Ελληνικής Πρεσβείας, με ημερομηνία τον Ιούνιο του 1915 είναι γραμμένα τα εξής: « Οι εκτοπιζόμενοι από τα χωριά τους δεν είχαν δικαίωμα να πάρουν μαζί τους ούτε τα απολύτως αναγκαία. Γυμνοί και ξυπόλητοι, χωρίς τροφή και νερό, δερόμενοι και υβριζόμενοι, όσοι δεν εφονεύοντο οδηγούντο στα όρη από τους δημίους τους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς πέθαιναν κατά την πορεία από τα βασανιστήρια. Το τέρμα του ταξιδιού δεν σήμαινε και τέρμα των δεινών τους, γιατί οι βάρβαροι κάτοικοι των χωριών, τους παρελάμβαναν για να τους καταφέρουν το τελειωτικό πλήγμα ... ».

Σκοπός των Τούρκων ήταν, με τους εκτοπισμούς, τις πυρπολίσεις των χωριών, τις λεηλασίες, να επιτύχουν την αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα των ελληνικών περιοχών και να καταφέρουν ευκολότερα των εκτουρκισμό εκείνων που θα απέμεναν.

Το τελικό πλήγμα.

Το 1919 αρχίζει νέος διωγμός κατά των Ελλήνων από το κεμαλικό καθεστώς, πολύ πιο άγριος κι απάνθρωπος από τους προηγούμενους. Εκείνος ο διωγμός υπήρξε η χαριστική βολή για τον ποντιακό ελληνισμό.

Στις 19 Μαϊου, με την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα, αρχίζει η δεύτερη και σκληρότερη φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας.
Με τη βοήθεια μελών του Νεοτουρκικού Κομιτάτου συγκροτεί μυστική οργάνωση, τη Mutafai Milliye, κηρύσσει το μίσος εναντίον των Ελλήνων και σχεδιάζει την ολοκλήρωση της εξόντωσης του ποντιακού ελληνισμού. Αυτό που δεν πέτυχε το σουλτανικό καθεστώς στους πέντε αιώνες της τυραννικής διοίκησής του, το πέτυχε μέσα σε λίγα χρόνια ο Κεμάλ, εξόντωσε τον ελληνισμό του Πόντου και της Ιωνίας.

Η τρομοκρατία, τα εργατικά τάγματα, οι εξορίες, οι κρεμάλες, οι πυρπολήσεις των χωριών, οι βιασμοί, οι δολοφονίες ανάγκασαν τους Έλληνες του Πόντου να ανέβουν στα βουνά οργανώνοντας αντάρτικο για την προστασία του αμάχου πληθυσμού. Τα θύματα της γενοκτονίας θα ήταν πολύ περισσότερα, αν δεν υπήρχε το επικό και ακατάβλητο ποντιακό αντάρτικο.

Με την επικράτηση του Κεμάλ, οι διωγμοί συνεχίζονται με μεγαλύτερη ένταση. Στήνονται στις πόλεις του Πόντου τα διαβόητα έκτακτα δικαστήρια ανεξαρτησίας, που καταδικάζουν και εκτελούν την ηγεσία του ποντιακού ελληνισμού. Το τέλος του Πόντου πλησιάζει. Οι φωνές λιγοστεύουν.

Η γενοκτονία των Ελλήνων στον Πόντο υπήρξε το αποτέλεσμα της απόφασης των Τούρκων εθνικιστών για επίλυση του εθνικού προβλήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη φυσική εξαφάνιση των γηγενών εθνοτήτων.

Η μοίρα αυτή απετράπη με ένα εξαιρετικά οδυνηρό τρόπο: με τις; γενοκτονίες των χριστιανικών λαών, Ελλήνων και Αρμενίων, με την υποχρεωτική έξοδο όσων επιβίωσαν και με τη βίαιη τουρκοποίηση των μουσουλμανικών εθνοτήτων, όπως οι Κούρδοι, που συνέχισαν να παραμένουν στην τουρκική, πλέον, επικράτεια.

Οι Έλληνες στον Πόντο ανέρχονταν σε 700.000 άτομα την παραμονή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Μέχρι το τέλος του 1923 είχαν εξοντωθεί 353.000 άτομα. Ακολουθεί μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα. Ενός ανθρώπου που έζησε τη μεγάλη ανθρωποσφαγή.

Ένα χωριό των Κοτυώρων

Ο Σάββας Κανταρτζής εξέδοσε σε βιβλίο τις φοβερές του εμπειρίες το 1975 στην Κατερίνη. Μια από τις συγκλονιστικές αφηγήσεις του αναφέρεται στην καταστροφή του χωριού Μπεϊαλαν, της περιφέρειας Κοτυώρων από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν. Το Μπεϊαλάν είναι ένα από τα εκατοντάδες ελληνικά χωριά που καταστράφηκαν από τις τουρκικές συμμορίες:

"Τα χαράματα, στις 16 Φεβρουαρίου 1922, ημέρα Τετάρτη, μια εφιαλτική είδηση, ότι οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν έρχονται στο χωριό, έκανε τους κατοίκους να τρομάξουν και ν' αναστατωθούν. Οι άντρες, όσοι βρίσκονταν τη νύχτα στο χωριό, βιάστηκαν να φύγουν στο δάσος... Αλλοι άντρες που είχαν κρυψώνες σε σπίτια σε σπίτια και σε σταύλους, τρύπωσαν σ' αυτές και καμουφλαρίστηκαν έτσι που να μην τους υποπτευθεί κανείς. Τα γυναικόπαιδα και οι γέροι κλείστηκαν στα σπίτια και περίμεναν με καρδιοχτύπι να δούν τι θα γίνει... Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά κι' οι τσέτες , περισσότεροι από 150 έμπαιναν στο χωριό κραυγάζοντας και πυροβολώντας. Τους ακολουθούσαν τούρκοι χωρικοί από τα γειτονικά χωριά. Αυτούς τους είχαν μυήσει στο εγκληματικό σχέδιο τους και τους κάλεσαν για πλιάτσικο.

Μόλις μπήκαν οι συμμορίτες στο χωριό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο ορίζοντας πήρε τη μορφή θύελλας που ξεσπασε άγρια. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκοπάνους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία- αλλοιώς απειλούσαν, θα δώσουν φωτιά στα σπίτια και θα τους κάψουν.

Σε λίγο, όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροι, βρίσκονταν τρέμοντας και κλαίγοντας στους δρόμους. Οι συμμορίτες με κραυγές και απειλές υποπτεύθηκαν, από την πρώτη στιγμή, το μεγάλο κακό που περίμενε όλους και δοκίμασαν να φύγουν έξω από το χωριό. Οι τσέτες, πρόβλεψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο και είχαν πιάσει από πριν τα μπογάζια, απ' όπου μπορούσε να φύγει κανείς. Ετσι, μόλις έφτασαν, τρέχοντας, οι κοπέλλες στα μπογάζια, δέχτηκαν, από τσέτες που παραμόνευαν, πυροβολισμούς στο ψαχνό. Μερικές έμειναν στον τόπο σκοτωμένες, ενώ οι άλλες τραυματίστηκαν και γύρισαν πίσω.

Οι φόνοι αυτοί αποκάλυψαν για καλά τους εγκληματικούς σκοπούς των συμμοριτών κι' έγιναν το σύνθημα να ξεσπάσει, το τρομοκρατημένο πλήθος των γυναικόπεδων, που είχε ριχτεί στους δρόμους σε ένα βουβό κι' ασυγκράτητο κλάμα και σε σπαραξικάρδιες κραυγές απελπισίας. Τίποτα απ' όλα αυτά δεν στάθηκε ικανό να μαλάξει την σκληρότητα του τεράτων, που είχε διαλέξει ο Τοπάλ Οσμάν για την "πατριωτική" του εκστρατεία. Σκληροί σαν ύαινες, που διψούν για αίμα, και διεστραμμένοι σαδιστές, που γλεντούν με τον πόνο και τα βασανιστήρια των θυμάτων τους, χύμιξαν μανιασμένοι στα γυναικόπαιδα και τους γέρους, κραυγάζοντας, βρίζοντας, χτυπώντας, κλωτσώντας και σπρώχνοντάς τους να μαζευτούν στην πλατεία.

Η πυρπόληση

Οι μητέρες αναμαλλιασμένες, κατάχλωμες από το τσουχτερό κρύο και το φόβο, με τα βρέφη στην αγκαλιά και τα νήπια μπερδεμένα στα πόδια τους. Οι κοπέλλες άλλες με τους γέρους γονείς κι' άλλες με γριές ή άρρωστους αγκαλιασμένες, περιμαζεύτηκαν με τον χτηνώδη αυτόν τρόπο, στην πλατεία σαν πρόβατα για τη σφαγή, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από σπαραχτικές κραυγές και θρήνους και κοπετούς. Η πρώτη φάση της απερίγραπτης τραγωδίας του Μπεϊαλάν έκλεισε, έτσι, θριαμβευτικά για τους θλιβερούς ήρωες του νεοτουρκικού εγκλήματος γενοκτονίας.

Οταν πια όλα τα γυναικόπαιδα κ' οι γέροι μαζεύτηκαν στην πλατεία, οι τσέτες έβαλαν μπρός την δεύτερη φάση της σατανικής τους επιχείρησης. Διάταξαν να περάσουν όλοι στα δίπατα σπίτια, που βρίσκονταν στην πλατεία και τα είχαν διαλέξει για να ολοκληρώσουν τον εγκληματικό τους σκοπό. Η απροθυμία, που έδειξε το τραγικό αυτό κοπάδι των μελλοθανάτων να υπακούσει στην διαταγή, γιατί ήταν πια ολοφάνερο ότι όλους τους περίμενε ο θάνατος, εξαγρίωσε τους συμμορίτες που βιάζονταν να τελειώσουν γρήγορα την μακάβρια επιχείρηση. Και τότε, σαν λυσασμένα θεριά, ρίχτηκαν στις γυναίκες, τα μωρά και τους γέρους, και με γροθιές, με κοντακιές και κλωτσιές έχωσαν και στρίμωξαν στα δύο σπίτια τα αθώα και άκακα αυτά πλάσματα, που ο αριθμός τους πλησίαζε τις τρεις εκατοντάδες.

Κι' όταν, έτσι, ήταν σίγουροι πως δεν έμεινε έξω κανένας, σφάλισαν τις πόρτες, ενώ ο άγριος αλαλαγμός από τα παράθυρα, οι σπαραξικάρδιες κραυγές, το απελπισμένο κλάμα κι' οι βοερές ικεσίες για έλεος και βοήθεια, σχημάτιζαν μια άγριας τραγικότητας μουσική συναυλία, που ξέσκιζε τον ουρανό κι' αντιβούϊζε στα γύρω βουνά και δάση...

Και τώρα δεν έμενε παρά η τρίτη και τελική φάση της πατριωτικής... επιχείρησης των θλιβερών ηρώων-συμμοριτών του Τοπάλ Οσμάν. Δεν χρειάστηκαν παρά μια αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά σπασμένα πέταυρα (χαρτόματα) ν' ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δύο σπίτια, έγιναν πυροτέχνημα και ζώστηκαν, από μέσα κι' απ' έξω, από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό. Το τί ακολούθησε την ώρα εκείνη δεν περιγράφεται.

Οι μητέρες ξετρελλαμένες, έσφιγγαν, αλλαλάζοντας και τσιρίζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κράυγαζαν "μάνα, μανίτσα!". Οι κοπέλλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους, κραύγαζαν και αρπάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους κι' άρχισαν να γλύφουν το κορμί οι φλόγες. Κραυγές, που ξέσκιζαν το λαρύγγι και τ' αυτιά, φωνές μανιακές και κλάμματα βροντερά, άγρια ουρλιαχτά ανθρώπων, που έχασαν από τρόμο και πόνο τα μυαλά τους, χτυπήματα στα στήθη, στον πυρακτωμένο αέρα και στους τοίχους - χαλασμός κόσμου, ένα ζωντανό κομμάτι από την κόλαση στη γη! Αυτή την εφιαλτική εικόνα παρίσταναν, τα πρώτα λεπτά, τα δύο σπίτια που τα είχαν αγκαλιάσει οι φλόγες.

Μερικές γυναίκες και κοπέλλες στον πόνο, την φρίκη και την απελπισία τους, δοκίμασαν να ριχτούν από τα παράθυρα, προτιμώντας να σκοτωθούν πέφτοντας κάτω ή με σφαίρες από όπλο, παρά να υποστούν τον φριχτό θάνατο στην φωτιά. Οι τσέτες που απολάμβαναν με κέφι και χαχανητά το μακάβριο θέαμα, έκαναν το χατήρι τους - πυροβόλησαν και τις σκότωσαν.

Δεν κράτησε πολλά λεπτά, αυτή η σπαραξικάρδια οχλοβοή, από τους αλαλαγμούς, τις άγριες κραυγές, τα τσουχτερά ξεφωνητά και το ξέφρενο κλάμα. Στην αρχή ο τόνος της οχλοβοής ανέβηκε ψηλά, ως που μπορούν να φτάνουν κραυγές, ξεφωνητά και ξελαρυγγίσματα από τρεις περίπου εκατοντάδες ανθρώπινα στόματα. Γρήγορα όμως ο τόνος άρχισε να πέφτει, ως που μονομιάς κόπηκαν κι' έσβησαν οι φωνές και το κλάμα. Κι' ακούγονταν μονο τα ξύλα, που έτριζαν από τη φωτιά και οι καμμένοι τοίχοι και τα δοκάρια, που έπεφταν με πάταγο πάνω στα κορμιά, που κείτονταν τώρα σωροί κάρβουνα και στάχτη κάτω στο δάπεδο, στα δύο στοιχειωμένα σπίτια το Μπεϊαλάν".

Μαρτυρίες Σοβιετικών

Οι σοβιετικοί υπήρξαν οι βασικοί σύμμαχοι του κεμαλικού εθνικισμού τα πρώτα χρόνια της εμφάνισής του. Πιθανότατα, οι μπολσεβίκοι να αντάλλαξαν με τον τρόπο αυτό την υποστήριξη του παντουρκιστικού κινήματος που δρούσε στη Ρωσία στην Οκτωβριανή τους Επανάσταση.

Οι σοβιετικοί λοιπόν προμήθευσαν τους κεμαλικούς με όπλα, χρήματα, στρατιωτικούς συμβούλους. Η τουρκική αντεπίθεση στο μικρασιατικό μέτωπο κατά των ελληνικών στρατευμάτων το 1921, οργανώθηκε από τον Μ. Φρούνζε, στρατιωτικό απεσταλμένο των σοβιετικών. Κατά συνέπεια, οι μαρτυρία των αποσταλμένων αυτών έχει ιδιαίτερη αποδεικτική σημασία.

O Φρούνζε, έδωσε μια από τις ελάχιστες μαρτυρίες για τους ηττημένους αντάρτες: "Συναντήσαμε μια μικρή ομάδα από 60-70 Έλληνες, οι οποίοι μόλις είχαν καταθέσει τα όπλα. Όλοι τους είχαν εξαντληθεί στο έπακρο... Άλλοι έμοιαζαν κυριολεκτικά με σκελετούς. Αντί για ρούχα κρέμονταν από τους ώμους τους κάτι απίθανα κουρέλια. Στο κέντρο της ομάδας βρίσκονταν ένας ψηλός κι' αδύνατος παπάς, φορώντας το καλυμαύχι του... Φυσούσε κρύος αέρας και όλη η ομάδα κάτω από τα σπρωξίματα των συνοδών-στρατιωτών, κατευθυνόταν με πηδηματάκια προς τη Χάβζα. Μερικοί όταν μας αντίκρυσαν, άρχισαν να κλαίνε δυνατά ή μάλλον να ουρλιάζουν, μια και ο ήχος που ξέφευγε από τα στήθη τους, έμοιαζε περισσότερο με ουρλιαχτό κυνηγημένου ζώου". Ο Φρούνζε περιέγραψε και άλλο ένα περιστατικό. Οταν περνούσαν δίπλα από μια ομάδα αιχμάλωτων Ελλήνων στη Μερζιφούντα, ένας από τους αιχμαλώτους φώναξε στη σοβιετική αντιπροσωπεία ότι ήταν και αυτοί ένοχοι γιατί ενίσχυαν τον Κεμάλ και τους Τούρκους. Το συναίσθημα αυτό των ανταρτών του δυτικού Πόντου ήταν εξαιρετικά έντονο. Ο οπλαρχηγός Κισά Μπατζάκ (Κοντοπόδης) διακύρησσε: "... oι Ρώσοι κομμουνιστές δώσανε όπλα στον Κεμάλ για να χτυπήσει εμάς, του έδωσαν υποστήριξη, απελευθέρωσαν όλους τους Τούρκους στρατιώτες που είχαν συλλάβει αιχμαλώτους όταν μπήκαν στην Τραπεζούντα". Υποστήριζε ότι οι κομμουνιστές κατέδιδαν τις προσπάθειες προμήθειας οπλισμού των ανταρτών από τη Ρωσία και παρέδιδαν Πόντιους στους Τούρκους.

Ο Φρούνζε έγραφε τα εξής για την πολιτική του Τοπάλ Οσμάν: "...όλη αυτή η πλούσια και πυκνοκατοικημένη περιοχή της Τουρκίας, ερημώθηκε σε απίστευτο βαθμό. Απ' όλο τον ελληνικό πληθυσμό των περιοχών της Σαμψούντας, της Σινώπης και της Αμάσειας απόμειναν μόνο μερικές ανταρτοομάδες που περιπλανιόντουσαν στα βουνά. Εκείνος που έγινε περισσότερο γνωστός για τις θηριωδίες του ήταν ο αρχηγός των Λαζών Οσμάν Αγάς, ο οποίος πέρασε δια πυρός και σιδήρου με την άγρια ορδή του όλη την περιοχή."

Ο Αράλοβ, σοβιετικός πρέσβης στην Άγκυρα, ενημερώθηκε στη Σαμψούντα από τον αρχιστράτηγο Φρούνζε. Ο Φρούνζε του είπε ότι είχε δει πλήθος Έλληνες που είχαν σφαγιαστεί, "βάρβαρα σκοτωμένους Έλληνες -γέρους, παιδιά, γυναίκες". Προειδοποίησε επίσης τον Αράλοβ για το τι επρόκειτο να συναντήσει πτώματα σφαγιασμένων Ελλήνων τους οποίους είχαν απαγάγει από τα σπίτια τους και είχαν σκοτώσει πάνω στους δρόμους.

Για το θέμα αυτό ο Αράλοβ είχε ιδιαίτερη συνομιλία με τον Κεμάλ. Αναφέρει ο ίδιος: "Του είπα (του Κεμάλ) για τις φρικτές σφαγές των Ελλήνων που είχε δει ο Φρούντζε και αργότερα εγώ ο ίδιος. Εχοντας υπ' όψη μου τη συμβουλή του Λένιν να μην θίξω την τουρκική εθνική φιλοτιμία, πρόσεχα πολύ τις λέξεις μου..." Ο Κεμάλ απάντησε ως εξής στις "επισημάνσεις" του Φρούνζε: "Ξέρω αυτές τις βαρβαρότητες. Είμαι κατά της βαρβαρότητας. Εχω δώσει διαταγές να μεταχειρίζονται τους Έλληνες αιχμαλώτους με καλό τρόπο... Πρέπει να καταλάβετε τον λαό μας. Είναι εξαγριωμένοι. Ποιοί πρέπει να κατηγορηθούν για αυτό; Εκείνοι που θέλουν να ιδρύσουν ένα "Ποντιακό κράτος" στην Τουρκία..."

Ο Φρούνζε στο βιβλίο του "Αναμνήσεις από την Τουρκία" γράφει: "Από τους 200.000 Έλληνες που ζούσανε στη Σαμψούντα, τη Σινώπη και την Αμάσεια έμειναν λίγοι μόνο αντάρτες που τριγυρίζουν στα βουνά. Το σύνολο σχεδόν των ηλικιωμένων, των γυναικών και των παιδιών εξορίστηκαν σε άλλες περιοχές με πολύ άχημες συνθήκες. Πληροφορήθηκα ότι οι Τσέτες του Οσμάν Αγά (σ.τ.σ. Τοπάλ Οσμάν) έσπειραν τον πανικό στην πόλη Χάβζα. Έκαψαν, βασάνισαν και σκότωσαν όλους τους Έλληνες και Αρμένιους που βρήκαν μπροστά τους. γκρέμισαν όλες τις γέφυρες. Παντού υπήρχαν σημάδια γκρεμίσματος. Η διαδρομή από την πόλη Καβάκ προς το πέρασμα Χατζηλάρ θα μείνει για πάντα στη μνήμη μου όσο θα ζω. Σε απόσταση 30 χιλιομέτρων συναντούσαμε μόνο πτώματα. Μόνο εγώ μέτρησα 58. Σ' ένα σημείο συναντήσαμε το πτώμα μιας ωταίας κοπέλλας. Της είχανε κόψει το κεφάλι και το τοποθέτησαν κοντά στο χέρι της. Σε κάποιο άλλο σημείο υπήρχε το πτώμα ενός άλλου ωραίου κοριτσιού, 7-8 χρονών, με ξανθά μαλιά και γυμνά πόδια. Φορούσε μόνο ένα παλιό πουκάμισο. Απ' ότι καταλάβαμε, το κοριτσάκι καθώς έκλαιγε, έχωσε το πρόσωπό του στο χώμα, δολοφονημένο από το κάρφωμα της λόγχης του φαντάρου."

Οι Τούρκοι αρνούνται σήμερα τη σφαγή του 1922 – τη σφαγή των Ελλήνων. Κι όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με αδιάσειστα ντοκουμέντα, τα αποδίδουν στις αναπόφευκτες ακρότητες του πολέμου. Η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική.

Η γενοκτονία των Χριστιανών ήταν ένα καλά μελετημένο σχέδιο εξόντωσης όλων των μεινοτήτων της άλλοτε κραταιάς Αυτοκρατορίας. Ένα σχέδιο που άρχισε να εφαρμόζεται από το 1914, με τον πρώτο διωγμό. Και ολοκληρώθηκε μετά την καταστροφή του 1922.


ΠΗΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ :
http://www.pontos1923.com/




TO ΣΗΜΕΡΑ, ΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΤΗΣ ΤΑΦΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος

1. Ἡ πραγματική εἰκόνα σήμερα

Σέ μιά πόλη μεγάλη σάν τήν Ἀθήνα ἔχει πλέον δημιουργηθεῖ μιά νέα εἰκόνα τῆς κηδείας. Ὁ νεκρός δέν διανυκτερεύει στό σπίτι του, ἀλλά σέ ψυγεῖο. Οὔτε θάβεται τήν ἑπομένη, ἀλλά συνήθως καθυστερεῖ. Οἱ γείτονες, ἀποξενωμένοι ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο καί ἐρμητικά κλεισμένοι στόν ἑαυτό τους ὁ κάθενας ἀρνοῦνται τό θέαμα καί τήν κατάσταση πού αὐτό δημιουργεῖ. Ἡ ἐκφορά τοῦ νεκροῦ δέν γίνεται πλέον ἀπό τό σπίτι του - τόν τόπο τῆς ἐκφράσεώς του -, ἀλλά ἀπό τό δημόσιο κοιμητήριο - τόν τόπο τῆς δημοτικῆς ἐκμεταλλεύσεώς του. Ἔτσι δέν τόν ξαγρυπνοῦμε. Ὁ χῶρος ἀποχαιρετισμοῦ του εἶναι τό ἀπρόσωπο περιβάλλον τοῦ κοιμητηρίου, καί μάλιστα μαζί μέ ἄλλους. Τό γεγονός χάνει τή μοναδικότητά του.

Οἱ μεταφορεῖς τῆς σωροῦ, οἱ νεκροθάπτες, οἱ ψάλτες εἶναι ἄγνωστοι, πού πληρώνονται καί πού συνεχῶς αὐτή τήν δουλειά κάνουν. Πρόσωπα ἐθισμένα καί ὡς ἄγνωστα ἐντελῶς ἀμέτοχα στήν ἱερότητα ἤ τουλάχιστον στό συναισθηματικό δράμα τῆς ἀκολουθίας καί στό πραγματικό τῆς οἰκογενείας. Οἱ φίλοι καί οἱ γνωστοί δέν συμμετέχουν ἐνεργά στήν πρακτική διαδικασία τῆς κηδείας, ἁπλά παρακολουθοῦν παθητικά.

Ὁ ἱερέας, τό ἴδιο κουρασμένος, ψυχρός καί συχνά ἀδιάφορος. Ὅπως ὁ γιατρός ἔχει συνηθίσει τούς ἀσθενεῖς, αὐτός ἔχει συνηθίσει νά βλεπει τούς νεκρούς. Ἀδυνατεῖ νά συμμετάσχει. Τά λερωμένα του ἄμφια, ἡ σκληρή καί ξερή ἀπό τόν κόπο καί τή συνήθεια φωνή του, ἡ μπουχτισμένη μορφή του, δίπλα στόν κακόγουστο διάκοσμο-ἀπογοητευτικό ἀποτέλεσμα τυποποιημένης ἐπαγγελματικῆς διαδικασίας καί ὄχι εὐλαβοῦς εὐαισθησίας προσφιλῶν προσώπων, -τά χιλιοπατημένα χαλιά, τούς ἀνούσιους λόγους, καί τίς παγερές ὄψεις τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων τοῦ κοιμητηρίου ἤ τίς ἐπαγγελματικές τῶν ἐργολάβων, δεμένων μέ τούς δυτικόπληκτους ξελαρυγγισμούς μιᾶς παράταιρης χορωδίας ἤ τήν μοιρολογική φωνή ἑνός ψάλτη τῆς παλαιοληθικῆς ἐποχῆς, συνθέτουν μιά εἰκονα πού θυμίζει πιό πολύ τό θάνατο ἀπ' ὅσο ὁ ἴδιος ὁ νεκρός.

Ἡ κηδεία κατήντησε νά εἶναι περισσότερο μιά τελετή συμπαραστάσεως στούς συγγενεῖς, παρά μιά ἐκκλησιαστική ἔκφραση συντόνου καί ἐντόνου προσευχῆς γιά τόν ἀποθανόντα. Μιά πράξη ἀνθρώπινης παρηγοριᾶς παρά μιά κίνηση ἐκζητήσεως τῆς θεϊκῆς παρακλήσεως. Κάτι πού γίνεται γι' αὐτούς πού μένουν πίσω, παρά κάτι πού ἐπιτελεῖται γι' αὐτόν πού ἀναχωρεῖ.

Ὅλο αὐτό τό σενάριο δημιουργεῖ σέ ὁρισμένους τέτοια τραυματική ἐμπειρία συναισθηματικῆς καί ἰδεολγικῆς ἀποστροφῆς πού, ἐπειδή ἀκριβῶς ἐπαναλαμβάνεται, θέλουν ὁριστικά νά τήν ξεχάσουν. Καί ἐπειδή αὐτό δέν γίνεται, θέλουν νά ὑποβαθμίσουν τό γεγονός. Αὐτό εὔκολα στίς μέρες μας ὁδηγεῖ στήν πρόταση γιά καύση τῶν νεκρῶν. Αὐτό θά ὁριστικοποιήσει τήν ἀσέβεια.

2. Τό παραδοσιακό παρελθόν

Δίχως νά πέσουμε στήν παγίδα μιᾶς ἐξωραϊσμένης παρελθοντολογίας, νομίζω δέν θά ἀδικούσαμε τήν ἀλήθεια, ἄν λέγαμε ὅτι τό παρελθόν εἶχε πολύ περισσότερη ἀνθρωπιά, σεβασμό καί ὑπογραμμισμένα τά πρόσωπα.

Ο κοινωνίες ἦσαν μικρότερες, οἱ δεσμοί καί οἱ σχέσεις πολύ πιό ἔντονες καί αὐθεντικές. Γι ' αὐτό καί ἡ συμμετοχή τοῦ καθενός σέ τόσο ἰδιαίτερες στιγμές πολύ πιό προσωπική. Στά χωριά τό γεγονός τοῦ θανάτου ἦταν γεγονός πού φαινόταν. Ἐπικέντρωνε τό ἐνδιαφέρον ὅλων. Μονοπωλοῦσε τίς συζητήσεις. Ἔδινε ταυτότητα στήν κοινωνική ζωή τοῦ συνόλου. Γι' αὐτό καί τό ἐπισφράγισμα τοῦ θανάτου, ἡ κηδεία καί ἡ ταφή εἶχαν σεβασμό, χρόνο, διάρκεια καί προσωπική συμμετοχή.

Ἀπ' ὅπου περνοῦσε ἡ κηδεία, σταματοῦσε κάθε κοσμική ἤ ἐμπορική συναλλαγή. Οἱ καταστηματάρχες κατέβαζαν τά στόρια - στή Θράκη καί τή Μικρά Ἀσία, ἀκόμη καί οἱ τοῦρκοι καί οἱ μωαμεθανοί, - ὅλοι σταυροκοπιόνταν, σταματοῦσε καί τό ἀντίθετο ρεῦμα τῆς κυκλοφορίας γιά νά ἀποδώσει κι αὐτό τό σεβασμό του.

Στην εκταφή όλα διαφορετικά: γυναῖκες μέ καθαρές λεκάνες, ἄνδρες μέ κασμάδες καί φτυάρια - πού ἄφησαν γιά τή μέρα τή δουλειά τους, - ὁ παπάς καί οἱ συγγενεῖς πηγαίνουν γιά τήν ἐκτάφή. Ἁπλώνουν πρῶτα ἕνα πεντακάθαρο σεντόνι ἤ μιά ἀχρησιμοποίητη πετσέτα, ὅλα ἄσπρα καί μέσα σέ ὑποβλητική ἡσυχία, μέ συγκίνηση καί ἀγωνία, στόν ἀπόμερο χῶρο τοῦ κοιμητηρίου, δίχως θορύβους ἐπιτελεῖται ἡ ἱεροτελεστία τῆς ἐκταφῆς. Ἀντί γιά ἀδικαιολόγητους φόβους, ὁ πόθος τῆς καινούργιας συναντήσεως. Ἀντί γιά ψυχρή ἐπαγγελματική βιασύνη , ἡ τρυφερότητα τῶν αἰσθημάτων καί ἡ ὑπομονή τοῦ σεβασμοῦ. Ὁ χρόνος τραβάει, διαρκεῖ. Ὅλα πλένονται ὄχι σέ φορμόλη ἤ ἄλλα χημικά, ἀλλά σέ ἁγνό κρασάκι ἀπό τό ἀμπέλι καί μέ πεντακάθαρο νερό. Ἔτσι ξανασυναντᾶ κανείς τό τελευταῖο ὑπόλειμμα τοῦ θησαυροῦ τοῦ προσώπου. Αὐτό εἶναι ἀδύνατο νά σκεφθεῖ κανείς νά τό κάψει. Δέν μπορεῖ.

Σίγουρα ἡ εἰκόνα αὐτή μέ κανένα τρόπο δέν θά μποροῦσε νά ἐπανέλθει στή σημερινή πραγματικότητα. Ἡ γνώση ὅμως καί ἡ διαρκής ἀνάμνησή της εἶναι βασική προϋπόθεση στή διαμόρφωση μιᾶς σύγχρονης πνευματικῆς πρακτικῆς, συμβατῆς μέ τά δεδομένα τῆς σημερινῆς κοινωνικῆς πραγματικότητος καί τῆς αἰώνιας καί διαχρονικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀλήθειας. Ἡ κηδεία ἀπό ὑπόθεση δημοτικῆς ἐκμεταλλεύσεως πρέπει νά ξαναγίνει ἱερή πράξη καθαρά ἐκκλησιαστικῆς φύσεως.

3. Οἱ προφάσεις γιά τήν καύση τῶν νεκρῶν

Οἱ λόγοι πού συνήθως παρουσιάζονται γιά νά ὑποστηρίξουν τήν καύση εἶναι οἱ ἑξῆς:
α. Τό πρῶτο ἐπιχείρημα εἶναι ἡ ἔλλειψη χώρου. Αὐτό ἰσχύσει κυρίως για τήν Ἀθήνα. Μιά τεράστια πόλη μέ δυσανάλογο πρός τήν ἔκτασή της πληθυσμό εἶναι πολύ φυσικό νά διαθέτει περιορισμένης ἐκτάσεως κοιμητήρια γιά νά φιλοξενήσουν ἕνα διαρκῶς αὐξανόμενο ἀριθμό νεκρῶν. Εἶναι ὅμως αὐτο τό ἐπιχείρημα πειστικό; εἶναι ἡ δυσκολία ἀνυπέρβλητη;

Στήν οὐσία, τό ἐπιχείρημα ὅτι δέν ἔχουμε χῶρο στά κοιμητήρια μας ἤ χώρους γιά κοιμητήρια ἀποτελεῖ πρόφαση, πού ἰσοδυναμεῖ μέ προσβολή. Ἄν δέν ἔχουμε, νά δημιουργήσουμε χῶρο. Ὅπως εἶναι ἀνάγκη στήν πολύκοσμη Ἀθήνα να δημιουργηθοῦν χῶροι γιά parking , ἀναψυχή, πολυκαταστήματα κ.λπ., ἔτσι μπορεῖ νά ληφθῆ καί ἡ δέουσα πρόνοια γιά τούς νεκρούς. Ἡ ἀγάπη καί ὁ σεβασμός δημιουργοῦν καί χῶρο καί προϋποθέσεις. Ἄν καταλάβουμε ὅτι ἡ ἀνάγκη νά σεβασθοῦμε τούς νεκρούς μας εἶναι μεγαλύτερη ἀπό ὀποιαδήποτε πρακτική ἀνάγκη, τότε θά βρεθοῦν καί οἱ κατάλληλοι χῶροι.

Ἡ κοινωνία μας συχνά ἐκφράζει καί τή στενότητα πού νοιώθει ὄχι γιά τούς νεκρούς, ἀλλά καί γιά τούς ἐπερχομένους ζωντανούς. Οὔτε γι' αὐτούς δέν ἔχει χῶρο ὁ κόσμος μας. Γι' αὐτό καί νομιμοποιεῖ τίς ἀμβλώσεις. Ἔτσι, νόμιμα πλέον καταστρέφουμε τό σπαρμένο στά σπλάγχνα τῆς μητέρας ἔμβρυο. Κατά ἀνάλογο τρόπο , καῖμε τό σῶμα στά σπλάγχνα τῆς γῆς γιά νά μήν ζήσει αιώνια. Ὄχι γιατί δέν θέλουμε αὐτό νά ζήσει, ἀλλά γιατί δέν θέλουμε ἐμεῖς να ζήσουμε αἰώνια. Ἡ ὕπαρξη, ἡ ζωή του μᾶς θυμίζει τήν αἰωνιότητα. Ἐμεῖς μ'αὐτήν ἔχουμε πρόβλημα, ὄχι μέ τόν νεκρό, μέ τόν Θεό.

Στίς μωαμεθανικές χῶρες, πού ἀπαγορεύεται ἡ ἐκταφή ἤ ἡ κατακόρυφη σέ ἐπίπεδα ταφή, πού οἱ πληθυσμοί εἶναι πυκνοί καί αὐξανόμενοι, οἱ θάνατοι πιό σύντομοι, πῶς χωροῦν τά κοιμητήρια;

Ἐάν τελικά ἰσχύσει τό κριτήριο τῆς ἔλλειψης του χώρου, τότε σύντομα θά περάσουμε καί σ' ἕνα πρόβλημα, τήν ἔλλειψη τοῦ χρόνου. Δέν θά ὑπάρχει χρόνος γιά τήν κηδεία. Αὐτό θά εἶναι τό ἑπόμενο βῆμα καί θά εἶναι πιό λογικό. Δέν θά προλαβαίνουμε. Ἀφοῦ καταργήσουμε τήν ταφή, θά ἀντικαταστήσουμε τήν ἀκολουθία τῆς κηδείας μέ μιά εὐχή "ἀναπαύσεως" γιά νά συντομεύσουμε τήν διαδικασία. Ἡ Ἐκκλησία πάντα θά προτιμᾶ τήν διανυκτέρευση στό σπίτι, στήν κηδεία στήν ἐνορία καί τήν ταφή στό κοιμητήριο. Ἄν δέν μποροῦμε νά τηρήσουμε αὐτό τόν τύπο τῆς ταφῆς, ἄς μή θυσιάσουμε τήν οὐσία τῆς τιμῆς.

β. Ἕνας δεύτερος λόγος πού ἀκούγεται συχνά ὅτι ἐπιβάλλει τήν καύση τῶν νεκρῶν εἶναι οἱ λόγοι ὑγιεινῆς. Ἀλλά τί εἰρωνεία! Σέ μιά ἐποχή ὅπου, ἐντελῶς ἀδικαιολόγητα καί ἀπό χιλιάδες αἰτίες, ἔχει καταμολυνθεῖ τό οἰκοσύστημα καί ὅπου ἀπειλεῖται μέ ἀπονέκρωση τό σύνολο τῆς γήινης βιόσφαιρας, σέ μιά ἐποχή πού πετοῦμε πιό πολλά ἀπ' ὅσα χρησιμοποιοῦμε, πού εἰσπνέουμε περισσότερο διοξείδιο τοῦ ἄνθρακος ἀπ' ὅσο ἐκπνέουμε, πού ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς Ἀθήνας θυμίζει ἀτμόσφαιρα ἀνθρακωρυχείου καί οἱ γειτονιές της χωματερές, εἶναι πράγματι ὑποκριτικό, ἐνῶ καταστρέψαμε περιβαλλοντικά ὅ,τι φαίνεται καί ζεῖ, τώρα νά νοιώθουμε πώς κινδυνεύουμε ἀπό τά μικρόβια τῶν νεκρῶν, πού οὔτε φαίνονται, οὔτε ἀπειλοῦν, οὔτε φυσικά ὑπάρχουν στά κοιμητήρια· ὑπάρχουν μόνο στά μυαλά τῶν συγχρόνων μηδενιστῶν. Τή μόλυνση τήν δημιουργοῦν οἱ ζωντανοί, ὄχι οἱ νεκροί.

γ. Ἕνας ἰσχυρός λόγος, πού κάποιοι προτάσσουν γιά τήν καύση, εἶναι τά λεγόμενα ἀνθρώπινα καί ἀτομικά δικαιώματα. Ἡ καύση τῶν νεκρῶν δέν εἶναι ἀτομικό δικαίωμα τοῦ νεκροῦ πλέον ἀνθρώπου· ἡ διατήρηση τοῦ σώματός τους ἀποτελεῖ κοινωνική ὑποχρέωση σεβασμοῦ καί ἐπιβιώσεως τοῦ προσώπου του. Εἶναι ἀδύνατο τό θέλημα τοῦ ἑνός - κι ἄς ἀποκαλεῖται αὐτό δικαίωμα -νά προσκρούει στήν ἀνάγκη γιά σεβασμό τοῦ συνόλου- ἄν βέβαια ὑπάρχει κάτι τέτοιο. Δέν μπορεῖ νά εἶναι δικαίωμα κάποιου νά τόν κάψουμε ἐμεῖς!

Ἄν κάποιος θέλει νά καεῖ μετά θάνατον πῶς ἐμεῖς θά τόν ἀφήσουμε; Γιατί αὐτός ὁ κάποιος, ὄχι ἁπλῶς ὁ κάποιος, ὄχι ἁπλῶς νά δέχεται - αὐτό τό καταλαβαίνουμε, - ἀλλά νά ἐπιθυμεῖ ἔντονα νά καεῖ; τί βαθύτερο καί συνάμα ἀνώτερο κρύβει μιά τέτοια ἐπιθυμία, ὥστε νά κληρονομεῖ σέ μᾶς τό σύνολο τήν ὑποχρέωση τῆς καύσης;

Τό κοινωνικό ἀγαθό ὡς ἀξία εἶναι ἀνώτερο κάθε ἀτομικῆς ἐπιλογῆς. Ἄν ἡ ταφή ἀποτελεῖ ἀξία, τότε ἡ καύση δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀτομικό δικαίωμα. Ἄν πάλι ἡ ἐπιθυμία ἑνός νά καεῖ εἶναι ὑπερτέρα τῆς ἀνάγκης τῆς κοινωνίας γιά σεβασμό τοῦ νεκροῦ σώματος, τότε τό ἴδιο ἐπιχείρημα δέν θά μποροῦσε νά φέρει στό προσκήνιο ἀπό νέα ὀπτική τό θέμα τῆς εὐθανασίας; Ἄν ἡ κοινωνία ἔχει ὑποχρέωση νά κάψει ὅποιον τό ἐπιθυμεῖ, τότε θά εἶναι καί ὑποχρεωμένη νά διευκολύνει καί τόν θάνατο αὐτοῦ πού τῆς τό ζητεῖ. Ἡ ὑποχώρηση στήν καύση τῶν νεκρῶν μέ τό αἰτιολογικό τοῦ ἀτομικοῦ δικαιώματος θά καταστήσει τήν εὐθανασία ἐπιβεβλημένη κοινωνική ὑποχρέωση.

δ. Τό ἀποτρόπαιον τοῦ θανάτου. Ἡ ταφή ἀποτελεῖ ἀναντίρρητα μιά συναισθηματική πολύ δύσκολη εἰκόνα. Βλέπεις το οἰκεῖο σου πρόσωπο δίχως πνοή, δίχως ζωή, γιά τελευταία φορά νά κατεβαίνει ἀνεπίστρεπτα στά σπλάγχνα τῆς γῆς. Δέν θά ξαναντικρύσεις τήν οἰκεία ὄψη. Σέ λίγα λεπτά θά ἀκολουθήσει ἡ διαδικασία τῆς ἀποσυνθέσεώς του. Ὁ πειρασμός νά ἀποφύγει κανείς τήν ἐμπειρία δέν εἶναι ἀμελητέος. Ἡ στρουθοκαμηλική νοοτροπία τῆς ἐποχῆς μας προκρίνει τό νά ἀγνοοῦμε ἤ νά μήν ἀντικρύζουμε τήν πραγματικότητα, παρά νά τήν προβάλουμε πάνω στήν ἀλήθεια. Προτιμάει κανείς νά βλέπει ἕνα κουτάκι παρά νά ἀντικρύζει ἕνα πτῶμα. Τό πρῶτο εἶναι ἁπλό ἀντικείμενο. Τό σῶμα εἶναι νεκρό ὑποκείμενο. Βλέποντας τό πρῶτο ξεχνᾶς τό πρόσωπο. Ἀντικρύζοντας τό δεύτερο θυμᾶσαι τό θάνατό του, αἰσθάνεσαι τό θάνανατό του καί αὐτό πονᾶ.

4. Βαθύτερα αἴτια τοῦ αἰτήματος τῆς καύσης

Πέραν ὅμως τῶν διαφόρων προφάσεων ὑπάρχουν βαθύτερα αἴτια πού τό θέμα τῆς καύσης τῶν νεκρῶν κατά καιρούς ἐμφανίζεται στό προσκήνιο. Αὐτά εἶναι ὁ μηδενιστικός τρόπος ζωῆς, ἡ ἐπιθυμία ἀποθρησκευτικοποιήσεως τῆς κοινωνιας καί ἡ κυριαρχία τῆς χρηστικῆς ἀντίληψης εἰς βάρος τοῦ σεβασμοῦ καί τῶν ἀξιῶν.

Ὅλα αὐτά ὁδηγοῦν σέ μιά προσπάθεια πρόκλησης τῆς Ἐκκλησίας καί σταδιακῆς νέκρωσης τοῦ αἰσθητηρίου τῆς ψυχῆς ὅλο καί ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς ζωῆς μας. Κάθε τί πού τήν ὑπενθυμίζει καί διακριτικά τήν ὑπογραμμίζει βαθμιαία γίνεται ἀνεπιθύμητο στήν ἀποδοχή καί ἐντοχλητικό στήν πρακτική του.

Ἡ ταφή ἔχει μιά τελετουργία ἐμφανῶς πιό ἔντονη ἀπό τήν καύση. Ἡ προσπάθεια εἰσαγωγῆς τῆς καύσης δημιουργεῖ μιά ἀπότομη ἀλλοίωση στά κοινωνικά μας ἤθη καί εἰσάγει εἰκόνες, στόν τρόπο μας. Αὐτό τό νεο σκηνικό καίρια προσβάλλει τό μονοπώλιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί μεταφυσικῆς εἰκόνας τῆς κηδείας πού χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ταφή. Ἡ ταφή εἶναι περισσότερο μυστήριο, ἐνῶ ἡ καύση τελετή ἤ διαδικασία.

Ἡ πρακτική καί χρηστική ἀντίληψη ἔχουν ἐπικρατήσει καί μᾶς ἔχουν πείσει, γιατί μέσα στήν καρδιά μας ἔχει ἔντονα ἀδυνατίσει ἡ πνευματική καί βιωματική διάσταση τοῦ γεγονότος. Ὅλα γίνονται βιαστικά καί τυπικά. Ὅ,τι ὅμως δέν ἔχει ὑπομονή δέν ἔχει οὔτε βάθος, οὔτε διάρκεια· οὔτε ρίζες, οὔτε αἰωνιότητα. Ἔτσι ψέλνουμε "αἰωνία ἡ μνήμη" ἀλλά ταυτόχρονα ἡ δική μας μνήμη εἶναι σφιχτά κλεισμένη· προσπαθοῦμε νά ξεχάσουμε.

5. Τό χρέος τῆς Ἐκκλησίας

Ἡ Ἐκκλησία βαθειά μέσα στίς ρίζες τῆς παραδόσεώς της κρύβει τό θησαυρό τῶν ἐμπειριῶν της, τόν ὁποῖο ἔχει μεγάλο χρέος νά παρουσιάσει καί μέ τό λόγο καί μέ τήν πράξη της. Κατόπιν τούτων ὀφείλει:

α. Νά περιγράψει τή ζωντάνια τῆς ψυχῆς. Ἡ ψυχή δέν εἶναι οὔτε φαντασία οὔτε ἀφηρημένη ἔννοια. Εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου. Ἔχει τέτοια δύναμη καί τόση ζωή πού δέν μπορεῖ νά ἐξαντλήση τά ἀποθέματα της σ' αὐτή τή ζωή· γι αὐτό καί δέν μπορεῖ παρά νά ζεῖ αἰώνια.

β. Ἡ Ἐκκλησία μέσα ἀπό τήν ταφή μπορεῖ νά ἐκφράσει:

• Τήν ἀλήθεια της,τήν πίστη της στή αἰωνιότητα καί ἀθανασία τῆς ψυχῆς καί στήν δυνατότητα γιά θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Τό σῶμα εἶναι ναός τοῦ Θεοῦ καί εἰκόνισμα τῆς μελλούσης καταστάσεως. Τούς ναούς καί τά εἰκονίσματα ποτέ δέν τά καῖμε.

• Τό φιλάνθρωπο, τήν ἀνθρωπιά της.

• Τήν αἰώνια πνευματικότητα καί ἐλπίδα της.

• Τήν ἐσωτερική μυστική χαρά της.

• Τήν αἰσθητική της.

Λένε πολλοί ὅτι ἡ καύση τῶν νεκρῶν δέν εἶναι δογματικό θέμα. Κάθε τί ὅμως πού ἔχει νά κάνει μέ τόν ἄνθρωπο, τήν ψυχή του καί τή ἰσόρροπη σχέση τους, ἀναφέρεται στό δόγμα τῆς ἐνανθρωπήσεως, τήν αἰώνια ζωή καί τή θεανθρώπινη δυνατότητά του. Μπορεῖ νά μήν ὑπάρχει δογματική διατύπωση, σίγουρα ὅμως ὑπάρχει δογματική ἀλήθεια. Δόγμα δέν εἶναι μιά διατύπωση πού δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά παραβοῦμε, ἀλλά μιά ἀλήθεια πού μᾶς εἶναι ἀπαραίτητη γιά νά ἐξαγιασθοῦμε.

Τό λείψανο ἀποτελεῖ εἰκόνα τῆς ἀνθρώπινης ὑποστάσεως. Ὅπως ἡ Ἐκκλησία ἔδωσε γιά χρόνια ἀνυποχώρητη τόν ἀγώνα της γιά τή διαφύλαξη τῶν εἰκόνων της, ἔτσι καί τώρα καλεῖται νά ὑποστηρίξει τίς ἀνθρώπινες εἰκόνες, τά ὑπολείμματα, τίς ὑπομνήσεις τῆς ψυχῆς σ' ἀυτόν τόν κόσμο. Κάθε προσπάθεια καύσης τοῦ σώματος εἶναι εἰκονοκλαστική στή φύση της καί προσβάλλει τό χριστολογικό δόγμα.

Ἡ καθημερινή συνήθεια, ἡ ἱστορική παράδοση καί ἡ διαχρονική πρακτική τῆς Ἐκκλησίας συντήρησαν ἕνα φρόνημα τό ὁποῖο καλλιέργησαν καί ἐνίσχυσαν καί ἐγέννησαν, μιά ἐμπειρία δογματικῆς ἀλήθεια πού ἴσως μέ τή σημερινή της κοινωνική πίεση περιμένει πλέον καί τή θεολογική της διατύπωση. Δογματικό δέν εἶναι μόνον ὅ,τι ἔχει πεῖ κάποια Οἰκουμενική Σύνοδος μέ τό φωτισμένο λόγο της, ἀλλά καί ὅ,τι ἔχει ἀδιάψευστα ἐπαναλάβει ἡ οἰκουμενική Ἐκκλησία μέ τό ἐξαγιασμένο καί καθολικό μήνυμά της καί τήν καθημερινή πράξη της.

γ. Νά ὑπογραμμίσει τήν ἱερότητα τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου

Ὁ ἄνθρωπος ξεκινάνει μέ ἄκρα ταπείνωση -τήν κυτταρική μορφή του- καί καταλήγει πάλι ταπεινά -μέ τή λειψανική μορφή του. Ἡ τέλεια ἐξουθένωσή του συγχρονίζεται μέ τήν τέλεια ταπείνωσή του. Ἡ ἀνθρώπινη φύση βρίσκεται στή μεγαλύτερη της ἔνταση καί δυναμική, ὅταν ἐγκαθίσται ἡ ψυχή στό σῶμα - ἔμβρυο - ἤ ὅταν ἀποχωρίζεται ἀπό αὐτό - λείψανο. Οἱ δύο αὐτές καταστάσεις εἶναι οἱ μοναδικές πού ὁ ἄνθρωπος δέν ἁμαρτάνει. Τότε πού αὐτός δέν ἔχει φωνή τοῦ ἀναγνωρίζουμε ἐμεῖς τήν ταυτότητα. Καταστρέφοντας καί τά ἔμβρυα καί τά ὀστᾶ εἶναι σάν νά καταστρέφουμε τήν ἀνθρώπινη ταπείνωση.

Τό γεγονός τοῦ θανάτου στήν Ἐκκλησία δέν ἀντιμεωπίζεται ὡς μεμονωμένο γεγονός - κάποιος πέθανε - ἀλλά ὡς ἐκκλησιαστικό καί κοινωνικό γεγονός -κάποιος μᾶς ἔφυγε καί ἡ ἀναχώρησή του ἔχει ἄμεση σχεση μέ τή ζωή μας.

δ. Νά ἀποτυπώσει τό θεολογικό βίωμά της στήν πράξη της.

Ἡ λογική της πρέπει νά εἶναι ἡ λογική τοῦ σεβασμοῦ, ἡ δέ πρακτική της ἀπόλυτα ξεκομμένη ἀπό κάθε χρηματική ἤ οἰκονομική ἀντίληψη καί ἐντελῶς ξένη ἀπό πάσης φύσεως συναλλαγές, συμφωνίες καί διαπραγματεύσεις. "Κηδεία"σημαίνει τήν τελευταία καί ἱερότερη φροντίδα μας στόν νεκρό. Ἐτυμολογικά προέρχεται ἡ λέξη ἀπό τό ρῆμα "κήδομαι", φροντίζω. Ὅταν κάποιον θέλεις νά τόν φροντίσεις, τότε οὔτε τήν ἱερότητά του περιορίζεις οὔτε καί τή φυσική ὑπόστασή του λιγοστεύεις. Ἀρνεῖσαι τή βία ἐπάνω του, ὄχι γιά νά μήν πονέσει τό σῶμα του, ἀλλά γιά νά μήν πονέσει ἡ ψυχή σου.

Μέ τήν ταφή ὅμως, ὅταν αὐτή γίνεται ὅπως πρέπει, μποροῦν οἱ συγγενεῖς νά πάρουν τεράστια ἐλπίδα· αἰσθάνονται ὅτι ὁ ἄνθρωπός τους ὑπάρχει, κάπου εἶναι καί κάτι περιμένει· σίγουρα δέν τέλειωσε. Ὅσο τό σῶμα διατηρεῖται καί δέν τελειώνει, τόσο καί ἡ αἴσθηση τῆς ψυχῆς συνεχίζει νά ὑπάρχει μέσα μας καί νά μᾶς ὑποβοηθεῖ στήν ἀνάμνησή της. Ἡ ταφή μπορεῖ νά εἶναι ἀρχή ζωῆς, σπορά.

Κάθε μνημόσυνο, κάθε ἀνάμνηση, κάθε προσευχή, κάθε τρισάγιο, κάθε ψυχοσάββατο εἶναι ἕνα πότισμα σ' αὐτούς τούς σπόρους πού ὑπάρχουν μέσα στή γῆ, στούς κήπους, στά περιβόλια τῶν κοιμητηρίων. Ἡ Ἐκκλησία μας φυτεύει κάθε σῶμα μέ ἱερά αἰσθήματα, ὄχι μόνο ἀνθρώπινα, ἀλλά κατ' ἐξοχήν πνευματικά καί ἐκεῖ ἐναποθέτει ὅλη της τήν πίστη καί ὅλη μας τήν ἐλπίδα στήν αἰωνιότητα καί στήν ἀνάσταση κατεβάζοντας τόν κάθε σπόρο, τό κάθε σῶμα, μέσα στά σπλάγχνα τῆς γῆς. Ἄν τά καίγαμε τά σποράκια, ὅσο νερό καί νά ρίχναμε ἀπό πάνω ποτέ δέν θά βλάσταινε.

Γιά τήν Ἐκκλησία δέν εἶναι πτώματα τά νεκρά σώματα. Οὔτε εἶναι κόκκαλα τά ἀπομεινάρια τῶν λειωμένων πτωμάτων. Γιά τήν κοινωνία μπορεῖ νά εἶναι κάτι τετοιο ἤ νά εἶναι ὀστᾶ. Γιά μᾶς ὑπάρχει ἡ ἱερή λέξη λείψανα· αὐτή περιγράφει τήν οὐσία τους, διότι αὐτή ὑπογραμμίζει τήν ὕπαρξη τῆς ψυχῆς καί τήν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεώς της.

Ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν, ἀρνεῖται τήν καύση, γιατί ἀρνεῖται τό ἀνθρώπινο τέλος καί τή βία πάνω στόν ἄνθρωπο. Ἐπιλέγει τήν ταφή, γιατί ἔχει πίστη καί ἐλπίδα στό αἰώνιο μέλλον τοῦ ἀνθρώπου καί ἀναθέτει στή φύση τήν εὐθύνη τῆς φυσιολογικῆς φθορᾶς τοῦ φυσικοῦ παρόντος τοῦ ἀνθρώπου.






ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΔΙΟΓΝΗΤΟΝ

Οι Χριστιανοί δεν διακρίνονται των άλλων ανθρώπων, ούτε κατά την πατρίδα, ούτε κατά τη φωνή, ούτε κατά τα ήθη και τα έθιμα. Διότι ούτε σε ιδιαίτερες πόλεις κατοικούν, ούτε διαφορετική γλώσσα χρησιμοποιούν, ούτε διαφορετικό βίο ζουν. Η διδασκαλία τους δεν είναι εφεύρεση πολυπραγμόνων ανθρώπων, ούτε προΐστανται συστημάτων όπως μερικοί φιλόσοφοι.

Κατοικούν πόλεις Ελληνικές ή και άλλων εθνών, όπως έτυχε ο κλήρος στον καθένα και ακολουθούν τα τοπικά ήθη και έθιμα, ως προς την ενδυμασία και την τροφή και την υπόλοιπη ζωή τους, αποδεικνύουν όμως ομολογουμένως θαυμαστή και παράδοξο την ζωή και την πολιτεία τους. Πατρίδες κατοικούν τις δικές τους αλλά σαν να είναι πάροικοι. Συμμετέχουν σε όλα ως πολίτες και υπομένουν τα πάντα ως ξένοι. Κάθε ξενιτιά είναι πατρίδα τους και κάθε πατρίδα τους είναι ξένη γι’ αυτούς.

Παντρεύονται όπως όλοι, αλλά ποτέ δεν εγκαταλείπουν τα παιδιά τους. Τράπεζα κοινή έχουν, αλλά τη θεωρούν αγία. Έχουν και αυτοί σάρκα αλλά δεν ζουν κατά τη σάρκα. Ζουν στη γη αλλά συμπεριφέρονται σαν να μένουν στον ουρανό. Πείθονται και υπακούουν στους καθορισμένους νόμους αλλά με την ενάρετη ζωή τους, νικούν τους νόμους.

Όλους ανεξαιρέτως τους αγαπούν και σχεδόν από όλους διώκονται. Αγνοούνται και κατακρίνονται. Θανατώνονται και ζωοποιούνται. Ζουν λιτά σαν να είναι πτωχοί, αλλά τους άλλους ελεούν πλούσια. Τα πάντα στερούνται και τους περισσεύουν τα πάντα. Ατιμώνονται και μέσα στις ατιμίες δοξάζονται. Ενώ κακοπαθούν χαίρονται σαν να παίρνουν ζωή.

Από τους Ιουδαίους πολεμούνται ως εχθροί και από τους Έλληνες καταδιώκονται και την αιτία του μίσους τους δεν μπορούν να την εξηγήσουν ούτε οι ίδιοι οι διώκτες τους. Για να το πούμε με απλά λόγια ότι είναι η ψυχή μέσα στο σώμα το ίδιο οι Χριστιανοί μέσα στον κόσμο.

Η ψυχή είναι σπαρμένη μέσα σε όλα τα μέλη του σώματος και οι χριστιανοί μέσα σε όλες τις πόλεις του κόσμου. Και κατοικεί μεν η ψυχή στο σώμα, αλλά δεν είναι σωματική. Και οι Χριστιανοί κατοικούν στον κόσμο αλλά δεν είναι κοσμικοί. Ενώ είναι αόρατη η ψυχή, φρουρείται από το ορατό σώμα.

Και οι Χριστιανοί φαίνεται ότι είναι μέσα στον κόσμο, αλλά η θεοσέβειά τους μένει αόρατη. Μισεί την ψυχή η σάρκα και την καταπολεμεί χωρίς να αδικείται από αυτήν, αλλά μόνο διότι εμποδίζεται από την ψυχή να απολαμβάνει τις ηδονές. Μισεί και τους Χριστιανούς ο κόσμος χωρίς να αδικείται, αλλά μόνο διότι αντιτάσσονται στις ηδονές. Η ψυχή αγαπά τη σάρκα και τα μέλη που τη μισούν. Και οι Χριστιανοί αγαπούν τους ανθρώπους που τους μισούν. Η ψυχή είναι κλεισμένη μέσα στο σώμα, αλλά αυτή συγκρατεί το σώμα. Και οι Χριστιανοί κατέχονται και φρουρούνται υπό του κόσμου, αλλά αυτοί συνέχουν και διατηρούν τον κόσμο.

Ενώ είναι αθάνατη η ψυχή, σε φθαρτή σκηνή κατοικεί. Και οι Χριστιανοί ζουν ανάμεσα από φθαρτά πράγματα, ελπίζοντας και περιμένοντας την αφθαρσία των ουρανών. Ενώ ταλαιπωρείται και βασανίζεται η ψυχή με τα υλικά πράγματα, αυτή όλο και γίνεται καλύτερα. Και οι Χριστιανοί ενώ τιμωρούνται και κολάζονται, αυτοί όλο και περισσότεροι γίνονται.

Σε τέτοια κατάσταση τοποθέτησε τους Χριστιανούς ο Θεός, από την οποία δεν επιτρέπεται σε αυτούς να παραιτηθούν.

Β.Ε.Π. 5-7, τομ. 2, 253.