Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

ΚΥΡΙΕ ΚΑΙ ΔΕΣΠΟΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ...




Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστόδουλου Μπίθα, στον εσπερινό της Συγγνώμης

 Για να ε­ξη­γή­σου­με το νό­η­μα της Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στής σε κά­ποι­ον που δεν έ­χει α­κού­σει πο­τέ ξα­νά γι' αυ­τήν, θα ή­ταν λά­θος να μι­λή­σου­με πρώ­τα για την νη­στεί­α. Ε­κεί­νο που θα έ­πρε­πε να του πού­με και να του ερ­μη­νεύ­σου­με πρώ­τα α­π’­ό­λα, εί­ναι την ευ­χή του Α­γί­ου Ε­φραίμ του Σύ­ρου. Για­τί αυ­τή πε­ρι­λαμ­βά­νει ό­λο το μυ­στή­ριο της με­τα­νοί­ας του αν­θρώ­που, ό­λη την προ­σπά­θεια της υ­πέρ­βα­σης, που κά­θε χρι­στια­νός που θέ­λει πραγ­μα­τι­κά να προ­χω­ρή­σει στην πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, θα πρε­πει να πα­σχί­σει να βά­λει στη ζω­ή του. 


Ο­μο­λο­γού­με ό­τι ο Θε­ός εί­ναι Κύ­ριος και Δε­σπό­της της ζω­ή μας. Δη­λα­δή Αυ­τός που δε­σπό­ζει στα πάν­τα, Ε­κεί­νος τον ο­ποί­ο έ­χου­με Κύ­ριό μας, σ' Αυ­τόν που α­πευ­θυ­νό­μα­στε, που ελ­πί­ζου­με, που Του έ­χου­με τό­ση εμ­πι­στο­σύ­νη, ό­πως έ­να μι­κρό παι­δί στην αγ­κα­λί­α της μά­νας του. Κύ­ρι­ε και Δέ­σπο­τα της ζω­ής μου, λέ­ει. Ε­σύ που έ­χεις την ζω­ή μου στα χέ­ρια Σου. Ε­σύ που μου την έ­χεις χα­ρί­σει. Ε­σύ που μου δω­ρί­ζεις ο­ποι­α­δή­πο­τε α­ρε­τή μπο­ρεί να υ­πάρ­χει στον κό­σμο, για­τί τί­πο­τα δεν μπο­ρώ να κά­νω με τις δι­κές μου δυ­νά­μεις. Ε­σύ θέ­λεις να σε πλη­σιά­σω και να πράτ­τω το α­γα­θό αλ­λά Ε­σύ με τη σει­ρά Σου στέλ­νεις το Ά­γιο Πνεύ­μα κά­θε φο­ρά που προ­σπα­θώ με τον τρό­πο που Ε­σύ λες και μου ζη­τάς, στέλ­νεις τον Πα­ρά­κλη­το να μου δί­νει αυ­τές τις α­ρε­τές.


Κύ­ρι­ε και Δέ­σπο­τα της ζω­ής μου, πνεύ­μα αρ­γί­ας, πε­ρι­ερ­γεί­ας και αρ­γο­λο­γί­ας μη μοι δως. Ού­τε φι­λαρ­χί­α να μου δώ­σεις, για­τί η πε­πτω­κυί­α μου φύ­ση με α­ναγ­κά­ζει, με πι­έ­ζει να θέ­λω να ε­ξου­σιά­σω τους άλ­λους, τον πιο μι­κρό και α­ναγ­κε­μέ­νο που θα συ­ναν­τή­σω μπρο­στά μου, την οι­κο­γέ­νειά μου, τους φί­λους μου, τους συ­νερ­γά­τες μου. Εί­ναι αυ­τή η πτώ­ση που με κά­νει να θέ­λω να ε­ξου­σιά­σω τους πάν­τες. Και ταυ­τό­χρο­να, να αρ­γο­λο­γώ και να έ­χω πε­ρι­έρ­γεια, ως α­πο­τέ­λε­σμα μιας ζω­ής που εί­ναι κε­νή, α­κό­μα κι αν πή­ρα πολ­λά πτυ­χί­α, α­κό­μα κι αν δι­ά­βα­σα πολ­λά βι­βλί­α, α­κό­μα κι αν έ­χω πολ­λές ε­πι­δε­ξι­ό­τη­τες και πολ­λά χα­ρί­σμα­τα. Για­τί ό­λα αυ­τά Θε­έ μου μα­κριά Σου, δεν εί­ναι τί­πο­τε άλ­λο πα­ρά κε­νά κα­τορ­θώ­μα­τα, που με χωρίζουν από τον αδελφό μου κι από Σένα. Βοήθησέ με όλα να τα αρνηθώ. Για­τί δεν πραττω το αγαθό, το οποίο θέλω, αλλά το κακό, που δεν το θέλω, αυτό πράττω, όπως λέει κι ο Απόστολος Παύλος...


Σου ζη­τά­ω Θε­έ μου πνεύ­μα σω­φρο­σύ­νης, τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, υ­πο­μο­νής και α­γά­πης να έ­χω, ως α­πο­τέ­λε­σμα δω­ρε­άς δι­κής Σου που δί­νε­ται ύ­στε­ρα α­πό α­γώ­να πνευ­μα­τι­κό με­γά­λο στην ζω­ή μου. Για­τί την πραγ­μα­τι­κή υ­πο­μο­νή, την πραγ­μα­τι­κή σω­φρο­σύ­νη, την πραγ­μα­τι­κή τα­πει­νό­τη­τα που ε­λευ­θε­ρώ­νει τον άν­θρω­πο α­πό την φι­λαυ­τί­α του δεν μπο­ρεί κα­νείς να την έ­χει εύ­κο­λα, πα­ρά εί­ναι α­γώ­νας ο­λά­κε­ρης ζω­ής. Γι' αυ­τό ο Χρι­στι­α­νι­σμός έ­χει να κά­νει με το ή­θος και ό­χι με την η­θι­κή. Γι' αυ­τό ο χρι­στι­α­νι­σμός ο πραγ­μα­τι­κός έ­χει να κά­νει με την αλ­λοί­ω­ση του αν­θρώ­που την υ­παρ­κτι­κή προς το α­γα­θό κι ό­χι μ' έ­να τύ­πο που κά­ποι­ος τον φο­ρά­ει και τον πε­ρι­φέ­ρει δε­ξιά και α­ρι­στε­ρά.


"Πνεύ­μα αρ­γί­ας, πε­ρι­ερ­γεί­ας, φι­λαρ­χί­ας και αρ­γο­λο­γί­ας μη μοι δως. Πνεύ­μα δε σω­φρο­σύ­νης, τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, υ­πο­μο­νής και α­γά­πης"… Για­τί α­γά­πη δεν έ­χου­με. Ό­σο κι αν ε­ρω­τευ­ό­μα­στε, αν γο­η­τευ­ό­μα­στε, αν λέ­με ό­τι α­γα­πά­με, α­κό­μα κι αν αυ­τή την λέ­ξη την έ­χου­με πει χι­λιά­δες φο­ρές στη ζω­ή μας. Η έν­νοι­α η πραγ­μα­τι­κή της "α­γά­πης" έ­χει να κά­νει με τον Θε­ό, με τις ε­νέρ­γει­ες του Θε­ού στον κό­σμο. Κι ό­σοι εί­μα­στε χρι­στια­νοί κα­τα­λα­βαί­νου­με πό­σο πο­λύ α­πέ­χου­με α­πό αυ­τή την α­γά­πη. Ό­τι συ­νή­θως αυ­τό που λέ­με α­γά­πη εί­ναι έ­να συ­ναι­σθη­μα­τι­κό πυ­ρο­τέ­χνη­μα, που εύ­κο­λα ό­πως έρ­χε­ται το ί­διο χά­νε­ται, κά­θε φο­ρά που ο άλ­λος θα α­πο­μα­κρυν­θεί, θα πά­ει ε­νάν­τια στο θέ­λη­μά μας, θα πα­ρε­ξη­γη­θεί μα­ζί μας και ού­τω κα­θε­ξής. Ό­λη η ζω­ή μας εί­ναι μια προ­σπά­θεια αυ­τή την α­γά­πη να την κερ­δί­σου­με στην ζω­ή μας, να την κά­νου­με πρά­ξη, να γί­νου­με θε­οί κα­τά χά­ριν. Για­τί μό­νο ό­ταν το πι­στέ­ψει ο άν­θρω­πος ό­τι εί­ναι κε­κλη­μέ­νος να γί­νει θε­ός κα­τά χά­ριν μπο­ρεί να αρ­χί­σει να αν­τι­λαμ­βά­νε­ται τι θα πει Θε­ός της α­γά­πης. Μέ­χρι τό­τε, εί­μα­στε κα­τα­δι­κα­σμέ­νοι να θρη­σκεύ­ου­με α­πελ­πι­σμέ­να. Πό­τε να πι­α­νό­μα­στε α­πό τον τύ­πο, πό­τε να πι­α­νό­μα­στε α­πό το νό­μο, πό­τε να πι­α­νό­μα­στε α­πό την αυ­το­δι­καί­ω­ση, ε­πει­δή δεν μπο­ρού­με να κα­τα­λά­βου­με ό­τι έ­νας τρό­πος υ­πάρ­χει μό­νο να πλη­σιά­σει κα­νείς τον Θε­ό. 


Και λέ­ει ο Ά­γιος Ε­φραίμ στον τε­λευ­ταί­ο στί­χο τον τρό­πο ε­κεί­νο διά τον ο­ποί­ο ο άν­θρω­πος ο­δη­γεί­ται στη με­τά­νοι­α και διά της με­τα­νοί­ας στην α­γά­πη, στην υ­πο­μο­νή, στην τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, στην ελ­πί­δα. "Δώ­ρη­σαί μοι του ο­ράν τα ε­μά πταί­σμα­τα", λέ­ει. Αν δεν ζη­τή­σει με συν­τρι­βή καρ­δί­ας ο άν­θρω­πος να πά­ρει αυ­τή την δω­ρέ­α να μπο­ρεί να βλέ­πει τα λά­θη του, να κα­τα­λα­βαί­νει τις α­δυ­να­μί­ες του, τα ε­λατ­τώ­μα­τά του, η πε­πτω­κυί­α φύ­ση μας ο­δη­γεί να κα­τη­γο­ρού­με πάν­τα τους άλ­λους. Πάν­τα οι άλ­λοι να φταί­νε, η κοι­νω­νί­α, το σύ­στη­μα, αυ­τά λέ­με συ­νε­χώς. Οι άλ­λοι α­πέ­ναν­τί μας, α­κό­μα κι οι δι­κοί μας άν­θρω­ποι φταί­νε. 


Το να βλέ­πει κα­νείς τα δι­κά του πταί­σμα­τα ση­μαί­νει ό­τι ο­δη­γεί­ται σε μια βα­θιά με­τά­νοι­α, με­τα­στρο­φή του νου. Ζη­τά­ει α­π' τον Θε­ό την συγ­χώ­ρε­ση. Κι έ­τσι μπο­ρεί κι ο ί­διος να συγ­χω­ρεί. Κα­τα­λα­βαί­νει τι θα πει η έν­νοι­α της αι­ώ­νιας τι­μω­ρί­ας, για­τί προ­γεύ­ε­ται α­πό αυ­τό τον κό­σμο την αί­σθη­ση αυ­τής της τι­μω­ρί­ας. Να μην μπο­ρείς να κα­τα­λα­βαί­νεις ποι­ος εί­σαι, να φέ­ρε­σαι πάν­τα τυ­φλά, να α­φή­νε­σαι στις πα­ρορ­μή­σεις και τις ε­νορ­μή­σεις σου, στα πά­θη, στην ορ­γή, στο θυ­μό, στη θλί­ψη, σε ο,τι­δή­πο­τε τε­λι­κά σε χω­ρί­ζει α­πό τον άλ­λο άν­θρω­πο. Να εί­σαι με τον άλ­λον πλά­τη με πλά­τη και να μην μπο­ρείς να τον κοι­τά­ξεις στο πρό­σω­πο.


"Δώ­ρη­σαί μοι του ο­ράν τα ε­μά πταί­σμα­τα και μη κα­τα­κρί­νειν τον α­δελ­φόν μου". Για­τί κα­τα­λα­βαί­νω ό­τι πε­ρίσ­σε­ψε η κα­τά­κρι­ση μέ­σα μου, ό­τι πε­ρίσ­σε­ψε σε τού­το τον κό­σμο αυ­τό το μί­σος που ο έ­νας κα­τα­κρί­νει τον άλ­λο και κα­νείς δεν δι­και­ο­λο­γεί. Και κα­τα­λα­βαί­νω για­τί η ι­στο­ρί­α του κό­σμου, δυ­ο χι­λιά­δες χρό­νια με­τά που ο Χρι­στός α­να­λή­φθη­κε και μας ά­φη­σε την πρώ­τη α­πο­στο­λι­κή κοι­νό­τη­τα, μοιά­ζει να εί­ναι χει­ρό­τε­ρη και πιο δυ­σοί­ω­νη α­πό ε­κεί­νη την ε­πο­χή. Για­τί οι άν­θρω­ποι προ­τί­μη­σαν το σκο­τά­δι μάλ­λον πα­ρά το φως. Για­τί προ­τί­μη­σαν να μην ζη­τά­νε να τους φα­νε­ρώ­νον­ται τα δι­κά τους πταί­σμα­τα, αλ­λά μό­νο να κα­τη­γο­ρούν τους άλ­λους για τα δι­κά τους πταί­σμα­τα. Κλει­σμέ­νοι μ' έ­ναν σχε­δόν ε­ω­σφο­ρι­κό τρό­πο ο κα­θέ­νας στον ε­αυ­τό του, κα­τα­δι­κά­ζει, κα­τη­γο­ρεί και θέ­λει να φά­ει την σάρ­κα του αλ­λου­νού. Έ­θνος ε­ναν­τί­ον έ­θνους, γέ­νος ε­ναν­τί­ον γέ­νους, άν­θρω­πος ε­ναν­τί­ον αν­θρώ­που. Α­κό­μα και μέ­σα στην εκ­κλη­σί­α κα­τη­γο­ρε­ςί ο έ­νας τον άλ­λο, ψά­χνει να δει ποι­ός εί­ναι λά­θος, αν­τί να βλέ­πει τα δι­κά του πτά­ι­σμα­τα. 


Το κα­κό, η α­δι­κί­α, ό­λα πε­ρίσ­σε­ψαν πα­ρά τις φρού­δες προσ­δο­κί­ες του αν­θρω­πι­σμού που κα­λά έ­κα­νε και υ­πήρ­χε, αλ­λά που δεν μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λέ­σει πο­τέ λύ­ση γι' αυ­τό τον κό­σμο. Που δεν μπο­ρού­σε σε κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση να μπει στη θέ­ση της πί­στης στον Χρι­στό. Αυ­τός ο αν­θρω­πι­σμός ο­δή­γη­σε σε μια αυ­το­α­να­φο­ρά του αν­θρώ­που στον ε­αυ­τό του. Κι ό­ταν α­να­φε­ρό­μα­στε στον ε­αυ­τό μας και δεν έ­χου­με κά­που να τεί­νου­με που να μας υ­περ­βαί­νει, τό­τε μοι­ραί­α κα­τα­λή­γου­με να φά­με τις σάρ­κες του δι­πλα­νού και τε­λι­κά του ε­αυ­τού μας. 


Έ­να με­γά­λο σκο­τά­δι πά­λι α­πλώ­νε­ται πά­νω α­πό την οι­κου­μέ­νη. Οι πιο έμ­πει­ροι πνευ­μα­τι­κά βέ­βαι­α έ­λε­γαν ό­τι πο­τέ δεν εί­χε πά­ψει να υ­πάρ­χει. Ε­λά­χι­στα εί­ναι τα χρο­νι­κά δι­α­στή­μα­τα στην ι­στο­ρί­α του αν­θρω­πί­νου γέ­νους που έ­χου­με μια εν­τύ­πω­ση ό­τι λάμ­πει έ­να φως. Ό­ταν τε­λεί­ω­σε ο φρι­κτός Β' Παγ­κό­σμιος Πό­λε­μος, ο δυ­τι­κός κό­σμος ε­ξέ­φρα­σε την ελ­πί­δα ό­τι οι πό­λε­μοι θα στα­μα­τή­σουν. Ύ­στε­ρα α­πό ό­λη την ο­δύ­νη των 60-80 ε­κα­τομ­μυ­ρί­ων νε­κρών, ό­λη την τε­ρά­στια οι­κο­λο­γι­κή κα­τα­στρο­φή που έ­γι­νε-α­τέ­λει­ω­τες πη­γές ε­νερ­γεί­ας ε­ξα­φα­νί­στη­καν, οι θά­λασ­σες γέ­μι­σαν με τα κου­φά­ρια πλοί­ων, μο­λύν­θη­καν νε­ρά και πο­τά­μια-το μί­σος πε­ρίσ­σε­ψε στη γη και ο άν­θρω­πος πί­στε­ψε ό­τι τώ­ρα πια, με­τά α­πό αυ­τούς τους δύ­ο πο­λέ­μους δεν θα ε­πέ­στρε­φε πο­τέ μα πο­τέ πά­λι πί­σω σ' αυ­τή τη φρί­κη. Κι ό­μως α­μέ­σως ξε­κί­νη­σε ο ψυ­χρός πό­λε­μος, οι το­πι­κοί πό­λε­μοι, ο πό­λε­μος της Κο­ρέ­ας, ο πό­λε­μος του Βι­ετ­νάμ, ο πό­λε­μος στην Καμ­πό­τζη, ο πό­λε­μος στο Λά­ος, οι εμ­φύ­λιοι πό­λε­μοι στις χώ­ρες της Α­φρι­κής, οι φρι­κτές δι­κτα­το­ρί­ες που υ­πήρ­ξαν σ' ό­λη την Λα­τι­νι­κή Α­με­ρι­κή και τό­σα άλ­λα, που αν μπο­ρού­σα­με να βά­λου­με κουκ­κί­δες πο­λέ­μων και βί­ας και κα­τα­στρο­φής πά­νω στη γη θα σκε­πα­ζό­ταν ο­λά­κε­ρη η γη και δεν θα έ­με­νε τί­πο­τα. 


Ή­ταν ό­λα μια ψευ­δαί­σθη­ση. Την ζή­σα­με στο δυ­τι­κό κό­σμο και στην πα­τρί­δα μας. Θέ­λα­με να το πι­στεύ­ου­με κά­ποι­οι, οι πιο α­φε­λείς ί­σως, ό­τι με­τά α­πό τον α­δελ­φο­κτό­νο πό­λε­μο που πε­ρά­σα­με, σι­γά-σι­γά ο κό­σμος θα ο­δη­γεί­το σε μια κα­τα­λα­γή σε μια παγ­κό­σμια ει­ρή­νη. Ό­μως, α­κρι­βώς ε­πει­δή δεν ζη­τά­με α­πό τον Θε­ό να μας δί­νει να βλέ­που­με τα πταί­σμα­τά μας βυ­θι­στή­κα­με πά­λι στη λή­θη. Και να που με­τά α­πό κά­ποι­α χρό­νια πά­λι ο δι­χα­σμός, πά­λι το μί­σος, πά­λι η κα­τά­κρι­ση, πά­λι οι άν­θρω­ποι ξέ­χα­σαν τον Θε­ό, Τον αρ­νή­θη­καν α­πό την ζω­ή τους, θέ­λουν να Τον ξε­ρι­ζώ­σουν, να βγά­λουν την εκ­κλη­σί­α και να την πε­τά­ξουν α­πό το γέ­νος. Και δυ­στυ­χώς πα­ρα­σύ­ρον­ται πά­ρα πολ­λοί. 


Και φο­βό­μα­στε για τους αν­θρώ­πους. Φο­βό­μα­στε ό­τι χω­ρίς Θε­ό οι Έλ­λη­νες (έ­χου­με και τα συμ­πτώ­μα­τα) θα γί­νουν θη­ρί­α. Για­τί οι Έλ­λη­νες ή­ταν έ­νας έν­θε­ος λα­ός α­πό την ε­πο­χή ε­κεί­νη που άρ­χι­σαν να γρά­φουν ι­στο­ρί­α. Ή­ταν έ­νας λα­ός που πί­στευ­ε πάν­τα στον Θε­ό, που εί­χε πάν­τα την α­να­ζή­τη­ση για το ε­πέ­κει­να, για την υ­πέρ­βα­ση. Εί­ναι η πρώ­τη φο­ρά στην ι­στο­ρί­α -αρ­γά αρ­γά έ­γι­νε βέ­βαι­α, δεν έ­γι­νε ξαφ­νι­κά- που βλέ­που­με σα­στι­σμέ­νοι τους συμ­πα­τρι­ώ­τες μας να μην πι­στεύ­ουν που­θε­νά κι άλ­λος να δη­λώ­νει δε­ξιά, άλ­λος α­ρι­στε­ρά, ό­χι μό­νο στα πο­λι­τι­κά, αλ­λά και σε θε­ω­ρί­ες του κό­σμου τού­του, σε θρη­σκεί­ες του κό­σμου τού­του πε­ρί­ερ­γες, σε αι­ρέ­σεις πα­ρά­ξε­νες, άν­θρω­ποι μό­νοι τους, φο­βι­σμέ­νοι, που σι­γά-σι­γά ό­λα αυ­τά τους ο­δη­γούν σ' έ­να δι­χα­σμό, σ' έ­να μί­σος. Για­τί ε­λά­χι­στοι πα­ρα­κα­λούν πια τον Θε­ό να τους δι­δά­ξει τι θα πει να βλέ­πεις τα πταί­σμα­τά σου. 


Ό­ταν ο άν­θρω­πος στρέ­φε­ται στο να δει τα δι­κά του πταί­σμα­τα, τό­τε ο­δη­γεί­ται και στο άλ­λο που λέ­ει η κα­τά­λη­ξη της προ­σευ­χής. "Δώ­ρη­σαί μοι του ο­ράν τα ε­μά πταί­σμα­τα και μη κα­τα­κρί­νειν τον α­δελ­φόν μου". Για­τί α­κρι­βώς η βά­ση της κα­κί­ας μας εί­ναι η κα­τά­κρι­ση στον άλ­λο. Το δο­κά­ρι που τυ­φλώ­νει το μά­τι μας σφη­νω­μέ­νο βα­θιά δεν μας α­φή­νει να δού­με ό­τι ο άλ­λος μπο­ρεί να έ­χει μι­κρά πταί­σμα­τα και ε­μείς οι τά­χα δί­και­οι να εί­μα­στε βυ­θι­σμέ­νοι μέ­σα στην κα­κί­α. Και δεν κα­τα­λα­βαί­νου­με πως αυ­τό το δο­κά­ρι του μί­σους, της γκρί­νιας, της α­νο­η­σί­ας μας σκο­τώ­νει κά­θε μέ­ρα, ό­τι εί­μα­στε πνευ­μα­τι­κά νε­κροί αν δεν πα­ρα­κα­λού­με τον Θε­ό να μας δώ­σει σω­φρο­σύ­νη, τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, υ­πο­μο­νή και α­γά­πη, να μας δώ­σει να βλέ­που­με τα πταί­σμα­τά μας και να α­γα­πά­με τον πλη­σί­ον μας. Για­τί αυ­τό μας ζή­τη­σε ο Χρι­στός, αυ­τός ο ξε­χα­σμέ­νος Χρι­στός. Στις καρ­δι­ές και τα μυα­λά των πε­ρισ­σο­τέ­ρων αν­θρώ­πων πια. 


Κά­ποι­ος θα '­λε­γε ό­τι τού­τα τα λό­για έ­χουν μια α­παι­σι­ο­δο­ξί­α. Ό­τι δεν θα '­πρε­πε να μπού­με έ­τσι στη Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στή. Ό­μως αν­τί­θε­τα, έ­τσι θα έ­πρε­πε να μπού­με. Ό­χι μό­νο για­τί εί­μα­στε στο 2013, αλ­λά α­κό­μα κι αν ή­μα­στε στο 1950, στο 30 και στο 20 και στο 1830 και βά­λε πί­σω. Για­τί α­κρι­βώς η εκ­κλη­σί­α μας, ό­πως εί­πα­με το πρω­ί, ό­ρι­σε την Κυ­ρια­κή αυ­τή της συγ­γνώ­μης να εί­ναι α­φι­ε­ρω­μέ­νη στην υ­πεν­θύ­μι­ση της ε­ξο­ρί­ας των πρω­το­πλά­στων. Που ση­μαί­νει ό­τι η πραγ­μα­τι­κή εκ­κλη­σί­α του Χρι­στού, το σώ­μα του Χρι­στού, οι άν­θρω­ποι ε­κεί­νοι που θέ­λουν να α­κο­λου­θή­σουν τον Κύ­ριο έ­χουν την  ι­στο­ρι­κή ε­πί­γνω­ση και τη θε­ο­λο­γι­κή δια­ύγεια α­πό τό­τε που έ­φυ­γε ο Χρι­στός να θυ­μούν­ται ό­τι ο κό­σμος βα­δί­ζει προς τα έ­σχα­τα. Δεν ξέ­ρου­με πό­τε. Η χρι­στι­α­νι­κή κοι­νό­τη­τα κα­τα­δί­κα­σε ο­ποι­ο­δή­πο­τε χι­λια­σμό που ή­θε­λε να ο­νει­ρεύ­ε­ται χρι­στι­α­νι­κές πο­λι­τεί­ες. Γνώ­ρι­ζε πο­λύ κα­λά τα λό­για του Κυ­ρί­ου ό­τι "άρ­χων του κό­σμου τού­του εί­ναι ο σα­τα­νάς". Γνώ­ρι­ζε πά­ρα πο­λύ κα­λά ό­τι δεν θα πά­ψουν πο­τέ οι πό­λε­μοι, δεν θα πά­ψει πο­τέ η πα­ρά­νοι­α κι ό­τι οι άν­θρω­ποι θα προ­τι­μή­σουν το σκο­τά­δι μάλ­λον πα­ρά το φως. 


Ποι­α εί­ναι, λοι­πόν, η ελ­πί­δα και η αι­σι­ο­δο­ξί­α που βγαί­νει μέ­σα α­πό τα λό­για τού­τα; Μα εί­ναι η αι­σι­ο­δο­ξί­α και η ελ­πί­δα που βγαί­νει μέ­σα α­πό το ευ­αγ­γέ­λιο. Λέ­ει ο Κύ­ριος ό­τι "άρ­χων του κό­σμου τού­του εί­ναι ο σα­τα­νάς, αλ­λά θαρ­σεί­τε, ε­γώ νε­νί­κη­κα τον κό­σμο". Μας δι­α­βε­βαι­ώ­νει Ε­κεί­νος ό­τι θα εί­ναι έ­τσι η ι­στο­ρί­α της αν­θρω­πό­τη­τας. "Θαρ­σεί­τε, ε­γώ νε­νί­κη­κα τον κό­σμο" λέ­ει.

 Και συμ­πλη­ρώ­νει ο Ά­γιος Ι­ω­άν­νης ο ευ­αγ­γε­λι­στής στην Α­πο­κά­λυ­ψη, ό­τι ο κό­σμος έ­τσι θα τε­λει­ώ­σει. Μέ­σα στην κα­τα­στρο­φή που ε­πι­φέ­ρει η κα­κί­α. Αλ­λά ό­σοι συν­τα­χτούν με το ε­σφαγ­μέ­νο αρ­νί­ο αυ­τοί και θα σω­θούν. Αυ­τοί που συν­τάσ­σον­ται με το αρ­νί­ο γί­νον­ται το ά­λας της γης, για­τί συν­τη­ρούν την ελ­πί­δα των αν­θρώ­πων, το χα­μό­γε­λό τους, την ευ­χα­ρι­στί­α, την χα­ρά, την συμ­πα­ρά­στα­ση, την αλ­λη­λεγ­γύ­η. Σ' έ­να κό­σμο που δια­ρκώς την χά­νει, ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο. 


Το να συν­τα­χθού­με με το ε­σφαγ­μέ­νο αρ­νί­ο ση­μαί­νει ό­τι τού­τη την ευ­χή την ο­ποί­α ψελ­λί­σα­με θα προ­σπα­θή­σου­με κα­τά τη διά­ρκεια της Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στής να την έ­χου­με στην καρ­διά μας. Ού­τως ή άλ­λως την λέ­με σε κά­θε α­κο­λου­θί­α. Εί­ναι τό­σο α­γα­πη­μέ­νη αυ­τή η ευ­χή που γρά­φτη­κε τον 4ο αι­ώ­να α­πό τον με­γά­λο ά­γιο Ε­φραίμ τον Σύ­ρο. Και ε­πί 1600 χρό­νια αν­πέμ­πε­ται ως προ­σευ­χή α­πό τους χρι­στια­νούς, σ' ό­λες τις γλώσ­σες των υ­πη­κό­ων της οι­κου­με­νι­κής βυ­ζαν­τι­νής αυ­το­κρα­το­ρί­ας. Και αρ­γό­τε­ρα στα σλα­βι­κά, στα ρω­σι­κά, στα α­φρι­κά­νι­κα, στα α­με­ρι­κά­νι­κα, σ' ό­λες τις γλώσ­σες την ε­πα­να­λαμ­βά­νουν οι ορ­θό­δο­ξοι. 


Μα­ζί με ό­λα αυ­τά που εί­πα­με, ας προ­σπα­θή­σου­με να νη­στέ­ψου­με, ό­σο μπο­ρού­με. Ό­σοι δεν εί­ναι α­δύ­να­μοι στο σώ­μα ας κά­νου­με αυ­τό που ε­πί δυ­ο χι­λιά­δες χρό­νια τώ­ρα σχε­δόν κά­νουν ό­λοι οι χρι­στια­νοί. Να α­φή­σου­με τις υ­πεκ­φυ­γές. Εί­ναι τό­σο συγ­κι­νη­τι­κό να βλέ­που­με με­γά­λης η­λι­κί­ας αν­θρώ­πους, στα 70 και στα 80 τους χρό­νια, να προ­σπα­θού­με να τους πεί­σου­με ό­τι τώ­ρα που εί­ναι α­σθε­νής η σάρ­κα πρέ­πει να πε­ρι­ο­ρί­σουν την νη­στεί­α. Κι ε­κεί­νοι ε­πει­δή α­γω­νί­στη­καν στην ζω­ή τους να λέ­νε "ό­χι πά­τερ, δεν θέ­λω να την στα­μα­τή­σω τη νη­στεί­α, ό­λη μου την ζω­ή την πέ­ρα­σα έ­τσι". 


Εί­ναι κρί­μα λοι­πόν, ε­μείς να σχε­τι­κο­ποι­ού­με τα πάν­τα και να λέ­με "δεν μπο­ρώ, δεν αν­τέ­χω" και να εί­μα­στε σε νε­α­ρή η­λι­κί­α, σε η­λι­κί­α ό­που κα­τά τα άλ­λα έ­χου­με α­πε­ρι­ό­ρι­στες δυ­νά­μεις. Εί­ναι κρί­μα για­τί α­κρι­βώς η σω­μα­τι­κή προ­σπά­θεια υ­πεν­θυ­μί­ζει και ε­νι­σχύ­ει την πνευ­μα­τι­κή. Εν­νο­εί­ται βέ­βαι­α πως δεν χρει­ά­ζε­ται ψυ­χα­ναγ­κα­σμός, ού­τε να κα­τα­πι­έ­ζου­με ο έ­νας τον άλ­λον για τα θέ­μα­τα της νη­στεί­ας. Εί­ναι ά­θλη­μα ε­λευ­θε­ρί­ας ό­λα αυ­τά κι ό­χι κα­τα­πί­ε­ση, ού­τε συ­ναλ­λα­γή με τον Θε­ό. Ό­σο μπο­ρεί ο κα­θέ­νας, ό­σο αν­τέ­χει, τό­σο να κά­νει.


Ας προ­σπα­θή­σου­με. Αν δεν τα '­χα­με κα­τα­φέ­ρει μέ­χρι τώ­ρα, ας πασχίσουμε λί­γο πα­ρα­πά­νω. Δεν έ­χει ση­μα­σί­α πό­σο, ση­μα­σί­α έ­χει η προ­σπά­θεια. Η κα­λή προ­αί­ρε­ση, σ' έ­να κό­σμο που πα­ρα­νό­η­σε ε­μείς να στα­θού­με όρ­θιοι. Να έ­χου­με με­τά­νοι­α κι ελ­πί­δα κι α­γά­πη για τον πλη­σί­ον. Αυ­τό μας με­τα­φέ­ρουν οι πρά­ξεις των α­πο­στό­λων. Αυ­τό μας με­τα­φέ­ρουν οι ε­πι­στο­λές του Α­πο­στό­λου Παύ­λου. Αυ­τό μας με­τα­φέ­ρει ο βί­ος κά­θε α­γί­ου α­πό την  ε­πο­χή ε­κεί­νη μέ­χρι και τους α­γί­ους που θα α­να­κη­ρύ­ξει η εκ­κλη­σί­α μας  σύν­το­μα, τους α­γί­ους δη­λα­δή που κοι­μή­θη­καν λί­γα χρό­νια πριν.


Οι άν­θρω­ποι φεύ­γουν α­πό τον ε­σπε­ρι­νό της συγ­γνώ­μης κα­θώς αρ­χί­ζει η Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στή, έ­χον­τας ζη­τή­σει συγ­γνώ­μη α­πό τους α­δερ­φούς τους για τα μι­κρά και τα με­γά­λα. Και άλ­λους α­δερ­φούς που δεν εί­ναι τώ­ρα α­πό­ψε ε­δώ ας τους βρού­με τις ε­πό­με­νες μέ­ρες κι ας ζη­τή­σου­με συγ­γνώ­μη. Ε­κεί που γί­νε­ται να ζη­τή­σου­με. Να ζη­τή­σου­με συγ­γνώ­μη και ν' α­φή­σου­με στην ά­κρη τις μι­κρό­τη­τές μας. 


Να συγχωρεθούμε, για να πε­ρά­σου­με αυ­τές τις 50 η­μέ­ρες μέ­χρι το βρά­δυ του Μ. Σαβ­βά­του που θα κοι­νω­νή­σου­με το σώ­μα και το αί­μα του Χρι­στού μέ­σα στην α­να­στά­σι­μη χα­ρά, να έ­χου­με νι­ώ­σει κά­τι να με­τα­σχη­μα­τί­ζε­ται μέ­σα μας. Ας μην πε­ρι­μέ­νου­με πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα και με­γά­λες κα­τα­στά­σεις. Ας ζη­τά­με ε­κεί­νο που μπο­ρού­με να ση­κώ­σου­με. Ας ζη­τά­με να γεν­νη­θεί το θέ­λη­μά Του. Αν θέ­λε­τε υ­πο­κλι­θεί­τε, γο­να­τί­στε, να δώ­σει ο ι­ε­ρέ­ας την ευ­χή και στην συ­νέ­χεια με­τά την α­πό­λυ­ση, τον α­σπα­σμό της α­γά­πης. Α­μήν.    

         

Δεν υπάρχουν σχόλια: