Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Η ΧΑΜΕΝΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ





π. Χ.Μ.

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία

Ο Λό­γος του Ευ­αγ­γε­λί­ου ή­ταν και εί­ναι μο­νά­κρι­βος και λαμ­πρός θη­σαυ­ρός για τους χρι­στια­νούς. Η σύγ­χρο­νη ελ­λη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ό­μως, πο­λύ α­πέ­χει α­πό τον ευ­αγ­γε­λι­κό λό­γο, ο ο­ποί­ος φαί­νε­ται να μην έ­χει κα­μί­α ε­πί­δρα­ση πλέ­ον στην ζω­ή μας. Α­στα­μά­τη­τα γύ­ρω μας α­κού­γε­ται έ­νας κο­σμι­κός λό­γος, δί­και­ος η ά­δι­κος, ο ο­ποί­ος δεν έ­χει κα­μί­α σχέ­ση με το ήθος της Καινής Διαθήκης. Για όσους ό­μως θέ­λουμε να λε­γόμαστε Ορθόδοξοι χρι­στια­νοί, δεν γίνεται να υ­πάρ­χουν δύ­ο στά­σεις ζω­ής, μί­α κο­σμι­κή και μί­α πνευ­μα­τι­κή, δι­ό­τι θα ή­ταν σαν να α­πορ­ρί­πτου­με το κή­ρυγ­μα του Χρι­στού η να το ε­πι­κα­λού­με­θα μό­νο ό­ταν μας εί­ναι βο­λι­κό. Ο Ί­διος ο Κύ­ριος μας δή­λω­σε: “Ου­δείς οι­κέ­της δύ­να­ται δυ­σί κυ­ρί­οις δου­λεύ­ειν” (Λουκ. 16, 13).

Αν δού­με ι­στο­ρι­κά τον χρι­στι­α­νι­σμό σε ε­πί­πε­δο κρα­τών, θε­σμών και κοι­νω­νι­ών, θα δι­α­πι­στώ­σου­με μί­α πα­τα­γώ­δη α­πο­τυ­χί­α, μια μεγάλη δυσκολία των αν­θρώ­πων να το προσ­λά­βουν. Ο ευ­αγ­γε­λι­κός λό­γος δεν ευ­θύ­νε­ται κα­θό­λου για το γε­γο­νός ό­τι οι λεγόμενοι "Χριστιανικοί" λαοί έ­φτια­ξαν τυ­ραν­νι­κές ε­ξου­σί­ες και προ­σπά­θη­σαν, βά­ζον­τας μπρο­στά μί­α ση­μαί­α με σταυ­ρό, να νι­κή­σουν τους άλ­λους λα­ούς. Δεν ευ­θύ­νε­ται το Ευ­αγ­γέ­λιο για το γε­γο­νός ό­τι οι άν­θρω­ποι σκο­τώ­νουν ο έ­νας τον άλ­λο στο ό­νο­μα του Χρι­στού και της δή­θεν δι­και­ο­σύ­νης Του. Αυ­τό ο­φεί­λε­ται στην α­δυ­να­μί­α των αν­θρώ­πων να προσ­λά­βουν το Ευ­αγ­γέ­λιο. Ο­φεί­λε­ται στο ό­τι δεν σχε­τί­στη­καν τε­λι­κά με τον Κύριο και με το λό­γο της α­γά­πης Του. Όσοι όμως στο διάβα του χρόνου θέλησαν να συνταχθούν με το «εσφαγμένον αρνίον», πόθησαν να ανήκουν πραγματικά στο σώμα του Χριστού, γεύτηκαν την Βασιλεία Του και έγιναν Άγιοι, δίκαιοι, όσιοι της διπλανής πόρτας.

Ζού­με σε μί­α θλι­βε­ρή ι­στο­ρι­κή πε­ρί­ο­δο. Εί­μα­στε έ­νας λα­ός α­πο­κομ­μέ­νος α­πό τις πα­ρα­δό­σεις του, πα­ρα­δο­μέ­νος σε δι­ά­φο­ρες θε­ω­ρί­ες και ι­δε­ο­λο­γί­ες, με κοι­νω­νι­κά κι­νή­μα­τα που αι­μα­το­κύ­λη­σαν την Ελ­λά­δα. Με κοι­νω­νι­κές δι­εκ­δι­κή­σεις που αν­τί να φέ­ρουν μί­α κα­λύ­τε­ρη ζω­ή στην ου­σί­α δι­έ­λυ­σαν τον κοι­νω­νι­κό ι­στό και την οι­κο­νο­μί­α. Πα­ρα­δο­μέ­νοι τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια σε έ­ναν ά­κρα­το κα­τα­να­λω­τι­σμό, φτά­σα­με στο ση­μεί­ο να έ­χου­με μί­α τε­ρά­στια πνευ­μα­τι­κή κρί­ση, και τώ­ρα πα­ρα­δο­μέ­νοι στα κα­τώ­τε­ρα έν­στι­κτά μας φω­νά­ζου­με για τους ξέ­νους δυ­νά­στες και τον κα­κό κα­πι­τα­λι­σμό α­γνο­ών­τας τη δι­κή μας ευ­θύ­νη. Οι μεγάλες δυνάμεις πάντα έπαιζαν τα γεωπολιτικά παιχνίδια τους, αλλά είναι η αμαρτία πάντα που δίνει χώρο στον πειρασμό. Αν ένας λαός έχει συνοχή, έχει ενότητα και διατηρεί ισχυρή την ταυτότητά του, δύσκολα μπορεί να αλλοτριωθεί και να νικηθεί. Κι εμείς δυστυχώς είμαστε πια έ­να έθνος που μοιά­ζει τυ­φλό, αρ­νεί­ται ο,τι κα­λό έ­χει, λη­σμο­νά την προί­κα που του έ­δω­σαν οι πα­λαι­οί και προ­χω­ρά στο μέλ­λον χω­ρίς ταυ­τό­τη­τα. Αυ­τός το γένος εί­ναι επόμενο να υ­πο­φέ­ρει.

Πα­ρά­δο­ξο φαί­νε­ται και το γε­γο­νός ό­τι συ­νε­χώς βλέ­που­με α­ό­ρα­τους ε­χθρούς γύ­ρω μας, οι ο­ποί­οι θέ­λουν να κα­τα­στρέ­ψουν τη χώ­ρα μας, την πί­στη μας, την ορ­θο­δο­ξί­α μας, μα δεν κοι­τά­με κα­θό­λου την δι­κή μας α­μαρ­τί­α. Το φρού­ριο της πί­στης μας θα ή­θε­λε να το κα­τα­κτή­σει ο ο­ποι­οσ­δή­πο­τε ε­χθρός αν ή­ταν όν­τως φρού­ριο. Ο τρό­πος με τον ο­ποί­ο μας βλέ­πουν οι ξέ­νοι και οι αλ­λό­θρη­σκοι εί­ναι μάλ­λον πε­ρι­φρο­νη­τι­κός και συμ­βαί­νει αυ­τό για­τί ε­μείς ε­πι­λέ­ξα­με να έ­χου­με μί­α τέ­τοι­α ει­κό­να για τον ε­αυ­τό μας. Εί­ναι πε­ρι­φρο­νη­τι­κός δι­ό­τι ού­τε κοι­νω­νι­κή συ­νο­χή έ­χου­με, αλ­λά ού­τε και ι­σχυ­ρή ταυ­τό­τη­τα. Δεν γνω­ρί­ζου­με ποι­οί εί­μα­στε και που πά­με. Ι­σχυ­ρι­ζό­μα­στε σαν λα­ός ό­τι εί­μα­στε α­πό­γο­νοι ε­πι­φα­νών Ελ­λή­νων προ­γό­νων αλ­λά δεν μπή­κα­με πο­τέ στον κό­πο να τους γνω­ρί­σου­με. Έ­χου­με μί­α τε­ρά­στια και υ­πέ­ρο­χη υ­περ­χι­λι­ε­τή ι­στο­ρί­α της α­να­το­λι­κής Ρω­μα­ϊ­κής αυ­το­κρα­το­ρί­ας και την αρ­νού­με­θα. Έ­χου­με μί­α πί­στη η ο­ποί­α εί­ναι σω­τή­ρια και την χλευ­ά­ζου­με. Συ­νε­πώς, ας μην αυ­τα­πα­τώ­με­θα, κα­νείς δεν μας φταί­ει!

Ο λό­γος της Εκ­κλη­σί­ας εί­ναι εκ δι­α­μέ­τρου αν­τί­θε­τος α­πό τη λο­γι­κή του κό­σμου. Έ­χου­με μί­α τε­ρά­στια πνευ­μα­τι­κή πα­ρα­κα­τα­θή­κη, το λό­γο του Χρι­στού, τις δι­δα­χές της Εκ­κλη­σί­ας μας, την δι­δα­σκα­λί­α των Πα­τέ­ρων και ό­λο αυ­τό το θη­σαυ­ρό τον αρ­νού­με­θα η Τον α­γνο­ού­με παν­τε­λώς. Πολλοί από εμάς αντιμετωπίζουμε την Εκ­κλη­σί­α εί­τε σε έ­να χώ­ρο μυ­στι­κών τε­λε­τουρ­γι­ών που δεν τις κα­τα­λα­βαί­νει κα­νέ­νας, εί­τε σαν μια «θρησκεία» κα­θω­σπρέ­πει αν­θρώ­πων, κι έτσι θυμίζουμε τους αυ­το­δι­και­ω­μέ­νους Φα­ρι­σαί­ους, που νό­μι­ζαν ό­τι για να εί­σαι Χρι­στια­νός α­πλώς πρέ­πει να ε­φαρ­μό­ζεις κα­θή­κον­τα και τί­πο­τε άλ­λο. Αν λεί­πει κά­τι σή­με­ρα α­πό χώ­ρο της Εκ­κλη­σί­ας αλλά και α­πό την κοι­νω­νί­α μας, εί­ναι μί­α δι­α­φο­ρε­τι­κή θε­ώ­ρη­ση των πραγ­μά­των που θα τα το­πο­θε­τή­σει σε μί­α σω­στή βά­ση, γιατί μό­νο έ­τσι θα μπο­ρέ­σει να α­να­δυ­θεί η ελ­πί­δα. Που θα ο­ρί­ζει ως πρό­βλη­μα την α­πο­μά­κρυν­ση του αν­θρώ­που α­πό τον Θε­ό και θα αναγνωρίζει το με­γά­λο πρό­βλη­μα ταυ­τό­τη­τας που έ­χει ο ση­με­ρι­νός Έλ­λη­νας και γι᾽ αυ­τό δεν ξέ­ρει ποι­ός εί­ναι, που πατά λκαι που πηγαίνει.

Ποι­ά μπορεί τε­λι­κά εί­ναι η ελ­πί­δα μας; Δυστυχώς, μό­νο η τα­πεί­νω­ση! Η ι­στο­ρί­α δι­δά­σκει ό­τι ό­σο πιο πο­λύ τα­πει­νώ­νε­ται έ­νας λα­ός, τό­σες πιο πολ­λές ευ­και­ρί­ες έ­χει να αρ­χί­σει να ανακάμψει. Και αυ­τή η α­κού­σια τα­πεί­νω­ση δεν έ­χει α­κό­μα ο­λο­κλη­ρω­θεί στην Ελ­λά­δα. Ας δού­με τους Έλ­λη­νες του Πόν­του και της Μι­κράς Α­σί­ας που ήρ­θαν στην Ελ­λά­δα το 1922 έ­χον­τας χά­σει τα πάν­τα και φέρ­νον­τας στις α­πο­σκευ­ές τους, ως τον πο­λυ­τι­μό­τε­ρο θη­σαυ­ρό τους, μί­α ει­κό­να της Πα­να­γί­ας η του Χρι­στού. Αυ­τοί οι άν­θρω­ποι στά­θη­καν και πά­λι στα πό­δια τους και έ­χτι­σαν απ᾽ την αρ­χή τα σπί­τια τους σε νέ­α πα­τρί­δα. Αλ­λά πριν αρ­χί­σουν με την α­νοι­κο­δό­μη­ση της προ­σω­πι­κής τους οι­κί­ας, κύ­ριο μέ­λη­μά τους υ­πήρ­ξε η α­νοι­κο­δό­μη­ση της εκκλησιάς τους, για την ο­ποί­α ό­λοι βο­η­θού­σαν και με­ρι­μνού­σαν. Και στην συ­νέ­χει­α βο­η­θού­σε ο έ­νας τον αλ­λο στο χτί­σι­μο των σπι­τι­ών τους (και ό­χι ο κα­θέ­νας μό­νος του) με α­πο­τέ­λε­σμα σε σύν­το­μο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα να ξα­να­δη­μι­ουρ­γή­σουν και να α­να­γεν­νη­θούν α­πό τις στά­χτες. Αυ­τοί οι άν­θρω­ποι με­γα­λούρ­γη­σαν δι­ό­τι εί­χαν μί­α συ­νο­χή, μί­α ο­μοι­ο­γέ­νεια, μί­α δυ­να­τή πί­στη που τους έ­νω­νε, μί­α πο­λύ ι­σχυ­ρή ταυ­τό­τη­τα που μό­νο σε­βα­σμό ε­νέ­πνε­ε. Τι κοι­νό έ­χου­με οι Νε­ο­έλ­λη­νες με αυ­τούς τους υ­πέ­ρο­χους αν­θρώ­πους;

 Στην πα­ρά­δο­ση της Εκ­κλη­σί­ας μας υ­πάρ­χει ο τρό­πος ζω­ής που ο­νο­μά­ζε­ται χαρ­μο­λύ­πη. Εί­ναι έ­νας τρό­πος που δι­α­σφα­λί­ζει ό­τι ο άν­θρω­πος μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει σε αυ­τό τον κό­σμο χα­ρού­με­νος ε­νώ ταυ­τό­χρο­να να έ­χει α­πό­λυ­τη συ­νεί­δη­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας γύ­ρω του. Να γνωρίζει την συλλογική αμαρτία, αλλά και την προσωπική του αμαρτία κι όμως να είναι χαρούμενος. Εί­ναι έ­νας δρό­μος που ό­χι α­πλώς κά­νει τους αν­θρώ­πους να γί­νον­ται δυ­να­μι­κοί αλ­λά να γί­νον­ται και Ά­γιοι. Εί­ναι έ­νας τρό­πος που κά­νει τον άν­θρω­πο να πα­τά­ει πο­λύ γε­ρά στα πό­δια του και με την καρ­διά του να ο­νει­ρεύ­ε­ται τη βα­σι­λεί­α των ου­ρα­νών. Η χαρ­μο­λύ­πη που εί­ναι ζη­τού­με­νο στην πνευ­μα­τι­κή ζω­ή ση­μαί­νει ό­τι ο άν­θρω­πος λυ­πά­ται για τις α­μαρ­τί­ες του και ο­δη­γεί­ται στη με­τά­νοι­α, με α­πο­τέ­λε­σμα να έλ­κει τη χά­ρη του Θε­ού στην καρ­διά του και τον κά­νει να έ­χει μί­α α­νεί­πω­τη ευ­τυ­χί­α, α­κα­τα­νό­η­τη για τους πολ­λούς, για­τί μπο­ρεί να χαί­ρε­ται τη ζω­ή του κά­θε μέ­ρα ο,τι και να συμ­βαί­νει γύ­ρω του. Α­λί­μο­νό μας αν σκε­φτού­με ό­τι οι Ά­γιοι της Εκ­κλη­σί­ας ή­ταν δυ­στυ­χι­σμέ­νοι, αν α­να­λο­γι­στού­με ό­τι ό­λοι αυ­τοί στους ο­ποί­ους έ­χου­με προ­σευ­χη­θεί και έ­χου­με δι­α­βά­σει το λό­γο και τις νου­θε­σί­ες τους ή­ταν άν­θρω­ποι που γκρί­νια­ζαν σαν κι ε­μάς.

Δυ­στυ­χώς, ξε­χά­σα­με πως ο Χρι­στός σαρ­κώ­θη­κε, σταυ­ρώ­θη­κε και α­να­στή­θη­κε για να μας δεί­ξει το δρό­μο προς την σωτηρία. Α­δι­α­φο­ρή­σα­με γι᾽ αυ­τήν. Τον Θε­ό Τον θέ­λου­με σαν έ­να «φυ­λα­χτό» για να συ­νε­χί­σου­με να ζού­με την κα­τα­να­λω­τι­κή ζω­ή μας. Ήρ­θε ο και­ρός να συ­να­χθού­με ως α­λη­θι­νοί χρι­στια­νοί. Να κα­τα­λά­βου­με τι θα πει λα­ός του Θε­ού: ό­χι κά­ποι­ος που το γρά­φει στην ταυ­τό­τη­τα, ό­χι κά­ποι­ος ο ο­ποί­ος ε­κτε­λεί τα θρη­σκευ­τι­κά του κα­θή­κον­τα, ό­χι κά­ποι­ος που θυ­μά­ται τον Θε­ό ό­ταν αρ­ρω­στή­σει, αλ­λά κά­ποι­ος που ζει και α­να­πνέ­ει έ­χον­τας στο νου, την καρ­διά και την ψυ­χή του τον Θε­ό.

Η α­πό­στα­ση α­νά­με­σα στην α­πο­στο­λι­κή Εκ­κλη­σί­α και την Εκ­κλη­σί­α του σή­με­ρα εί­ναι χα­ο­τι­κή. Πα­ρη­γο­ριά με­γά­λη και ελ­πί­δα εί­ναι οι μι­κροί πυ­ρή­νες αν­θρώ­πων που προ­σπα­θούν να ζή­σουν με το πνεύμα του Ευαγγελίου, σε ενορίες, παρεκκλήσια και μοναστήρια. Χρι­στια­νός ορ­θό­δο­ξος εί­ναι ό­ποι­ος με­τέ­χει συ­στη­μα­τι­κά στα μυ­στή­ρια της Εκ­κλη­σί­ας και έ­χει ε­νερ­γό δρά­ση στο χώ­ρο της ε­νο­ρί­ας του. Εί­ναι ε­κεί­νος που αγωνίζεται να αλ­λοιώ­σει τον ε­αυ­τό του, να γίνει δο­χεί­ο της θεί­ας χά­ρι­τος και με την α­γά­πη του να ε­πη­ρε­ά­ζει και τους αν­θρώ­πους του πε­ρι­βάλ­λον­τός του. Δί­νει ελ­πί­δα, χα­μο­γε­λά­ει, βο­η­θά­ει χω­ρίς να ζη­τά­ει, εί­ναι αι­σι­ό­δο­ξος, πα­ρη­γο­ρεί τον κα­τα­φρο­νη­μέ­νο, α­κού­ει τον συ­νάν­θρω­πο, κα­τα­νο­εί τις α­νάγ­κες του, έ­χει έ­να κα­λό λό­γο για ό­λους, δεν κα­τα­κρί­νει δι­ό­τι ξέ­ρει ό­τι αύ­ριο μπο­ρεί να κα­τα­κρι­θεί και ο ί­διος, πάν­τα υ­πο­μέ­νει, πάν­τα ελ­πί­ζει, πάν­τα α­γα­πά­ει.

Δεν υ­πάρ­χει στην ι­στο­ρί­α της αν­θρω­πό­τη­τας ση­μαν­τι­κό­τε­ρη πο­λι­τι­κή πρά­ξη α­πό την πρά­ξη που μπο­ρεί να κά­νει έ­νας χρι­στια­νός. “Άλ­λα­ξε ε­σύ και θα αλ­λά­ξουν πολ­λοί γύ­ρω σου”, νου­θε­τούν οι Ά­γιοι. Ο χρι­στια­νός ου­δέ­πο­τε δι­εκ­δί­κη­σε τα δι­και­ώ­μα­τά του στα πε­ζο­δρό­μια και στις πο­ρεί­ες, ου­δέ­πο­τε ταυ­τί­στη­κε με τις κραυ­γές του μά­ται­ου κό­σμου, αλ­λά εί­χε πάν­τα στην καρ­διά του τον Χρι­στό. Και γι αυτό γινόταν μάρτυρας, πέθαινε για να ζήσει ο κόσμος. Κι όταν ζει σε περίοδο ειρήνης, όπως στις μέρες μας, ζεί το μαρτύριο της συνειδήσεως, καθώς παλεύει την αμαρτία του. Α­κό­μα κι αν γύ­ρω μας τα πάν­τα εί­ναι κό­λα­ση, μπορούμε στην καρδιά μας να έ­χουμε έ­ναν πα­ρά­δει­σο και να τον με­τα­δί­δουμε και στους άλ­λους.

 Ο Χρι­στός μέ­σα α­πό το λό­γο Του δεν μας κο­ρό­ι­δε­ψε, δεν μας υ­πο­σχέ­θη­κε χρι­στι­α­νι­κές βα­σι­λεί­ες, αν­τι­θέ­τως εί­πε πως ό­ποι­ος θέ­λει να Τον α­κο­λου­θή­σει ας ση­κώ­σει το σταυ­ρό του και ας α­παρ­νη­θεί τον ε­αυ­τό του. Να α­φυ­πνι­στού­με δι­ό­τι πα­ρα­μο­νεύ­ει η ορ­γή και η κα­τά­θλι­ψη που ο­δη­γούν σε τρο­μα­κτι­κά α­δι­έ­ξο­δα. Και ξε­χνού­με ό­τι αυ­τή τη στιγ­μή γί­νον­ται πό­λε­μοι στον κό­σμο, ό­τι πε­θαί­νουν παι­διά α­πό την πεί­να, ό­τι άν­θρω­ποι δι­α­νύ­ουν πολ­λά χι­λι­ό­με­τρα για να φτά­σουν σε πό­σι­μο νε­ρό κι ε­μείς γκρι­νι­ά­ζου­με, βρί­ζου­με και κα­τα­στρέ­φου­με την πό­λη μας, και πα­ρα­δι­νό­μα­στε βο­ρά σε πο­λι­τι­κές θε­ω­ρί­ες δο­κι­μα­σμέ­νες και α­πο­τυ­χη­μέ­νες.

Το Ευ­αγ­γέ­λιο εί­ναι το μυ­στι­κό της ζω­ής που κά­νει την ψυ­χή μας να πε­τά­ει στα ου­ρά­νια. Η Εκ­κλη­σί­α εί­ναι ο μό­νος θε­σμός που α­πέ­μει­νε, που έ­χει πα­ρά­δο­ση, ταυ­τό­τη­τα, ι­δε­ο­λο­γί­α α­γά­πης, που έ­χει μί­α συ­νέ­χεια ε­δώ και 2.000 χρό­νια, για­τί εί­ναι το σώ­μα του Χρι­στού. Πολ­λές ι­δε­ο­λο­γί­ες χά­θη­καν στην λή­θη της ι­στο­ρί­ας. Ήρ­θε η ώ­ρα για μας που θέ­λου­με να λε­γό­μα­στε χρι­στια­νοί, να το εν­νο­ή­σου­με και να ε­πι­θυ­μή­σου­με την Βα­σι­λεί­α των ου­ρα­νών. Δεν έ­χει ση­μα­σί­α σε ποι­ά η­λι­κί­α βρι­σκό­μα­στε, α­κό­μα και στα ε­νε­νήν­τα μας μπο­ρού­με να με­τα­νο­ή­σου­με. Δεν υ­πάρ­χει πιο θλι­βε­ρό πράγ­μα α­πό το να φω­νά­ζου­με για το τι θα συμ­βεί σε δέ­κα χρό­νια και να πε­θά­νου­με αύ­ριο το πρω­ί σαν τον ά­φρο­να πλού­σιο. Ψά­χνου­με ση­μά­δια για το πό­τε θα έρ­θει το τέ­λος του κό­σμου, για το πό­τε θα έρ­θει ο αν­τί­χρι­στος, βυ­θι­ζό­μα­στε σε θε­ω­ρί­ες συ­νω­μο­σί­ας και δεν α­να­λο­γι­ζό­μα­στε ό­τι πρώ­τα μπο­ρεί να έρ­θει το τέ­λος το δι­κό μας και να έ­χου­με α­να­λώ­σει το πο­λύ­τι­μο δώ­ρο της ζω­ής σε μεμ­ψι­μοι­ρί­ες, γκρί­νια και κα­τά­κρι­ση για τους άλ­λους.

Παν­τού βα­σι­λεύ­ει ο θά­να­τος κι ε­μείς αν­τί να χα­ρού­με τη ση­με­ρι­νή η­μέ­ρα, που εί­ναι η μό­νη που έ­χου­με σί­γου­ρη, χα­ρα­μί­ζου­με τη ζω­ή μας στο αύ­ριο. Ο Ί­διος ο Κύ­ριος μας κά­λε­σε να μην με­ρι­μνού­με για το αύ­ριο: “Μη ουν με­ρι­μνή­ση­τε εις την αύ­ριον˙ η γαρ αύ­ριον με­ρι­μνή­σει τα ε­αυ­τής˙ αρ­κε­τόν τη η­μέ­ρα η κα­κί­α αυ­τής” (Ματθ. 6, 34). Και έ­τσι γι­νό­μα­στε πλέ­ον α­πό α­γα­θό ποί­μνιο, α­γέ­λη ά­γρι­ων ζώ­ων, ζών­τας μέ­σα στο άγ­χος και την κα­τά­θλι­ψη. Μέ­σα σε ό­λη αυ­τή την κα­τή­φεια η α­νά­παυ­ση που φέρ­νει η σχέ­ση με τον Χρι­στό, η χα­ρά που φέρ­νει η ση­με­ρι­νή η­μέ­ρα, η ελ­πί­δα που φέρ­νει το Ευ­αγ­γέ­λιο στη ζω­ή μας ας εί­ναι το πρω­ταρ­χι­κό και κυ­ρί­αρ­χο μέ­λη­μά μας.

Το  κήρυγμα των Α­πο­στό­λων διαδόθηκε σε χει­ρό­τε­ρες ε­πο­χές α­πό την δι­κή μας και αυ­τοί οι άν­θρω­ποι μέ­σα στην σκλη­ρή ρω­μα­ϊ­κή αυ­το­κρα­το­ρί­α, μέ­σα σε ε­κεί­νο το νο­μι­κό κα­θε­στώς των Ε­βραί­ων και μέ­σα στη σκλη­ρο­καρ­δί­α των ει­δω­λο­λα­τρών, γυρ­νού­σαν χα­μο­γε­λα­στοί τον κό­σμο και δι­έ­δι­δαν το Ευ­αγ­γέ­λιο παν­τού κι εί­χαν χα­ρά με­γά­λη! Ε­μάς μας πή­ραν α­πό το στό­μα τα κα­τα­να­λω­τι­κά μας α­γα­θά και ουρ­λι­ά­ζου­με˙ ας ξα­να­γί­νου­με χρι­στια­νοί για να χα­ρού­με, κα­θώς “ε­νός δε ε­στί χρεί­α” (Λουκ. 10, 42). Ε­κεί­νοι οι ψα­ρά­δες τα πα­ρά­τη­σαν ό­λα και Τον κυ­νή­γη­σαν α­πό πί­σω, δεν νοι­ά­στη­καν αν θα χά­σουν το μι­σθό τους και τη βο­λή τους και Τον α­κο­λού­θη­σαν. Ο λό­γος του Χρι­στού εί­ναι α­δι­ά­ψευ­στος: “ουκ επ᾽ άρ­τω μό­νω ζή­σε­ται άν­θρω­πος αλλ᾽ ε­πί παν­τί ρή­μα­τι εκ­πο­ρευ­ο­μέ­νω δια στό­μα­τος Θε­ού” (Ματθ. 4, 4).

Έ­φτα­σε ο και­ρός να πά­ρου­με τον ε­αυ­τό μας στα σο­βα­ρά και να α­να­λο­γι­στού­με τις ευ­θύ­νες μας για να ξα­να­γί­νου­με “ά­λας της γης”, για να εί­μα­στε πραγ­μα­τι­κά ευ­τυ­χι­σμέ­νοι άν­θρω­ποι. Ό­χι ε­πει­δή θα κα­τέ­χου­με, αλ­λά ε­πει­δή θα με­τα­νο­ού­με. Να ξα­να­βά­λου­με την α­γά­πη του Χρι­στού στην καρ­διά μας και να την με­τα­δώ­σου­με και σε άλ­λους. Να γί­νου­με Α­πό­στο­λοι του Κυ­ρί­ου και με το ή­θος μας να προ­σελ­κύ­ου­με και άλ­λους. Να πλα­τύ­νει ο νους και η ψυ­χή μας και να χω­ρά­ει τον κα­θέ­να μέ­σα. Να πά­ψου­με να δεί­χνου­με τους πο­λι­τι­κούς και να βλέ­που­με στον κα­θρέ­πτη τους ε­αυ­τούς μας. Να στα­μα­τή­σου­με να ντρε­πό­μα­στε να λέ­με ό­τι εί­μα­στε χρι­στια­νοί και να εί­μα­στε πε­ρή­φα­νοι γι᾽ αυ­τό. Και κά­θε ε­νο­ρί­α να γί­νει χώ­ρος πα­ρη­γο­ριάς, α­γά­πης, στή­ρι­ξης, ζύ­μω­σης δι­α­φο­ρε­τι­κών α­πό­ψε­ων, κα­τάρ­τι­σης και εν τέ­λει κρυ­φό σχο­λει­ό, ό­πως ή­δη εί­ναι εφ᾽ ό­σον δι­α­δί­δει και α­να­πα­ρά­γει έ­ναν δι­α­φο­ρε­τι­κό λό­γο.

Ήρ­θε ο και­ρός της συγ­κο­μι­δής, ήρ­θε ο και­ρός των Α­πο­στό­λων, ήρ­θε ο και­ρός των γνή­σι­ων χρι­στια­νών. Ας ελ­πί­σου­με ε­πι­τέ­λους! Ας α­να­ζη­τή­σου­με τον Κύ­ριο στη ζω­ή μας. Κι Ε­κεί­νος μας πε­ρι­μέ­νει υ­πο­μο­νε­τι­κά να Του πού­με: “Δεν αν­τέ­χω άλ­λο, Θε­έ μου, φώ­τι­σόν μου το σκό­τος”!



 Απομαγνητοφώνηση, επεξεργασία: Σωτήρης Κ.


Δεν υπάρχουν σχόλια: