Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Μ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ




Σω­τη­ρί­ου Ν. Κόλ­λια




              Με τη χά­ρη του Θε­ού συνεχίζεται το ταξίδι μας στην Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή και προ­ε­τοι­μαζόμαστε να υ­πο­δε­χτού­με βι­ω­μα­τι­κά το πά­θος και την Α­νά­στα­ση του Χρι­στού. Η ι­ε­ρή, λοι­πόν, αυ­τή πε­ρί­ο­δος α­παι­τεί α­πό τους ευ­σε­βείς χρι­στια­νούς πνευ­μα­τι­κή ζω­ή και ε­ξά­σκη­ση των α­ρε­τών. Πως αλ­λι­ώς θα αν­τι­κρί­σου­με τον Κύ­ριο μας ε­πά­νω στο Σταυ­ρό Του, ο Ο­ποί­ος βα­σα­νί­στη­κε, τα­πει­νώ­θη­κε και πέ­θα­νε για ό­λους ε­μάς, ε­άν δεν Του δεί­ξου­με την ευ­γνω­μο­σύ­νη μας με το να α­γω­νι­στού­με στο ε­λά­χι­στο, σε σχέ­ση με τις δι­κές του ευ­ερ­γε­σί­ες; Άλ­λω­στε, οι θυ­σί­ες των αν­θρώ­πων, συ­νι­στούν αν­τα­πό­δο­ση και ο­φει­λή, ε­νώ ό,τι δί­δει ο Θε­ός εί­ναι χά­ρις και με­γα­λο­δω­ρί­α.


              Η πο­ρεί­α της Σα­ρα­κο­στής έ­χει ως σκο­πό να φτά­σου­με στην Α­νά­στα­ση και να συ­ναι­σθαν­θού­με αυ­τό το με­γά­λο μυ­στή­ριο. Έ­να μυ­στή­ριο που τό­σο δύ­σκο­λα το χω­ρά­ει ο νους του αν­θρώ­που! Συ­νε­πώς, πρώ­το στά­διο εί­ναι να κα­τα­νο­ή­σου­με το νό­η­μα της Α­να­στά­σε­ως, για να ρι­ζώ­σει στα­θε­ρά στην καρ­διά μας ο λό­γος της πο­ρεί­ας μας στη Σα­ρα­κο­στή. Πρό­τυ­πα και βο­η­θοί μας εί­ναι οι ά­γιοι, αυ­τοί που γεύ­θη­καν το φως και τη χα­ρά της Α­να­στά­σε­ως, για­τί πρώ­τα βί­ω­σαν το Γολ­γο­θά του προ­σω­πι­κού τους α­γώ­να κι έ­κα­ναν δι­κό τους τον πό­νο ό­λου του κό­σμου. Δυ­στυ­χώς πολ­λοί εξ η­μών δη­λώ­νου­με ό­τι πι­στεύ­ου­με στον Χρι­στό και την Α­νά­στα­σή Του, αλ­λά η ζω­ή μας φα­νε­ρώ­νει το αν­τί­θε­το. Ζού­με έ­τσι έ­να εί­δος πνευ­μα­τι­κής πε­νί­ας, μια α­συμ­φω­νί­α λό­γων και έρ­γων, που α­πο­τε­λεί το με­γά­λο σκάν­δα­λο για τους άλ­λους και το κυ­ρι­ό­τε­ρο εμ­πό­διο για να πλη­σιά­σουν τον Χρι­στό και την Εκ­κλη­σί­α.
 

              Αρ­χί­ζου­με, λοι­πόν, το πνευ­μα­τι­κό μας τα­ξί­δι στην Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή με την Κυ­ρια­κή της Συγ­γνώ­μης, ό­που προ­ε­τοι­μα­ζό­μα­στε ού­τως ώ­στε με τα­πεί­νω­ση και συγ­χώ­ρε­ση ο έ­νας προς τον άλ­λο, να ξε­κι­νή­σου­με την πο­ρεί­α α­νε­βαί­νον­τας στα­δια­κά την κλί­μα­κα των α­ρε­τών. Α­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση εί­ναι να αρ­χί­σου­με α­γα­πη­μέ­νοι και συγ­χω­ρη­μέ­νοι τον δρό­μο αυ­τό, δι­α­φο­ρε­τι­κά η ο­ποι­α­δή­πο­τε προ­σπά­θεια, ό­σο α­σκη­τι­κή κι αν εί­ναι, δεν θα καρ­πο­φο­ρή­σει, κα­θώς δεν θα έ­χει α­πο­βλη­θεί α­πό μέ­σα μας το με­γα­λύ­τε­ρό μας πά­θος, ο ε­γω­ι­σμός μας. Η προ­σπά­θεια αυ­τή σί­γου­ρα δεν εί­ναι εύ­κο­λη και χρει­ά­ζε­ται με­γά­λος πνευ­μα­τι­κός α­γώ­νας. 


Κά­θε ε­βδο­μά­δα της Σα­ρα­κο­στής πο­λύ ορ­θά τί­θεν­ται νέ­οι στό­χοι και νέ­ες προ­κλή­σεις. Με τις προ­η­γι­α­σμέ­νες α­κο­λου­θί­ες των τι­μί­ων δώ­ρων, η Εκ­κλη­σί­α μας δί­δει τη δυ­να­τό­τη­τα στους πι­στούς να προ­σέρ­χον­ται πιο συ­χνά στο ι­ε­ρό πο­τή­ριο και να κοι­νω­νούν τον ζω­ο­δό­τη Χρι­στό. 


Στο τέ­λος κά­θε ε­βδο­μά­δας – τις Πα­ρα­σκευ­ές – α­γαλ­λιά­ζει η καρ­διά μας α­κού­γον­τας τα υ­πέ­ρο­χα «Χαί­ρε» προς την Υ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κο και τον αρ­χον­τι­κό παιά­να «Τη Υ­περ­μά­χω Στρα­τη­γώ τα νι­κη­τή­ρια». 


Οι καν­τα­νυ­κτι­κοί ε­σπε­ρι­νοί κά­θε Κυ­ρια­κής, που συ­νο­δεύ­ον­ται α­πό πνευ­μα­τι­κές ο­μι­λί­ες, ο­λο­κλη­ρώ­νουν με τον κα­λύ­τε­ρο τρό­πο το στά­διο ζω­ής της Σα­ρα­κο­στής.


Οι πέν­τε Κυ­ρια­κές της Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στής δί­δουν τις α­νά­λο­γες κα­τευ­θύν­σεις και προ­ο­πτι­κές: Την Α΄ Κυ­ρια­κή των νη­στει­ών η Εκ­κλη­σί­α μας την α­φι­ε­ρώ­νει στην πί­στη μας, στην Ορ­θο­δο­ξί­α μας και στο θρί­αμ­βό της α­πέ­ναν­τι στις προ­κλή­σεις των αι­ρε­τι­κών. 


Η Β΄ Κυ­ρια­κή εί­ναι χα­ρι­σμέ­νη στον ά­γιο Γρη­γό­ριο Πα­λα­μά, Αρ­χι­ε­πί­σκο­πο Θεσ­σα­λο­νί­κης, δι­ό­τι με την α­σκη­τι­κό­τη­τά του, τους πνευ­μα­τι­κούς του α­γώ­νες και τη θε­ο­φώ­τι­στη γρα­φί­δα του κα­τα­πο­λέ­μη­σε την αλ­λοί­ω­ση του ορ­θο­δό­ξου δόγ­μα­τος και θε­με­λί­ω­σε την πί­στη μας. 


Η ύ­ψω­ση του τι­μί­ου Σταυ­ρού προ­βάλ­λε­ται την Γ΄ Κυ­ρια­κή της Σα­ρα­κο­στής, ως πρό­τυ­πο ελ­πί­δας, κου­ρά­γιου, θάρ­ρους και δύ­να­μης. Κύ­ριο στοι­χεί­ο της ε­πο­χής μας και του πο­λι­τι­σμού μας εί­ναι ό­τι ό­λοι και ό­λα γύ­ρω μας μάς υ­πό­σχον­ται χα­ρά, ευ­χα­ρί­στη­ση, κα­λο­πέ­ρα­ση. Την αρ­ρώ­στια, τον πό­νο και τον θά­να­το τα α­πω­θού­με στο πε­ρι­θώ­ριο της ζω­ής μας. Θέ­λου­με να α­πο­κτή­σου­με τα με­γά­λα πνευ­μα­τι­κά α­γα­θά ή ζη­λεύ­ου­με τις α­ρε­τές των άλ­λων, χω­ρίς να εί­μα­στε δι­α­τε­θει­μέ­νοι ό­μως να κα­τα­βά­λου­με κό­πο για να τα α­πο­κτή­σου­με. Θέ­λου­με να φτά­σου­με κα­τ' ευ­θεί­αν στην Α­νά­στα­ση χω­ρίς να πε­ρά­σου­με α­πό τον πό­νο του Σταυ­ρού. Η Α­νά­στα­ση ό­μως εί­ναι άρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νη με τον Σταυ­ρό. Συ­νε­πώς το πρό­τυ­πο του Σταυ­ρού α­κρι­βώς στο μέ­σο της πνευ­μα­τι­κής αυ­τής πε­ρι­ό­δου εί­ναι α­να­νε­ω­τι­κό και ψυ­χω­φε­λές.


Την Δ΄ Κυ­ρια­κή η Εκ­κλη­σί­α μας την α­φι­ε­ρώ­νει στον με­γά­λο α­σκη­τή ά­γιο Ι­ω­άν­νη τον Σι­να­ΐ­τη, ο ο­ποί­ος έ­χει γρά­ψει το πο­λύ σπου­δαί­ο έρ­γο που ο­νο­μά­ζε­ται «Κλί­μαξ». Πο­λύ σο­φά ο ά­γιος Ι­ω­άν­νης σε αυ­τό το έρ­γο του α­πα­ριθ­μεί ό­λες τις πνευ­μα­τι­κές α­ρε­τές που ο­φεί­λει να έ­χει ο πι­στός χρι­στια­νός προ­κει­μέ­νου να πλη­σιά­σει τον Θε­ό και να ο­μοιά­σει με τους α­γί­ους. Το βι­βλί­ο αυ­τό, συ­νε­πώς, πα­ρου­σιά­ζει τον α­γώ­να των αν­θρώ­πων να α­νέ­βουν πνευ­μα­τι­κά την κλί­μα­κα των α­ρε­τών και να α­πο­δε­σμευ­τούν α­πό τα ε­πί­γεια προ­σκόμ­μα­τα. Έ­να θε­ά­ρε­στο έρ­γο που πρέ­πει προ­σε­χτι­κά να με­λε­τή­σου­με και να α­κο­λου­θή­σου­με τις προ­τρο­πές του. 


Η Ε΄ και τε­λευ­ταί­α Κυ­ρια­κή των νη­στει­ών α­φι­ε­ρώ­νε­ται στην α­πί­στευ­τη με­τά­νοι­α της α­γί­ας Μα­ρί­ας της Αι­γυ­πτί­ας, μιας α­μαρ­τω­λής γυ­ναί­κας που ξε­πέ­ρα­σε κά­θε νό­η­μα με­τά­νοι­ας και με τον τρό­πο ζω­ής της κα­τέ­στη φω­τει­νό πρό­τυ­πο προς μί­μη­ση φτά­νον­τας την α­γι­ό­τη­τα. Πά­λι η Εκ­κλη­σί­α μας δί­δει το μή­νυ­μα ό­τι ό­λα συγ­χω­ρούν­ται στην εν Χρι­στώ ζω­ή, αρ­κεί να υ­πάρ­χει α­λη­θι­νή και εγ­κάρ­δια με­τά­νοι­α. 


Προ­βάλ­λον­τας αυ­τά τα πρό­τυ­πα α­σκή­σε­ως και α­γι­ό­τη­τος η Εκ­κλη­σί­α μας σκο­πό έ­χει να μας εν­δυ­να­μώ­σει στον α­γώ­να μας και να μας δώ­σει κου­ρά­γιο και ελ­πί­δα πως μπο­ρού­με τε­λι­κά να με­τα­μορ­φώ­σου­με τους ε­αυ­τούς μας και να τους κά­νου­με ά­ξια κα­τοι­κη­τή­ρια του σώ­μα­τος και αί­μα­τος του Χρι­στού.


Εί­ναι πράγ­μα­τι εκ­πλη­κτι­κό με πό­ση σο­φί­α οι ά­γιοι Πα­τέ­ρες της Εκ­κλη­σί­ας μας το­πο­θέ­τη­σαν τις ι­ε­ρές α­κο­λου­θί­ες μέ­σα στην Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στή, α­πο­σκο­πών­τας στην κα­ταλ­λη­λό­τε­ρη προ­ε­τοι­μα­σί­α των πι­στών!


Πρέ­πει, λοι­πόν, να πά­ρου­με σο­βα­ρά την Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στή, κα­θώς δεν εί­ναι έ­να δι­ά­στη­μα που πρέ­πει να κά­νου­με κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό μό­νο α­πό συ­νή­θεια ή υ­πο­χρέ­ω­ση, αλ­λά ε­πει­δή σε αυ­τή την πε­ρί­ο­δο ζού­με πιο έν­το­να την λα­τρεί­α της Εκ­κλη­σί­ας μας. Μέ­σω αυ­τού του βι­ώ­μα­τος αλ­λά­ζου­με τον νου μας, αλ­λοι­ώ­νου­με προς το κα­λύ­τε­ρο την καρ­διά μας, πο­λε­μού­με να πε­ρι­ο­ρί­σου­με τα πά­θη μας και προ­σφέ­ρου­με τον ε­αυ­τό μας κα­θα­ρό στη χά­ρη του Χρι­στού. Ό­λα τα πρό­τυ­πα που προ­βάλ­λον­ται στις ι­ε­ρές α­κο­λου­θί­ες έ­χουν ως σκο­πό να στο­χα­στού­με πά­νω σε αυ­τά σχε­τί­ζον­τάς τα με τη ζω­ή μας, την οι­κο­γε­νεια­κή μας κα­τά­στα­ση, τις ε­παγ­γελ­μα­τι­κές μας υ­πο­χρε­ώ­σεις, τις σχέ­σεις μας με τους συ­ναν­θρώ­πους μας. Έ­χει δη­λα­δή πρα­κτι­κή ε­φαρ­μο­γή στη ζω­ή μας αυ­τή η πο­ρεί­α, που α­πο­σκο­πεί στην κα­λυ­τέ­ρευ­ση του ε­αυ­τού μας.


Ε­πει­δή η νη­στεί­α της Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στής α­πο­τε­λεί πρω­ταρ­χι­κό μέ­λη­μα του πι­στού θα α­φι­ε­ρώ­σου­με πα­ρα­κά­τω λί­γες σκέ­ψεις σχε­τι­κά με τη συγ­κε­κρι­μέ­νη α­ρε­τή:

          Η α­πο­χή α­πό κά­ποι­ες κα­τη­γο­ρί­ες τρο­φών σκο­πό έ­χει την α­σκη­τι­κή υ­πα­κο­ή του αν­θρώ­που για την χα­λι­να­γώ­γη­ση των πα­θών του και τον κα­θαρ­μό του σώ­μα­τος και της ψυ­χής. Μέ­σω της νη­στεί­ας ο πι­στός συγ­κρα­τεί την υ­περ­βο­λή των ε­πι­θυ­μι­ών του, τι­θα­σεύ­ει τους πει­ρα­σμούς και α­πο­δε­σμεύ­ε­ται α­πό τα υ­λι­κά α­γα­θά. Με αυ­τόν τον τρό­πο ευ­κο­λό­τε­ρα μπο­ρεί να ε­πι­θυ­μή­σει τα α­γα­θά της ου­ρά­νιας βα­σι­λεί­ας. Ο χα­ρα­κτή­ρας της νη­στεί­ας εί­ναι α­να­σταλ­τι­κός και κα­θαρ­τι­κός. Ό­ποι­ος θέ­λει να βα­δί­σει την ο­δό του Κυ­ρί­ου πρέ­πει να στε­να­χω­ρεί τη γα­στέ­ρα του και ό­χι να τη θε­ρα­πεύ­ει και να την υ­περ­φορ­τί­ζει. Η νη­στεί­α δεν πρέ­πει να θε­ω­ρεί­ται άρ­νη­ση των φυ­σι­κών α­ναγ­κών μας, αλ­λά άρ­νη­ση της α­κο­λα­σί­ας και του υ­πέρ­με­τρου κα­τα­να­λω­τι­σμού, α­φού θέ­τει τις βά­σεις για να μέ­νει ο άν­θρω­πος α­κλό­νη­τος ε­νώ­πιον των πει­ρα­σμών που τον βάλ­λουν δια­ρκώς στην κα­θη­με­ρι­νή του ζω­ή. Α­σκών­τας το σώ­μα στην ε­κού­σια στέ­ρη­ση α­πο­φεύ­γει να υ­πο­χω­ρή­σει στην α­μαρ­τί­α. Ό­πως η σω­μα­τι­κή ά­θλη­ση χα­ρί­ζει ευ­ε­ξί­α και ευ­λυ­γι­σί­α, έ­τσι και η ψυ­χι­κή ά­σκη­ση προ­σφέ­ρει πνευ­μα­τι­κή α­νά­τα­ση. 


Η Εκ­κλη­σί­α, κα­θι­έ­ρω­σε τη νη­στεί­α ως προ­πα­ρα­σκευ­ή για θαυ­μα­στά γε­γο­νό­τα που σχε­τί­ζον­ται εί­τε με τον ε­πί­γει­ο βί­ο του Ι­η­σού Χρι­στού εί­τε με το δυ­να­μι­κό πα­ρόν και τη μαρ­τυ­ρί­α που έ­δω­σαν οι ά­γιοί μας. Η α­πο­χή α­πό τις τρο­φές δεν δη­λώ­νει σε κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση πε­ρι­φρό­νη­ση ο­ρι­σμέ­νων ει­δών τρο­φής, για­τί δεν υ­πάρ­χουν κα­θα­ρές και α­κά­θαρ­τες τρο­φές κα­θώς ό­λα έ­χουν δη­μι­ουρ­γη­θεί κα­λά λί­αν α­πό τον Δη­μι­ουρ­γό. Η δι­ά­κρι­σή τους σχε­τί­ζε­ται με την θρε­πτι­κή και πε­πτι­κή ι­κα­νό­τη­τά τους, κα­θώς οι νη­στή­σι­μες τρο­φές εί­ναι πιο α­πλές ώ­στε ο νους να μην με­ρι­μνά για τις φυ­σι­κές σω­μα­τι­κές του α­νάγ­κες αλ­λά να στρέ­φε­ται α­νε­πη­ρέ­α­στος προς τα ά­νω και η σκέ­ψη ε­λα­φρό­τε­ρη να α­να­ζη­τά τους πνευ­μα­τι­κούς θη­σαυ­ρούς.  


Στο ση­μεί­ο αυ­τό πρέ­πει να το­νι­στεί ό­τι η νη­στεί­α δεν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται μό­νο στις τρο­φές αλ­λά πρω­ταρ­χι­κά και κυ­ρί­ως στην ψυ­χή μας. Τι ω­φε­λεί αν δεν τρώ­γου­με κρέ­ας αλ­λά κα­τα­τρώ­με με τα μά­τια μας τα υ­πάρ­χον­τα του συ­ναν­θρώ­που μας ή συ­κο­φαν­τού­με τον πλη­σί­ον μας και φθο­νού­με την ευ­τυ­χί­α του; Η τυ­πι­κή νη­στεί­α ό­σο αυ­στη­ρή κι αν εί­ναι αν δεν συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό την πραγ­μα­τι­κή α­γά­πη του Θε­ού και των αν­θρώ­πων σί­γου­ρα δεν έ­χει κα­μί­α α­ξί­α. Α­πε­ναν­τί­ας α­πο­τε­λεί πα­γί­δα για τους πι­στούς κα­θώς θε­ω­ρούν ό­τι βα­δί­ζουν το δρό­μο της ά­σκη­σης, αλ­λά ου­σι­α­στι­κά δεν βλέ­πουν το α­μάρ­τη­μά τους και δεν το δι­ορ­θώ­νουν. 


          Ε­πι­πλέ­ον ας έ­χου­με κα­τά νου ό­τι σπου­δαί­ο ρό­λο στη νη­στεί­α παί­ζει και η πο­σό­τη­τα των τρο­φών, α­φού η λαι­μαρ­γί­α και η κα­τά­χρη­ση στα φα­γη­τά ο­δη­γεί τον άν­θρω­πο να γί­νει γα­στρί­μαρ­γος και να α­πο­μα­κρυν­θεί α­πό τη δί­ψα για τις α­πο­λαύ­σεις της αι­ω­νί­ου ζω­ής, προ­τι­μών­τας τις υ­λι­κές α­πο­λαύ­σεις του ε­πί­γει­ου βί­ου. 


          Βέ­βαι­α η νη­στεί­α δεν δύ­να­ται α­πό μό­νη της να φέ­ρει τη σω­τη­ρί­α στην καρ­διά μας, αλ­λά πρέ­πει να ε­πι­κου­ρη­θεί και α­πό άλ­λες α­ρε­τές, ό­πως την προ­σευ­χή, τη με­το­χή στα ι­ε­ρά μυ­στή­ρια, κυ­ρί­ως στην ε­ξο­μο­λό­γη­ση και τη Θεί­α Κοι­νω­νί­α, τις α­γα­θο­ερ­γί­ες, τη με­λέ­τη των ι­ε­ρών κει­μέ­νων, τη σπου­δή του Ευ­αγ­γε­λί­ου, τη συμ­με­το­χή στις ι­ε­ρές α­κο­λου­θί­ες. Ο άν­θρω­πος που νη­στεύ­ει έ­χει έ­να σκο­πό, να κα­θα­ρί­σει το σώ­μα του α­πό τις κα­θη­με­ρι­νές έ­γνοι­ες και α­μό­λυν­τος πλέ­ον να ε­νω­θεί με τον Θε­ό. Αυ­τό ό­μως το πε­τυ­χαί­νει ό­ταν συ­νει­δη­το­ποι­εί τα α­μαρ­τή­μα­τά του, συν­τρί­βε­ται η καρ­διά του α­πό με­τα­μέ­λεια και ζη­τά α­πό τον εκ­πρό­σω­πο του Χρι­στού ε­πί της γης, τον πνευ­μα­τι­κό, ά­φε­ση α­μαρ­τι­ών μέ­σω του μυ­στη­ρί­ου της α­γί­ας ε­ξο­μο­λο­γή­σε­ως. Στη συ­νέ­χεια, λαμ­βά­νει σώ­μα και αί­μα Χρι­στού και λαμ­πρύ­νει τον ε­σω­τε­ρι­κό του κό­σμου με το ά­σβε­στο θεί­ο φως. Η α­να­καί­νι­ση που συμ­βαί­νει τό­τε μέ­σα του δεν μπο­ρεί πα­ρά να τον ο­δη­γή­σει στην α­γά­πη του Θε­ού και του πλη­σί­ον του, ώ­στε να προ­σπα­θεί με κά­θε τρό­πο να α­παλ­λά­ξει τον συ­νάν­θρω­πό του α­πό τη θλί­ψη και τον πό­νο, να βο­η­θή­σει τον φτω­χό, να συμ­πο­νέ­σει τον άρ­ρω­στο, να συν­δρά­μει τον έ­χον­τα α­νάγ­κη. Πρέ­πει δε να γνω­ρί­ζου­με ό­τι ό­ταν πράτ­του­με μια α­ρε­τή το κά­νου­με ό­χι γι’ αυ­τή την ί­δια την α­ρε­τή, αλ­λά για­τί σε αυ­τή υ­πάρ­χει ο ί­διος ο Χρι­στός. 


Η Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στή εί­ναι μια κα­λή ευ­και­ρί­α να α­να­θε­ω­ρή­σου­με τα αρ­νη­τι­κά του βί­ου μας, να πα­λέ­ψου­με τα πά­θη μας, να δω­ρί­σου­με α­γα­πη­τι­κά τις καρ­δι­ές μας στον συ­νάν­θρω­πό μας και να ε­λα­φρύ­νου­με τον νου και την ψυ­χή μας. Η νέ­κρω­ση των πα­θών μας ση­μα­το­δο­τεί την α­νά­στα­ση του πνε­ύ­μα­τός μας. Για να πλη­σι­ά­σου­με λί­γο πα­ρα­πά­νω φέ­τος το νό­η­μα της Α­να­στά­σε­ως ας προ­ε­τοι­μα­στού­με σω­στά κα­τά την ι­ε­ρά αυ­τή πε­ρί­ο­δο. Α­μήν!


         





Δεν υπάρχουν σχόλια: